Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Η δημιουργία του κόσμου
Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
«Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
«Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
«Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
«Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
«Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
«Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
«Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.
Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
Ράντα και Κρίσνα
Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι (ναι, ακριβώς όπως στα παραμύθια). Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
«Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
«Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
«Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
«Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
«Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
«Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
«Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά.
Ένα ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Τρίτη 24 Μαΐου 2011
Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος και ο Ουρανός
Τώρα, ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν άπληστα πολύ αγόρια και εγωιστές, έτσι όταν κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν όλες τις λιχουδιές που τους προσέφεραν ο θείος και η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη τους μητέρα, που καθόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η μικρή ευγενική Σελήνη δεν την ξέχασε. Κι έτσι, από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της, κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μανούλα της.
«Λοιπόν, τι μου φέρατε;» ρώτησε με ανυπομονησία η μητέρα, όταν επέστρεψαν το βράδυ στο σπίτι.
«Τι εννοείς, γυναίκα;», ρώτησε με θράσος ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί. «Τι περίμενες δηλαδή από μένα να σου δώσω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό; Εξάλλου, δεν θα μπορούσες ποτέ εσύ, με τους άξεστους τρόπους σου, να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας κέρασαν».
«Ακριβώς», πήρε αμέσως το λόγο ο Άνεμος. «Δεν ξέρεις πώς να τρως, αλλά πώς να φας κιόλας, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα! Κι εξάλλου, με τι μυαλά μπορούσες να περιμένεις από μας να καταστρέψουμε τα σικάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες τους με φαγητά για σένα; Αλλά, εκτός απ’ το πιο πάνω, θα ήταν αναίδεια κιόλας, αν γεμίζαμε τα μαντηλάκια μας με φαγητό. Αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στους καλύτερους κύκλους της κοινωνίας. Βέβαια, δεν θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα σαν κι εσένα, να γνωρίζει την αξία των καλών ρούχων και των κοσμημάτων! Και τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;»
«Μην είστε τόσο αγενείς, χτήνη», δεν άντεξε και πετάχτηκε στη μέση η καλοσυνάτη και υπάκουη Σελήνη. «Μού φαίνεται ότι είστε εσείς που δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος». Μετά, στράφηκε προς την ηλικιωμένη γυναίκα θέλοντας να την παρηγορήσει. «Έλα μητέρα», της είπε, «δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα για σένα λίγο απ’ το καθετί που μας έδωσαν».
«Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου», ευχήθηκε η γριά και την ευλόγησε. Και μετά στράφηκε προς τους γιους της. «Οι κατάρες της Ουρανού θα πέσουν βαριές στα άδεια σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις, που το έριξες στη μάσα και δεν σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, που βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα τσουρουφλίζουν όποιον τις αγγίζει. Και οι άνθρωποι θα σε μισούνε πιο πολύ ακριβώς όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη τη μεγαλοπρέπειά σου. Άνεμε, μικρό μου κάθαρμα, εσύ που είσαι τόσο άπληστος κι εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα μαραίνεις, θα καταστρέφεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται κάθε φορά που θα δίνεις το παρόν σου. Όσο για σένα κόρη μου, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου πάντοτε θ’ ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι ψυχές των ανθρώπων θα πλημμυρίζουν από αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν και θα σε αποκαλούν ευλογημένη».
Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους.
Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
Διαγωνισμός Παραμυθιού από το eBooks4Greeks.gr
Στον διαγωνισμό μπορούν ελεύθερα να συμμετάσχουν άτομα ανεξαρτήτου ηλικίας, κάτοικοι Ελλάδος, Κύπρου και εξωτερικού.
Μετά το τέλος της υποβολής των παραμυθιών θα δημοσιευθούν στο διαδίκτυο όλα τα παραμύθια και θα διεξαχθεί ανοιχτή διαδικτυακή ψηφοφορία, για την ανάδειξη των 5 νικητών.
Μετά το τέλος του διαγωνισμού θα δημιουργηθεί ένα ψηφιακό βιβλίο (e-book) με τα παραμύθια που θα επιλεγούν, το οποίο θα επιμεληθεί η ομάδα του eBooks4greeks. Η αναπαραγωγή και διανομή του ψηφιακού βιβλίου θα είναι ελεύθερη και εντελώς δωρεάν.
Χορηγοί του διαγωνισμού είναι οι: ΒΟΟΚΕΕΝ GREECE (www.bookeen.gr), Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ (www.minoas.gr), Βορειοδυτικές Εκδόσεις (www.voreiodytikes.blogspot.
Αναλυτικές πληροφορίες για τους όρους συμμετοχής στον Διαγωνισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο www.ebooks4greeks.gr και στο e-mail, mail@ebooks4greeks.gr .
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Το λιοντάρι και η γίδα
Κάποια καλή μέρα, ή μάλλον σούρουπο ήταν, καθώς επέστρεφαν στα λημέρια τους, ένα μέλος του κοπαδιού, μια πολύ γριά γίδα, κουράστηκε και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Ωστόσο έμεινε πίσω πολύ και σε λίγο άρχισε να νυχτώνει. Μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, αποφάσισε να ξοδέψει τη νύχτα σε μια σπηλιά που εντόπισε λίγο πιο κάτω. Φανταστείτε, όμως, την έκπληξή της όταν, μπαίνοντας μέσα, είδε να κάθεται πέρα στο βάθος της ένα λιοντάρι. Ένιωσε να τη ζώνει ο τρόμος, αν μπορούσε θα τα έκανε πάνω της, και στάθηκε για λίγο ακίνητη, παγωμένη. Αλλά ύστερα, επιστρατεύοντας όλο το θάρρος και τη λογική της, άρχισε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. Αν προσπαθήσω να τρέξω, σκέφτηκε, το λιοντάρι σίγουρα θα με πιάσει και θα με κατασπαράξει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως και να τη βγάλω καθαρή.
