Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποκόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποκόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Το λίγο και το λίγο



Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν.
Όπως κι ο χρόνος.
Όπως κι οι περισσότερες αναμνήσεις.
Τίποτα δεν μένει; θα με ρωτήσετε.
Η αλήθεια είναι ότι δεν μένουν και πολλά.
Αυτά τα λίγα όμως αξίζουν κάτι.
Και κάτι παραπάνω.
Εννοώ τις εικόνες και τους ήχους φυσικά,
Τις γεύσεις και τις μυρωδιές,
Τις σιωπές και τις λέξεις.
Τον πλούτο των αισθήσεων και των συναισθημάτων.
Από τη μέρα που γεννιόμαστε
Μέχρι κι αυτή που πεθαίνουμε
Όλοι ψάχνουμε κάτι.
Κι αυτό το κάτι είναι ουσιαστικά το τίποτα.
Πολλές φορές, ούτε ακόμη κι αυτό, το ταξίδι, δεν έχει σημασία.
Εκείνο που μετρά είναι με ποιους το μοιραζόμαστε.
Κι αν τυγχάνει να είμαστε μονάχοι αυτό δεν
Πάει ακριβώς να πει ότι είμαστε μόνοι.
Απλά σημαίνει ότι ζούμε την κάθε εμπειρία με τρόπο
Αλλιώτικο, πιο βαθύ ίσως. Ίσως…
Το τι ζήσαμε μετρά λίγο. Το τι θα ζήσουμε λίγο ακόμη.
Τα δυο πιο πάνω μαζί μπορεί και ν' αξίζουν μια ζωή.
Μια ζωή που υπήρξε ολόδική μας…

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ. 
 

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Η ζωή είναι κόκκινη



Ο χρόνος τρέχει όταν τρέχεις
Κι όταν σταματάς σταματά κι αυτός.
Αντανάκλαση στην ακινησία σου,
Προπομπός της κατάθλιψης που ακολουθεί το κενό.
Οι λέξεις πασκίζουν μα δεν δραπετεύουν.
Το κλουβί δεν είναι φτιαγμένο από αυτές
Αλλά από γεγονότα και μη.
Το καθετί που συμβαίνει έχει τον αντίκτυπό του.
Τα θέλω μας δεν είναι πάντα τα είναι
Και τα είναι μας δεν είναι τα πάντα.
Η ζωή, λένε, είναι και άσπρη και μαύρη.
Εγώ λέω ότι είναι κόκκινη -
Οι παραλλαγές του κόκκινου την ορίζουν.
Άλλοτε πιο αλαφριά μπογιατισμένη,
Κάποτε πιο μουντή, σχεδόν καφέ, συννεφιασμένη.
Όταν τρέχεις δεν μπορείς να διακρίνεις
Τις πραγματικές της αποχρώσεις,
Κι όταν σταματάς δεν θέλεις να το κάνεις.
Τα γιατί γνωστά,
Και τα ερωτήματα ουσιαστικά ανούσια.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Τρεις λέξεις


«Όταν φεύγεις είναι σαν να πεθαίνεις λίγο»,
Έγραψε η Μαργαρίτα Καραπάνου.
Και συμφωνώ μαζί της.
Και, φυσικά, διαφωνώ μαζί της.
Η φυγή είναι άλλοτε πόνος,
Άλλοτε λύτρωση,
Κι άλλοτε απλά μια λέξη.
Εξαρτάται πάντα από το τι αφήνεις πίσω σου,
Από ποιον και ποιαν αφήνεις πίσω σου φεύγοντας:
Μιαν αγάπη, δυο δουλειές, τρεις φίλους;
Μισή ή ολόκληρη ζωή;
Και εξαρτάται σχεδόν πάντα από το σε ποιον
Θα πεις τις τρεις τις μαγικές τις λέξεις:
«Θα μου λείψεις».
Αν δεν τις πεις σε κανένα αυτό πάει να πει ότι
Ποτέ δεν ανήκες εκεί.
Αν τις πεις σε πολλούς σημαίνει πως
Δεν τις εννοείς.
Αν τις πεις σε λίγους ίσως
Να είσαι ειλικρινής.
Αν τις πεις σε μια και μοναδική ψυχή,
Τότε…
Τότε αγάπησες τυφλά, με πάθος περισσό,
Και για ν’ αποφασίσεις να φύγεις
Είναι ξεκάθαρο
Ότι έπεσες απ’ του έρωτα τα σύννεφα,
Στων μαύρων σκυλιών την αγκαλιά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Της ζωής το ποτάμι


