Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015
Ο χαρταετός
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009
Γεννημένος νικητής
Ζω στη Λούανγκ Πραπάνγκ, την ομορφότερη πόλη στον κόσμο, τουλάχιστον για μένα. Είμαι σχεδόν πενήντα χρονών και τ’ όνομά μου είναι Σαϊσάνα, που σημαίνει «να νικάς». Καλό έτσι; Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω γιατί αποφάσισαν να μου δώσουν αυτό το όνομα, όχι στα σίγουρα. Σύμφωνα με τον πατέρα μου ήταν ιδέα της γιαγιάς, την οποία δε θυμάμαι ποτέ να έχω συναντήσει, αφού πέθανε πολύ νέα. Ωστόσο η μητέρα μου λέει μια άλλη ιστορία. Τ’ όνομα της το υπέδειξε λέει ένας βουδιστής μοναχός, αφού διέβλεψε ότι ήμουνα γεννημένος νικητής.Όπως και νάχει, το όνομα δεν έχει και μεγάλη σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ζωή μου, ή μάλλον η ζωή μας, εδώ στο Λάος. Όχι, δε λέω ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολη ή κατά κάποιο τρόπο συναρπαστική. Εκείνο που λέω είναι ότι υπήρξε μια γεμάτη ζωή. Ποτέ δε με θυμάμαι να πλήττω, ποτέ να βαριέμαι, αφού πάντα είχα κάτι να κάνω. Μικρό παιδί βοηθούσα τη μάνα μου στο σπίτι και μετά τον πατέρα στα χωράφια, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να μάθω γράμματα. Δεν πήγα για πολύ στο σχολείο, αλλά ας είναι καλά οι μοναχοί που πάντα έβρισκαν λίγο χρόνο για να με βοηθήσουν, κι ας είναι καλά κι η επιμονή της μητέρας μου, που φορτωνόταν κάθε τόσο τις δουλειές μου για να μορφωθώ. Τα γράμματα είναι σημαντικά, μου έλεγε, κάποια μέρα μπορεί ακόμη και να σου σώσουν τη ζωή. Υπερβολές; Ίσως. Το θέμα είναι ότι δεν περνά μια μέρα που να μη θυμάμαι με ευγνωμοσύνη αυτή την πίστη της στη μόρφωση.
Δεν έζησα μια ξέγνοιαστη παιδική ηλικία – όχι τουλάχιστον όπως τη βλέπω να φτάνει στα μάτια μου απ’ τα τηλεοπτικά κανάλια της Ταϊλάνδης. Πάντα με θυμάμαι να δουλεύω, πάντα να είμαι καταπονημένος, πάντα θυμάμαι τον μπαμπά να παραπονιέται, για τις δυσκολίες της ζωής. Εκείνος παραπονιότανε, εγώ όχι. Εγώ, για κάποιο λόγο, ήμουνα πάντα ευχαριστημένος, έψαχνα συνεχώς αφορμές για να χαρώ και να γελάσω, κι ας νιώθω ακόμη και σήμερα ότι γεννήθηκα κουρασμένος.
Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; Δυο ζωές. Μια ζωή στο φτωχικό των γονιών, με τα τρία αδέλφια μου, στα ρυζοχώραφα και στη βοσκή των ζώων. Και μια ακόμη, στα χωράφια του ρυζιού και πάλι και στο μεγάλο μας ποτάμι, τον Μεκόνγκ, που μας χαρίζει ζωή με τα νερά του. Αγρότης και ψαράς, σύζυγος και πατέρας, φτωχός μα πλούσιος πολύ. Ναι, πλούσιος, γιατί η ζωή αποδείχτηκε καλή μαζί μου, οι μοίρες μου χαμογέλασαν και στον αγώνα που άρχισα από παιδί να δίνω αναδείχτηκα ο νικητής.
Η Αλίκα, η γυναίκα μου, λέει ότι είμαστε ευλογημένοι, κι ας μην άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς οι συμβίωσή μας. Όταν γνωριστήκαμε, όταν παντρευτήκαμε, δεν ήμασταν παρά δύο νέοι άνθρωποι που ένωναν τις φτώχειες τους κάτω από μια στέγη κοινή. Τα χρόνια που ακολούθησαν κάθε άλλο παρά ρόδινα ήταν. Η γυναίκα μου έχανε το ένα παιδί μετά το άλλο στη γέννα ή και πριν, τα λεφτά ήταν λιγοστά, η ζωή έμοιαζε στα μάτια μας ένας συνεχής πλην μάταιος αγώνας. Προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια να τα βγάλουμε πέρα καθώς οι κακοτυχίες η μια μετά την άλλη άρχισαν να μας χτυπούν την πόρτα. Μέσα σε τρία χρόνια χάσαμε κι οι δύο τους γονείς μας, μετά από τρία χρόνια -καθώς ήμουνα ο πρωτότοκος και έπρεπε να στηρίξω τα μικρά ακόμη αδέλφια μου- γίναμε πιο φτωχοί παρά ποτέ. Πού και πού ένιωθα το θάρρος μου να χάνεται, τον κόσμο γύρω μου να καταρρέει, κι αν δεν ήταν η καλή μου η Αλίκα, το στήριγμά μου, δεν ξέρω ούτε κι εγώ τι θα γινόταν. Είχα φτάσει πια στο αμήν, αλλά εκείνη όλο μου έδινε κουράγιο, όλο μου ψιθύριζε στο σκοτάδι του ασφυκτικά μικρού σπιτιού μας ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, θα επιβιώσουμε.
Και επιβιώσαμε, δύσκολα, αλλά επιβιώσαμε. Και κάποτε οι οιωνοί άρχισαν ν’ αλλάζουν. Στον πέμπτο χρόνο του γάμου μας η Αλίκα έμεινε έγκυος, κι αυτή τη φορά το παιδί γεννήθηκε, ένα αγόρι. Από την πρώτη στιγμή ξέραμε ποιο θα ήταν το όνομά του, ποιο θα του πήγαινε πιο πολύ, έτσι τον αποκαλέσαμε Κεόνα, το Γεμάτο χάρι δώρο του θεού. Κι αυτό ακριβώς ήταν. Ένα δώρο του θεού, που αποφάσισε πολύ νωρίς να επιστρέψει σ’ αυτόν. Όχι, δεν πέθανε. Επέλεξε να γίνει μοναχός, από τα έξι του χρόνια. Και δε σταθήκαμε εμπόδιο στο δρόμο του. Εξάλλου την ευλογία του μας την είχε ήδη χαρίσει, αφού τη γέννηση του ακολούθησαν άλλες πέντε. Τέσσερα κορίτσια κι ένα ακόμη αγόρι.
Τώρα πια έχουν κι αυτά μεγαλώσει. Όλα μεγάλωσαν. Κι αύριο η πρώτη κόρη μου, η λεπτεπίλεπτή μου Άνι, η εύθραυστη σα γυαλί, θα παντρευτεί και θα μου φύγει. Θα φύγει, αλλά όχι για μακριά -ίσως και να τη βλέπω κάθε μέρα, μα θα μου φύγει- και, λίγο πικρά, λίγο γλυκά, χαμογελώ.
Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι στην κορυφή του λόφου Φου Σι που υψώνεται στο κέντρο της πόλης και μιλώ με τον Κεόνα, θυμάμαι τα παλιά και σκέφτομαι γαλήνια το σήμερα. Τον θαυμάζω το γιο μου. Είναι τόσο νέος και μοιάζει τόσο σοφός, λες και όλα όσα εγώ ξόδεψα μια ζωή για να τα μάθω, αυτός τα ξέρει ήδη. Κάθε μέρα μαθαίνω κάτι καινούριο πατέρα, μου λέει με σεβασμό, και νιώθω τα μάτια μου να βουρκώνουν. Κάθε μέρα μαθαίνει και κάτι καινούριο! Κάθεται με τις ώρες και μελετά τα βουδιστικά κείμενα, ένας ξένος που ξέμεινε για κάποιο λόγο στην πόλη του δείχνει πώς να ζωγραφίζει, συζητά με τους τουρίστες που ανεβαίνουν εδώ πάνω για να θαυμάσουν τους ναούς, την πόλη και τη φύση ολόγυρα, και μαθαίνει πράματα και θάματα για άλλες χώρες, για μακρινούς πολιτισμούς. Έτσι όπως τον κοιτώ, με φόντο τα μακρινά βουνά, τα δέντρα και τα ορμητικά καφέ νερά του ποταμού, νιώθω ότι δεν πρόκειται παρά για μια ψευδαίσθηση, μια ζωγραφιά.
Τον αφήνω. Περνώ όπως πάντα για λίγο από το Μαυσωλείο της Θεάς των Νερών και ύστερα κατηφορίζω προς την πόλη, ρίχνοντας μια θαυμαστική ματιά στον αρχαίο ναό Ουάτ Πρα Βουδαμπάτ. Φτάνοντας κάτω και προτού βγω στο δρόμο, συναντώ τη γυναίκα μου, που κάθεται στα σκαλιά με μια από τις αδελφές της, μιλούν μεταξύ τους και προσπαθούν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να πουλήσουν ενθύμια στους πάντα βιαστικούς τουρίστες. Τους χαμογελώ αμίλητα και συνεχίζω για το ποτάμι -τι κι αν αύριο παντρεύεται η κόρη μου;- σε λίγο νυχτώνει και πρέπει να ρίξω τα δίχτυα.