Έτσι, άρχισε να περπατά με άνεση, με αναίδεια σχεδόν, προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι βλέποντάς την δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Την κοιτούσε και την ξανακοιτούσε απορημένος, μέχρι που το πλησίασε πολύ. Δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε σε τίποτα στη συμπεριφορά με τα άλλα μέλη της φυλής της. Οι άλλες όταν τον έβλεπαν γίνονταν καπνός αλλά αυτή… Τελικά σκέφτηκε ότι δεν ήταν γίδα, δεν θα μπορούσε να είναι, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν είδε ποτέ ξανά.
«Ποια είσαι γριά μου;» τη ρώτησε ευγενικά.
«Είμαι η βασίλισσα των γιδιών», απάντησε. «Λατρεύω τον θεό Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, εικοσιπέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους εικοσιπέντε ελέφαντες και τώρα βγήκα στη γύρα για να βρω τα λιοντάρια».
Το λιοντάρι αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Ωστόσο, πιστεύοντας απόλυτα ότι αυτή όντως πήγε εκεί για να το καταβροχθίσει, γλίστρησε αμέσως έξω από τη σπηλιά λέγοντας ότι ήθελε να πάει να νιφτεί στο ποτάμι.
Καθώς έσπευδε να απομακρυνθεί συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας τον βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.
Το λιοντάρι του περιέγραψε με λίγα λόγια τα καθέκαστα, για τη συνάντησή του δηλαδή μ’ ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά δεν φέρει κανένα απολύτως ίχνος απ’ τη δειλία της τελευταίας, αλλά αντίθετα είναι πολύ γενναία και, σχεδόν, τρομακτική.
Το τσακάλι ήταν ατσίδας και κατάλαβε αμέσως ότι εκείνο που προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση ήταν μια δυστυχής γριά γίδα. Προσπάθησε λοιπόν να πείσει το λιοντάρι γι’ αυτό, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία δεν ήτανε παρά ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, για να σώσει το τομάρι του.
«Άντε αδελφέ», είπε στο λιοντάρι, «πάρε κουράγιο απ’ τα λόγια μου, σκέψου την τιμή σου και γιγάντωσε το θάρρος σου, κι έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά. Θα δεις ότι έχω δίκιο και μετά θα απολαύσεις ένα εξαίσιο γεύμα, καταβροχθίζοντας αυτή την υποκρίτρια».
Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή του κι έτσι επέστρεψαν μαζί στη σπηλιά.
Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι πίσω απ’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη κρυβόταν το τσακάλι που το συνόδευε. Ωστόσο δεν έχασε ούτε την πόζα, αλλά ούτε και το θάρρος της. Περπάτησε με ύφος σχεδόν βασιλικό προς το μέρος τους και υιοθετώντας μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, είπε στο τσακάλι:
«Μ’ αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σε έστειλα να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, κι εσύ μου έφερες μόνο ένα; Βρε τεμπέλη. Βρε αχαΐρευτε. Θα σε γδάρω ζωντανό γι’ αυτή σου την αμέλεια!»
Ακούγοντας αυτά τα λόγια το λιοντάρι οργίστηκε πολύ, αφού σκέφτηκε ότι το τσακάλι που του το έπαιζε ντε και καλά φίλος, τον πρόδωσε, έτσι ρίχτηκε πάνω του και άρχισε να το κατασπαράζει. Ήταν μάλιστα τόσο εκνευρισμένος, αλλά και τόσο αφοσιωμένος την ίδια ώρα στο γεύμα του, που δεν πρόσεξε ότι η γίδα κατάφερε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα έξω από τη σπηλιά και να εξαφανιστεί, γλιτώνοντας έτσι απ’ τα σαγόνια του.
Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δευτέρα 16 Μαΐου 2011
Κάστρα στον αέρα
«Τι θα ήθελες να πουλάς;» τον ρώτησε όλο ενθουσιασμό η μάνα του. Άρχισε να του εισηγείται διάφορα πράγματα: σπόρια, φρούτα, λαχανικά, ρούχα, φαγητά, παπούτσια κτλ, αλλά αυτός απέρριψε δίχως καλά καλά να το σκεφτεί όλες τις εισηγήσεις της. Ήθελε να πουλά λαμπερά κόκκινα βραχιόλια και όμορφα σχεδιασμένα πήλινα δοχεία, της είπε.
Η μητέρα του τού έδωσε τα λεφτά που χρειαζόταν για να επενδύσει στην επιχείρηση. Πήγε λοιπόν αυτός και αγόρασε ένα μεγάλο καλάθι με γυαλικά, με πήλινα δοχεία και διάφορα μπιχλιμπίδια και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την πλατεία της αγοράς. Εκεί βρήκε μια γωνιά, κάθισε, και περίμενε όλο αγωνία τον ερχομό των πρώτων πελατών του.