Έτσι είναι η ζωή. Κυλάει σαν ποτάμι. Στην αρχή κυλάει αργά, έπειτα γίνεται χείμαρρος, καταρράκτης. Μαργαρίτα Καραπάνου

Έτσι είναι όντως η ζωή; αναρωτιόταν.
Ακριβώς έτσι;
Κι αν ναι, γιατί όχι γι’ αυτήν;
Γιατί παρέμεινε στο πέρασμα των χρόνων
Και παραμένει ακόμη, ένα γαλήνιο ποτάμι,
Ούτε καν ποτάμι παρά ένα ρυάκι;
Ήθελε να γνωρίσει την άλλη της πλευρά,
Την πιο άγρια, τη συναρπαστική,
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ τάχατες αυτό;
Είμαι αιχμάλωτη του είναι μου, σκεφτόταν.
Και ήταν.
Ποτέ της δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’
Τα μονοπάτια της εκ των άνωθεν επιβεβλημένης σιγουριάς,
Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει
Τη φωνή της να ΑΚΟΥΣΤΕΙ.
Ποτέ…
Και τώρα ζει καθημερινά τα ίδια και τα ίδια,
Κόβει βόλτες κατ’ επανάληψη στα αδιέξοδά της.
Και οργίζεται σιωπηλά και σκέφτεται ότι,
Αν εκραγώ κάποια μέρα θα θρηνήσουνε πολλά θύματα.
Θα θρηνήσουνε αφού, αν εκραγεί, μετά
Δεν θα έχει άλλη επιλογή από το
Να τα παρατήσει όλα και να φύγει,
Από το να μετατρέψει το ρυάκι της σε χείμαρρο
Και καταρράκτη και να ξεχυθεί ορμητικά εκεί έξω,
Κατακλύζοντας τον κόσμο με την όμορφη
Πλην καταπιεσμένη και καταφρονημένη μέχρι τώρα
Παρουσία της.
Αν εκραγεί…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ματαιότης


Προσπαθώ να φτιάξω το ολόγραμμα
Του μελλοντικού εαυτού μου
Αλλά μου βγαίνει θολό
Σχεδόν σαν ένα όνειρο της μέρας που
Διαλύεται στο πρώτο φύσημα του
Ανέμου μιας ζεστής νύχτας.
Σκέφτομαι, κοιτώ μπροστά, σχεδιάζω,
Επιστρέφω στο σήμερα απογοητευμένος
Αλλά έχοντας κάθε φορά επίγνωση:
Δεν θα αλλάξω ποτέ,
Όχι όσο το επιδιώκω.
Η αλλαγή είναι εύκολη μόνο στα λόγια.
Οι εξωτερικές συνθήκες διαφοροποιούνται συχνά
Αλλάζουν δέρμα και υφή αλλά
Οι εσωτερικές παραμένουν πάντα οι ίδιες.
Λες:
Δεν είμαι λυπημένος επειδή είμαι μονάχος
Είμαι μονάχος επειδή είμαι λυπημένος.
Κι αυτή η λύπη μοιάζει ανίκητη.
Αναζητώ αυτό που δεν μπορώ να βρω,
Βρίσκω αυτό που δεν αναζητώ,
Της ζωής μου η ιστορία εν συντομία,
Αλλά και της κάθε ζωής.
Ξανά και ξανά λέω τα ίδια λόγια
Σε διαφορετικούς ανθρώπους,
Ξανά και ξανά ακούω τα ίδια λόγια,
Από διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο κύκλος της ζωής;
Η ζωή δεν κινείται σε κύκλους,
Αλλά ανάλογα με το άτομο ακολουθεί
Εντελώς διαφορετικές πορείες:
Πάνω, κάτω και ζιγκ-ζαγκ και η σκέψη
Ότι θα μπορούσε κανείς να της
Αλλάξει φορά παραμένει μονάχα αυτό:
Μια σκέψη.
Η ζωή γράφει τους κανόνες,
Αυτή τους εφαρμόζει.
Κι η κάθε προσπάθεια για ανατροπή τους
Αποδεικνύεται μάταιη.
Όπως κι η ζωή η ίδια,
Θα προσέθεται κάποιος απαισιόδοξος.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Οι χαμένες στιγμές