Δεν ξέρω ποιοι είστε, από πού είστε και τι κάνετε, αλλά εγώ είμαι ο Σαϊσάνα και είμαι ευτυχισμένος. Καθώς ο ήλιος δύει, τα νερά του Μεκόνγκ βάφονται στο χρώμα του πορτοκαλιού και η γαλήνη πλημμυρίζει όλη τη φύση -ενώ εσείς με τις φωτογραφικές σας μηχανές προσπαθείτε να κλέψετε τις εικόνες που αντικρίζω μια ζωή- νιώθω πια πιο σίγουρος παρά ποτέ ότι είμαι γεννημένος νικητής, κι ας μην αποκτήσω ποτέ τίποτα απ’ όλ’ αυτά που εσείς έχετε, κι ας μην επισκεφτώ τα μέρη που πήγατε. Έχω την οικογένειά μου, τα χωράφια του, τον Βούδα, το βουνό και το ποτάμι. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Πρώτη γραφή της ιστορίας, όπως πάντα. Εμπνευσμένη από την πιο πάνω φωτογραφία, αλλά κι από κάποιες άλλες που έβγαλα στη διάρκεια της επίσκεψής μου στο Λάος το 2004
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
Για τα μάτια της μόνο
Τα φώτα άλλοτε χαμηλά κι άλλοτε εκτυφλωτικά, η μουσική τη μια στιγμή απαλή την άλλη δυνατή, εκκωφαντική, ο χορός, οι φιγούρες, οι κινήσεις οι νωχελικές και άγριες, τα πεινασμένα κορμιά και οι ξελιγωμένες αισθήσεις.Κάθεται σ’ ένα ξύλινο σκαμπό, μπροστά από ένα ψηλό τραπέζι και πίνει σιγά-σιγά κάποιο κοκτέιλ στο χρώμα του καρπουζιού. Δείχνει σκληρή και λυπημένη. Λες και δε θέλει να είναι εκεί, λες και δεν έχει άλλη επιλογή από το να είναι εκεί. Τα μαλλιά της πλούσια ξανθιά, είναι πιασμένα σε μια μακριά κοτσίδα, σα να θέλει μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει ότι δε δίνει μία γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω της. «Ήρθα εδώ να πιω, να δω και να φύγω», μοιάζει να υποδεικνύει η στάση της.
Να δει. Αυτό ακριβώς κάνει. Βλέπει. Τίποτ’ άλλο. Ακόμη και στον συνοδό της δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία. Εκείνος πού και πού σκύβει στ’ αυτί της, της λέει κάτι, αλλά εκείνη καθόλου δεν αντιδρά. Απλά με τα δυο τεράστια πράσινά της μάτια, κοιτάει ανέκφραστα μπροστά. Κάθε τόσο οι βλεφαρίδες πεταρίζουν, μια σκιά χαράς περνάει βιαστικά απ’ το βλέμμα της προτού την κάνει γι’ αλλού.
Παράξενη που είναι η ζωή! Τόσο παράξενη. Να, είναι όμορφη, είναι ξύπνια, είναι πλούσια, θα μπορούσε να έχει όποιο άντρα της έκανε κέφι, αλλά… Αλλά, τους βαρέθηκε όλους. Όλοι οι ίδιοι της φαίνονται, ο ένας αντίγραφο του άλλου. Κανένας δεν της προκαλεί πια το ενδιαφέρον, κανείς δεν μπορεί να της προκαλέσει την έκπληξη. Προβλέψιμοι και βαρετοί. Όπως και τούτος δω που κάθεται δίπλα της και κορδώνεται σαν κοκόρι επιδεικνύοντας τα μπράτσα του. Όλο σκύβει και της ψιθυρίζει στ’ αυτί λόγια γλυκά και χιλιοειπωμένα, της κάνει κομπλιμέντα αβέρτα μήπως και την καταφέρει. Πού να ’ξερε!
Δεν πίνει όπως παλιά και τώρα νιώθει ότι θέλει να πεθάνει από την πλήξη. Να σηκωθεί άραγε να φύγει και να πάει κάπου αλλού; Μα όχι, την προσκάλεσε στα γενέθλιά της η καλύτερή της φίλη, δεν μπορεί να της κάνει χαλάστρα, την αγαπάει. Θα υπομείνει λοιπόν. Θα υπομείνει μέχρι…
Ξάφνου χαμογελά. Κοιτάει μια κίνηση στην πίστα και χαμογελά πλατιά. Η προσοχή της όλη στρέφεται εκεί. Αφήνει τον ηλίθιο δίπλα της να λέει τα δικά του, κι αυτή χάνεται στους ρυθμούς ενός κορμιού, που ακολουθώντας λες όχι τον ήχο, αλλά την ηχώ της μουσικής στροβιλίζεται στου χώρου το αποπνικτικό κενό. «Φανταστικό», σκέφτεται, «φανταστικό. Δε δίνει μία. Θέλει απλά να χορεύει και τίποτ’ άλλο». Και τίποτ’ άλλο; Όχι ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι χορεύει για κείνην, για τα μάτια της μόνο. Την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή. Είδε το φευγάτο της βλέμμα, την αφηρημάδα και τη σκληρότητα που ανέδιδε όλο της σώμα, την ανάγκη της για κάτι το διαφορετικό. Πώς να την πλησιάσει όμως; Πώς; Ο τύπος δίπλα της δεν έμοιαζε από εκείνους που σήκωναν κουβέντα από κανένα, έδειχνε να τη θεωρεί τρόπαιό του. Αν και μάλλον δεν ήτανε μαζί της, απλά έτυχε να κάθεται δίπλα της. Τότε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει εκείνο που κάνει καλύτερα από καθετί άλλο, να χορέψει, κι αν η τύχη έβαζε λίγο το χεράκι της…
Το έβαλε το χεράκι της η τύχη, οι κινήσεις τράβηξαν τη ματιά, τα βλέμματα σε κάποια ανύποπτη στιγμή συναντήθηκαν και τα είπαν όλα ή σχεδόν όλα. Τα υπόλοιπα τα είπαν οι ανάμεσά τους σιωπές. Ο κόσμος, οι καπνοί, οι μουσικές και οι φωνές, όλα έσβησαν. Δυο ζευγάρια μάτια γέμιζαν πια το χώρο, σε αποχρώσεις πράσινες και μελένιες.
Σηκώθηκε απότομα απ’ τη θέση της, είπε κάτι στ’ αυτί της φίλης της, αποχαιρέτισε τον επίδοξο εραστή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Περνώντας σιγά-σιγά ανάμεσα στο πλήθος που χόρευε, πέρασε δίπλα από το αντικείμενο του πόθου της για να του ψιθυρίσει «έλα», προτού χαθούν τα βήματά της πίσω από τα ιδρωμένα κορμιά των νέων, που έκρυβαν τη θέα προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να πατήσει το πόδι της έξω, στο φρέσκο και δροσερό αέρα της ολόφωτης εκείνης καλοκαιρινής νύχτας, όταν ένιωσε ένα χέρι να την αγγίζει απαλά στον ώμο. Γύρισε. Κοίταξε βαθιά στα μάτια που είχε αντίκρυ της ψάχνοντας την απάντηση σ’ ένα ερώτημα που ποτέ δεν έθεσε.
«Σε θέλω!» είπε.
«Πάμε», απάντησε εκείνη, της έπιασε το χέρι απαλά και πήραν να περπατάνε σιγαλά μαζί στα μονοπάτια της επερχόμενης αυγής.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009
Η καλή μάνα
Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Την ατίμωσαν! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τους κληρονόμησε για το χρήμα. Και τώρα; Τι να κάνει; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, το δικό της κρίμα; Γιατί ναι, το κρίμα είναι και δικό της, η μισή αμαρτία ανήκει σ’ αυτή, αφού τις γέννησε, αφού έφερε στον κόσμο αυτές τις οχιές που ονομάζει κόρες.«Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό;» μοιάζει να ρωτά, μα απάντηση δεν περιμένει, αφού είναι άγνωστες, όπως λένε κι οι γραφές, οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, δεν της άξιζε. Δεν της άξιζε μια τέτοια τύχη. Αυτή σ’ ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, κακή κουβέντα δεν άκουσε κανείς να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και πάντα έδινε, ό,τι μπορούσε. Σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, είχε να φάει και που να κοιμηθεί, κι ένιωθε την ανάγκη να βοηθήσει και τους γύρω της.
Όλοι την αγαπούσαν, τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή, κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη ήξερε πάντα ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, κι αυτόν δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. «Ω, μακάρι να ήμασταν σαν κι αυτήν…» έλεγαν οι συγχωριανές, κι ας ήξεραν ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες και η κακία, δε θα τις άφηναν. Αλλά τώρα…
Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, η καλή αυτή γυναίκα πήρε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, να σβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της και παρακαλεί: «Μακάρι, θεέ μου, να πέσει φωτιά και να τις κάψει». Τις καταριέται. Αυτή που στη ζωή της όλη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που ούτε καν κάποτε έμαθε τι πάει να πει οργή, τώρα καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Θέλει να καούν στην κόλαση. Θέλει να υποφέρουν. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρώτα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια οι παραδόπιστες;
Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός οργισμένου Χριστού μέρα νύχτα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. «Τι να κάνω; Πες μου τι!» Αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του παλιού της του σπιτιού να την πνίγουν. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά, βουβά, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.
Κι ύστερα ξημερώνει ξανά. Και μετά νυχτώνει και πάλι. Και νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. «Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι», σκέφτεται. «Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν κι οι ενοχές τους – αν έχουν ενοχές βέβαια τα βρωμοθήλυκα».
Νιώθει τόσο μόνη. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς και τ’ αδέλφια της το ίδιο. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω απ’ το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μητέρας, αυτόν που ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό, αυτό που απαιτούν η πίστη της κι οι περιστάσεις.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το κρύο είναι τσουχτερό, κι η βροχή εδώ και μέρες πέφτει ασταμάτητα χαρίζοντας ζωή στων ανάξιων αμαρτωλών τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Θα μπορέσει επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό.
Είναι μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πως την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Κι όσο δεν περνά η ώρα τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της. Πού και πού μοιάζει να κλαίει κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, λες και την έχει καταλάβει μια ιερή τρέλα. «Πότε θα ξημερώσει;» αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;
Ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται απ’ το στρώμα. Επιτέλους Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο της πρόσωπο με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα χιονισμένα της μαλλιά περίτεχνα πλεξούδες, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την αρχαία της τσάντα και βγαίνει στο πρωινό αγιάζι.
Όταν φτάνει στην εκκλησιά είναι σχεδόν άδεια. Δυο-τρεις μόνο άλλες γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν απ’ εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά και στέκεται αγέρωχη σε μία γωνία έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει να τις δει να έρχονται. Το λαδί των ματιών της μοιάζει απαλό, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα της φαίνεται να τριγυρίζει στο χώρο, μια πιότερο να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δεν φτάνουν στ’ αυτιά της. «Εγώ τα έχω βρει με το θεό!» μάλλον θα σκέφτεται.
Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, ταυτόχρονα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός, ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν δεν θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και λίγο λυπημένο αντί με οργή. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.
Ο χρόνος τώρα περνά όλο και πιο γρήγορα, ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, και παίρνει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους να τους χαρίζει μια στάλα απ’ της ψυχή της το περίσσεμα. «Σας αγαπάω. Όλους σας αγαπάω», σα να θέλει να τους πει, μα κάτι την εμποδίζει.