Τα εξαίσια χρώματα της πραμάτειας πλημμύριζαν με ομορφιά τον ορίζοντά του, ειδικά όταν ο ήλιος έπαιζε μαζί τους. Οι αχτίδες του, που αντανακλούνταν εκεί, κάποια στιγμή σαν να τον υπνώτισαν, και παρέσυραν τις σκέψεις του πέρα, μακριά, στον ουρανό εκεί ψηλά. «Θα πουλήσω αυτά τα πράγματα με κέρδος δέκα τοις εκατό σήμερα», σκέφτηκε. «Μ’ αυτά τα λεφτά θ’ αγοράσω όμορφα μα ψεύτικα μαργαριτάρια, τα οποία θα πουλήσω για αληθινά. Σίγουρα θα κερδίσω, έτσι στα γρήγορα, εκατό ρούπιες μ’ αυτό τον τρόπο. Με τα κέρδη που θα βγάλω θ’ αγοράσω μερικές κατσίκες, οι οποίες θα γεννούν κάθε έξη μήνες, και έτσι προτού περάσει και πολύς καιρός θα έχω ένα ολόκληρο κοπάδι. Πουλώντας τις κατσίκες σε μια καλή τιμή, με τα λεφτά που θα εισπράξω θα μπορέσω ν’ αγοράσω αγελάδες. Μετά, αφού σίγουρα θ’ αποκτήσω μοσχάρια, θα τα πουλήσω κι αυτά και τις αγελάδες και θα πάρω βουβάλια. Θα τα κρατήσω για λίγο καιρό και μετά θα τα μεταπωλήσω πιο ακριβά και με τις εισπράξεις μου, που σίγουρα δεν θα είναι ευκαταφρόνητες, θ’ αγοράσω φοράδες. Αυτές θα γεννήσουν σύντομα πουλάρια, κι έτσι θ’ αποκτήσω ένα σωρό άλογα. Θα τα πουλήσω κι αυτά με τη σειρά τους και θα πάρω άφθονο χρυσάφι. Με τόσο χρυσάφι στην κατοχή μου, θα μπορέσω να κτίσω ένα κάστρο στην κορυφή του βουνού, το οποίο θα είναι περιτριγυρισμένο από αμπελώνες. Θα είναι τόσο μεγαλοπρεπές που σίγουρα θα εξαπλωθεί η φήμη του παντού και θα φτάσει μέχρι και τα αυτιά του Μαχαραγιά της Χαστιναπούρα, ο οποίος θα μου προσφέρει το χέρι της κόρης του Καουσάλια σε γάμο, μαζί με μια μεγάλη προίκα φυσικά. Εγώ θα δεχτώ να την παντρευτώ και μετά θ’ αποκτήσω μαζί της ένα γιο. Όταν το αγόρι θα είναι πια αρκετά μεγάλο ώστε να μπορεί να χοροπηδά πάνω στα πόδια μου, θα καθίσω μια μέρα στην αυλή του παλατιού μου και θα το προσκαλέσω να έρθει να παίξει μαζί μου. Σύντομα όμως θα αρχίσω να εκνευρίζομαι με τις ζαβολιές του, θα το επιπλήξω και θα του ρίξω και δυο-τρία χαστούκια ώστε να μάθει να συμπεριφέρεται σωστά. Θ’ αρχίσει λοιπόν να κλαψουρίζει σαν γυναικούλα και θα φωνάξω τη μάνα του να έρθει να το μαζέψει. Εκείνη όμως θα είναι απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού κι έτσι, όλο νεύρα, θα πάω εγώ να τη βρω, και θα της δώσω μια τόσο δυνατή κλωτσιά, που τα κόκαλά της δεν θα γνωρίσουν ποτέ ξανά αναπαμό…»
Η δύναμη και η βιαιότητα αυτού του συναισθήματος μετέτρεψε, χωρίς καν να το αντιληφθεί, το ονειροπόλημά του σε πράξη, και έτσι έδωσε μια τόσο οργισμένη κλωτσιά στο καλάθι του, που και αυτό και όλη η πραμάτεια του εκσφενδονίστηκαν για λίγο ψηλά στον αέρα, προτού πέσουν ξανά στη γη και γίνουν χίλια κομμάτια, μπρος στα ίδια του τα μάτια.
Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 6 Μαΐου 2011
Γαλανή & Λεύκιος. Δωρεάν eBook
Μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα μέσα απ’ αυτές τις αφηγήσεις, και ταξιδεύουν τον αναγνώστη προς όνειρα ανείπωτα και παραδείσιους τόπους. Του μιλάνε γι’ αυτά που ίσως κι ο ίδιος σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει.
Από το οπισθόφυλλο.
Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν το πυρετικό καλοκαίρι του 2002 και κυκλοφόρησαν σε μια κακοτυπωμένη έκδοση το χειμώνα του 2003, στην οποία δε θέλησα να κάνω καμία διόρθωση ή αλλαγή. Σκέφτηκα πολλές φορές ότι έπρεπε να καθίσω να τις ξαναγράψω, να τους δώσω νέα πνοή, αλλά κάτι το ότι άρεσαν σε όσους τις διάβασαν όπως ακριβώς είναι, κάτι οι νέες ιστορίες που ζητούσαν την προσοχή μου, κάτι το ότι… βαριόμουνα, ποτέ δεν το έκανα. Αν και προσπάθησα. Κάθισα και ξανάγραψα τρεις από αυτές, αλλά δε θέλησα να τις βάλω στη θέση των πρωτότυπων σ’ αυτή την ηλεκτρονική έκδοση. Αντίθετα, αφαίρεσα μια ιστορία που ένιωσα ότι δε συμβάδιζε με το πνεύμα του βιβλίου.
Τώρα, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή, αυτές οι ιστορίες που θυμίζουν πολύ παραμύθια, εξακολουθούν να είναι από τις αγαπημένες μου. Η τρελή του χωριού, Ο γέρος που σκέφτεται, Το στοιχειωμένο σπίτι, η Σάριτα, Το Τάμα, Ο αληθινός, Το αίμα της Ερατώς, Η Λουτσία και τα μάτια της (Για τα μάτια της Λουτσίας), Το τίμημα, Το μυστικό του παππού, Το χωριό φάντασμα και η Γαλανή και (ο) Λεύκιος, έχουν χαράξει βαθιά τους δρόμους τους μέσα μου. Κι οι ήρωές τους είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Επειδή δεν είναι σε τίποτα συνηθισμένοι. Γιατί τολμούν. Επειδή ερωτεύονται παράφορα. Και διότι κυνηγούν τα όνειρά τους.
Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008
Σάριτα
Μερικές ιστορίες γίνονται θρύλοι. Μερικές δεισιδαιμονίες γίνονται πιστεύω. Κάποιοι θρύλοι και κάποια πιστεύω δεν πεθαίνουν ποτέ.
Ένα χωριό όπου η φτώχεια είναι τρόπος ζωής. Σπίτια κτισμένα από ξύλα και λάσπη και καπέλα καλαμοσκεπές. Για πάτωμα, κόκκινο χώμα.
Το πιο μεγαλοπρεπές κτήριο, μια χριστιανική εκκλησιά κτισμένη με τον ίδιο τρόπο, αλλά μεγάλη και πλούσια διακοσμημένη, απόδειξη ότι η λαίλαπα που αποκαλούν ιεραπόστολοι, έφτασε κι εδώ. Από τότε χάθηκε η αθωότητά μας!
Ήρθαν, λοιπόν, να μας διδάξουν. Να μας ανοίξουν τα μάτια. Να μας μιλήσουν για τη νέα θρησκεία που έχει σα βάση της την καρτερικότητα. Εμείς, πεθαίναμε απ’ την πείνα και τις αρρώστιες, κι αυτοί μας έλεγαν να κάνουμε υπομονή και να ευχαριστούμε το θεό, γιατί όσοι υποφέρουν σ’ αυτή τη γη θ’ ανταμειφθούν πλούσια στην άλλη ζωή.
Στην άλλη ζωή! Και πως ξέραμε τι θα συναντούσαμε στην άλλη ζωή; Ή μήπως θα έπρεπε να πιστέψουμε αυτούς τους νιοφερμένους, που το μόνο που γνώριζαν για τη ζήση ήταν ο φόβος;
Ωστόσο πολλοί ασπάστηκαν τη νέα θρησκεία. Ήταν και το φαγητό στη μέση. Συνήθως οι ξένοι έρχονταν με πλούσιες προμήθειες, και άλλα άφθονα αγαθά συνήθως τους ακολουθούσαν. Θυσίαζαν, λοιπόν, μια Κυριακή για τα καλά της κοιλιάς τους, κι αμέτρητες νυχτιές λατρεύοντας τη γύρω τους φύση και τους ορατούς θεούς, αυτούς που ποτέ δεν τους ζήτησαν κι ούτε τους υποσχέθηκαν κάτι.
Δύσκολη ζωή, αλλά κυλούσε. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν μες στη φτώχεια και έμαθαν να επιβιώνουν. Το ίδιο και μεις. Ακόμη κι όσοι δεν ασπαστήκαμε τη θρησκεία που μας φέραν κάναμε παρέα με τους ξένους, ειδικά μ’ αυτούς που δεν ήταν φανατικοί. Κάποιους, μάλιστα, φτάσαμε να τους συμπαθήσουμε. Ήταν αυτοί που αποκαλούσανε εαυτούς, τυχοδιώκτες. Σκληροί, μα ανοικτόκαρδοι άντρες που ο καθένας έσερνε πίσω του κάποιο έγκλημα, γι’ αυτό και ξενιτεύτηκαν. «Θρησκεία και πρασινάλογα», μονολογούσανε.
Αυτοί μας μάθαιναν τον κόσμο τους κι εμείς τους δείχναμε το δικό μας. Και χαιρόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Οι ιεραπόστολοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτές τις συναναστροφές, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και κάτι. Δίχως εκείνα τα θεριά ξέραν πως ήταν χαμένοι.
Σύντομα το καταλάβαμε αυτό κι εμείς, κι έχοντας - παρά τα προβλήματα -, τη διασκέδαση στο αίμα μας, όλο και κάποια πλάκα σκαρώναμε στους παπάδες για να τους σκανταλίσουμε. Τη μια λέγαμε στα κορίτσια να πάνε να κολυμπήσουν γυμνά εκεί που λούζονταν οι παπάδες, την άλλη πείθαμε μια νέα μάνα να βυζάξει το παιδί της μέσα στο ναό, την παράλλη στέλναμε κάποια να αποπλανήσει κανένα νεαρό ιεραπόστολο… Καλά περνούσαμε, κι ας μην έπιαναν πάντα τα κόλπα μας.
Εκείνοι; Εκείνοι μας αποκαλούσαν αμαρτωλούς και άσωτους, και θα χάναμε λέει τη βασιλεία των ουρανών. Και τότε, εμείς κοιτούσαμε τον ουρανό για να δούμε που ήταν αυτή η βασιλεία και γιατί θα τη χάναμε!
Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, η νέα θρησκεία που εκπροσωπούσαν οι πάντα σκυθρωποί εκείνοι άνθρωποι, αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς. Όλα, βλέπετε, περνούν απ’ το στομάχι κι αυτό, τώρα πια, γέμιζε. Σιγά σιγά άρχισαν να υποχωρούν και οι παλιές δεισιδαιμονίες.
Μόνο κάποιοι νέοι μείναμε πιστοί στις ρίζες μας, και κάποιοι πολύ γέροι. Οι τελευταίοι μονολογούσαν πως με τα καμώματά τους οι νιοφερμένοι και οι πιστοί τους, θα θύμωναν τα πνεύματα του δάσους, κι εκείνα, σε κάποια ανύποπτη στιγμή θα ζητούσαν την εκδίκησή τους. «Να φοβάστε την μπόρα που έρχεται όταν είναι καθαρός ο ουρανός», λέγανε.
