Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ινδική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ινδική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Η δημιουργία του κόσμου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε κάπου στην Περσία ένας σπουδαίος και διάσημος παλαιστής. Μια ημέρα, κάποιος που επέστρεψε στη χώρα μετά από ένα ταξίδι στην Ινδία, του αποκάλυψε ότι στο Ινδουστάν υπήρχε ένας παλαιστής πιο δυνατός από κείνον. Ο άντρας ένιωσε την περηφάνια και τον εγωισμό του να πληγώνονται, κι έτσι αποφάσισε να φύγει αμέσως και να πάει να βρει εκείνον τον ινδό και να τον προκαλέσει. Πήγε λοιπόν στην αγορά, αγόρασε τετρακόσια πενήντα κιλά αλεύρι, το έβαλε σ’ ένα τεράστιο μπόγο, το οποίο τοποθέτησε στο κεφάλι του και ξεκίνησε.
     Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
     Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
     Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
     Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
     «Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
     «Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
     «Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
     «Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
     Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
     «Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
     «Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
     «Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
     Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
     Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
     Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
     Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
     Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
     Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
     Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ράντα και Κρίσνα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις πεδιάδες του Ινδουστάν ένας νεαρός πρίγκιπας που κυβερνούσε μια φυλή αγελαδοτρόφων. Το όνομά του ήταν Κρίσνα και ήταν, όπως λένε οι μύθοι, υπερβολικά ωραίος. Το σώμα του είχε το χρώμα του λυκόφωτος, το πρόσωπό του ήταν λαμπερό σαν τη σελήνη, και ήταν και δεξιοτέχνης μουσικός: έπαιζε ένα μαγικό αυλό που αιχμαλώτιζε τις καρδιές των ανθρώπων και των ζώων, ακριβώς όπως οι ύμνοι των θηλυκών κενταύρων κατακτούν τη θάλασσα και τον ουρανό, ή οι δονήσεις της ετοιμοθάνατης βροντής υποδουλώνουν τις καρδιές των μεγάλων βουνών.
     Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
     Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
     Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
     Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
     Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι (ναι, ακριβώς όπως στα παραμύθια). Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
     Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
     «Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
     «Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
     «Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
     «Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
     «Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
     Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
     Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
     Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
     «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
     «Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
     Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά.