Σιγά-σιγά κινά για το φτωχικό της σπιτικό, να φτιάξει τη σούπα. Δε θα αργήσουν να την ακολουθήσουν κι οι κόρες της, πιστές στην παράδοση της μέρας.
Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της τις καλωσορίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή της. Ευχαριστεί ψιθυριστά σχεδόν το θεό, που κι αυτά τα Χριστούγεννα βρέθηκαν όλες τους εκεί και με υγεία.
Τρώνε σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία κι αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σαν σε ιεροτελεστία. «Το τέλος πλησιάζει», σκέφτεται. Κι έχει δίκιο. Σε λίγο η μια μετά την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες, σύντομα θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε καλά τη δουλειά του. Όταν είναι πια σίγουρη ότι έχουν αφήσει το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο, στα μαλλιά. «Έκανα το σωστό», τους ψιθυρίζει. Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Θα πάει φυλακή. Για το αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα δεν τη νοιάζει. Έκανε το σωστό κι ας έβαψε τα χέρια της με αίμα. Ήταν καλή μάνα…
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009
Ο περιττός
Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, που δεν μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της κι αργά ή γρήγορα να χάνονται.Τον ήξερα προτού τον γνωρίσω. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, τα οποία αντί να τρομάζουν αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δε βαρυγκωμούσε. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη πήγαιν’ αυτός κι εγώ κάπου έφτασα να τον ζηλεύω.
Τον ζήλευα επειδή δεν τον ήξερα. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, πήρα να τον θαυμάζω. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δυο αδέλφια μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Όλα στη ζωή του έμοιαζαν ν’ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε, θα έπιανε μια δουλειά, θα γινόταν κάποιος. Αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.
Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, όλες του οι βεβαιότητες έγιναν συντρίμμια και τα έχασε. Το μυαλό του σάλεψε. Κάποια νύχτα, οδηγώντας πιωμένος το αυτοκίνητο του πατέρα του, σκότωσε κατά λάθος μια νέα γυναίκα, κι η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.
Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του άρχισε να παίζει παράξενα παιχνίδια, να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη μοιραία νύχτα και να τον τυραννά, και πήρε να τραυλίζει. Το δικαστήριο αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, αφού δεν πέρασε από κανενός το νου η σκέψη ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν με χάπια και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά ν’ αναρρώνει, να ανακτά την επικοινωνία του με τον κόσμο. Κάποτε αντιλήφθηκαν ότι δε θα γινόταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.
Η μητέρα του στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Πάντα τον φρόντιζε, και όσο περνούσε απ’ το χέρι της, δεν του χάλαγε χατίρι. Πίστευε ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.
Προτού όμως περάσουν λίγοι μήνες η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, είν’ η αλήθεια, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του πήρε να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον «τρελό». Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στα άλλα δυο παιδιά του. Εκείνος θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι με τη μητέρα του, αλλά μόνο αυτό.
Με λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κάνει ευτυχισμένο, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν.
Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά δεν κατάφερε να τον γιατρέψει εντελώς, αφού κάποτε πέθανε κι αυτή. Ο Γιάννης ήταν στα τριάντα του και τώρα πια στον κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν παράσιτο, σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς περιττός. Μάζεψε λοιπόν τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.
Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει. Το σοβάτισε, το έβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα, μπάλωσε όπως-όπως και τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του.
Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, σύντομα ξέμεινε από λεφτά. Μη έχοντας άλλη επιλογή πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, δεν υπήρχε κάποιος πρόθυμος, ή έστω καλόψυχος αρκετά, ώστε να προσλάβει τον «τρελό». Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε με παράπονο εκείνος. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει κανείς. Κανένας δε θα κλάψει για μένα.
Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια για κείνον, έτσι κάποια μέρα καθώς περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους της πόλης άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του. Αυτός υπάκουσε και όταν εκείνος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να δουλέψει για λίγες ώρες, για πρώτη φορά άφησε να εμφανιστεί στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. Θέλω, απάντησε συνεσταλμένα. Ξόδεψε τις επόμενες λίγες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της μέρας πήρε στα χέρια του τον πρώτο μισθό. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένα καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του αποφέρουν πολλά λεφτά αλλά που θα είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Από το τίποτα..
Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά φίλος του δεν έγινε κανένας. Δεν ήθελαν και πολλά πάρε-δώσε μαζί του οι «αξιοπρεπείς». Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή σαλτάρισε, δίχως κανένα απολύτως λόγο τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά αυτός δεν κράτησε κακία. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν, οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.
Κάποια μέρα, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.
Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι κι έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του βρήκε ένα φάκελο γεμάτο λεφτά κι ένα σημείωμα: «Για μένα και τη μητέρα μου», έγραφε. Κατάλαβαν. Προέβλεψε το θάνατό του κι η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Κυριακή 2 Αυγούστου 2009
Ο άλλος κι ο άλλος
Πρώτα γνώρισα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. Πρώτα την οργή και μετά τη γαλήνη.Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα στην αυλή μιας ταβέρνας, τρώγαμε και πίναμε, και ακούγαμε. Ακούγαμε κάποιον να μιλά χωρίς σταματημό, γι’ αυτά που έκανε, γι’ αυτά που πέτυχε, γι’ αυτά που θα ήθελε να κάνει, για το μεγαλείο του με λίγα λόγια. Τον τύπο τον ήξερα από παλιά. Όταν τον είδα εμπρός μου με το που έφτασα εκεί σκέφτηκα: δεν μπορεί θα τον άλλαξε κι αυτόν ο καιρός, θα τον έκανε λίγο πιο σοφό, αλλά δεν. Ο ίδιος παρέμεινε, όπως τον θυμόμουνα, κάποιος που ήτανε αγιάτρευτα ερωτευμένος με τον εαυτό του. Το εγώ του ήταν ο κόσμος όλος, κι ολόκληρος ο κόσμος όφειλε να τον θαυμάζει γι’ αυτόν.
Για ώρα πολύ καθόμουνα σαν σε αναμμένα κάρβουνα, προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, να τον καταπιέσω, να μην τον αφήσω να μιλήσει, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής ήμουνα προσκεκλημένος σε κάποια γιορτή και δεν έπρεπε να κάνω χαλάστρα στον οικοδεσπότη. Μη βρίσκοντας άλλη λύση, έκανα αυτό που κάνω καλύτερα απ’ το καθετί. Κλείστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα με το μέσα μου βλέμμα να ταξιδεύω σε κόσμους μακρινούς, γαλήνιους, όπου δεν έχουν θέση οι ξερόλες. Κάθε φορά που έστρεφα και πάλι για λίγο την προσοχή μου στον κόσμο τον αληθινό, τον ψεύτικο, αντιλαμβανόμουνα δίχως καμία έκπληξη ότι ο τύπος συνέχιζε ακάθεκτος το μονόλογό του, προκαλώντας σε κάποιους τη δυσφορία και σε κάποιους άλλους τον ανυπόκριτο θαυμασμό. Οι τελευταίοι έμοιαζαν πρόθυμοι να χειροκροτήσουν την κάθε του λέξη, να επικροτήσουν την κάθε του πράξη. Στο κάτω-κάτω της γραφής ήταν διάσημος, ένας άνθρωπος των γραμμάτων αναγνωρισμένος, κάποιος που έκανε πολλά, ένας διανοούμενος. Το μόνο που δεν έμαθε ποτέ του, όπως φαίνεται, ήταν την αξία της σιωπής, την απόλαυση της ακρόασης. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουνα, θυμάμαι, ότι αν είσαι αυτοκτονικός κανείς άλλος δεν μπορεί να σε πείσει γρηγορότερα να πατήσεις τη σκανδάλη από ένα διανοούμενο.
Αν συνέχιζε για πολύ ακόμη ώρα το βιολί του θα έβρισκα μια ψεύτικη δικαιολογία και θα σηκωνόμουνα να φύγω. Ευτυχώς όμως με έσωσε εκείνος ο ίδιος απ’ τον κόπο. Αφού χόρτασε τη ματαιοδοξία του, απολογήθηκε ευγενικά και την έκανε βιαστικά, αφού είχε λέει άλλες υποχρεώσεις. Αναστέναξα με ανακούφιση, αλλά όχι φανερά, μην τύχει και πληγώσω τους οπαδούς του.
Λίγα λεπτά μετά κατέφθασε στο τραπέζι μας ένα άλλο διάσημο τέκνο του νησιού, ένας λαϊκός τραγουδιστής. Ντυμένος απλά, σεμνός, λιγομίλητος. Αυτόν τον γνώριζα μονάχα από την εμφάνισή του σε μια ταινία, όπου χτύπησε, όπως λέμε, τα ρέστα του. Γνήσια λαϊκή φωνή, γνήσιος άνθρωπος του λαού. Κάποιοι απ’ τους θαυμαστές του φευγάτου, πήραν να του πλέκουν κι αυτουνού το εγκώμιο, να του χαρίζουν κομπλιμέντα. Λίγα είν’ η αλήθεια, αλλά και πάλι κομπλιμέντα. Κι αυτός τα άκουγε σκυφτός, αμήχανος, σχεδόν αμίλητος. Συμμετείχε μοναχά στη γενική συζήτηση, δε μιλούσε για τον εαυτό του, δεν μας είπε τίποτα γι’ αυτά έκανε ή που σκοπεύει να κάνει. Η συνύπαρξή μας στο ίδιο τραπέζι μού έδωσε μεγάλη χαρά. «Αυτό είναι», σκεφτόμουνα. «Αυτό είναι το σωστό. Αυτός είναι ο σωστός. Μιλάει όταν πρέπει, δε διακόπτει τους άλλους, δεν αμπελοφιλοσοφεί».
Το υπόλοιπο της βραδιάς πέρασε ευχάριστα, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πίνοντας, σιωπώντας. Η παρουσία του λες και επέβαλε κάποιου είδους γαλήνη στο χώρο. Ακόμη κι όταν αναγκάστηκε να απαντήσει σε μια προσωπική ερώτηση το έκανε αβίαστα, όπως πίνει κανείς ένα ποτήρι καλό κόκκινο κρασί.