…Οι αμέτρητες.
Αυτές που χαραμίσαμε στο τίποτα
Και στο πουθενά,
Αυτές που ποτέ πίσω δεν θα γυρίσουν,
Και που τόσο στο πέρασμα του χρόνου θα μας λείψουν.
Αυτές που δεν χαρήκαμε,
Αφού ήμασταν πολύ απασχολημένοι κυνηγώντας
Το χρήμα, τη φήμη, την υστεροφημία.
Ποτέ δεν καταλάβαμε ότι για μας είναι ήδη αργά,
Και πώς αύριο θα είναι ακόμη αργότερα.
Δεν καβαλήσαμε ποτέ εκείνη τη μοτοσικλέτα που θέλαμε,
Δεν ταξιδέψαμε στα νησιά των ονείρων μας,
Δεν γνωρίσαμε τους ανθρώπους που θα μπορούσαν
Να μας δώσουν κάτι και να πάρουν κάτι από μας.
Πάντα σκεφτόμασταν το αύριο
Και παντοτινά μας ξέφευγε το σήμερα.
Και τα χρόνια περνούσαν
Και τα χρόνια πέρασαν.
Και συνεχίζουμε να έχουμε τα θέλω μας
Και εξακολουθούμε να εκφράζουμε τα θα μας.
Αλλά κι αυτά ακόμη τα θέλω και τα θα
Μένουν ανικανοποίητα, λειψά.
Αφού δεν ξέρουμε, ίσως να μη μάθαμε ποτέ,
Πώς να χαμογελάμε πλατιά,
Κι οι ανάσες μας πλέον θυμίζουν
Όλα αυτά που χάσαμε.
Το δίδαγμα;
Δίδαγμα δεν υπάρχει.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα πια είναι
Μια σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια
Ώστε οι στιγμές που μας απομένουν να
Ντυθούν της χαράς τα χρώματα.
Άλλο τίποτα.



Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Τ' όνομά της είναι Θλίψη


Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Το τίποτα


Να σκέφτεσαι αποσπασματικά…
Να κυνηγάς τις εικόνες απεγνωσμένα
Και να τις πιάνεις στον ύπνο… σου…
Να πνίγεσαι μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό
Που εσύ ο ίδιος έχεις γεμίσει…
Να εκνευρίζεσαι με όλους και με όλα
Μα πάνω πιότερο με σένα τον ίδιο…
Να λες: θα κάνω αυτό και θα κάνω εκείνο
Μα να μην…
Να δίνεις υποσχέσεις στον εαυτό σου
Μάταια…
Να κλείνεις τα μάτια με οργή και θλίψη
Να τ’ ανοίγεις με θλίψη και οργή…
Πάντα να χαμογελάς και
Να χαμογελάς ψεύτικα…
Αλλά και να λες πάντα αυτά που σκέφτεσαι
Κι όχι εκείνα που θέλουν ν’ ακούσουν οι άλλοι…
Να ζεις με τους δικούς σου κανόνες
Κι ας σε σκοτώνουν…
Να είσαι πιστός στους φίλους σου
Και όχι στην ιδέα της φιλίας…
Να ξέρεις να σιωπάς και να ακούς
Για να μάθεις να μιλάς με μέτρο…
Να μην υποκρίνεσαι ποτέ
Και να πληρώνεις μ’ ευχαρίστηση το τίμημα…
Να χτυπάς το κεφάλι στον τοίχο
Όχι μέχρι να ματώσει αυτό
Μα μέχρι να πέσει εκείνος…
Να γίνεσαι σύμμαχος με τους δαίμονές σου
Αυτούς που δεν σ’ αφήνουν στιγμή να ησυχάσεις…
Και ν’ αναγνωρίζεις το δικό σου τίποτα
Σαν κάτι παραπάνω….

