Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδιέξοδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδιέξοδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Αδιέξοδη ζωή

Κι αυτό παλιό. Δε θυμάμαι αν το ανέβασα εδώ ξανά. Αν ναι, ευκαιρία να το θυμηθείτε. Αν όχι, πάρε κόσμε ένα ακόμη τερατούργημά μου...

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ


Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αδιέξοδη Ζωή

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

υ.γ. παλιό και ξαναδουλεμένο

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Η Κυρία Μόνη

Θα βγει μόνη ετούτη τη νύχτα -μάλλον θα βγει μόνη Κι ετούτη τη νύχτα- αυτή με τον καλούλη, τον εαυτό της. Χρωματίζει μ’ ένα ελαφρύ κραγιόν τα χείλη, με μολύβι βάφει τους κύκλους γύρω απ’ τα χαραγμένα της μάτια. Όχι, δε βάζει μέικ απ, δεν της αρέσει. Έτσι κι αλλιώς δεν το χρειάζεται για να γίνει όμορφη, είναι ήδη. Παρατηρεί για μια στιγμή προσεκτικά, αλλά φευγαλέα, το είδωλό της στον καθρέφτη. Τα μακριά βαμμένα μαύρα μαλλιά, το χλωμό πρόσωπο, τα πράσινα μάτια που όταν χαμογελάνε φωτίζει η πλάση. Ναι, είναι όμορφη.
Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Όχι ένα συγκεκριμένο, απλά κάποιον. Κάποιον για να περάσει για λίγες ώρες καλά, ε, κι αν προκύψει και κάνα κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δεν το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, δεν είναι διψασμένη για σεξ, χορτασμένη είναι, αλλά όταν οι σειρήνες των αισθήσεων την καλούν, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν, καθόλου δεν αντιστέκεται. Θα ήταν ανθυγιεινό κάτι τέτοιο.
Όσο για αγάπες κι έρωτες, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχει καθόλου χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε θέλει, όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά και με πάθος, αλλά να, οι άντρες στο τέλος-τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις, τα θέλω και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει, και έγινε η απόλυτη κυρίαρχος του εαυτού της και των αναγκών του.
Πάνε δύο σχεδόν χρόνια τώρα που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή κάποιο μόνιμο σύντροφο στη ζωή της κι η αλήθεια είναι -η πικρή αλήθεια είναι- ότι δε νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει αυτή η ασύδοτη ερωτική ελευθερία, να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε, λέει.
Συνήθως -όχι απόψε, όμως- βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες, συνάδελφούς της απ’ τη δουλειά, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, καταφέρνει και βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της εξαιρετικής της ομορφιάς, αλλά κι επειδή είναι ευγενική, πρόσχαρη και ανοικτή σε όλα. προσόντα που την κάνουν πολύ ελκυστική. Όσο όμως κι αν προκαλεί το θαυμασμό στους άντρες, άλλο τόσο τους τρομάζει. Δε μοιάζει με καμιά συνηθισμένη γυναίκα, τουλάχιστον απ’ αυτές που οι ίδιοι γνωρίζουν. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό και να διαβάσουν τις σκέψεις της. Πολλές φορές την παρατηρούν καθώς χάνεται κάπου μέσα της, κι ολότελα ξεχνιέται, και δεν ξέρουν πώς να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δύο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Τους μιλά, τους ακούει, πολλές φορές τους χαρίζει κάποιες στιγμές ηδονής, αλλά πέρα απ’ αυτά τίποτα. Έτσι, κι αλλιώς, όλα τα ξεχνάει μετά. Οι άντρες είναι τα πιόνια της. Οι δικές της συσκευές ηδονής. Τους χρειάζεται μα δεν τους θέλει. Γίνεται γι’ αυτούς η καλύτερη φίλη, η πιο τρυφερή ερωμένη, μα μετά τους διαγράφει με μια μονοκοντυλιά. Πάντα! Πάντα κάπου αλλού το μυαλό της ταξιδεύει.Θα βγει, λοιπόν, απόψε μόνη. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον, δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα ξημερώσει; Μα, ακριβώς ό,τι θέλει αυτή. αφού είναι κυρία του εαυτού της. Κυρία και μόνη. Η κυρία Μόνη.