«Τι θα ήθελες να κάνεις όταν βγεις στη σύνταξη;»
«Να πηγαίνω στο καφενείο και να παίζω τάβλι ή χαρτιά. Να περπατώ στα βουνά και να μαζεύω χόρτα. Κι όποτε μου κάνει κέφι να τραγουδάω». Ωστόσο, δεν τραγουδάει μοναχά, γράφει και ποίηση, την οποία κρατάει κλειδωμένη στα συρτάρια του, αφού αν και έχει περάσει τα πενήντα του χρόνια δε νιώθει ακόμη έτοιμος να την εκδώσει. Μια αιωνιότητα είναι η ζωή και μια μέρα.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Η Ζωή
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Το Τέλος
Κάθεται δίπλα του -ήσυχα, σιωπηλά- στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο σκεφτικά, πολύ λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία όμορφα και άσχημα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ένιωσε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σίγουρη ότι ο Πέτρος ήταν, ή τουλάχιστον θα γινόταν, ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε, πολύ σύντομα, μια μεγάλη οικογένεια, πώς μαζί του θα ξόδευε πολλά χρόνια υπέροχα και θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ο μέγας κατεργάρης, ήρθε για να της διαλύσει τ’ όνειρο, για να την ξυπνήσει στη σκληρή πραγματικότητα, να τη λυτρώσει απ’ τις μάταιες ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει από την αρχή, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;
Ήσουν ηλίθια, μικρή! κακίζει τον σπαραγμένο της εαυτό και χαμογελά πλατιά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στο δόλια θλίψη της. Και τώρα τι; Τι θα κάνει; Ξέρει... Ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει. Τώρα όλα θα τελειώσουν. Κάλλιο αργά παρά αργότερα, όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα -αν μπορούσε ν’ αποκαλέσει κανείς έρωτα αυτό που συνέβηκε- πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος, το οριστικό, απέχει πια μια μονάχα ανάσα.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το νιο σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ευαίσθητη ψυχή. Τον αγαπά για όλα εκείνα που της χάρισε τις πρώτες μέρες του έρωτά τους, του χρωστά το ξύπνημα του κορμιού της, την εισαγωγή του σ’ ένα νέο υπέροχο κόσμο, γιομάτο αισθήσεις και παραβατικότητα. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Τον αγαπά αλλά δεν πρέπει να τον ξαναδεί. Δεν αντέχει πια άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει μέσα στην τραχιά του αγκαλιά άλλη μοναξιά.
Θα μου λείψεις, αγάπη μου! του ψιθυρίζει απαλά και απλώνει με μια ανήσυχη κίνηση το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Θα μου λείψεις, αλλά πρέπει να φύγω...
Θυμάται για λίγο τα παλιά, τότε που τον γνώρισε. Θυμάται πόσο καλός ήταν με τα λόγια ο Πέτρος, πώς την έριξε μόνο μιλώντας, πώς την ανέβασε ξανά και ξανά στους εφτά ουρανούς μέσα από λέξεις κάλπικες, μα τόσο ωραίες, που της χάιδευαν τ’ αυτιά, που της έκλειναν τα μάτια. Θυμάται ακόμη την πρώτη εκείνη φορά που τα κορμιά τους πήραν να γνωρίζουν το ένα το άλλο στο κρεβάτι, την αψεγάδιαστη γλύκα του έρωτά τους. Θυμάται όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες στιγμές που χρωμάτιζαν άλλοτε την κοινή τους ζωή.
Γιατί τ’ άφησες όλ’ αυτά να χαθούν; τον ρωτά δειλά, σιωπηλά. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις τόσο και να μου κάνεις τη ζωή μαρτύριο; Μα, άλλαξε στ’ αλήθεια; Για τούτο δα δεν είναι καθόλου σίγουρη. Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, ένα άθλιο κάθαρμα, ένα τομάρι, ο αγαπημένος της, απλά αυτή δεν το έβλεπε. Ήταν ένα κάθαρμα που κάθε τόσο την χτυπούσε άγρια, που συχνά πυκνά την έπαιρνε με τη βία, που την απειλούσε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε που την έβλεπε, πώς αν τολμούσε να τον παρατήσει θα τη σκότωνε – έτσι απλά, θα τη σκότωνε. Ναι, ήταν ικανός να το κάνει, δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό η Αλεξία, έτσι δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε μαζί του πονώντας, έμεινε μαζί του όσο μπορούσε, σαν ένα άψυχο αντικείμενο, σαν κάποιο ανθρώπινο κουρέλι. Αλλά... Αλλά, τώρα πια έφτασε στα όριά της και τα ξεπέρασε. Ράγισε. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος, σε όλα, εδώ και τώρα – προτού δειλιάσει, προτού αλλάξει για μια ακόμη φορά γνώμη και μείνει κλεισμένη, φυλακισμένη, στα κάτεργα που της έκτισε κάποια μέρα απόμακρη και θολή, σαν ανάμνηση σκουριασμένη, ο έρωτας.
Αχ, ρε Πέτρο. Αχ... Αναστενάζει βαθιά, με παραίτηση. Την πήρε πια την απόφασή της, αυτή τη φορά δε θα κάνει πίσω. Δεν μπορεί να κάνει πίσω. Πρέπει να ζήσω, σκέφτεται. Τον παρατηρεί φευγαλέα. Τα μαύρα του μαλλιά, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια που τον ταξιδεύουν σε κάποιους μακρινούς κόσμους ονειρικούς ή και στο πουθενά. Αφουγκράζεται την ανάσα του. Σκύβει και τον φιλά ανάλαφρα στο μέτωπο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και ντύνεται με μια νωχελική αποφασιστικότητα. Μαζεύει όπως όπως τα πράγματά της και τα χώνει σε μια μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Μια ανομολόγητη πίκρα σκιάζει τα μάτια και τα χείλη της, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν άχρωμο, παγωμένο. Ωστόσο είναι όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και νέα πολύ. Μπορεί να σβήσει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν, μπορεί να αγκαλιάσει και πάλι τη ζωή, να γνωρίσει ίσως την ευτυχία. Προσπαθεί να χαμογελάσει μια σταλιά, να δώσει στον εαυτό της κουράγιο, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Σφίγγει τα δόντια. Σφίγγει τις γροθιές. Επιβάλλεται στον εαυτό της. Πλησιάζει ξανά στο κρεβάτι κι αρχίζει να ψάχνει τα ρούχα του που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Βγάζει από τη θήκη το υπηρεσιακό του ρεβόλβερ και το οπλίζει απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη, σκεφτική, αλλά όχι για πολύ. Ακουμπά απαλά το όπλο στον κρόταφό του και τον πυροβολεί. Ο ήχος, τα αίματα, την τρομάζουν, την πανικοβάλλουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα συνέρχεται. Το τέλος! μονολογεί ανακουφισμένα και παίρνει να γελά, σχεδόν υστερικά. Και μετά, τον κοιτά για τελευταία φορά. Αν δεν ήταν το αίμα και το σπλάτερ σκηνικό θα νόμιζε κανείς πώς κοιμάται. Μα, όντως κοιμάται, για πάντα. Κρύβει το όπλο στην τσάντα και βγαίνει με βήματα αποφασιστικά έξω στο φως, στη ζωή, στον ήλιο που για τόσο καιρό λαχταρούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει. Υπέροχη μέρα. Υπέροχη. Όλη η φύση μοιάζει να γιορτάζει. Στ’ αυτιά της φτάνει η ηχώ των λουσμένων στο ασήμι κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009
Η Τελευταία Πράξη
Η ιδέα και μόνο ότι ακόμη υπάρχει, ότι συνεχίζει να είναι ζωντανός και ελεύθερος, τον κάνει να χάνει την ηρεμία και τον ύπνο του, να γίνεται στ’ αλήθεια κουρέλι απ’ τα νεύρα. Από τον καιρό που μπήκε στο επάγγελμα μονάχα αυτός του ξέφυγε. Αυτός μόνο εξακολουθεί να του ξεφεύγει. Σιγά-σιγά, με πρόγραμμα, μεθοδικά, κατάφερε και ξεφορτώθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα βρωμερά κατακάθια που του έκαναν τη ζωή δύσκολη και δικαίωσε τη φήμη που από πάντοτε λες τον ακολουθούσε, σαν του πιο δυνατού, σαν του καλύτερου και του πιο αδίστακτου λαγωνικού. Αυτός! Αυτός είναι το κρίμα του. Το μόνο τρωτό σημείο στο νοητό χάρτη της παντοδυναμίας του. Πρέπει να τον βγάλω απ’ τη μέση και πρέπει να το κάνω σύντομα. Αυτή είναι τώρα πια η μία και μοναδική, η μόνιμη επωδός του.
Ή αυτός ή εγώ! σκέφτεται και ώρα με την ώρα, ημέρα με την ημέρα, παίρνει να καταστρώνει στο πολύστροφο μυαλό του το τέλειο σχέδιο. Ένα σχέδιο που στην τελική ευθεία γνωρίζει πολύ καλά πώς δε χρειάζεται, αλλά που τουλάχιστον του γαληνεύει το μέσα του, του οριοθετεί τους στόχους.
Αρχίζει να τον παρακολουθεί στενά, αλλά διακριτικά, από απόσταση, σε διαφορετικές ώρες και μέρες της βδομάδας. Θέλει να μάθει την κάθε του κίνηση, να την ξεσηκώσει, να τη χαρτογραφήσει. Θέλει να ξέρει τι ώρα πηγαίνει στη δουλειά και πότε φεύγει. Έχει φίλους; Ποιοι είναι αυτοί; Γκόμενα; Τον ανέχεται καμία; Ποιες είναι οι αδυναμίες του; Πότε είναι πιο ευάλωτος; Μόνο όταν τα μάθει όλ’ αυτά και τότε μόνο θα κάνει την κίνησή του, τη μοιραία, στη σκακιέρα.
Ωστόσο, αυτή είναι μια χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία. Μια διαδικασία επώδυνη, που του κλέβει στάλα στάλα της άλλοτε συναρπαστικής του καθημερινότητας όλες τις μικρές χαρές, που τον κάνει σκληρό, λιγομίλητο κι απόμακρο και που δημιουργεί προβλήματα στην ερωτική του ζωή.
