Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η καλή μάνα

Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Την ατίμωσαν! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τους κληρονόμησε για το χρήμα. Και τώρα; Τι να κάνει; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, το δικό της κρίμα; Γιατί ναι, το κρίμα είναι και δικό της, η μισή αμαρτία ανήκει σ’ αυτή, αφού τις γέννησε, αφού έφερε στον κόσμο αυτές τις οχιές που ονομάζει κόρες.
«Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό;» μοιάζει να ρωτά, μα απάντηση δεν περιμένει, αφού είναι άγνωστες, όπως λένε κι οι γραφές, οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, δεν της άξιζε. Δεν της άξιζε μια τέτοια τύχη. Αυτή σ’ ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, κακή κουβέντα δεν άκουσε κανείς να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και πάντα έδινε, ό,τι μπορούσε. Σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, είχε να φάει και που να κοιμηθεί, κι ένιωθε την ανάγκη να βοηθήσει και τους γύρω της.
Όλοι την αγαπούσαν, τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή, κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη ήξερε πάντα ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, κι αυτόν δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. «Ω, μακάρι να ήμασταν σαν κι αυτήν…» έλεγαν οι συγχωριανές, κι ας ήξεραν ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες και η κακία, δε θα τις άφηναν. Αλλά τώρα…
Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, η καλή αυτή γυναίκα πήρε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, να σβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της και παρακαλεί: «Μακάρι, θεέ μου, να πέσει φωτιά και να τις κάψει». Τις καταριέται. Αυτή που στη ζωή της όλη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που ούτε καν κάποτε έμαθε τι πάει να πει οργή, τώρα καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Θέλει να καούν στην κόλαση. Θέλει να υποφέρουν. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρώτα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια οι παραδόπιστες;
Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός οργισμένου Χριστού μέρα νύχτα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. «Τι να κάνω; Πες μου τι!» Αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του παλιού της του σπιτιού να την πνίγουν. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά, βουβά, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.
Κι ύστερα ξημερώνει ξανά. Και μετά νυχτώνει και πάλι. Και νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. «Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι», σκέφτεται. «Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν κι οι ενοχές τους – αν έχουν ενοχές βέβαια τα βρωμοθήλυκα».
Νιώθει τόσο μόνη. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς και τ’ αδέλφια της το ίδιο. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω απ’ το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μητέρας, αυτόν που ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό, αυτό που απαιτούν η πίστη της κι οι περιστάσεις.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το κρύο είναι τσουχτερό, κι η βροχή εδώ και μέρες πέφτει ασταμάτητα χαρίζοντας ζωή στων ανάξιων αμαρτωλών τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Θα μπορέσει επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό.
Είναι μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πως την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Κι όσο δεν περνά η ώρα τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της. Πού και πού μοιάζει να κλαίει κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, λες και την έχει καταλάβει μια ιερή τρέλα. «Πότε θα ξημερώσει;» αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;
Ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται απ’ το στρώμα. Επιτέλους Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο της πρόσωπο με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα χιονισμένα της μαλλιά περίτεχνα πλεξούδες, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την αρχαία της τσάντα και βγαίνει στο πρωινό αγιάζι.
Όταν φτάνει στην εκκλησιά είναι σχεδόν άδεια. Δυο-τρεις μόνο άλλες γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν απ’ εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά και στέκεται αγέρωχη σε μία γωνία έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει να τις δει να έρχονται. Το λαδί των ματιών της μοιάζει απαλό, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα της φαίνεται να τριγυρίζει στο χώρο, μια πιότερο να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δεν φτάνουν στ’ αυτιά της. «Εγώ τα έχω βρει με το θεό!» μάλλον θα σκέφτεται.
Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, ταυτόχρονα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός, ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν δεν θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και λίγο λυπημένο αντί με οργή. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.
Ο χρόνος τώρα περνά όλο και πιο γρήγορα, ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, και παίρνει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους να τους χαρίζει μια στάλα απ’ της ψυχή της το περίσσεμα. «Σας αγαπάω. Όλους σας αγαπάω», σα να θέλει να τους πει, μα κάτι την εμποδίζει.
Σιγά-σιγά κινά για το φτωχικό της σπιτικό, να φτιάξει τη σούπα. Δε θα αργήσουν να την ακολουθήσουν κι οι κόρες της, πιστές στην παράδοση της μέρας.
Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της τις καλωσορίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή της. Ευχαριστεί ψιθυριστά σχεδόν το θεό, που κι αυτά τα Χριστούγεννα βρέθηκαν όλες τους εκεί και με υγεία.
Τρώνε σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία κι αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σαν σε ιεροτελεστία. «Το τέλος πλησιάζει», σκέφτεται. Κι έχει δίκιο. Σε λίγο η μια μετά την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες, σύντομα θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε καλά τη δουλειά του. Όταν είναι πια σίγουρη ότι έχουν αφήσει το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο, στα μαλλιά. «Έκανα το σωστό», τους ψιθυρίζει. Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Θα πάει φυλακή. Για το αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα δεν τη νοιάζει. Έκανε το σωστό κι ας έβαψε τα χέρια της με αίμα. Ήταν καλή μάνα…