Ένα ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος και ο Ουρανός

Μια φορά κι έναν καιρό, αιώνες κι αιώνες πριν, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος, ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Άνεμος, πήραν πρόσκληση για να πάνε να δειπνήσουν με τον θείο και τη θεία τους, την Βροντή και την Αστραπή (Τώρα θα μου πείτε: μα πώς μπορεί η Βροντή να είναι άντρας; Κι εγώ θα σας πω ότι αυτό είναι ένα ινδικό παραμύθι, και στην ινδική παράδοση όλα είναι διαφορετικά. Εντάξει;). Η μητέρα τους, η Ουρανός (έτσι ακριβώς), τους ευλόγησε προτού να φύγουν και τους ευχήθηκε να περάσουν καλά. Εκείνη θα παρέμενε εκεί για να τους περιμένει.
     Τώρα, ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν άπληστα πολύ αγόρια και εγωιστές, έτσι όταν κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν όλες τις λιχουδιές που τους προσέφεραν ο θείος και η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη τους μητέρα, που καθόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η μικρή ευγενική Σελήνη δεν την ξέχασε. Κι έτσι, από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της, κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μανούλα της.
     «Λοιπόν, τι μου φέρατε;» ρώτησε με ανυπομονησία η μητέρα, όταν επέστρεψαν το βράδυ στο σπίτι.
     «Τι εννοείς, γυναίκα;», ρώτησε με θράσος ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί. «Τι περίμενες δηλαδή από μένα να σου δώσω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό; Εξάλλου, δεν θα μπορούσες ποτέ εσύ, με τους άξεστους τρόπους σου, να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας κέρασαν».
     «Ακριβώς», πήρε αμέσως το λόγο ο Άνεμος. «Δεν ξέρεις πώς να τρως, αλλά πώς να φας κιόλας, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα! Κι εξάλλου, με τι μυαλά μπορούσες να περιμένεις από μας να καταστρέψουμε τα σικάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες τους με φαγητά για σένα; Αλλά, εκτός απ’ το πιο πάνω, θα ήταν αναίδεια κιόλας, αν γεμίζαμε τα μαντηλάκια μας με φαγητό. Αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στους καλύτερους κύκλους της κοινωνίας. Βέβαια, δεν θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα σαν κι εσένα, να γνωρίζει την αξία των καλών ρούχων και των κοσμημάτων! Και τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;»
     «Μην είστε τόσο αγενείς, χτήνη», δεν άντεξε και πετάχτηκε στη μέση η καλοσυνάτη και υπάκουη Σελήνη. «Μού φαίνεται ότι είστε εσείς που δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος». Μετά, στράφηκε προς την ηλικιωμένη γυναίκα θέλοντας να την παρηγορήσει. «Έλα μητέρα», της είπε, «δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα για σένα λίγο απ’ το καθετί που μας έδωσαν».
     «Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου», ευχήθηκε η γριά και την ευλόγησε. Και μετά στράφηκε προς τους γιους της. «Οι κατάρες της Ουρανού θα πέσουν βαριές στα άδεια σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις, που το έριξες στη μάσα και δεν σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, που βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα τσουρουφλίζουν όποιον τις αγγίζει. Και οι άνθρωποι θα σε μισούνε πιο πολύ ακριβώς όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη τη μεγαλοπρέπειά σου. Άνεμε, μικρό μου κάθαρμα, εσύ που είσαι τόσο άπληστος κι εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα μαραίνεις, θα καταστρέφεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται κάθε φορά που θα δίνεις το παρόν σου. Όσο για σένα κόρη μου, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου πάντοτε θ’ ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι ψυχές των ανθρώπων θα πλημμυρίζουν από αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν και θα σε αποκαλούν ευλογημένη».
     Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Κάστρα στον αέρα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Ινδία ένας βραχμάνος που δεν δούλευε καθόλου, και το μόνο που έκανε ήτανε να κτίζει κάστρα στον αέρα. Κάποια μέρα, κάλλιο αργά παρά ποτέ, η μάνα του πήρε ανάποδες μ’ αυτόν τον αχαΐρευτο κι αποφάσισε να τον βάλει σε μια τάξη. Δεν θα του επέτρεπε πια να ξοδεύει το χρόνο του έτσι, έπρεπε αμέσως να βρει μια δουλειά. Ευτυχώς, ένιωθε κι ο ίδιος αηδιασμένος με τον εαυτό του και την παροιμιώδη τεμπελιά του, κι έτσι δεν δίστασε ούτε στιγμή να ακολουθήσει τη συμβουλή της ή μάλλον να υπακούσει στη διαταγή της. Αλλά, εδώ σε θέλω μάγκα μου, ποιο επάγγελμα θα μπορούσε άραγε να εξασκήσει; Τις γνώσεις για να γίνει ιερέας δεν τις είχε και ήταν πολύ αργά για να τις αποκτήσει, ήταν πολύ αδύνατος σωματικά -απ’ την πολλή ακινησία- για να καταταχτεί στο στρατό, και σίγουρα δεν θα μπορούσε να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτης αφού ήταν βραχμάνος. Έτσι αποφάσισε να πέσει κατ’ ευθείαν στα βαθιά και να γίνει επιχειρηματίας.
     «Τι θα ήθελες να πουλάς;» τον ρώτησε όλο ενθουσιασμό η μάνα του. Άρχισε να του εισηγείται διάφορα πράγματα: σπόρια, φρούτα, λαχανικά, ρούχα, φαγητά, παπούτσια κτλ, αλλά αυτός απέρριψε δίχως καλά καλά να το σκεφτεί όλες τις εισηγήσεις της. Ήθελε να πουλά λαμπερά κόκκινα βραχιόλια και όμορφα σχεδιασμένα πήλινα δοχεία, της είπε.
     Η μητέρα του τού έδωσε τα λεφτά που χρειαζόταν για να επενδύσει στην επιχείρηση. Πήγε λοιπόν αυτός και αγόρασε ένα μεγάλο καλάθι με γυαλικά, με πήλινα δοχεία και διάφορα μπιχλιμπίδια και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την πλατεία της αγοράς. Εκεί βρήκε μια γωνιά, κάθισε, και περίμενε όλο αγωνία τον ερχομό των πρώτων πελατών του.
     Τα εξαίσια χρώματα της πραμάτειας πλημμύριζαν με ομορφιά τον ορίζοντά του, ειδικά όταν ο ήλιος έπαιζε μαζί τους. Οι αχτίδες του, που αντανακλούνταν εκεί, κάποια στιγμή σαν να τον υπνώτισαν, και παρέσυραν τις σκέψεις του πέρα, μακριά, στον ουρανό εκεί ψηλά. «Θα πουλήσω αυτά τα πράγματα με κέρδος δέκα τοις εκατό σήμερα», σκέφτηκε. «Μ’ αυτά τα λεφτά θ’ αγοράσω όμορφα μα ψεύτικα μαργαριτάρια, τα οποία θα πουλήσω για αληθινά. Σίγουρα θα κερδίσω, έτσι στα γρήγορα, εκατό ρούπιες μ’ αυτό τον τρόπο. Με τα κέρδη που θα βγάλω θ’ αγοράσω μερικές κατσίκες, οι οποίες θα γεννούν κάθε έξη μήνες, και έτσι προτού περάσει και πολύς καιρός θα έχω ένα ολόκληρο κοπάδι. Πουλώντας τις κατσίκες σε μια καλή τιμή, με τα λεφτά που θα εισπράξω θα μπορέσω ν’ αγοράσω αγελάδες. Μετά, αφού σίγουρα θ’ αποκτήσω μοσχάρια, θα τα πουλήσω κι αυτά και τις αγελάδες και θα πάρω βουβάλια. Θα τα κρατήσω για λίγο καιρό και μετά θα τα μεταπωλήσω πιο ακριβά και με τις εισπράξεις μου, που σίγουρα δεν θα είναι ευκαταφρόνητες, θ’ αγοράσω φοράδες. Αυτές θα γεννήσουν σύντομα πουλάρια, κι έτσι θ’ αποκτήσω ένα σωρό άλογα. Θα τα πουλήσω κι αυτά με τη σειρά τους και θα πάρω άφθονο χρυσάφι. Με τόσο χρυσάφι στην κατοχή μου, θα μπορέσω να κτίσω ένα κάστρο στην κορυφή του βουνού, το οποίο θα είναι περιτριγυρισμένο από αμπελώνες. Θα είναι τόσο μεγαλοπρεπές που σίγουρα θα εξαπλωθεί η φήμη του παντού και θα φτάσει μέχρι και τα αυτιά του Μαχαραγιά της Χαστιναπούρα, ο οποίος θα μου προσφέρει το χέρι της κόρης του Καουσάλια σε γάμο, μαζί με μια μεγάλη προίκα φυσικά. Εγώ θα δεχτώ να την παντρευτώ και μετά θ’ αποκτήσω μαζί της ένα γιο. Όταν το αγόρι θα είναι πια αρκετά μεγάλο ώστε να μπορεί να χοροπηδά πάνω στα πόδια μου, θα καθίσω μια μέρα στην αυλή του παλατιού μου και θα το προσκαλέσω να έρθει να παίξει μαζί μου. Σύντομα όμως θα αρχίσω να εκνευρίζομαι με τις ζαβολιές του, θα το επιπλήξω και θα του ρίξω και δυο-τρία χαστούκια ώστε να μάθει να συμπεριφέρεται σωστά. Θ’ αρχίσει λοιπόν να κλαψουρίζει σαν γυναικούλα και θα φωνάξω τη μάνα του να έρθει να το μαζέψει. Εκείνη όμως θα είναι απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού κι έτσι, όλο νεύρα, θα πάω εγώ να τη βρω, και θα της δώσω μια τόσο δυνατή κλωτσιά, που τα κόκαλά της δεν θα γνωρίσουν ποτέ ξανά αναπαμό…»
     Η δύναμη και η βιαιότητα αυτού του συναισθήματος μετέτρεψε, χωρίς καν να το αντιληφθεί, το ονειροπόλημά του σε πράξη, και έτσι έδωσε μια τόσο οργισμένη κλωτσιά στο καλάθι του, που και αυτό και όλη η πραμάτεια του εκσφενδονίστηκαν για λίγο ψηλά στον αέρα, προτού πέσουν ξανά στη γη και γίνουν χίλια κομμάτια, μπρος στα ίδια του τα μάτια.

Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Στον Αραβίντ Αντίγκα το Μπούκερ

Ο Ινδός Αραβίντ Αντίγκα κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Μπούκερ για το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα με τίτλο «Η Λευκή Τίγρη». Το βιβλίο έχει πρωταγωνιστή έναν άνδρα, ο οποίος μετέρχεται όλα τα μέσα για να εκπληρώσει το όνειρό του να ξεφύγει από το φτωχό χωριό του για μια επιτυχημένη ζωή στη μεγάλη πόλη.
Το βραβείο Μπούκερ συνοδεύεται από το χρηματικό ποσό των 50.000 λιρών.
Σε ηλικία 34 ετών ο Αντίγκα ήταν ο μικρότερος από τους υποψήφιους για το βραβείο. Ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Μάικλ Πορτίλο δήλωσε ότι το βιβλίο του ήταν εντυπωσιακό. «Το μυθιστόρημα ήταν από πολλές απόψεις τέλειο. Ειναι πραγματικά δύσκολο να βρεις δομικές ατέλειες σε αυτό» είπε.
Ορισμένοι κατηγορούν τον Αντίγκα, ο οποίος ζεί στην Βομβάη, ότι περιγράφει με αρνητικά χρώματα τη σύγχρονη Ινδία, ωστόσο ο ίδιος απαντά ότι ήθελελ να γράψει για όλες τις πτυχές της ινδικής κοινωνίας.



Πηγή: In.gr



υ.γ. Δυστυχώς δεν κέρδισε ο κοντοχωριανός μου ιρλανδός Σεμπάστιαν Μπάρι:)