Μέχρι να τον καθαρίσω δε θα ησυχάσω, αποφασίζει. Πώς να ησυχάσει άλλωστε; Αν είχε να κάνει μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο ανθρωπάκι δε θα το σκεφτόταν δεύτερη φορά το θέμα. Απλά θα πήγαινε και θα τον σκότωνε. Ετούτος, όμως, ο αντίπαλος δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι σκληρό καρύδι κι επικίνδυνος. Και ξύπνιος πολύ. Αυτά του τα προσόντα, τ’ αναγνωρίζει, τα φοβάται και τα σέβεται. Τον σέβεται. Επειδή απ’ όλο το συρφετό που τον περιτριγυρίζει μονάχα αυτός δε μασάει. Ποιος ξέρει, ίσως και να του λείψει ο βρομιάρης όταν πάει στα θυμαράκια, αφού οι άλλοι, αυτοί που θα ζήσουν, μπροστά του μοιάζουν σαν άκακα μαθητούδια.
Πέρασαν μέρες πολλές, άγρυπνες και πικρόγλυκα οδυνηρές, κι εξακολουθεί ν’ αποτελεί την απόμακρη κι αόρατη σκιά του εχθρού του. Τον μελετά ακόμη, τον μαθαίνει, όλο και πιο πολύ. Δε θα είναι εύκολο θήραμα αυτός. Καθόλου εύκολο δε θα είναι. Οι κινήσεις του όλες μοιάζουν αυθόρμητες, αλλά είναι μετρημένες, υπολογισμένες στην εντέλεια. Δε δείχνει να φοβάται τίποτα και κανένα. Με την ίδια άνεση, ψεύτικη ή αληθινή, κινείται σε όλους τους χώρους, αλλά μοιάζει να βρίσκεται πάντα σ’ επιφυλακή. Αν ήταν γυναίκα θα τον ερωτευόμουν, σκέφτεται ο κυνηγός σαρκαστικά και παίρνει να γελά παρέα με τον εαυτό του. Αλλά δεν είναι γυναίκα. Γι’ αυτό και θα πεθάνει.
Είναι νύχτα βαθιά, σκοτεινή, ντυμένη στα γκρίζα σύννεφα, χειμωνιάτικη. Τον ακολουθεί από μακριά πολύ με το αυτοκίνητο – μια ζωή το κάνει αυτό, τελειοποίησε την τέχνη της παρακολούθησης. Απόψε θα γραφτεί η τελευταία πράξη του προσωπικού του δράματος, στο μυαλό του δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Τον βλέπει να σταθμεύει το αμάξι του σ’ ένα απόμερο και ερειπωμένο σοκάκι και να βγαίνει έξω ρίχνοντας φευγαλέες ματιές δεξιά κι αριστερά. Όχι, δεν τον έχει εντοπίσει, αυτό είναι αδύνατον. Απλά είναι -όπως πάντα- σε εγρήγορση, παίρνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, αφού προφανώς δε θέλει να δει κανείς που θα πάει. Ωστόσο αυτός, ο διώκτης του, τον ξέρει. Τον ξέρει πια πολύ καλά, καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο. Στο μπουρδέλο! σκέφτεται και χαμογελά. Εκεί πάει. Στο μπουρδέλο. Εκεί που θα είναι πιο ευάλωτος και πιο αδύναμος, από κάθε άλλη φορά. Εκεί που όλες του οι άμυνες θα πέσουν απερίσκεπτα, αμαχητί.
Τον παρατηρεί με ένταση και μια υποψία αγωνίας καθώς μπαίνει βιαστικά σ’ ένα παλιό διώροφο. Αφήνει να περάσουν λίγα λεπτά και ακολουθεί τ’ αχνάρια του. Ανοίγει την πόρτα σ’ ένα υποφωτισμένο διάδρομο. Στο βάθος ακούει φωνές γυναικών και να παίζει κάποια μουσική που δεν αναγνωρίζει. Πλησιάζει αργά, αθόρυβα προς το μέρος τους, νιώθοντας ένα κόμπο στο στομάχι και έχοντας όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Ρίχνει μέσα μια φευγαλέα προσεκτική ματιά. Δεν είναι εκεί. Μονάχα μερικά κορίτσια κάθονται ημίγυμνα στους καναπέδες και συζητάνε. Θα είναι επάνω. Πρέπει να πάρει μια κοπέλα. Δεν γίνεται αλλιώς. Κάνει νόημα με το κεφάλι σ’ εκείνη που είναι πιο κοντά του. Σηκώνεται και τον ακολουθεί. Είναι στην πρίζα, αλλά το ξέρει – το ξέρει ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά.
Όλες οι πόρτες είναι ανοικτές, εκτός από μία. Η τύχη του χαμογελά. Της χαμογελά με σιωπηλές ευχαριστίες κι αυτός. Συνεχίζει να περπατά, με βήματα επίτηδες αργά, με τη γυναίκα που τον συνοδεύει μέχρι το δωμάτιό της. Εκεί της λέει να γδυθεί και να τον περιμένει καθώς ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη για ένα ποτό και θα πήγαινε κάτω για να το πάρει.
Τα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα που ακολουθούν, καθώς κατευθύνεται προς το μέρος που κρύβεται, ερωτικά αγκομαχώντας, ο εχθρός του, τού φαίνονται αιώνες. Κάνει ένα βήμα. Κι άλλο ένα. Κι ένα ακόμη. Εντελώς αθόρυβα. Με την ψυχή στο στόμα και κρύο ιδρώτα να του λούζει το πρόσωπο και την πλάτη. Φτάνει εκεί. Στην πόρτα. Δε θα είναι κλειδωμένη. Ξέρει τα κατατόπια καλά. Το ξέρει κι αυτό. Στήνει αυτί απ’ έξω. Ακούει τους λάγνα αναμενόμενους ήχους. Ήρθε η ώρα της αλήθειας! σκέφτεται και κάνει το σταυρό του. Βγάζει με χέρι που κολλά το περίστροφο απ’ την τσέπη. Γυρίζει το πόμολο αργά, σαν αμαρτία, με κομμένη την ανάσα, αλλά την πόρτα την ανοίγει απότομα, μεμιάς, θέλοντας να πιάσει τον εχθρό εξ’ απροόπτου, κάνοντας παράλληλα μια θεαματική, σχεδόν κινηματογραφική είσοδο.
Θα πεθάνεις βρωμόμπα- προλαβαίνει να πει, προτού η σφαίρα τού τρυπήσει την καρδιά, πιτσιλίζοντας την πόρτα και τους τοίχους με σάρκα και αίμα και ξεσηκώνοντας το κτήριο όλο με της αγωνίας και του φόβου τις σπαρακτικές κραυγές.
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Εμμονές
Του έχει γίνει έμμονη, παράφορη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε ώρα και στιγμή, τις σκέψεις και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του – ο μόνιμός του, ο γλυκός βραχνάς. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα μέσα του ζωγράφιζε. Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την αποκτήσει, να την κερδίσει, να καταβάλει τις άμυνές της και να την κάνει δική του για πάντα. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι στ’ αλήθεια το αφεντικό, να της επιβάλει τη θέλησή του, να την κάνει να καταλάβει πόσα ο ίδιος αξίζει.
Το πάθος και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον έχουν καταλάβει πλήρως, να τον τρελαίνουν. Όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, που και που, αμίλητα τον παρατηρούν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα πολύ είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, να τον ακολουθήσουν στο τρελό του ταξίδι, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν απ’ την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις. Θα απέρριπταν την πρότασή του και θα κινούσανε γι’ αλλού χαρούμενοι και με μικρά πηδηματάκια.
Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε! τους κατηγορεί ξανά και ξανά αυτός. Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένα καθώς, το ξέρουν δα πολύ καλά, πώς δεν υπάρχει τίποτα για να νιώσουν, τίποτα να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο καλός τους φίλους άρχισε να χάνει τα λογικά του. Τι να του πουν και τι να κάνουν; Πώς να τον βγάλουν από τη θολούρα των ψευδαισθήσεών του;
Πολλές φορές, αργά πολύ το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μοναχός, λες παραπεταμένος, και κλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, μια λαχτάρα κι ένας φόβος του καίνε τα σωθικά, του κλέβουν τις ανάσες και κάθε μικρή χαρά. Τη θέλω! λέει από μέσα του και ραγίζει. Τη θέλω, ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει παγερά αδιάφορα την καλά γραμμένη στα παλιά κιτάπια του χρόνου πορεία του.
Τη θέλει, κι ας μην την ξέρει! Η αλήθεια είναι ότι την είδε πολλές φορές, αλλά μόνο από μακριά. Δεν της μίλησε. Δεν την αγκάλιασε. Δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Αλλά, είναι τόσο όμορφη. Απίστευτα όμορφη. Αυτοκρατορικά ωραία. Βγαλμένη λες από κάποιο παλιό μύθο ή ένα ινδικό παραμύθι. Την ακολουθεί συχνά πυκνά, κάθε που την εντοπίζει. Την παρακολουθεί από απόσταση. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί γι’ αυτήν. που ζει, πως ζει, αν έχει οικογένεια. Πάντως γκόμενο έχει. Αυτό το ξέρει στα σίγουρα αφού τους πήρε το μάτι του τις προάλλες να τσιλημπουρδίζουν. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τους πλησιάσει την ώρα εκείνη κρυφά, να κτυπήσει αλύπητα και να σκοτώσει τον άθλιο εραστή και με το έτσι θέλω να την κάνει δική του. Ωστόσο, δεν έκανε τίποτα, ούτε καν κινήθηκε, ήταν άοπλος, φοβόταν. Την άφησε μία ακόμη φορά να ξεγλιστρήσει σαν αερικό απ’ το οπτικό του πεδίο και να χαθεί.
Όσο περνά ο καιρός το δράμα του μεγαλώνει κι η ψυχολογική του κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Δε μιλά πια σε κανένα και για τίποτα, με το ζόρι απαντά στις ερωτήσεις των φίλων του που πολύ ανησυχούν, τρώει λίγο, πίνει πολύ, σπάνια κοιμάται. Τα γένια πήραν να θεριεύουν στο χλωμό του πρόσωπο, το δέρμα του άρχισε να παίρνει ένα όλο και πιο κόκκινο της φωτιάς χρώμα, καθώς κάθε μέρα-όλη μέρα, με ήλιο και βροχή, περιπλανιέται σαν επαίτης της ζωής εδώ κι εκεί, αναζητώντας την και προκαλώντας την νοητικά σ’ ένα παιχνίδι ισχύος. Θα γίνεις δικιά μου! της φωνάζει άηχα, σιωπηλά. Θα γίνεις δικιά μου, όποιο κι αν είναι το τίμημα, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω.