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Το Δράμα της Μάρθας


Αφού λόγω της "ξηρασίας λέξεων" και της δόλιας της γρίπης δεν μπορώ να γράψω κάτι νέο, είπα ν' ανεβάσω μια παλιά ιστορία που είχα ξαναδουλέψει πρόσφατα. Διαβάστε, λοιπόν, για Το Δράμα της Μάρθας:


Έκλαιγε με λυγμούς, εδώ και μέρες, απαρηγόρητα, χωρίς σταματημό. Έκλαιγε μόνο. Δε μιλούσε, δε φώναζε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο. Έκλαιγε. Επειδή έχασε τον αγαπημένο της, τοn ένα και μοναδικό της αγαπημένο. Από την ημέρα που της πέθανε ο κόσμος της ολάκερος άρχισε σιγά-σιγά να γκρεμίζεται, η ζωή της, που άλλοτε ξεχείλιζε από χρώματα και μουσικές και χίλιες δυο ομορφιές, έχασε το νόημα, τη σημασία της. Στ’ αλήθεια δε χωρούσε στο φτωχό της το μυαλό, στην πονεμένη της ψυχή, η ιδέα αυτού που συνέβηκε. Γιατί πέθανε, ε; Γιατί; Πώς μπόρεσε και της το έκανε αυτό; Ω, ήταν άδικο, άδικο πολύ και κρίμα.
Προτού τον γνωρίσει ήταν αλύγιστα μόνη, αλλά συνήθιζε να λέει ξανά και ξανά σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ότι χρειαζόταν κάποιον για να αγαπήσει. Ναι, χρειαζόταν κάποιον γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και το επαναλάμβανε μονότονα, σαν εκείνο το παλιό αγαπημένο τραγούδι των Queen: I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…
Κι επιτέλους, κάλλιο αργά παρά ποτέ, τον βρήκε, κι από τότε η ζωή της απέκτησε παραδείσια ομορφιά, η ύπαρξή της ουσία. Εκείνος ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε: τρυφερός, παιχνιδιάρης, γλυκύτατος, συμπονετικός, πάντα πρόθυμος να την ακούσει και να της συμπαρασταθεί στο καθετί. Με μια λέξη ήταν τέλειος, ο Τζόνι της. Τέλειος! Από την ημέρα που βρέθηκε κοντά της, στο πλάι της, από τη στιγμή που ήρθε για να γεμίσει όλα τα μεγάλα κενά της ζωής της, ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη η Μάρθα. Η παρουσία του και μόνο την έκανε να νιώθει θεσπέσια, σα μια πριγκίπισσα σ’ ένα απερίγραπτο βασίλειο της φαντασίας, σαν κάποια που τα είχε στ’ αλήθεια όλα, μα το πιο σημαντικό: Somebody, somebody, somebody to love…
Έζησαν πολλά μαζί οι δυο τους, αμέτρητες στιγμές γαλήνης και ομορφιάς και άδολης αληθινής αγάπης. Η Μάρθα πίστευε βαθιά μέσα της ότι τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τους χωρίσει, πώς ήταν φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο. Απ’ τη στιγμή που είχε τον καλό της, τον Τζόνι, στο πλευρό της ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο πόνος και το δάκρυ δε θα επισκέπτονταν ξανά τον κόσμο της.
Κάποιες φορές τα βράδια, ενώ εκείνος κοιμόταν, η Μάρθα παρέμενε ξύπνια για ώρα πολλή και τον παρατηρούσε, μ’ εκείνα τα μεγάλα, τα γεμάτα θαυμασμό μάτια της. Έμοιαζε τόσο μικρός, τόσο ευάλωτος, τόσο όμορφος, σαν ένα παιδί, το παιδί της. Αλλά, δεν ήταν παιδί, ήταν ο αγαπημένος της, η προίκα κι η περιουσία της, ένα πλάσμα του ονείρου, με σάρκα όμως, και οστά. Γι’ αυτό και ένιωσε τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια της όταν, έτσι στα ξαφνικά, της πέθανε. Ναι, αρρώστησε και της πέθανε από τη μια στιγμή στην άλλη, προτού καλά-καλά προλάβει να ζήσει.
Στην κηδεία του πήγαν λίγοι, μέλη της οικογένειας και λιγοστοί φίλοι, λες και για κανέναν άλλο δεν είχε σημασία η ζωή κι ο θάνατός του. Η Μάρθα σε ολόκληρη τη διάρκεια της σύντομης τελετής έκλαιγε ασταμάτητα, με αναφιλητά, χωρίς να νοιάζεται τι θα πουν οι άλλοι για κείνη. Έχασε τον αγαπημένο. Ασήκωτο ήταν το φορτίο του πόνου της. Πώς να το αντέξει;
I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love… Άρχισε και πάλι το γνωστό τροπάρι, αλλά που θα έβρισκε ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, κάποιον που θα την αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτό που ήταν; Δύσκολο πολύ, αν όχι ακατόρθωτο, να συμβεί κάτι τέτοιο δεύτερη φορά.
Σιγά-σιγά πήρε να τρελαίνει τους γύρω της με το μονότονό της θρήνο, με τον πόνο, το δάκρυ και την απόγνωση, που ήταν μόνιμα ζωγραφισμένα στα απαλά χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ως πότε; Ως πότε θα συνεχίσει να μένει δεμένη στο άρμα του χθες; Και πότε θα μπορέσει να καταλάβει, επιτέλους, ότι η ζωή δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σ’ ένα άτομο; Και πότε θα επιστρέψει το χαμόγελο στο πρόσωπό της; Αυτά αναρωτιόνταν, συζητώντας αργά κάθε βράδυ ψιθυριστά οι γονείς της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή σύντομα ο χρόνος, θα επούλωνε και τις δικές της τις πληγές. Αλλά οι ελπίδες, κάθε ώρα και στιγμή που περνούσε, φαίνονταν να λιγοστεύουν, καθώς η καημένη η Μάρθα, το αγαπημένο τους παιδί, έμοιαζε να καταρρέει. Μία μονάχα λύση υπήρχε, κατέληξαν, να βρει κάποιον άλλο ν’ αγαπήσει. Έτσι, αφού το πήραν επιτέλους απόφαση, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος να διαβούν, η απελπισμένη και στα όρια νευρικού κλονισμού μάνα, έσπευσε στο δωμάτιό της για να της πει τα καλά νέα. Ωστόσο, όταν την είδε να κλαίει σπαρακτικά και να μην μπορεί ν’ ακούσει αυτά που πήγε να της πει, δεν άντεξε, έβαλε τις φωνές, ξέσπασε: Μάρθα, άκουσέ με. Άκουσέ με, Μάρθα. Μάρθαααααααα, βγάλε επιτέλους τον σκασμό. Θα σου πάρουμε άλλο χάμστερ. Στο άκουσμα της ευχάριστης είδησης η μικρούλα σήκωσε το κλαμένο της το προσωπάκι από τα μαξιλάρια, σκούπισε στα μανίκια της τα δάκρυα και χάρισε στη μανούλα της το πιο γλυκό χαμόγελο. Ω, ναι, επιτέλους, θα είχε ξανά κάποιον για να αγαπά! Άρχισε να τραγουδά με την κελαρυστή φωνούλα της: I’ll have somebody to love. I’ll have somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Μίνα