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Εφιάλτης

Ακούω να αλυχτούν και πάλι τα σκυλιά του πολέμου
Βλέπω χιλιάδες ανθρώπους να κινούν για τη μάχη
Ακούω κανονιοβολισμούς, πυροβολισμούς και εκρήξεις
Βλέπω τ’ αδέλφια να σκοτώνουν και πάλι αδέλφια
Ακούω διαόλων φωνές να διατάζουν «σκοτώστε»
Βλέπω τα χωράφια σπαρμένα με κουφάρια
Ακούω αεροπλάνα να σφυρίζουν το θάνατο
Βλέπω τα ποτάμια να πλημμυρίζουν με αίμα
Ακούω μια κόρη να θρηνεί τον κύρη
Βλέπω μιας μάνας τα σωθικά να ξεσκίζει μαχαίρι
Ακούω των νεκρών τις ψυχές να ουρλιάζουν τριγύρω
Βλέπω τα κοράκια να στήνουν χορό για των ανθρώπων την τρέλα
Ακούω τις ανάσες αφηνιασμένων αλόγων
Βλέπω τέσσερις καβαλάρηδες που στάζουνε αίμα
Ακούω κάποιον να μου κτυπάει την πόρτα
Βλέπω το χάρο την αγκαλιά του ν’ ανοίγει για μένα
«Πάρε με μαζί σου γέροντα. Το χρέος μου έχει τελέψει»
Του λέω και σβήνω.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Έκλεισα τα μάτια και είδα

Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα νεαρό να περπατά στο δάσος στάζοντας αίμα,
και γύρω του μιλιούνια ανθρώπους να αργοπεθαίνουν.
Ρώτησα το γέροντα ποιος ήτανε
«Ο έρωτας», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα άγριο θεριό
να διαβαίνει βιαστικά μέσα
από το δάσος των ψυχών σκορπίζοντας
στάχτη,
και πίσω του μιλιούνια ανθρώπους με πάθος να το κυνηγάνε.
Ρώτησα το γέροντα τι ήταν.
«Το χρήμα», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
μια γυναίκα με πρόσωπο από μετάξι
να διασχίζει με αργόσυρτο βήμα
το δάσος του πόνου,
και να χύνει δάκρυα φτιαγμένα
απ’ όλου του κόσμου το αίμα.
Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν.
«Η ψυχή μας», μου αποκρίθηκε.

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Τα χρυσά κλουβιά του μέλλοντος

Ώρες –ώρες νιώθω ότι είναι ο φόβος
Που ορίζει την κάθε μας κίνηση.
Αυτός αποφασίζει για όλα.
Μας δείχνει ή μας κρύβει το δρόμο
Μας κλέβει στιγμές απ’ τη ζωή.
Τι κι αν;
Ρωτάμε ξανά και ξανά και
Αρνιόμαστε πεισματικά να πάρουμε ρίσκα
Αφού το άγνωστο πολύ μας τρομάζει.
Ωστόσο σ’ αυτό το άγνωστο ίσως να κρύβεται
-όχι ίσως, εκείνη είναι κρυμμένη-
Όλης της πλάσης η ουσία.
Μια ουσία που αδυνατούμε να συλλάβουμε
Θεόκλειστοι καθώς είμαστε μέσα στα χρυσά
Κλουβιά του ασφαλούς μας μέλλοντος.
Ένα βήμα, μία λέξη, μια αγκαλιά,
Αυτή είναι συνήθως η απόσταση που μας χωρίζει
Απ’ το αλλιώτικο, απ’ το καλύτερο που πάντα ζητούμε
(ένα βήμα που δεν κάνουμε, μια λέξη που δεν λέμε, μια αγκαλιά που δεν χαρίζουμε)
Μα που δεν μπορούμε να πλησιάσουμε
Αφού μας είναι αδύνατον να κόψουμε τα
Δεσμά της συνήθειας που μας καθηλώνουν.
Τι κι αν;
Επιμένουμε να ρωτάμε
Καθώς η ζωή
-σαν τον χρόνο-
Συνεχίζει να κυλά και να χάνεται.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

‘Ερμαν Έσσε – Σκέψεις

...Εκείνοι ακριβώς που τρέμουν μπροστά στο καθετί που τους φαίνεται σαν μια τραγωδία καταστρέφονται από εκείνα τα πράγματα που δεν τράβηξαν ποτέ την προσοχή τους.

Αυτά που πραγματικά μας ανήκουν είναι εκείνα που δεν βλέπουμε και μόλις γνωρίζουμε.

Κανένας δεν ονειρεύεται τα πράγματα που δεν τον απασχολούν.

Ο νους μας είναι ικανός να πάει πέρα από τη διαχωριστική γραμμή που του έχουμε θέσει.

Η πραγματικότητα είναι η λάμψη της αστραπής που τρέμει φυλακισμένη σε κάθε πέτρα.