Όσο για εκείνη μοιάζει να επιδίδεται σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων, να υιοθετεί μια στάση αλαζονικής ανωτερότητας. Δείχνει να αγνοεί εντελώς την ύπαρξή του, αν και δεν είναι τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού κάθε τόσο τη συλλαμβάνει να κοιτά με το διαπεραστικό της βλέμμα προς το μέρος που κρύβεται, λες και δε βλέπει αλλά διαισθάνεται την παρουσία του εκεί.
Υπομονή κι επιμονή! Αυτό είναι το μάντρα του. Αν επιμείνει και υπομείνει, δεν μπορεί, θα το κερδίσει το παιχνίδι.
Οι μέρες του καλοκαιριού σιγά σιγά θα σβήσουν και θα καταφθάσει σιγοπατώντας στο ξεραμένο χορτάρι το φθινόπωρο. Οι φίλοι του θα φύγουν -δεν μπορούν πια να τον περιμένουν, αλλά ούτε και καμία διάθεση έχουν να ανεχτούν άλλο τα σκέρτσα του- και θα τον αφήσουν μόνο. Η μοναξιά αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τον ενοχλεί – ίσα ίσα που του φουντώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία, του υποδαυλίζει τη φωτιά του πόθου, τον φιλοδωρεί με πείσμα.
Είναι μια βροχερή και άναστρη νύχτα, προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν επιτέλους η τύχη αποφασίζει να του χαμογελάσει, δίνοντάς του την ευκαιρία που για τόσο πολύ καιρό και τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε. Τη βλέπει να τριγυρνά μοναχή κι αγέρωχη στο δάσος, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα λεπτό σύννεφο ψυχρής ομίχλης, πιο μεγαλοπρεπή και μαγευτική από κάθε άλλο πλάσμα που πάτησε ποτέ το πόδι του στον πανέμορφο ετούτο πλανήτη. Αρχίζει να την πλησιάζει αργά, αθόρυβα, σιγοπατώντας, προσπαθώντας ν’ αποσιωπήσει κι αυτόν ακόμη τον ήχο της ανάσας του. Απόψε θα σε κατακτήσω, καλή μου. Απόψε θα γίνεις δικιά μου! της ψιθυρίζει με τη φωνή της ψυχής του. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά, από άκρατη και σιωπηλή ικανοποίηση. Οι κόρες τους μπάλες φλόγινες φωτίζουν τη μέσα του πλάση. Επιτέλους!
Πόσο όμορφη είσαι! Σαν οπτασία. Σαν όνειρο. Πόσο όμορφη...
Καθώς σηκώνει με αποφασιστικότητα το ντουφέκι κι ετοιμάζεται να την πυροβολήσει, ακούει με κάποια δυσπιστία στην αρχή και έκδηλο φόβο στη συνέχεια, τον καλπασμό κάποιου άγνωστου κι ακόμη αόρατου ζώου να τον πλησιάζει με φοβερή ταχύτητα. Προτού καν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη και να εντοπίσει την κατεύθυνση απ’ όπου τον προσεγγίζει ο πιθανός θανάσιμος εχθρός, νιώθει τα δόντια ενός άγριου και αιμοβόρου ζώου να χώνονται με πείνα, δύναμη κι οργή στα πόδια, κι αμέσως μετά στα χέρια και το κορμί του, να τον κατασπαράζουν. Ξαπλωμένος, ξεψυχισμένος, λουσμένος στο αίμα, καθώς βρίσκεται στη νοτισμένη γη, νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα παράπονο πικρό, αφού δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, ποιος τον σκότωσε. Η τελευταία εικόνα που αντικρίζουν τα θολά από δάκρια και πόνο μάτια του, λίγο πριν αφήσει την πιο αδύναμη, τη στερνή του την πνοή, είναι αυτή της τίγρης, να τον κοιτά από κοντινή απόσταση, κάπως λυπημένα, λίγο θριαμβευτικά, σχεδόν ανθρώπινα, λες με συμπόνια, αλλά και με μια δόση περηφάνιας. Περηφάνιας; Κατάλαβε. Τώρα, κατάλαβε! Της χαρίζει ένα χαμόγελο απ’ το περίσσεμα των δυνάμεών του και ξεψυχά.Ο γκόμενος, ήταν οι λέξεις που δεν πρόλαβαν να γλιστρήσουν έξω απ’ τα χείλη του.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008
Αδιέξοδη ζωή
Κι αυτό παλιό. Δε θυμάμαι αν το ανέβασα εδώ ξανά. Αν ναι, ευκαιρία να το θυμηθείτε. Αν όχι, πάρε κόσμε ένα ακόμη τερατούργημά μου...Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008
Αθώα
Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί. αλλά εκείνοι που να ακούσουν και πώς να την πιστέψουν; Την κλείσανε μέσα σ’ ένα ασφυκτικά μικρό κελί, εδώ και τρεις ατελείωτες μέρες, σα βασική ύποπτη για τη δολοφονία του άντρα της. Κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κι ας μην έχουνε κανένα απολύτως στοιχείο εναντίον της. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα υπέροχα πράσινά της μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. ποτέ! Τον αγαπούσα. Τον αγαπούσα με όλη μου την ψυχή. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας τ’ ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό έχω, δεν τον σκότωσα...
Η αλήθεια είναι πώς ούτε κι οι αστυνομικοί δείχνουν τόσο σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι χαίρονται για την κατάντια της, αλλά αρέσει σε όλους, αφού είναι πανέμορφη, βγαλμένη λες από κάποια τηλεοπτική διαφήμιση. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό στοιχείο που να αποδεικνύει ή έστω να υποδεικνύει ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό. Δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Δεν είχε να ωφεληθεί σε τίποτα από το θάνατό του. Έτσι κι αλλιώς η περιουσία ήταν όλη δικιά της, ενώ και όλοι οι γνωστοί και φίλοι του ζευγαριού έλεγαν πώς περνούσε πολύ καλά με τον άντρα της. Ωστόσο, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν βαθιά στην κρεβατοκάμαρά της όταν άκουσε τον πυροβολισμό και ξύπνησε τρομαγμένη. Μέχρι να πάει κάτω, φοβισμένη καθώς ήταν, λέει, ο δολοφόνος είχε ήδη φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή πόρτα, αλλά όχι, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε, πράγμα που σημαίνει ότι: είτε το ίδιο το θύμα έμπασε στο σπίτι εκείνον που θα γινόταν ο δήμιός του, και άρα τον γνώριζε, είτε ο δολοφόνος βρισκόταν ήδη εκεί όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ, και τον περίμενε. Μπερδεμένη κατάσταση.
Τόσο μπερδεμένη που παρά τα παρακάλια και τις ικεσίες της την κράτησαν στο κελί για πέντε ακόμη μέρες. Κι ο εισαγγελέας θα ζητούσε απ’ το δικαστή να την κρατήσουν ακόμη περισσότερες, αν δε χαμογελούσε για κείνη επιτέλους η τύχη. Ένας γείτονας πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία και ανέφερε ότι φροντίζοντας τον κήπο του νωρίς ετούτο το πρωί, ανακάλυψε πεταμένο κάτω από κάτι θάμνους, ένα περίστροφο. Ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς έσπευσε για να το περισυλλέξει και για να κάνει τις αναγκαίες, σε κάθε παρόμοια περίσταση, ερωτήσεις στον άντρα. Ευτυχώς δεν είχε αγγίξει καθόλου το όπλο κι έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλοιωθούν τα τυχόν δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο βαλλιστικός έλεγχος που ακολούθησε έδειξε ότι αυτό ήταν όντως το όπλο του ειδεχθούς εκείνου εγκλήματος, αλλά τα δαχτυλικά αποτυπώματα που βρήκαν πάνω σ’ αυτό δεν αντιστοιχούσαν σ’ εκείνα της ύποπτης, ενώ κι εκείνα του ανθρώπου που το βρήκε βγήκαν επίσης αρνητικά. Έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, την άφησαν ελεύθερη χωρίς να ασκήσουν εναντίον της καμία απολύτως ποινική δίωξη. Κι εκείνη, παρ’ όλο τον πόνο της, παρ’ όλο το δράμα που βίωσε, βρήκε το κουράγιο να τους ευχαριστήσει που έκαναν σωστά τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να αρθούν στα μάτια των φίλων της και της κοινωνίας οι υποψίες που τη βάραιναν.
Τώρα, κάθεται στο σαλόνι του γείτονά της και κλαίει, σπαρακτικά, λυτρωτικά, με λυγμούς. Κλαίει και τον ευχαριστεί από τα βάθη της ματωμένης της καρδιάς που την έσωσε, που την έβγαλε απ’ τον εφιάλτη. Εκείνος την κοιτά ήρεμα, μ’ ένα χαμόγελο πλατύ σαν ιστορία στα χείλη, μα δε μιλάει. Αλλά να, σα να την τρώει με τα μάτια, σα να γδύνει απαλά το καλοσχηματισμένο της σώμα και να το κλείνει στην αγκαλιά του, σα να της κάνει έρωτα μέσα στη σιωπή κι από απόσταση.
Είναι αργά πολύ το βράδυ. Μόλις έκανε ένα μπάνιο και νιώθει και πάλι όμορφη, ποθητή, ξανανιωμένη. Κοιτά το πρόσωπό της στο μεγάλο καθρέφτη, μελετά προσεκτικά τις γραμμές του γυμνού της κορμιού. Είσαι ωραία, ομολογεί στο εγώ της και χαμογελά αυτάρεσκα, τινάζοντας με μια ξαφνική κίνηση τον κόκκινο χείμαρρο των μαλλιών της προς τα πίσω.Θυμάται τον εαυτό της στη φυλακή και τις ανακρίσεις απ’ τους ηλίθιους τους αστυνομικούς και παίρνει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Δεν είπα ψέματα στους μπάτσους! Είναι περήφανη για τον εαυτό της. Δεν τους είπα ψέματα. Δεν σκότωσα εγώ τον άντρα μου. Πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Όχι, δεν τον σκότωσε, δεν είχε τη δύναμη, το κουράγιο, απλά προσέλαβε κάποιον άλλο να το κάνει γι’ αυτήν. Αποφάσισε να τον βγάλει απ’ τη μέση επειδή τον βαρέθηκε πολύ, επειδή δε χαιρόταν πια τη ζωή της μαζί του, επειδή δεν απολάμβανε τον έρωτα μαζί του, κι επειδή τόξερε, τόξερε πολύ καλά ότι εκείνος δε θα δεχόταν ποτέ να χωρίσουν. Εκτός κι αν του έδινε τη μισή της περιουσία. Χα, σιγά να μην το έκανε. Από δω και μπρος όλα θ’ αλλάξουν, όλα θα γίνουν πιο καλά, διαφορετικά, θ’ αρχίσω επιτέλους να ζω, διαβεβαιώνει τον εαυτό της. Ναι, έτσι ακριβώς θα γίνει, θ’ αρχίσει να γλεντάει λαίμαργα τη ζωή, αφού θα έχει πλέον το ελεύθερο να χαρεί αμέτρητες στιγμές πόθου και ατελεύτητης λαγνείας στην αγκαλιά του γλυκού της, του μοναδικού εραστή. Εκείνου με τον οποίο σχεδίασε αριστοτεχνικά τη δολοφονία. Του άντρα με το θεϊκό κορμί και τα υγρά μελένια μάτια. Του γείτονά της!