Να τη ξαναγράψω ή όχι αυτή την ιστορία; Ιδού η απορία. Ένας από τους λόγους που βρίσκομαι εδώ στην Τσιανγκ Μάι είναι ότι η ζωή είναι τόσο ήσυχη, τόσο ειρηνική, που με εμπνέει, με ηρεμεί, με βοηθάει να δουλέψω. Κι ένα από τα πολλά πράγματα που είχα να κάνω όταν ήρθα ήταν να ξαναγράψω 33 από τα διηγήματά μου. Τα είχα τυπώσει όλα γι' αυτό ακριβώς το λόγο - όλα εκτός από ένα που, δεν ξέρω πώς, μου ξέφυγε. Αυτό που μιλά για την ιστορία της Μίνας. Τι να κάνω, λοιπόν; Το μετέφρασα! Απ' την αγγλική του μετέφραση! (τρέλα, ε;). Όμως, τώρα που το ξαναδιαβάζω κάτι δε μου κολλάει. Γι' αυτό κι η απορία: Να το ξαναγράψω ή όχι;

Έλεγαν πώς η ιστορία της ήταν μια ιστορία τραγική και λυπημένη πολύ. ότι ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα κορίτσια που ζούνε στον πόνο και που η ψυχή τους πεθαίνει σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, και στα κρυφά. Την έβλεπα κάθε βράδυ να κάθεται μοναχή, σχεδόν παρατημένη, στην άκρη του μπαρ και να πίνει με μικρές απολαυστικές γουλιές ένα μπουκάλι καλό κόκκινο κρασί Χιλής. Δε φαίνονταν να δίνει καμία σημασία σε όσα συνέβαιναν γύρω της. Λες και δεν υπήρχε άλλος κανείς εκεί, εκτός απ’ την ίδια. την ίδια και τον πόνο της. Καθώς βρισκόταν βαθιά βυθισμένη στις ανομολόγητες σκέψεις της, αν έμπαινε κανείς στον κόπο να την παρατηρήσει προσεκτικά θα μπορούσε να διακρίνει τη θλίψη στα μάτια της, αλλά και μια κάποια απροσδιόριστου είδους γαλήνη. Κάθε τόσο, ακούγοντας προφανώς τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού, έβγαινε απ’ τον εντός της μικρόκοσμο, και το βλέμμα της φωτιζόταν, τα χείλη της έπαιρναν να ψιθυρίζουν σιγαλά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μεταμορφώνονταν, γίνονταν ατίθασα όμορφα. Έμοιαζε λες και ζούσε μέσα σ’ ένα όνειρο...