Πολλές φορές μαζευόμασταν οι λίγοι εμείς, και δυο-τρεις τυχοδιώκτες, σε μια απρόσιτη όχθη του ποταμού και μιλούσαμε για την κατάρα που βρήκε το χωριό μας. Μπορεί να γέμισαν τα στομάχια, αλλά, έσβησε το χαμόγελο, χάθηκε η αθωότητα. Ήμασταν ερωτικός λαός και ήρθαν και μας είπαν ότι ο έρωτας έξω από το γάμο είναι αμαρτία. Ήμασταν έξω καρδιά άνθρωποι και ήρθαν να μας πουν να κρατούμε τα κρυφά κρυμμένα και να τα λέμε μόνο σ’ ένα παπά. Ήμασταν αθώοι μες στη γύμνια μας και ήρθαν να μας ντύσουν γιατί το να είμαστε γυμνοί, δηλαδή ο προαιώνιος εαυτός μας, ήταν αμαρτία. Ένας γέροντας προέβλεψε ότι κάτι συνταρακτικό θα συνέβαινε σύντομα. «Το διάβασα στ’ άστρα. Αλάθητο σημάδι».
Οι αρχαίες τελετές έσβηναν, οι παλιές συνήθειες χάνονταν. Η ζωή φτώχαινε μέρα τη μέρα από χρώμα. Και τότε, το θαύμα έγινε. Αν και δεν ξέραμε ακόμη αν ήτανε εκείνο που προέβλεψε ο γέρος. Μια εβδομήντα χρονώ γριά έμεινε έγκυος. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει, κι όλοι μιλούσανε γι’ ανεμογκάστρι. Η γριά, όμως, επέμενε και δεν αργήσαμε να καταλάβουμε πως είχε δίκιο. Θα γεννούσε το πρώτο της παιδί λίγο πριν να πεθάνει, αφού ξόδεψε μια ολόκληρη ζωή πιστεύοντας πως είναι στείρα.
«Παράξενοι οι τρόποι του θεού», αποφάνθηκαν οι παπάδες μια και η γριά εκείνη ήταν από τις πιστές του δόγματός τους. Θα πιστεύαμε και μεις πως ο θεός τους έκανε το θαύμα, αν δε γνωρίζαμε πως η γριά απ’ τον καιρό που πέθανε ο γέρος της, την κατάβρισκε μ’ ένα βαρβάτο νέγρο και σύμφωνα με τους γειτόνους πολλές φορές σειόταν το καλύβι απ’ το γλέντι. Όσο για την πίστη της. εξασφάλιζε φαΐ και για τους δυο, καθώς και μικροπροσφορές για τις τελετές της αρχαίας θρησκείας!
Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Και γεννήθηκε το μωρό. Ήταν κορίτσι. Οι ιεραπόστολοι θέλαν να το βαφτίσουν με το δικό τους τρόπο, αλλά η γριά τους το ξέκοψε: «Το παιδί είναι δικό μου και μην τολμήσει κανείς να βάλει χέρι πάνω του». Πήγαν να της αντιτείνουν πως είχε γίνει ήδη χριστιανή και λίγο έλειψε να πνιγεί από τα γέλια. «Για το φαγητό το έκανα», ομολόγησε.
Το κορίτσι, λοιπόν, βαφτίστηκε με τους αρχαίους τρόπους, έτσι δεν το ονοματίσαν Μαρία αλλά Σάριτα. Κι ήταν παράξενο κορίτσι, αλήθεια. Ακόμη κι οι παπάδες όταν το πρωταντίκρισαν φάνηκαν να τρομάζουν, κι αμέσως αντιλήφτηκαν - αυτοί δα, όλα αμέσως τα καταλαβαίνουν -, και το διακήρυξαν πως το παιδί ήταν έργο του σατανά. Και μεις οι αγράμματοι, που πιστεύαμε πως το μωρό ήταν απλά μωρό! ενώ ήταν και έργο. Ένα έργο με μεγάλα μάτια πράσινα, που ώρες-ώρες φαίνονταν ν’ αλλάζουν χρώμα. Με δέρμα απαλό στο χρώμα του καφέ και με μια μυρουδιά που θύμιζε λουλούδι. «Ήρθε αυτή που θα μας σώσει», δήλωσε κάποια νυχτιά ο γέροντας-προφήτης, και τα λόγια του αυτά χαράχτηκαν βαθιά μες στην ψυχή μας.
Όχι, δεν ήταν έκπληξη για μας που σωτήρας μας θα γίνονταν - αν γίνονταν - κάποια γυναίκα. Εξάλλου, περισσότερες θεές λατρεύαμε παρά θεούς. Η θεά Σελήνη, η θεά Γη, η θεά Μητέρα (φύση), ήταν οι πιο σημαντικές θεότητές μας. Θεότητες που βλέπαμε, και όχι πράγματ’ αόριστα και φανταστικά. Πιστεύαμε πως αυτές μας έδιναν ζωή και χαρά. Ξέραμε πως η πείνα, η δυστυχία, ο θάνατος προέρχονταν από τις περιστάσεις. Με τις παλιές θρησκείες, με τις δεισιδαιμονίες μας, νιώθαμε λεύτεροι. Το κορμί ήταν γιορτή κι όχι κατάρα. Θα μας λύτρωνε άραγε, στ’ αλήθεια, εκείνο το κορίτσι απ’ την εισαγόμενη σωτηρία;
Περνούσε ο καιρός, η Σάριτα μεγάλωνε, κι άρχισε να μιλάει προτού καλά καλά να περπατήσει. Ακουγόταν τόσο καθαρά η παιδική φωνή της, τόσο ανάρια, που χαιρόμασταν να την ακούμε. Αν ήταν όμορφη μικρούλα; όχι. Μόνο η φωνή κι εκείνα τα τεράστια μάτια της την έκαναν να ξεχωρίζει. Πάντως τους παπάδες τους τρόμαζε, κι όποιος βρίσκονταν κοντά της, γλίτωνε τη γλωσσοδιάρροιά τους για την κόλαση και την αιώνια καταδίκη.