Εκτιμώ πολύ περισσότερο αυτόν που είναι έτοιμος να δοθεί ολόκληρος στα πιο αφελή ιδανικά στον κόσμο από αυτόν που μπορεί να μιλάει ευφυώς για σκοπούς και ιδανικά αλλά είναι ανίκανος να κάνει την παραμικρή θυσία για οποιοδήποτε απ’ αυτά τα ιδανικά.

Είναι εύκολο να υποτιμάει κανείς τον πόνο των άλλων. Είναι ακόμη πιο εύκολο το να υπερεκτιμάει την ευτυχία των άλλων.

Η αρχή όλης της τέχνης είναι η αγάπη. Η αξία και το πεδίο δράσης κάθε τέχνης αποφασίζεται από το πόση ικανότητα έχει ο καλλιτέχνης γι’ αγάπη.

Το ν’ αγκαλιάσει κανείς μια γυναίκα ή το να γράψει ένα ποίημα είναι ένα και το αυτό.

Το όνειρο είναι ένα άνοιγμα από το οποίο μπορείτε να δείτε μέσα στην ψυχή σας, και ό,τι περιέχει η ψυχή σας είναι ο κόσμος, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Μετάφραση: Νανά Ησαϊα. Εκδόσεις Νεφέλη 1997

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Στα όρια της σιωπής

Πόσα πρόσωπα να έχει τάχατες η θλίψη;
Πόσες αλήθειες μπορούν να κρυφτούν στα στεγανά της σιωπής;
Πόσο μπορεί ο πόνος του ενός να μοιάζει με του άλλου;
Από τι τρέχουμε πάντα για να κρυφτούμε;
Και τι να προλάβουμε;
Πώς μπορεί να το δικό σου σωστό να μην είναι και δικό μου;
Γιατί έχουμε πάντα έτοιμες τις απαντήσεις
στις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν μας έθεσε;
Είναι το σκοτάδι που φοβόμαστε πιότερο ή το φως;
(το φως που αναδεικνύει τους φόβους μας)
Πότε ήταν η τελευταία φορά που τολμήσαμε να
κοιτάξουμε τον εαυτό μας κατάματα;
Και πότε για στερνή φορά ομολογήσαμε κάποιο λάθος;
Οδηγηθήκαμε ποτέ στα όρια της σιωπής
ή
πάντοτε μέσα σε λέξεις περιττές αναζητούσαμε
τη χαμένη ουσία μας;

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Απολογισμός

…Οι μέρες περνούσαν γρήγορα ή αργά, σαν όλα, σαν τίποτα. Λέγαμε λόγια του αέρα, στον αέρα. Φλερτάραμε με τα μάτια, καιγόμασταν με τις σιωπές. Ο ουρανός νωχελικά δάκρυζε, αλλά εμείς ακούγαμε ύμνο κι όχι θρήνο, το τραγούδι της λήθης. Καθόμασταν στο χαλί, μπροστά στο τζάκι και πίναμε Μπύρα της Αρκούδας, κι έπειτα σηκωνόμασταν και ξανακαθόμασταν και πίναμε ξανά την ίδια μπύρα. Οι φλόγες χόρευαν, τα μάτια έλαμπαν, η σιγή βασίλευε. Θυμόμασταν υποσυνείδητα, ζούσαμε υποσυνείδητα, το χρόνο που πέρασε, το χρόνο που περνούσε. Το βασίλειο της ακινησίας! Κι έπειτα, ζωή ξανά, πεταγόμασταν πάνω και χορεύαμε τραγούδια ανήκουστα, με θύμισες παγανιστικές, βγαίναμε έξω και ουρλιάζαμε στ’ αστέρια την απελπισία που δεν ήταν δική μας, μεθούσαμε από χαρά, χαρά που δεν ήταν εκεί. Ζούσαμε σα μέσα σ’ ένα όνειρο, ζούσαμε μέσα σε μια μέθη, ζούσαμε……Και μετά τα χρόνια πέρασαν, ξεχάσαμε τη λήθη μας και κινήσαμε για άλλους ουρανούς, όπου όλα ήταν «εντάξει», όλα «σωστά» και «καθώς πρέπει», όπου η ζωή ήταν παρωδία. Έτσι, αναπόφευκτα, κάποτε αρχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά, να θυμόμαστε αυτά, που ζήσαμε, το όμορφα περασμένα, τις γεύσεις που απολαύσαμε, τους ρυθμούς και τις μουσικές που ρουφήξαμε, τα όμορφα παλιά της νεκρής μας νιότης, τότε που ήμασταν νεκροί, στα μάτια των άλλων νεκροί. Θέλαμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά ο χρόνος μας έχει στερήσει κάτι, τη δυνατότητα να ζούμε και να πεθαίνουμε κάθε μέρα……Από τότε θρηνούμε δίνοντας χρώματα στις αναμνήσεις. Από τότε ζητούμε σανίδες σωτηρίας. Από τότε, αναπολούμε το τότε…