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Εμείς οι σκλάβοι

“Ζηλεύω τους ανθρώπους που αγαπάνε”,
μου είπε κάποια μέρα.
Κι εγώ, μα δε μένει πια καιρός.
Ο χρόνος τρέχει…
κι εμείς μαζί του τα δόλια ανθρωπάκια!
Εκεί που ψάχναμε την αγάπη σ’ ένα βλέμμα
σ’ ένα φιλί σ’ ένα χάδι
τώρα την αναζητούμε στην οθόνη του υπολογιστή.
Εκεί που βρίσκαμε τη χαρά
τώρα δεν βρίσκουμε παρά την
ψευδαίσθησή της.
Έχουμε γίνει πια πολύ δειλοί
φοβόμαστε να ζήσουμε να γελάσουμε
να αγαπήσουμε φοβόμαστε πως κάθε
χαρά θα ακολουθήσει ένα νέο δάκρυ.
Κι εκείνοι οι λίγοι οι αληθινοί που ξέρουν ακόμη
να ζουν να αγαπούν κλείνονται στα γκέτο
της καρδιάς τους και χαίρονται στη μοναξιά
τις αλήθειες τις μεγάλες που εμείς
οι σκλάβοι του χρόνου και του χρήματος
έχουμε πια ξεχάσει.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Όταν προδόθηκες


Είδα στα μάτια σου τη λάμψη
εκείνη που όλοι αποκαλούσαν του
θανάτου και που μόνο εγώ ο
δόλιος τόλμησα να αποκαλέσω
του ονείρου.
Κι εκείνη τη νυχτιά μιλήσαμε
δίχως ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη
αφού όλα είχαν μέσα από τα βλέμματά
μας ειπωθεί.
Σε κοίταζα με αληθινή προσήλωση
και σε είδα να φεύγεις για αλλού
για κάπου μακριά από κείνο που
μέχρι χθες θεωρούσες ευτυχία.
Κατάλαβες κάπως αργά πως η ζωή
δεν είναι για να σπαταλιέται για
τα πολλά κι ασήμαντα και
θέλησες να βρεις διέξοδο μέσα
απ’ τη φλόγα των ματιών σου.
Σε ένιωσα αλλά δε μίλησα μα
σαν προδόθηκες δεν άντεξα και
γέλασα με την καρδιά μου…

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το χαμόγελο

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.

Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.

Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της της ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.

«Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω...», επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: «Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς;» Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.

Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. «Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα,» σκεφτόταν, «Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...»

Η συνέχεια εδώ...

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Αδιέξοδα

Θα ’βγαινε μόνη ετούτη τη νύχτα, αυτή με τον εαυτό της. Βάφει λίγο τα χείλη, βάζει μολύβι πάνω στους κύκλους των χαραγμένων ματιών.
Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Κάποιον για να περάσει καλά, ε, κι αν προκύψει κι ένα καλό κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δε το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν.
Όσο για αγάπες κι έρωτες δεν έχει χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά, αλλά να, οι άντρες στο τέλος τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει!

Πέρασαν δύο σχεδόν χρόνια που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή μόνιμο σύντροφο στη ζωή της και η αλήθεια είναι ότι δεν νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε.
Συνήθως βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες απ’ τη δουλειά και όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Όχι, δε θα λέγαμε ότι είναι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά είναι ευγενική και πρόσχαρη και γι’ αυτό ελκυστική. Την ίδια ώρα, όμως, τρομάζει τους άντρες, αφού δε μοιάζει καθόλου με μία συνηθισμένη γυναίκα. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό της και να δουν τι σκέφτεται. Πολλές φορές την παρατηρούν να χάνεται κάπου μέσα της και δεν ξέρουν πως να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δυο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Πορεύεται στη ζωή τυφλή.

Θα βγει μόνη, λοιπόν, απόψε. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα γίνει όμως με το μικρό δειλό ανθρωπάκο που την παρακολουθεί στενά και που δεν τόλμησε ποτέ να της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του;