Όλοι λάτρευαν τη Σάριτα, ακόμη και κείνοι πόδειχναν πως πιστοί χριστιανοί είχανε γίνει. Κι οι τυχοδιώκτες οι φίλοι μας, όλο της έκαναν δώρα. Της σκάλιζαν ξύλινες κούκλες και καραβάκια, και κάποιος που ένα φεγγάρι ράφτης έκανε, έκλεψε απ’ την ιεραποστολή υφάσματα και της έφτιαξε τα πιο όμορφα ρουχάκια. Θάπρεπε να βλέπατε από μια μεριά το ασχημοπαπάκι μας, σαν πριγκίπισσα ντυμένο.
Δυο-τρία χρόνια πέρασαν κι η Σάριτα ήταν σαν αντικείμενο λατρείας. Οι παπάδες λέγαν πως πάνω της έριξε όλες τις δυνάμεις του ο σατανάς, και πως μεγάλο κακό μας περιμένει. «Που μας περιμένει;» ρωτούσαμε, με πραγματική απορία. Όταν κατάλαβαν πως μέρα τη μέρα η δύναμή τους μειωνόταν, απεσταλμένο έστειλαν στη μεγάλη πόλη για να ζητήσει το μέγα εξορκιστή.
Μετά από πολλές μέρες εγύρισε, συνοδεύοντας τον εξορκιστή - και κάποιους βοηθούς -, μες στη μεγαλοπρέπειά του. Τι ρούχα, τι χρυσάφια ήταν αυτά! Τόσο πλούτο πάνω σ’ έναν άνθρωπο βλέπαμε πρώτη μας φορά, θαρρώ και τελευταία.
Κίνησε αυτός για την εκκλησιά, κι από πίσω του σαν τα αρνιά οι ιεραπόστολοι και κάποιοι πιστοί ακολουθήσαν. Ζήτησε να του φέρουν το κορίτσι, αλλά η μάνα του αρνήθηκε να το αφήσει να πάει εκεί και κανείς δεν μπορούσε να την αναγκάσει να το κάνει. Εξάλλου, στηθήκαμε νέοι πολλοί γύρω απ’ τη Σάριτα, ανθρώπινη ασπίδα.
Τι να κάνει η εξοχότητά του; Ήρθε να τη βρει. Μας είδε όλους εμάς γύρω απ’ αυτή να τη φυλάμε, και λύσσαξε απ’ το κακό του, μα τίποτα δεν τόλμησε να πει. Ζήτησε να του κάνουμε χώρο να περάσει κι υπακούσαμε. Είδε το κορίτσι να κάθεται στο χώμα και να παίζει με μια ξύλινη κούκλα. Της μίλησε κι αυτή δεν του απάντησε. Της μίλησε ξανά, τίποτα. Φανερά εκνευρισμένος, παίρνει την κούκλα απ’ τα χέρια της, την πετάει στο χώμα, την πατάει, την σπάει. Σηκώνει τότε το βλέμμα της η Σάριτα και τον κοιτά μ’ ένα ειρωνικό ύφος. Πάγωσε ο μέγας. Είδαμε το πρόσωπό του κι αρχίσαμε να γελάμε. Συνήλθε αμέσως αυτός, κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σταυρό, και βάζοντάς τον μπροστά απ’ το κορίτσι άρχισε να λέει λέξεις παράξενες. Μιλούσε, τον ακούγαμε, καταλαβαίναν οι παπάδες. Κι η Σάριτα; Πήρε τη σπασμένη κούκλα, την άλειψε με πηλό, την ξέπλυνε με νερό, και την πρότεινε στον εξορκιστή, που με φρίκη του αντίκρισε ολοκαίνουριο το παιγνίδι. Άφησε να του ξεφύγει μια τρομαγμένη κραυγή κι έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ κάποιοι ιεραπόστολοι τόβαλαν στα πόδια. Σε λίγο, όμως, ανασκουμπώθηκε. «Σατανά, δε θα σ’ αφήσω να νικήσεις.» Πλησίασε πάλι, λοιπόν, με προστασία το σταυρό κι άρχισε να μουρμουρίζει, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε, κι ήμασταν σίγουροι πως κάποιο άλλο κακό τον περιμένει. Λέει και ψέλνει και ξαναλέει και ξαναψέλνει και κάποια στιγμή ακουμπά το σταυρό στο μέτωπο της Σάριτα που ατάραχη τον κοιτάει. Κι αυτός τυλίγεται στις φλόγες. Τον αφήνει απ’ τα χέρια του τρομαγμένος κι αρχίζει να τρέχει προς το βουνό. Δεν τον ξανάδαμε ποτέ, αν και κάποιες φήμες φτάνουν στ’ αυτιά μας για κάποιο ερημίτη, που ζει σε μια σπηλιά κι όλο προσεύχεται στον ουρανό κορίτσι να μην ξαναντικρίσει.
Τέτοια τρομάρα που πήραν οι παπάδες αποφάσισαν για πολύ καιρό για θεούς και δαίμονες να μην ξαναμιλήσουν. Ήτανε, όμως, σκεφτικοί και ψάχναν να βρούνε τρόπο, το διάβολο να διώξουνε απ’ το χωριό. Μα, πάντα καταλήγανε στην άποψη πως αυτό ήταν αδύνατο να γίνει, μια και το κορίτσι όλοι το αγαπούσαν.