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι που ζούσε μια ζωή σαν παραμύθι. Μεγάλωνε μέσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, όπου μπορούσε να έχει ό,τι ζητούσε κι ό,τι ποθούσε, εκτός απ’ την αγάπη. Οι γονείς της, βλέπετε, ήτανε πάντα πολύ απασχολημένοι οι δόλιοι κυνηγώντας το χρήμα, έτσι το κορίτσι ουσιαστικά μεγάλωνε εν τη απουσία τους. Ήταν οι οικιακές βοηθοί και οι νταντάδες που τη βοήθησαν να κάνει τα πρώτα και πιο δύσκολα βήματά της στη ζωή – που ήταν εκεί για κείνη. Κι όταν πλησίασε επικίνδυνα ο καιρός για να πάει στο σχολείο, οι γονείς της προσέλαβαν κατ’ οίκον δασκάλους για να τη διδάξουν. Όλα για την κορούλα τους, που δε γνώριζαν.
Η Μίνα αγάπησε την ανάγνωση και τη γραφή απ’ την αρχή. Και μια και δεν είχε κανένα άλλο για να συζητήσει, ούτε φίλους, ούτε γονείς, ούτε κανένα, έστρεψε ολόκληρη την προσοχή της στα βιβλία, στα οποία βρήκε μια διέξοδο απ’ την καθημερινή της μοναξιά. Πουθενά αλλού παρηγοριά. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου, άρχισε να διαβάζει όλο και πιο πολύ και να ταξιδεύει σε κόσμους ανύπαρκτους και φανταστικούς, δημιουργήματα της φαντασίας κάποιου συγγραφέα. Έκλεισε τον εαυτό της σ’ ένα χρυσό κλουβί, η κακομοίρα, και πίστευε πραγματικά ότι πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο δεν υπήρχε στον κόσμο. Και το χειρότερο είναι ότι στους γονείς της, τους μεγάλους απόντες, ποτέ δεν περίσσεψε ο χρόνος για να τη βγάλουν απ’ τις ψευδαισθήσεις της, για να της ανοίξουν τα μάτια στον κόσμο τον πραγματικό. Έτσι κι αλλιώς, δεν την έβλεπαν σχεδόν ποτέ, αφού η οικογένεια συγκεντρωνόταν όλη μαζί ελάχιστες μονάχα φορές. Κι ακόμη και τότε οι γονείς της δε τη ρωτούσαν τίποτα περισσότερο απ’ τις συνηθισμένες ερωτήσεις, για το σχολείο και τους δάσκαλούς της, και τίποτ’ άλλο. Υποδειγματική, στ’ αλήθεια, οικογένεια.
Το κορίτσι, αν και αγνοούσε εκκωφαντικά όλες τις μικρές αλήθειες της ζωής, μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο έξυπνο, πιο σοφό. Ήταν σπουδαία μαθήτρια, καλόκαρδη κι ευγενική, αλλά πάντα ένιωθε ότι κάτι έλειπε απ’ της μικρής της ύπαρξης το μωσαϊκό. Μία και μόνο φορά τόλμησε να το αναφέρει αυτό στη μητέρα της, μόνο και μόνο για να την ακούσει ν’ αναφωνεί με αγανάκτηση: Μα τα έχεις όλα! Λες και το Όλα υπάρχει. Οι φτωχοί, στην αντίληψη, γονείς της πίστευαν ότι αν έχεις λεφτά τίποτ’ άλλο δε χρειάζεσαι στη ζωή.