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
Το Χαμόγελο
Μια και δεν μπορώ να γράψω τίποτα καινούριο σας δίνω μια νέα, κάπως εμπλουτισμένη έκδοση, μιας εγκληματικής ιστορίας που πρωτοδημοσιεύθηκε -αν θυμάμαι καλά- στο περιοδικό "να ένα μήλο"
Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.
Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.
Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της τής ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.
Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω..., επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς; Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε εκείνη πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.
Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα, σκεφτόταν, Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...
Και όντως δεν ήταν, αφού παρόλη τη φαινομενική τους ευτυχία, τα πράγματα δεν ήταν στ’ αλήθεια ρόδινα στη σχέση τους. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί όσο θα ήθελαν, να μοιράζονται όσο συχνά ποθούσαν τις στιγμές μαγείας που τους αναλογούσαν, αφού οι γονείς της Στέλλας παρακολουθούσαν με άγρυπνο μάτι την κάθε της κίνηση. Ελάχιστες φορές την άφηναν να ξενυχτήσει, κι εκείνες με το μάτι στο ρολόι. Έτσι, οι στιγμές της ευδαιμονίας της, της ευδαιμονίας τους, ήταν ελάχιστες, λειψές, σχεδόν κλεμμένες. Ζούσαν τον πόθο, το πάθος, τον πόνο του έρωτα, αλλά ουσιαστικά δεν ζούσαν! Κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Φύγε απ’ το σπίτι σου, να ζήσουμε μαζί, της πρότεινε ο Χρήστος, αλλά εκείνη αρνήθηκε, κατηγορηματικά. Φοβόταν τους γονιούς της. Φοβόταν ν’ αφήσει τη φυλακή της! Όχι, δεν πρέπει να γίνει έτσι. Όχι έτσι... επέμενε ξανά και ξανά. Και πώς πρέπει να γίνει; Τη ζωή αν δεν τη ζεις, απλά φεύγει και χάνεται – κι αυτό κι οι δυο τους το γνώριζαν πολύ καλά.
Ο χρόνος θα έδινε -όπως πάντα- τη λύση, καθώς όσο περνούσε τόσο φούντωνε ο έρωτάς τους, τόσο πυρακτώνονταν τα κορμιά απ’ τον πόθο. Δεν μπορούσαν πια να ζούνε χώρια, να μη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, δεν άντεχε ο ένας την απουσία του άλλου. Τότε, ακριβώς τότε, ήταν που του πρότεινε η Στέλλα να επισημοποιήσουνε τη σχέση τους. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ’ναι για πάντα μαζί. Κι εκείνος, ο δηλωμένος εργένης, ο φανατικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, απλά δέχτηκε την πρότασή της. Κι ας το μέσα του κραύγαζε Όχι. Κι ας το ένστικτό του τον προειδοποιούσε. Ο έρωτας του είχε κλείσει τα μάτια. Ακόμη και τη φίλη του, την καλύτερή του φίλη, δε θέλησε να την ακούσει όταν του είπε ότι η Στέλλα στο πρόσωπό του δε συνάντησε τον έρωτα, αλλά ένα σωσίβιο, ένα κλειδί που θα άνοιγε τις πόρτες του χρυσού της κλουβιού. Αλλά ούτε και τον Κώστα, τον παιδικό του φίλο δεν τον αφουγκράστηκε, κι ας πέρασαν μαζί τόσα πολλά. Ο Κώστας δεν τη συμπαθούσε καθόλου τη Στέλλα, αφού πίστευε πως είχε άσχημη επίδραση πάνω του, πως τον χαλούσε, τον μετάλλαζε σε κάποιον άλλο. Το πάθος σου θα γίνει το μεγάλο λάθος σου! του έλεγε πικρά χαμογελώντας.
Παρόλες, λοιπόν, τις αντιδράσεις των φίλων, παρόλες τις προειδοποιήσεις του είναι του, σύντομα βρέθηκαν αρραβωνιασμένοι και σιγά σιγά τα πράγματα πήραν να αλλάζουν. Απέκτησαν μια ελευθερία κουτσή, μισή, που δε στηριζόταν σχεδόν καθόλου στα δικά τους πόδια, παρά σ’ εκείνα των γονιών της. Εξάλλου, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ζούσαν τότε. Ο Χρήστος ήταν αποφασισμένος να κάνει το καθετί, να υπομείνει το καθετί για κείνη, να δουλέψει σκληρά για να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της, για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το κάθε της όνειρο πραγματικότητα.
Κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο δικό τους σπίτι. Και τότε ήρθε η σκληρή πραγματικότητα να τους χτυπήσει, ή μάλλον να χτυπήσει εκείνου, την πόρτα. Από την πρώτη κιόλας εκείνη ημέρα, αργά αλλά σταθερά, η Στέλλα άρχισε ν’ αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Δεν ήθελε πια να είναι εκείνο το κορίτσι που αγάπησε ο Χρήστος, ήθελε να είναι κάποια άλλη – μια καθώς πρέπει γυναίκα, που θα ζει μια καθώς πρέπει ζωή, κάνοντας καθώς πρέπει πράγματα. Στις αρχές εκείνος σκέφτηκε πως ήταν μια κρίση και θα της περνούσε, αλλά δεν.
Την είδε να πετάει τα σκισμένα τζιν και τα μακό μπλουζάκια και να τ’ αντικαθιστά με καθώς πρέπει μπλουζόφουστες, να παρατάει τη ροκ μουσική και να το ρίχνει στα λαϊκά, να θέλει να αλλάξει παρέες, να μισά πια τα ξενύχτια, και σαν επιστέγασμα όλων αυτών να ξεχνά όλα της τα όνειρα για μακρινά ταξίδια σε απέραντους ουρανούς και γαλάζιες θάλασσες.
Ο Χρήστος δεν μπορούσε, δεν ήθελε να πιστέψει αυτά που συνέβαιναν. Την αγαπούσε, αλλά τον έκανε και πονούσε. Ωστόσο, ήταν η ψυχούλα του, της καρδιάς του το άλλο μισό, ήταν σίγουρος πως δε θα τον απογοήτευε. Όλα θα άλλαζαν και πάλι, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αλλά, δεν άλλαξαν, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, αφού σύντομα η ζωή τους κατάντησε μια απ’ τα ίδια. Μια συνεχόμενη επανάληψη, διακοπτόμενη από μερικές μονάχα εκλάμψεις, όπως κάποιες εκδρομές στα βουνά και σε παραθαλάσσιες πόλεις. Της άρεσε, λέει, να ταξιδεύει με τ’ αυτοκίνητο, της άρεσε η ταχύτητα, της άρεσε η αίσθηση του κινδύνου όταν οδηγούσε με τέρμα τα γκάζια. Πάλι καλά που σ’ αρέσει και κάτι, μονολογούσε από μέσα του ο Χρήστος, που άλλοτε ήταν ένα γελαστό παιδί, που κανείς δεν μπορούσε να το κάνει να εκνευριστεί, αλλά που τώρα όλο και πιο σπάνια χαμογελούσε, καθώς του φτώχαινε η ζωή. Δεν είναι αυτά που ήθελα. Δεν είναι αυτά που ονειρευόμουνα! μάλωνε συχνά πυκνά τον εαυτό του, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να κάνει και κάτι για ν’ αλλάξει την κατάσταση. Ένιωθε παγιδευμένος σε μια φάκα που είχε ο ίδιος περίτεχνα στήσει.
Ο χρόνος περνούσε αμείλικτος απομακρύνοντας όλο και περισσότερο τον ένα απ’ τον άλλο. Ο άλλοτε μεγάλος τους έρωτας, ο γάμος τους, είχε καταντήσει μια απλή συμβίωση. Σύντομες συναντήσεις στο τραπέζι το μεσημέρι, ελάχιστα περάσματα από κάποιες παραλίες, κάποιες σπάνιες νυχτερινές έξοδοι. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια για τα καλά απ’ το πρόσωπο κι απ’ τη ζωή του Χρήστου. Μόνο όταν έπινε, κι έπινε όλο και πιο πολύ, χαμογελούσε, αλλά κι εκείνα το χαμόγελα ήταν πικρά, για τη ζήση που τον προσπερνούσε σφυρίζοντας αδιάφορα, για τα όνειρα που σβήνονταν από το χάρτη της.
Όλα έμοιαζαν να καταρρέουν, να καταρρέουν οριστικά, να γκρεμίζονται με πάταγο μες στην ψυχή του, όταν η Στέλλα έμεινε έγκυος. Εκείνος ήταν σίγουρος πως κι αυτήν ακόμη την εγκυμοσύνη την είχε προγραμματίσει. Είχε καταλάβει προφανώς ότι εκείνος θα έφευγε και μάλλον δεν ήθελε να χάσει την ασφάλειά της, αφού στο τέλος-τέλος μόνο αυτή μετρούσε για κείνη.
Και γεννήθηκε η Σόνια. Και το χαμόγελο άνθισε και πάλι στο σπιτικό τους, αλλά όχι για πολύ, αφού η κυρά είχε άλλα σχέδια. Έτσι, με το που γέννησε και φρόντισε για λίγο το κοριτσάκι, θεώρησε ότι είχε κάνει το καθήκον της και προσέλαβε μια αλλοδαπή οικιακή βιηθό για να το προσέχει. Δεν ήθελε να χάσει καθόλου χρόνο στον μακρύ κι επίμονό της αγώνα για μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Δούλευε, τότε, σε μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία όπου, ως συνήθως, ο ένας προσπαθούσε -με τρόπους καλούς κι ευγένεια περισσή- να βγάλει το μάτι του άλλου, κι αυτή δε θα τους έκανε το χατίρι. Γι’ αυτό και η Σόνια πέρασε κατ’ ευθείαν από το κορμί της Στέλλας στο περιθώριο της ζωής της.