Έπαιζε, γλένταγε, γελούσε, τραγουδούσε η Σάριτα και μας έλεγε παράξενες ιστορίες, για κάποιο παρελθόν που ποτέ κανένας από μας δεν είχε ζήσει. Κι όλοι σκεφτόμασταν πως είχε πλούσια φαντασία, μέχρι που μάθαμε πως οι δυο στις τρεις ιστορίες της ήταν παρμένες απ’ της φυλής μας τη μυθολογία, εκείνην την οποία γνώριζαν οι διαλεχτοί και λίγοι. Πως, λοιπόν, και που τις έμαθε αυτή και μας τις διηγιόταν; Ρωτούσαμε, αλλά δεν περιμέναμε να πάρουμ’ απαντήσεις. Εξάλλου, το αλλόκοτο ήταν η δεύτερη φύση εκείνης της μικρής. Πέντε χρονώ θάταν δε θάτανε, και έμοιαζε να κατέχει όλου του κόσμου τη σοφία.
Αλλά, οι εκπλήξεις δεν τέλειωναν εκεί. Ένα πρωί μια νέα γυναίκα, έφτασε στο σπίτι της Σάριτα, κουβαλώντας τυλιγμένο σ’ ένα πανί το μωράκι της, δύο μηνών, που ψήνονταν στον κίτρινο πυρετό. Όλοι ξέραμε πως απ’ την αρρώστια αυτή, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να επιζήσει. Όμως, η νέα είπε στη γριά μάνα του κοριτσιού ότι είδε όνειρο μια λαμπερή μορφή, και την άκουσε να λέει πως αν θέλει το παιδί της να σωθεί, πρέπει να το αποθέσει στης Σάριτα την αγκάλη. Φωτίστηκε το πρόσωπο της γριάς και τη νέα οδήγησε στην πίσω αυλή όπου η μικρή έπαιζε μες στις λάσπες. Καθίσαν και οι δύο δίπλα της κι όταν σταμάτησε το παιγνίδι τής έδωσαν το μωρό για να το κρατήσει. Με το που το αγκάλιασε αυτή αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό της και έφεξαν, λέγαν οι γυναίκες μετά, τα πράσινα μεγάλα μάτια της από θεία φλόγα. Κι η αναπνοή του μωρού που μέχρι τότε μόλις που ακούγονταν πήρε να δυναμώνει. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια του στη Σάριτα για να χαμογελάσει.
Το θαύμα διαδόθηκε αμέσως σ’ όλο το χωριό και όλοι τρέξαν με χαρά στο σπίτι του άγιου κοριτσιού για να το θαυμάσουν. Κάποιοι πήγαν και τους αρρώστους τους, αφού μετά απ’ ό,τι έγινε γεννήθηκε μέσα τους η ελπίδα. Και δεν απογοητεύτηκαν. Όποιον άγγιζε η Σάριτα αμέσως έπαιρνε ζωή: πυρετοί, πονόδοντοι, κοιλόπονοι, όλα γιατρεύονταν.
Κι οι ιεραπόστολοι; Ήταν έτοιμοι να σκάσουν απ’ το κακό τους, αφού η μικρή μάγισσα τους έπαιρνε την… πελατεία. Και δώστου σκέψεις και συσκέψεις. Λύση όμως δεν βρίσκαν, έτσι, έστειλαν επιστολή στο Βατικανό ζητώντας οδηγίες.
Μα, μέχρι να πάει κάπου μια επιστολή, εκείνη την εποχή, κι απάντηση να έρθει χρειάζοταν καιρός πολύς, και μέχρι να φτάσει κι η αποστολή που υποσχέθηκε ο Πάπας, άλλος τόσος.
Η Σάριτα συγκέντρωνε πια γύρω της όλο το χωριό, νέους και γέρους και παιδιά, κι όλους τους τυχοδιώκτες, που μέρα τη μέρα όλο και πιο κοντά τους νιώθαμε. Ήτανε, βλέπετε, αυτοί άνθρωποι που ξεχείλιζαν από ζωή και δεν άντεχαν στη φυλακή της νέας θρησκείας. Συζητούσαμε όλοι μαζί, τρόπο να βρούμε για να διώξουμε απ’ τον τόπο μας τους ιεραποστόλους. Δεν ήμασταν βίαιοι. Κι ούτε πολεμήσαμε ποτέ κανένα. Ξέραμε πως η γη ανήκει σε όλους και πρέπει να τη μοιραζόμαστε όλοι. Αλλά, εκείνοι που ήρθαν να μας διδάξουν την αγάπη, μόνο το κακό γνωρίζαν.
Όσες συζητήσεις κι αν κάναμε φτάναμε πάντα σε αδιέξοδο και δεν μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια δράση. Ακόμη κι οι τυχοδιώκτες που στο παρελθόν ήταν βίαιοι άνθρωποι, είχαν πια μπει στη δική μας ψυχική κατάσταση και δεν ήθελαν να λερώσουν ξανά τα χέρια τους με αίμα. Μόνο η Σάριτα είπε: «Όλα θα τελειώσουν όταν εγώ πεθάνω». Γελάσαμε. Γέλασε κι εκείνη, αλλά αινιγματικό πολύ μου φάνηκε το βλέμμα της.
Μετά από πολλά φεγγάρια έφτασε μια μεγάλη αποστολή στο χωριό μας κι έκανε κατάληψη. Επικεφαλής ήταν ο αρχιεξορκιστής του Βατικανού, ένας επίσκοπος τάδε, πολλοί στρατιώτες, παπάδες και παπαδοπαίδια. Ξεθάρρεψαν οι ιεραπόστολοι. Πίστεψαν πως τώρα θα χτυπούσαν το κακό στη ρίζα του και θάπαιρναν ξανά την κατάσταση στα χέρια τους. «Αρκετά κράτησε η βασιλεία του σατανά!»
Ζήτησε, λοιπόν, ο αρχιεξορκιστής να του πάνε το παιδί, κάτι που φυσικά δεν έγινε. Έτσι, αναγκάστηκε κι αυτός, ο μέγιστος, να πάει το βρει να παίζει μες στις λάσπες. Ήμασταν κι όλοι οι χωριανοί εκεί για να τον υποδεχτούμε. Του ρίχναμε πλατιά χαμόγελα και ψεύτικες υποκλίσεις. Κάποιος ανάγωγος τούριξε και μια μπανάνα πετυχαίνοντας τον άγιο σκούφο. Και δώστου γέλιο εμείς. Και δώστου νεύρα εκείνος κι οι παπάδες. Και δώστου σπρωξιές οι στρατιώτες για ν’ ανοίξουμε δρόμο να περάσουν.