Τα χρόνια γρήγορα πέρασαν, πέταξαν σαν αϊτός στον ουρανό του τίποτα, και η Μίνα είχε τώρα πια μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη, αλλά πάντα θλιμμένη έφηβη. Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι ήταν αυτό το κάτι που έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω στη νεανική της ψυχή. Μοναχά αναρωτιόνταν. Για τα τι και τα γιατί. Θα έβλεπαν τους μαύρους κύκλους να σχηματίζονται γύρω απ’ τα μάτια της, θα έκλεβαν τα θλιμμένα χαμόγελά της, θα χαίρονταν της μεγάλης ψυχής της τα δώρα, αλλά δε θα την καταλάβαιναν ποτέ. ποτέ τους δε θα τη διάβαζαν. Τι ήταν αυτό που κατάτρωγε, που έκαιγε το μέσα της; Τι ήταν εκείνο που την έκανε να μοιάζει τόσο ξεχωριστή; Γιατί η θλίψη της την έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ωραία; Γιατί όπου υπάρχει ομορφιά, εκεί κάνει πιάτσα κι ο πόνος; Οι ερωτήσεις τους δε θα έβρισκαν τις ανάλογες απαντήσεις, κι έτσι σύντομα πολύ θ’ άρχιζαν να της φτιάχνουν και να την τυλίγουν μέσα σ’ ένα πέπλο μύθου και μυστηρίου, όπως συνήθως γίνεται με όλες τις γυναίκες που είναι πολύ έξυπνες και ξεχωριστές, αλλά απελπιστικά εκτός επαφής με το στενόμυαλο κόσμο μας.
Τα βλέμματα των αγοριών ακολουθούσαν το κάθε της βήμα, καθώς η εξωπραγματική της ομορφιά ξυπνούσε μέσα τους πρωτόγνωρα αισθήματα, ένστικτα αντρικά. Όσο για τα κορίτσια, αυτά τη ζήλευαν και τη λυπούνταν. Ζήλευαν την ομορφιά της, λυπούνταν γιατί το σα ζωγραφιά πρόσωπό της ήταν πονεμένο κι επειδή το σα γλυπτό της σώμα, δεν αγγίχτηκε ποτέ από αγόρι. Κάθε φορά που κάποιο απ’ αυτά προσπαθούσε να πάει κοντά της, με κάποιο τρόπο να την προσεγγίσει, του ξεγλιστρούσε μ’ ένα χαμόγελο γλυκό, που έμοιαζε αληθινό, αλλά ήταν πέρα για πέρα ψεύτικο. Η θλίψη. αυτή ήταν το χαρτί της, αυτή το παιχνίδι της.
Θα ξόδευε τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας διαβάζοντας τα μαθήματά της και μεγάλα μυθιστορήματα, σα μια πριγκίπισσα έγκλειστη σε κάποιο κάστρο, που βλέπει τη ζωή αδιάφορα να την προσπερνά απ’ το παράθυρό της. Είναι πολύ καλό αυτό που κάνεις, που διαβάζεις τόσο πολύ, της έλεγαν μ’ αυτοπεποίθηση οι δάσκαλοι και οι γονείς της, αλλά εκείνη δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Αν όλα ήταν τόσο καλά, γιατί ο πόνος στην ψυχή της συνεχώς μεγάλωνε και γίνονταν ασήκωτος; Και γιατί όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο άδεια ένιωθε;
Κάποια μέρα καλή, ξύπνησε απ’ το χάραμα κι άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της, για να πει τις καλημέρες της στη φύση. Και τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα ευδαιμονίας να της πλημμυρίζει το είναι, να της γαληνεύει την ψυχή. Και, λες κι αυτό δεν ήταν αρκετό, το αμέσως επόμενο λεπτό, ένα πουλί μικρό, όμορφο και ταξιδιάρικο πολύ, κάθισε για να ξαποστάσει στα κλαριά του πεύκου στην αυλή, και πήρε να της τραγουδά ένα εξαίσιο σκοπό, καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει σα μια κόκκινη δοξασία στον ουρανό, κι ένα δροσερό βορινό αεράκι της χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά. Ω, η ζωή είν’ εκεί έξω! σκέφτηκε με θαυμασμό και χαμογέλασε πλατιά, επιτρέποντας σε μια αχτίδα ευτυχίας να της αγγίξει την καρδιά.
Έκλεισε το παράθυρο μεμιάς, έβγαλε με μία κίνηση και πέταξε στο κρεβάτι το νυχτικό της, για να φορέσει ένα παλιό φθαρμένο και ξεχασμένο στο χρόνο τζιν κι ένα απλό μαύρο μακό μπλουζάκι. Εκείνη την ώρα δε θύμιζε σε τίποτα το πλούσιο και ντυμένο με ακριβά ρούχα κορίτσι, που οι γονείς της την ήθελαν να είναι.
Κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το ισόγειο, άνοιξε κι έκλεισε με ορμή την εξώπορτα και ξεχύθηκε έξω, στη φύση, σαν κάποιο άγριο ζώο, στο οποίο δόθηκαν ξαφνικά και αναπάντεχα τα κλειδιά για την ελευθερία του. Με βήμα γοργό κι ευτυχισμένο πήρε ν’ απομακρύνεται όλο και πιο πολύ απ’ το σπίτι και τα πλούτη των γονιών της και τη ψευδή αίσθηση ασφάλειας -ασφάλειας χωρίς ζωή- που της έδιναν. Περπάτησε για ώρα πολλή, αφήνοντας το προάστιο των πλουσίων με κατεύθυνση ένα μικρό δάσος, που συχνά έβλεπε από απόσταση, περνώντας με το αυτοκίνητο. ένα δάσος που ήταν τόσο κοντά, αλλά το οποίο, δυστυχώς, περνούσε απαρατήρητο από τα μάτια εκείνων, που στ’ αλήθεια δε θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν την ομορφιά, ακόμη κι αν την έβλεπαν κατά πρόσωπο. Ήταν εκεί που η Μίνα ένιωσε για πρώτη φορά μια ανάσα ζωής να της γλύφει την ψυχή.
Περιπλανήθηκε στο δάσος για ώρες, παρατηρώντας τα πάντα χωρίς να τα βλέπει, καθώς μόνο τα από μέσα μάτια της τώρα, ήταν διάπλατα ανοικτά. Εντάξει, το σχολείο είναι καλό. Το ίδιο και τα βιβλία, σκεφτόταν, αλλά τα λόγια είναι φτωχά, οι λέξεις ανίκανες, για να περιγράψουν τη ζωή, για να σε κάνουν να τη ζήσεις. Αν κάποιος την έβλεπε να τριγυρνά στην ερημιά της άγριας φύσης, αν λίγο τη μελετούσε, θα σκεφτόταν πώς αυτό δεν ήταν ένα νέο κορίτσι, αλλά κάποιο ξωτικό, που μόλις κατέφθασε από κάποια άλλη γη άγνωστη κι απόμακρη πολύ. Έμοιαζε να βρίσκεται σε έκσταση, λες και όλα τα θαύματα της ζωής της είχαν μόλις αποκαλυφθεί. Ω, σκέφτηκε, άνθρωποι. Ηλίθιοι άνθρωποι. Ηλίθιοι που δε βρίσκετε το χρόνο ν’ αντικρίσετε τα θαύματα που σας περιβάλλουν.
Ο χρόνος πέρασε γρήγορα, σα μια ανάσα καθαρού αέρα, και γύρω στο μεσημέρι η Μίνα άφησε το δάσος με κατεύθυνση το σπίτι της. για να καθίσει στο τραπέζι με τους γονείς της, δυο άγνωστους ανθρώπους, και να φάει απ’ τα πιάτα της συνήθειας.