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Της μοναξιάς

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…
υ.γ. Παλιό το κείμενο αλλά εικόνες και σκέψεις σαν κι αυτές δεν αλλάζουν ποτέ

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Το ψεύτικο χαμόγελο

Ξεθαμμένο κι αυτό απ’ τα συρτάρια του χρόνου

Φόρεσε το ψεύτικο χαμόγελό της και κίνησε για την πόλη.
Σάββατο βράδυ κι οι σκιές πληθύνανε.
Βρήκε τις φίλες, έφαγαν, μίλησαν, πήγαν στους φίλους.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό και χορό
Μέχρι τελικής πτώσης – όπως πάντα.
Τα είπαν, τα ήπιαν και χόρεψαν με τα ξέκωλά τους
Πάνω στα φθαρμένα τραπέζια ενώ οι
Ματάκηδες κρατούσαν τσίλιες.
Και σαν όλα τέλειωσαν πήρε ο καθείς το δρόμο του.
Άλλοι προς τα κρεβάτια του έρωτα
Άλλοι προς τα δωμάτια της συνήθειας
Κι άλλοι προς εξόντωση κάθε πετούμενου στον ουρανό.
Εκείνη τράβηξε προς την κάμαρα της μοναξιάς
Έβγαλε τη μάσκα χαμογέλιου και
Βούλιαξε στο κρεβάτι των δακρύων.
Βαρύ πράμα η μοναξιά και θάνατος η συνήθεια,
Κι αυτή μάταια περιμένει το καλύτερο αύριο που
Μάλλον ποτέ δε θα ’ρθει.
Είναι Σάββατο βράδυ και πάλι και οι σκιές
Παίρνουν αβίαστα να πληθαίνουν.
Σε λίγο θα φορέσει το ψεύτικο χαμόγελό της
Και θα κινήσει για την πόλη.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Αναμνήσεις ΙΙ

Αυτό το «αχαρακτήριστο» κείμενο γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1995 στην Ελούντα (είδες τα σημειωματάρια;). Το αποκαλώ «αχαρακτήριστο» αφού δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς.

Κάθομαι στο πάρκο σχεδιάζοντας τις αναμνήσεις του αύριο.
Ο ήλιος, πήρε κι αυτός αναβολή, αλλά το σκοτάδι που απλώνεται τριγύρω είναι διάφανο.
Η καμπάνα κτυπά για τις ώρες που πέρασαν και γι’ αυτούς που δεν ήρθαν.
Τα παιδιά, στην παιδική χαρά γιορτάζουν το σήμερα, το αυριανό χθες.
Ο σκύλος κυνηγά το λουρί του που συνοδεύει μια γυναίκα προς την έξοδο.
Η εφημερίδα παρατημένη στο παγκάκι φωνάζει ότι κάποτε υπήρξε.
Τα κοράκια ψάχνουν το νωπό νόστιμο κρέας σε πεδία μαχών, που ακόμη δεν στήθηκαν.
Τα γεράκια ετοιμάζονται να τα στήσουν.
Το κοριτσάκι με την κούκλα διαβάζει για χιλιοστή φορά το γράμμα χωρίς αποστολέα.
Κι εγώ, κάθομαι ακόμη στο πάρκο και σχεδιάζω τις αναμνήσεις του αύριο.
Η εικόνα παρμένη από εδώ...