Σιγά σιγά φτάσαν ως τη Σάριτα, που έπαιζε αμέριμνα σαν όλα τα παιδάκια. Ο μέγας στάθηκε μπροστά της επιβλητικός και τη διέταξε να σηκωθεί. Εκείνη, αρκέστηκε να σηκώσει το βλέμμα της και να χαμογελάσει. «Σήκω αμέσως, αλλιώς θα σε σηκώσουν με το ζόρι οι στρατιώτες» ούρλιαξε, νομίζοντας πως θα την τρομάξει. Το κορίτσι, πήρε να γελάει και μαζί του όλο το χωριό. Μες στα βροντερά τα γέλια που έφταναν από παντού, ο κατακόκκινος απ’ την προσβολή και τα νεύρα άρχοντας διέταξε δυο στρατιώτες να τη συλλάβουν. Μα, με το που την άγγιξαν έπεσαν κι οι δυο νεκροί. Βλέποντας το νέο θαύμα ο μέγας, οι στρατιώτες κι οι ιεραπόστολοι το έβαλαν στα πόδια, καθώς η πλάση όλη φαίνονταν να σείεται από άγριο γέλιο.
Το βράδυ τα σκουφιά συνεδρίασαν στην ιεραποστολή κι αποφάνθηκαν πως, τώρα πια τα πράγματα έφτασαν στο μη παρέκει. Έτσι, αποφάσισαν πως το καλύτερο ήταν το κορίτσι να σκοτώσουν. Οι χωρικοί σαν έβλεπαν πόσο εύκολο ήταν να πεθάνει, σίγουρα και πάλι θα στρέφονταν στη νέα πίστη, που μόνο αυτή πια θα μπόραε να τους προσφέρει την ελπίδα.
Μα πως να τη σκοτώσουν, αφού οι δυο στρατιώτες που την άγγιξαν έχασαν τη ζωή τους. «Όσα δε φτάνουν τα χέρια, τα φτάνει το σπαθί», αποφάνθηκε ο εξορκιστής κι οι άλλοι άγιοι συμφωνήσαν.
Απ’ την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν να παρακολουθούν το κορίτσι, θέλοντας να βρουν το καλύτερο και πιο ήσυχο τρόπο για να τη δολοφονήσουν. Πέρασαν μέρες πολλές, ευκαιρία δε βρίσκανε, και τα θαύματα της Σάριτα δεν είχαν τελειωμό. Όμως, η τύχη δεν το θέλησε στο πλάι της να παραμείνει, έτσι κάποια νυχτιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, οι στρατιώτες τη βρήκανε στου ποταμού την όχθη, και προτού προλάβει εκείνη να τους αντιληφτεί, με μια σπαθιά της κόψαν το κεφάλι.
Το πήραν και το πήγανε στον εξορκιστή, κι αυτός έστειλε να φωνάξουνε όλους τους χωρικούς να μαζευτούνε στην πλατεία. Μετά από ώρα πολλή πήγε εκεί και μας βρήκε όλους να τον περιμένουμε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη, το οποίο πάγωσε μόλις τον είδαμε να κρατάει στο χέρι απ’ τα μαλλιά, το κοριτσίστικο κεφάλι. Σηκώθηκε μεγάλη βουή, αλλά κανείς δεν κινήθηκε εναντίον των εχτρών. Ολονών είχε ματώσει η καρδιά, εκτός των άγιων κηρύκων της αγάπης.
Στάθηκε ο βέβηλος στο κέντρο της πλατείας και φώναξε: «Αυτά παθαίνει κανείς όταν τα βάζει με τον αληθινό θεό.» Μετά ζήτησε ένα μαχαίρι απόνα φρουρό για… ω, μέχρι που φτάνει η απανθρωπιά… για να της βγάλει τα μάτια. Τα μάτια που είχαν μείνει ορθάνοικτα όταν ο θάνατος τα είχε αγγίξει.
Καθώς τελειώνει το έγκλημα αυτός, σηκώνεται απ’ τη γη μεγάλη βουή κι όλη η πλάση τρέμει. Κόκκινο σαν αίμα γίνεται το νερό στο ποτάμι που διασχίζει το χωριό, και πολύ πριν τα μεσάνυχτα ο ήλιος σιγά σιγά στον ουρανό αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Όλοι τρέμουν απ’ το φόβο τους αλλά σε λίγων τις καρδιές γεννιέται και πάλι η ελπίδα.
Σαν έφεξε για τα καλά είδαμε στο αντικρινό βουνό δυο τεράστια μάτια πράσινα να μας χαμογελάνε, και κραυγές τρόμου κι ανακούφισης ακούσαμε να βγαίνουν απ’ των ανθρώπων τα στήθη. Στρατιώτες, ιεραπόστολοι, εξορκιστής και λοιπά κακά, το βάλανε στα πόδια και δεν ξαναπάτησαν στα μέρη μας. Όπως μαθαίνουμε, από ταξιδιώτες, πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν στον ύπνο τους απ’ τον τρόμο, καθώς τα όνειρά τους πάντα στοίχειωναν δυο μεγάλα πράσινα μάτια.
Η ιεραποστολή έχει μετατραπεί σε ναό λατρείας της θεάς Μητέρας, κι όλα τα παλιά έθιμα έχουν ξαναζωντανέψει. Ζούμε γυμνοί, εν αρμονία με τη θεία φύση.