Με το σχολείο, τα διαβάσματα και τους μοναχικούς περιπάτους, που της έγιναν γλυκιά συνήθεια και της γαλήνευαν την ψυχή, ο χρόνος γοργά κυλούσε. Η Μίνα έμοιαζε μ’ ένα λουλούδι που μαγευτικά άνθιζε στον άγριο κήπο της ζωής, καθώς άρχιζε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Ακολουθώντας τη συμβουλή των γονιών της, στους οποίους ακόμη δεν μπορούσε ακόμη να προβάλει καμία αντίσταση, θα σπούδαζε για να γίνει δασκάλα. Όπως λέει ένα παλιό απόφθεγμα-μαλακία, οι γηραιότεροι πάντα ξέρουν καλύτερα, έτσι υπάκουσε στην εντολή τους.
Δεν πέρασε πολύς καιρός προτού αρχίσει και πάλι να συγκεντρώνει, χωρίς καθόλου να το επιδιώκει, όλα τα βλέμματα πάνω της. τόσο των αγοριών, όσο και των κοριτσιών. Το λαμπρό της μυαλό, τα φανταστικά της χαρακτηριστικά, οι απλοί κι ανυπόκριτοι τρόποι της, την έκαναν να ξεχωρίζει. Τα αγόρια ένιωθαν καλά, πραγματικοί θριαμβευτές, όταν κατάφερναν να κλέψουν ένα έστω βλέμμα απ’ τα υπέροχα γαλανά της μάτια, και τα περισσότερα απ’ αυτά σύντομα βγήκαν στο κυνήγι, προσπαθώντας να κατακτήσουν το υπέροχο θήραμα, που φάνταζε στα μάτια τους να είναι. Τα πάθη γύρω της άναβαν, γιγαντώνονταν, αλλά αυτή δεν έμοιαζε να δίνει μία. Κανένας δεν μπορούσε στ’ αλήθεια να την πλησιάσει, να σπάσει τις άμυνές της, έμοιαζε μ’ ένα κάστρο ακλόνητο, με τείχη απόρθητα, αδιαπέραστα. Όχι, βρε παιδιά. Όχι, φίλοι μου, δεν είστε εσείς για μένα, έμοιαζε να τους λέει. Αλλά, δεν ήταν αυτός ο αληθινός λόγος που τους κρατούσε σε απόσταση. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη ήταν ακόμη ένα κορίτσι, που ζούσε μέσα σ’ ένα κόσμο φανταστικό, ολόδικό της. Και σαν τέτοιο έψαχνε τον ιδανικό άντρα. Περίμενε τον πρίγκιπά της να έρθει καβαλά στ’ άλογο και να την πάρει μακριά. Ακριβώς όπως και στα παραμύθια. Η καημένη δεν μπορούσε να καταλάβει ότι η ζωή ήταν ήδη εκεί, δίπλα της κι αυτή, μέσα στη μεγάλη της άγνοια, απλά την προσπερνούσε. Δεν μπορούσε να δει ότι ο χρόνος πέρασε σα μια αστραπή κι ότι αυτή ποτέ δε μεγάλωσε. Έμεινε ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι από όλους αγαπητό, είν’ αλήθεια, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, μικρό και μόνο. Όσο για τους γονείς της, πώς να τη βοηθήσουν αυτοί; Πίστευαν οι δόλιοι, ότι είχαν ξοδέψει μια ολόκληρη ζωή κάνοντας τα πάντα για κείνη, και πώς τώρα όφειλε να τους ανταποδώσει τις θυσίες δικαιώνοντας τις προσδοκίες τους.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, όμως, η ζωή ποτέ δε συγχωρεί εκείνους που δεν καταφέρνουν να τη γνωρίσουν, έτσι κάποια μέρα έστειλε στο δρόμο της έναν υπέροχο, έξυπνο νέο άντρα, ο οποίος θα την ξυπνούσε απ’ το όνειρο, που εκείνη θεωρούσε ζωή. Ο Νίκος ήταν ένας τρελός κι αξιαγάπητος τύπος, ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που πίνουν με δίψα και πόθο όλους τους χυμούς της ζωής, και τολμούν να ζητήσουν ακόμη περισσότερα. Η Μίνα, αν και προσπάθησε πολύ, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί σ’ εκείνη την κρυφή γοητεία, που τον περιέβαλλε. Έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή της, άφησε τον εαυτό της αληθινά λεύτερο, επέτρεψε στις άμυνές της να χαλαρώσουν, απέθεσε την ψυχή της γυμνή στα χέρια και τα λόγια και τη ζεστή του παρουσία. Όταν βρίσκονταν μαζί έμοιαζαν με δίδυμους ήλιους, κι όποιος τους αντίκριζε ένιωθε πώς θα τυφλωνόταν απ’ της ουσίας τους τη λάμψη.
Αλλά, ως συνήθως, όταν κάτι πηγαίνει πολύ καλά, πάντα έρχεται κάτι άλλο για να το καταστρέψει. Έτσι, καθώς οι δυο τους πετούσαν στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας, κι η Μίνα έπαιρνε, επιτέλους, να μαθαίνει την πραγματική φύση της αγάπης, ήρθαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι να φέρουν την καταστροφή και τη μιζέρια στις ζωές τους. Όταν οι γονείς της έμαθαν για τη σχέση τους, προσέλαβαν κάποιον για να μάθει τα πάντα για το Νίκο, για το από που κρατά η σκούφια του, κι οι απαντήσεις που πήραν ήταν ακριβώς αυτές που φοβόντουσαν. Ήταν καλό παιδί κι άξιο παλικάρι και τα λοιπά, αλλά πολύ φτωχός, κι έτσι ακατάλληλος για την κόρη τους, μ’ όλη την περίσσια ομορφιά και τα τεράστια πλούτη της. Τη διέταξαν να τον παρατήσει, και μια και πότε αυτή στη ζωή της δεν έμαθε να τους λέει Όχι, απλά υπάκουσε, οδηγώντας και πάλι τον εαυτό της στα καλά γνώριμα μονοπάτια της μοναξιάς και της σιωπής, που τουλάχιστον της χάριζαν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Εκείνος, που την αγαπούσε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο, έπεσε σε κατάθλιψη βαριά και έχασε τη θέλησή του για ζωή, αν και επέμενε να λέει ότι ήταν δυνατός και θα την ξεπερνούσε...