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Αναμνήσεις Ι

Ξεφυλλίζοντας τα τετράδια του χθες μου βρίσκω αποκόμματα μιας ζωής ξεχασμένης. Και με μεγάλη έκπληξη ανακαλύπτω πόσο λίγο άλλαξα στο πέρασμα του χρόνου. Ωρίμασα λίγο, έγινα λίγο πιο σκληρός, αλλά κατά βάθος έμεινα ο ίδιος «παρανοϊκός» (όπως έλεγα) που πάντα ήμουνα. Πάντα για τις ψυχές και τις φυγές έγραφα, πάντα για τα ταξίδια, και πάντα -μα πάντα- αμπελοφιλοσοφούσα. Ιδού ένα δείγμα από το άδοξο παρελθόν μου (από το 1995 νομίζω):

Ψάχνεις τη χαμένη ευκαιρία χωρίς να σκέφτεσαι ότι
Αφού είναι χαμένη είναι αδύνατον να βρεθεί.
Κάνεις μεγάλα σχέδια για το μέλλον ενώ δεν ξέρεις καν
Αν αύριο θα ξημερώσει και για σένα.
Προδίδεις όλα στα όποια κάποτε πίστευες
Για να πας μπροστά με την όπισθεν.
Καταδίδεις τον εαυτό σου στην Αστυνομία του Νου
Που ονομάζουν «πρέπει».
Τρέχεις σαν τρελός να προλάβεις τα πάντα και
Χάνεις τη ζωή την οποία ήδη προσπέρασες.
Αγωνίζεσαι για το καλύτερο αύριο που
Μεθαύριο θα είναι χθες.
Κάνεις πολυεθνικά όνειρα σε ασπρόμαυρο φόντο ενώ
Ζεις μέσα σε ιριδίζοντα χρώματα που δεν βλέπεις.
Παραδίδεσαι σε πάθη που δεν είναι δικά σου και τα οποία
Ποτέ δε θα νιώσεις στ’ αλήθεια.
Παραδέχεσαι τα λάθη σου κι ας είναι
Λάθη υιοθετημένα.
Τι θα έλεγες -έτσι γι’ αλλαγή- ν’ αρχίσεις να ζεις;

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Σκέψεις

Είναι όντως η νύχτα
η μεγάλη αδελφή των ψυχών
μια και μονάχα μες στο σιωπηλό
σκοτάδι μπορώ να εκφράσω τις σκέψεις μου.
Η νύχτα το σκοτάδι με αφήνουν
να παραδεχτώ τα λάθη μου με ωθούν
να απολογηθώ για τις πληγές που άνοιξα
με οδηγούν με γαλήνια ανησυχία
στο δρόμο της αυτογνωσίας.
Δεν είναι λίγο πράγμα να φτάνεις
στο σημείο που να μπορείς να
ομολογείς ανοικτά στους άλλους και
στον εαυτό σου ότι έφταιξες
ότι υπήρξες άθλιος και ίσως
άθελά σου υποκριτής ότι
έκανες την αγάπη που είχες μέσα σου
θηλιά και προσπάθησες να πνίξεις
ό,τι αγαπούσες…
Δεν είναι τ’ αστέρια που χαρίζουν
ομορφιά στη νύχτα αλλά η νύχτα
που τονίζει την ομορφιά των αστεριών!
Γραμμένο πριν εφτά χρόνια...

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Αποσιωπητικά...

Και να που στη ζωή μου έγινες
αναγκαίο καλό.
Όλα άρχισαν μ’ ένα κείμενο δικό μου παλιό
που διάβασες
κι ένα μήνυμα που μου έστειλες μετά,
και τη δική μου απάντηση.
Πολλά μηνύματα θ’ ακολουθούσαν:
Ερωτήσεις, απαντήσεις, απορίες, επισημάνσεις.
Και ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα,
όλο και πιο κοντά μου θα σ’ ένιωθα.
«Με καταλαβαίνει!» ψιθύριζα θαυμαστικά
στον εαυτό μου κάθε που μου έγραφες,
«και την καταλαβαίνω!» πρόσθετα με απορία,
κάθε που σου έγραφα εγώ.
Πόσο πολύ μου άρεσε και μου αρέσει ακόμη
αυτή η επικοινωνία μας είναι δύσκολο να πω,
αδύνατον με λόγια απλά να περιγράψω.
Με κάθε μήνυμά σου με κάνεις λίγο πιο πλούσιο,
με κάθε ερώτησή σου μ’ αναγκάζεις
όλο και πιο βαθιά στο μέσα μου να καταδυθώ.
«Μόνο σε σένα μιλώ,» μονολογούσα τις προάλλες,
«μονάχα εσύ ξέρεις να με ακούεις,» έλεγα με χαμόγελο
και μια δόση πικρίας.
Ναι, μονάχα εσύ διακρίνεις τις αλήθειες μου,
Και γι’ αυτό την τύχη μου ευλογώ...