Αντίθετα μ’ εκείνη, ο Χρήστος αγάπησε με πάθος την κόρη του, αφού αυτή με τη γέννησή της ξύπνησε και πάλι μέσα του την ελπίδα, την προσμονή για μια καλύτερη μέρα. Ωστόσο, όσο μεγάλωνε η αγάπη του για το κορίτσι, τόσο θέριευε το μίσος του για τη μητέρα του. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά! μονολογούσε, κι όταν συναντούσε τον φίλο του τον Κώστα επέμενε: Θα τη σκοτώσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα τη σκοτώσω! Κι εκείνος τον άκουγε σιωπηλός. Τι να του πει άλλωστε; Τον είχε προειδοποιήσει χρόνια πριν. Αλλά, η αλήθεια είναι πως φοβόταν. Φοβόταν πως ο φίλος του θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Το διάβαζε στο βλέμμα του. Τα μάτια του έσταζαν μίσος και τρέλα. Θα την σκότωνε. Και μετά τι; Τι θα γινόταν η Σόνια; Πώς θα άντεχε εκείνος ακόμη να ζει;
Μαύρο, άσπρο και πάλι μαύρο πήγαινε η ζωή του Χρήστου, μέχρι που ένα καλοκαίρι, τρία χρόνια μετά, η Στέλλα του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν για διακοπές σε κάποιο ορεινό θέρετρο, που ήταν απ’ ό,τι φαίνεται πολύ της μόδας, αφού όλο γι’ αυτό της μιλούσαν οι συνάδελφοί της, κι εκεί θα πηγαίναν όλοι. Δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, όπου και να πήγαιναν για κείνον ήταν το ίδιο. Φτάνει που θα είχε μαζί τη μικρή, την κορούλα του.
Έτσι κι έγινε, λοιπόν. Πήγαν στο περιβόητο θέρετρο. Και κάθε πρωί, ενώ εκείνη ακόμη κοιμόταν, αυτός έπαιρνε το κορίτσι και πήγαιναν για μακρινές βόλτες στο δάσος ή στα γύρω μικρά βουνοχωριά, που ήταν στ’ αλήθεια όμορφα, σαν παραμύθι. Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, πατέρας και κόρη απέκτησαν φίλους στη γύρω περιοχή. Όλοι θαύμαζαν τη χαριτωμένη ομορφιά της μικρής, αλλά χαίρονταν και την καλή καρδιά και τους ανυπόκριτους τρόπους του πατέρα. Όσο για τη Στέλλα, εκείνη ήταν στον κόσμο της. Κοιμόταν σχεδόν μέχρι το μεσημέρι, μετά τιμούσε την οικογένεια με την παρουσία της στο γεύμα σε κάποια καλή ταβέρνα, το απόγευμα μια βόλτα ή τηλεόραση και τη νύχτα, αναγκαστική έξοδος, για να δούνε οι συνάδελφοι ότι ναι, βγαίνει.
Ο Χρήστος δεν την ακολουθούσε στις νυχτερινές της εξόδους, αφού προτιμούσε να ξοδεύει τα βράδια του με τη μικρή, μιλώντας της, διαβάζοντάς της παραμύθια, τραγουδώντας της μέχρι να κοιμηθεί. Αν ήθελε μπορούσε κι εκείνος να βγει, αφού ήταν μαζί τους και η αναγκαία βοηθός, αλλά δεν το έκανε. Δυο-τρεις μόνο φορές εγκατέλειψε το προσκεφάλι της Σόνιας, κι αυτές αφού είχε ήδη παραδοθεί στου ύπνου την αγκάλη, για να βγει με κάποιους απ’ τους νέους του φίλους, για να πάνε σ’ ένα ήσυχο ταβερνάκι και να πιούνε κρασάκι βαρελίσιο, μακριά απ’ τα φώτα και τις φωνές των εκδρομέων.
Δύο βράδια πριν την αναχώρησή τους η Στέλλα του είπε ότι την επόμενη μέρα θα ήθελε να σκαρφαλώσουν ένα μονοπάτι ψηλά στα βουνά, για να πάνε να δούνε τον πανέμορφο καταρράκτη που υπήρχε εκεί, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους της. Ο Χρήστος δεν είπε όχι. Δεν είχε λόγο να το κάνει άλλωστε, αφού οι περίπατοι στη φύση ήταν πάντοτε μια από τις πλέον αγαπημένες του ασχολίες. Όταν ξημέρωσε το άλλο πρωί, ωστόσο, λίγο έλειψε να τη χτυπήσει απ’ τα νεύρα του, καθώς την είδε να φοράει τακούνια για ν’ ανέβει στο βουνό. Επειδή θα είμαστε στην ερημιά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε καθώς πρέπει, πήγε να δικαιολογηθεί εκείνη. Έχεις δίκιο! σάρκασ’ αυτός. Μ’ αυτά κι αυτά ξεκίνησαν για το μακρινό τους περίπατο.
Τρεις αμίλητες ώρες κράτησε η διαδρομή αφού η κυρία, λόγω τακουνιού, δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα. Ωστόσο ο Χρήστος δεν γκρίνιαζε. Κάθε άλλο. Κάπου ένιωθε χαρούμενος, καθώς άφηνε το μυαλό του ελεύθερο, γαλήνιο, να ρουφάει εικόνες απ’ το μεγαλείο της φύσης, και με της φαντασίας του τα μάτια έπαιρνε να ταξιδεύει μακριά, στους κόσμους που πάντοτε ονειρευόταν. Όταν έφτασαν σιγά-σιγά στο τέλος της ανηφορικής και κουραστικής εκείνης πορείας αντίκρισαν ένα μαγευτικό θέαμα. Βρίσκονταν πάνω από ένα δίδυμο καταρράκτη που από το ύψος των είκοσι-είκοσι πέντε μέτρων, έριχνε τα νερά του με ορμή σε μια λιμνούλα, όπου θα μπορούσε άνετα να κολυμπήσει κανείς. Καθώς κοιτούσαν σιωπηλοί το μοναδικό εκείνο θέαμα, καθώς τα μάτια του Χρήστου παραδίδονταν ονειροπόλα στα παγωμένα νερά, η Στέλλα γλίστρησε, κι έπεσε στο κενό.
Εκείνος, βλέποντας την πτώση της, έτρεξε αλαφιασμένος προς τα κάτω, προς τη λιμνούλα, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τη βιασύνη του να χάσει το βηματισμό του και να χαθεί. Αλλά, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε. Έφτασε ασφαλής στον προορισμό του κι ανέσυρε αμέσως τη Στέλλα απ’ τα παγωμένα νερά για να εξακριβώσει απλά και μόνο ότι ήταν ήδη νεκρή. Πρέπει να χτύπησε το κεφάλι της στα βράχια, καθώς ένα ρυάκι από αίμα πήρε να της λούζει τα μαλλιά και να της χαρακώνει τα μαγούλα. Ο Χρήστος προσπάθησε να τηλεφωνήσει απ’ το κινητό του για βοήθεια, αλλά δεν υπήρχε σήμα. Έτσι, αφήνοντάς την ξαπλωμένη εκεί, σ’ ένα βράχο, πήρε να σκαρφαλώνει μ’ αργόσυρτα βήματα το μονοπάτι που θα τον έπαιρνε στην κορυφή του καταρράκτη. Σαν έφτασε εκεί, έπιασε σήμα και τηλεφώνησε σ’ ένα από τους φίλους του στο χωριό και του είπε τι είχε συμβεί.
Η βοήθεια έφτασε δυο ώρες μετά. Οι άντρες που έσπευσαν εκεί, τον βρήκαν ένα ψυχικό ράκος, να κλαίει με λυγμούς πάνω απ’ το σώμα της γυναίκας που είχε κάποτε τόσο πολύ αγαπήσει. Τύλιξαν με περισσή προσοχή το άψυχο κορμί σ’ ένα σεντόνι και το μετέφεραν στο χωριό, αλλά όχι στο σπίτι που νοίκιαζαν, καθώς ο Χρήστος δεν ήθελε να δει η Σόνια του, τόσο μικρή, το πρόσωπό του θανάτου. Το πήγαν στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο να το παραλάβει και να ξεμπερδέψουν και με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας. Θα υπήρχαν ανακρίσεις, δε γινόταν διαφορετικά, αν και κανείς δεν είχε την απόλυτη αμφιβολία ότι επρόκειτο για ατύχημα. Αχ, κι αυτή η δόλια τι τόθελε ν’ ανέβει με τα τακούνια στο βουνό; αναρωτιόντουσαν όλοι φωναχτά, για να προσθέσουν από μέσα τους, Τι ψώνιο, θεέ μου!
Με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας, τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων και το αλκοόλ, έτσι κύλησε το υπόλοιπο της ημέρας. Έπινε για να μην καταρρεύσει ο Χρήστος, κι έπινε πολύ, κι ας τόξερε πως το κρασί είναι ο χειρότερος παρηγορητής για τις ώρες της θλίψης. Ήταν πολύ αργά το βράδυ όταν κίνησε, τρεκλίζοντας, για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί κατευθύνθηκε αμέσως προς το δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Κάθισε για ώρα πολλή δίπλα της, παρατηρώντας το αγγελικό της προσωπάκι, χαϊδεύοντας τα τρυφερά της μαγουλάκια, φιλώντας την στα μαλλιά.
Τελικά, πήγε για ύπνο. Προτού, όμως, αφεθεί για τα καλά στην αγκαλιά του Μορφέα είδε, λέει, μια εικόνα να αποκτά ζωή στο μυαλό του, μια εικόνα πρόσφατη: Τη Στέλλα να στέκεται πάνω απ’ τον καταρράκτη, μια στιγμή μόλις πριν την σπρώξει ο ίδιος προς το θάνατό της, προς τη σωτηρία του!
Αν τον παρατηρούσε κανείς εκείνη τη νύχτα καθώς κοιμόταν, θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή είδε να σχηματίζεται στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο.
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Η Μαίρη
Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.