Αυτή είν’ η ιστορία της, όπως άκουσα να τη λένε δυο και τρεις διαφορετικοί αφηγητές. Αληθινή ή ψεύτικη, αυτό δεν το γνωρίζω. Εκείνο, όμως, που σίγουρα ξέρω είναι τη συνέχεια. την ιστορία όπως εξελίχθηκε μετά το χωρισμό της με τον Νίκο. Αυτή την ξέρω από καρδιάς, αφού την άκουσα απ’ τα δικά της χείλη. Ήταν μια κρύα, λυπημένη και δίχως φεγγάρι νύχτα, όταν αποφάσισα να της μιλήσω, αφού δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο πια τη θλιβερή της θέα. Έτσι, πήγα και κάθισα δίπλα της, και της ζήτησα να μου πει μια ιστορία. Σήκωσε το βλέμμα της απ’ το ποτήρι του κρασιού και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Μετά από λίγο είδα ένα μικρό λυπημένο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Με είδε πολλές φορές να κάθομαι στο μπαρ, είπε, και πίστευε ότι στο πρόσωπό μου αντίκρισε έναν αδελφό στον πόνο. Κι άρχισε να μιλάει...

Υποθέτω δε χρειάζεται να σου πω ότι έζησα μια άθλια, μια μίζερη ζωή. Στη διάρκειά της ξανά και ξανά παρακάλεσα, προσευχήθηκα στον άγγελο του θανάτου να ’ρθει να με πάρει μακριά, παρέα με τη θλίψη μου, αλλά αυτός δεν τόκανε. Όπως, είμαι σίγουρη, γνωρίζεις τον μόνο άντρα που στη ζωή μου αγάπησα, τον παράτησα για το χατίρι των γονιών μου, κι από τότε καθημερινά πληρώνω το τίμημα της αμαρτίας μου. Ήταν η ανάσα μου, το όνειρό μου, η μόνη της ζωής μου αλήθεια, κι εγώ η άθλια, τα κατάστρεψα όλα, τον σκότωσα, κι εκείνον και τον εαυτό μου, κι όλ’ αυτά επειδή μέχρι τότε στη ζωή μου δεν είχα μάθει να λέω Όχι. Με δίδαξε πώς να ζω ο Νίκος, πώς να αγαπώ και ν’ αναρωτιέμαι. Με δίδαξε, τρυφερά πολύ, πώς να κάνω έρωτα και να νιώθω ευτυχισμένη, κι όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δίνουν στη ζωή αξία. Όταν ήμουνα μαζί του, ήμουν απλώς εγώ, κι όχι αυτή που ήθελαν, όχι αυτή που ονειρεύονταν οι γονιοί μου. Μαζί του άνθισα, άνοιξα τα πέταλά μου σα νούφαρο, έγινα ρυάκι και άρχισα να ρέω μέσα από τους αγρούς των λίγων και εκλεκτών, που μπόρεσαν ν’ αγαπήσουν απ’ της ύπαρξής τους όλης τα βάθη. Τι άλλο μπορώ να πω; Τι άλλο θα έπρεπε να πω; Μάλλον είμαι καταραμένη. Πρέπει! Πρέπει να κουβαλώ μια κατάρα βαριά, αλλιώς δε θα τολμούσα ποτέ να σκοτώσω την αγάπη της ζωής μου. Ναι, αυτό ακριβώς έκανα, τον σκότωσα. Τον σκότωσα τη σκοτεινή εκείνη νυχτιά που του είπα πώς όλα είχαν πια τελειώσει. Ήτανε τα χείλη και όχι η καρδιά μου που μιλούσε, κι αυτός το ήξερε. Σε λυπάμαι! ήταν οι τελευταίες λέξεις που μου είπε. τα στερνά του τα λόγια έπεσαν σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπό μου, στο μέσα μου, κι από τότε η ψυχή μου αιμορραγεί.
Και τώρα... Τώρα που στ’ αλήθεια ξέρω ποια είμαι και είμαι σίγουρη για το τι θέλω, δεν μπορώ να είμαι μαζί του, αφού έχει φύγει. Τώρα, ξαπλώνει, γαληνεμένος εύχομαι και προσεύχομαι, στην αγκαλιά του θανάτου. Ήταν ένα τρελό παιδί, ζούσε μια τρελή ζωή, κι έχασε τη ζωή του μ’ ένα τρελό τρόπο – καβάλα στην αγαπημένη του μοτοσικλέτα. Από εκείνη την ημέρα κι εμένα η καρδιά είναι πια νεκρή. νεκρή και μαύρη, όπως το πιο σκοτεινό κελάρι. Απ’ τα χείλη μου λείπουν τα αληθινά χαμογέλα, ποτέ μου δε γελώ, τα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά μου, όπως καλά κι εσύ το βλέπεις, πήραν να γκριζάρουν, το φλογερό γαλάζιο των ματιών μου ράγισε. Το να είσαι νεκρή εν ζωή. μεγαλύτερη κατάρα απ’ αυτή δεν υπάρχει. Και αν γεννιέται μέσα σου η επιθυμία να με ρωτήσεις, γιατί συνεχίζω να ζω, η απάντηση είν’ απλή: είμαι δειλή. Δεν έχω τα κότσια να βάλω τέλος σ’ αυτή την κωμωδία, σ’ αυτή την τραγωδία, τη ζωή μου...

Αυτά ήταν τα λόγια της, όπως τα κατέγραψε ο σκληρός δίσκος της μνήμης μου, εκείνο το βράδυ. λόγια που αναστάτωσαν βαθιά της ψυχής μου τη γαλήνη. Είναι η αγάπη στ’ αλήθεια τόσο δυνατή, που μπορεί να οδηγήσει κάποιον κατ’ ευθείαν στου χάρου τα δόντια; Ή, μήπως, είναι οι ένοχες σκέψεις, αυτές που ποτέ τους δεν ξεχνούν και δε συγχωρούν, που δεν την αφήνουν ν’ αναπαυτεί; Αυτά αναρωτιόμουνα σιωπηλά, καθώς σηκωνότανε για να φύγει. Δεν την ακολούθησα, δεν προσπάθησα να την εμποδίσω. Παρέμεινα εκεί για να τελειώσω το κρασί μου, για να ξεπλύνω σ’ αυτό τις σκέψεις μου. Κάποια στιγμή, εντελώς ασυναίσθητα, πήρα να χαϊδεύω απαλά το ποτήρι απ’ το οποίο έπινε, κι αμέσως μετά, στα ξαφνικά, όλα τα δικά μου προβλήματα πήραν να μου φαίνονται ασήμαντα, η καρδιά μου γέμισε με τη θλίψη της. Ωστόσο, μες στην ψυχή μου δεν έσβησε ούτε λεπτό η ελπίδα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα για κείνη. Και έγιναν!
Τη συνάντησα ξανά το επόμενο βράδυ, στο ίδιο μέρος. Καθόμουν, ως συνήθως, στη γωνιά μου, πίνοντας κρασί, προσπαθώντας να διώξω απ’ το μυαλό μου τη ραγισμένη της εικόνα, τον πόνο της. Δεν την είδα να έρχεται, χαμένος καθώς ήμουνα μέσα στα βαθιά πηγάδια της σκέψης μου. Κάθισε δίπλα μου και μ’ άγγιξε απαλά στον ώμο. Γύρισα προς το μέρος της έκπληκτος, ξαφνιασμένος. Η έκπληξή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν είδα να παίρνει μορφή στα χείλη της ένα πλατύ, της ζωής, χαμόγελο. Μ’ ευχαρίστησε γλυκά που κάθισα και την άκουσα το προηγούμενο βράδυ, που έστω άθελά μου, τη βοήθησα ν’ ανοίξει επιτέλους το κελί, όπου κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή της. Ένιωθε πολύ καλύτερα μετά, είπε, η καρδιά της έμοιαζε πιο ανάλαφρη, κι ο κόσμος φαίνονταν λίγο πιο φωτεινός. Ίσως, απλά ίσως, το τέλος της ζωής της, να μπορούσε λίγο ακόμη να περιμένει.Παρέμεινα για ώρα πολλή ακίνητος, να την κοιτάω αμίλητος. Μπορούσα να διακρίνω καθαρά μια φλόγα ν’ ανάβει μες στα μάτια της και να τους χαρίζει το αλλοτινό τους χρώμα, και μια λάμψη ξεχωριστή να χρωματίζει με ζωή το απαλό της πρόσωπο, το όμορφο σαν... το όμορφο σαν... το απερίγραπτα όμορφό της πρόσωπο. Καθώς την έβλεπα να μεταμορφώνεται, εκεί μπροστά στα μάτια μου σκεφτόμουνα, θυμάμαι, με θαυμασμό, ότι εκείνο που συνέβηκε ήτανε το μεγαλύτερο θαύμα απ’ όλα. το ότι δηλαδή, εκεί που έκανε ο θάνατος παιχνίδι, ήρθε για να κερδίσει την παρτίδα η ζωή!


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το χαμόγελο

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.

Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.

Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της της ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.

«Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω...», επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: «Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς;» Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.

Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. «Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα,» σκεφτόταν, «Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...»

Η συνέχεια εδώ...