Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Τ' όνομά της είναι Θλίψη


Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Ο Αγαπητικός της Γης

Το πιο κάτω σύντομο διήγημα το έγραψα μόλις μισή ώρα πριν και είναι ήδη ένα από τα λίγα αγαπημένα μου. Θέλει δουλειά ακόμη, αλλά κι έτσι "φτωχό" μου αρέσει...


Παράξενος άνθρωπος έγινε ο Χαραλάμπης τώρα που γέρασε. Ή, μάλλον παράξενος πάντα ήτανε, αλλά να, τώρα κάπου το παρατραβά. Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, από τότε που έπαψαν τα πόδια του να τον στηρίζουν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλλιεργεί τη γη, άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσθυμος, όλο και πιο απόμακρος, να τα βάζει με όλους και με όλα.
Δεν είναι πώς έχασε τα χωράφια και τα δέντρα του -όχι, όλα τα έχει- είναι που δεν μπορεί πια να τα φροντίζει ο ίδιος, είναι που δεν έχει τις δυνάμεις να πιάσει την τσάπα και να δουλέψει, είναι που μιλά σ’ αυτιά κουφών, κοιτώντας σε μάτια τυφλών.
Τι λέει; Για τη γη μιλάει. Τη σκοτώνουμε τη γη μας, την εγκαταλείπουμε! μονολογεί στον καφενέ πρωί και νύχτα και πού και πού δακρύζει. Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς που δεν την καλλιεργούμε πια. Εμείς που δε χαράζουμε με τ’ αλέτρια το χώμα για ν’ αναπνεύσει. Γι’ αυτό δεν βρέχει.
Αυτά λέει, κι άλλα πολλά, κι οι περισσότεροι τον κοιτούνε λυπημένα, κι οι λίγοι με αμίλητη συγκατάβαση. Πάει, τρελάθηκε ο Χαραλάμπης! σκέφτονται, μα δεν το λένε. Τον σέβονται ακόμα. Όπως τον σέβονταν από πάντα. Αφού από μικρός πολύ ήτανε δουλευταράς και ντόμπρος άνθρωπος ο δόλιος, καλός, κι ανοικτοχέρης, πέρα από τα συνηθισμένα.
Πολλοί έφαγαν φαΐ απ’ το πιάτο του, πολλοί δέχτηκαν τη βοήθεια του χωρίς ποτέ να τη ζητήσουν, πολλοί τον παράτησαν όταν δεν είχαν πια την ανάγκη του. Αλλά, αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τίποτα, δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Ακόμη κι όταν έχασε την κυρά του απ’ την αρρώστια δεν βαρυγκώμησε – ήρθε η ώρα της, είπε και την αποχαιρέτησε τρυφερά, με τα γέρικά του μάτια δακρυσμένα, όπως της έπρεπε.
Μόνο για τη γη, λοιπόν, θρηνεί, για τον καθημερινό της θάνατο δακρύζει. Αλλά, κανείς δεν ακούει το μοιρολόι του. Ή, ίσως, μονάχα τα πουλιά. Μονάχα αυτά τα θαυμαστά πλάσματα του θεού τον καταλαβαίνουν, καθώς κάθε απόγιομα που πηγαίνει κούτσα-κούτσα, σ’ ένα απ’ τα χωράφια του και κάθεται -κρύβεται σχεδόν- στην κουφάλα μιας ελιάς γριάς σαν την ιστορία, αυτά μαζεύονται στα κλαδιά από πάνω του για να του χαρίσουν ένα τραγούδι, για να του πούνε ότι συμφωνούν μαζί του, για να του δώσουν κουράγιο να συνεχίσει για λίγο ακόμη να ζει.
Τότε θυμάται τα παλιά –όπως και σήμερα, όπως και τώρα. Θυμάται τα ρυάκια που ολόχρονα διέτρεχαν τη γη του. θυμάται τους αγώνες εκείνου και της κυράς του μες στη βροχή, για να σώσουν τα ζα τους απ’ την ορμή του μεγάλου ποταμού, που κατέβαινε ορμητικός κάθε χειμώνα. θυμάται τη μυρωδιά του χώματος – την αληθινή του μυρωδιά. θυμάται τις πολλές μικρές του καλλιέργειες: τις ντοματιές, τις αγγουριές, τις πιπεριές και τις κολοκυθιές του, τα μποστάνια με τα καρπούζια και τα ολόφρεσκα λάχανά του. Όλα τα θυμάται. Όλα όσα έχασε. Όλα όσα δε θα ξαναρθούνε.
Νιώθει την ανάσα του πού και πού να βγαίνει βαριά, άλλοτε ξεθυμασμένα. Νιώθει οργή και αγαλλίαση. Χαμογελά στο χθες, δακρύζει στο αύριο, το οποίο προβλέπει μαύρο. Ευτυχώς, σκέφτεται, ευτυχώς που δε θα προλάβω να το ζήσω. Τα δάκρυά του πέφτουν καυτά, χαράζοντας τα μονοπάτια τους μέσα από ρυτίδες σοφίας, ποτίζοντας το εδώ και καιρό διψασμένο χώμα με την ουσία του.
Αγγίζει τη γη, τη νιώθει. Ξερή είναι. Και στην επιφάνεια, αλλά και πιο βαθιά. Σκύβει πιο χαμηλά. Γέρνει. Ξαπλώνει κατάχαμα και μοιάζει να προσπαθεί ν’ αφουγκραστεί τις αναπνοές της μάνας. Δεν ακούει τίποτα. Συγχώρεσέ μας! της ψιθυρίζει, μα δεν περιμένει απάντηση. Να τους συγχωρέσει, γιατί;
Είναι βλάκες, μονολογεί, είναι αχάριστοι. Δεν βλέπουν, δεν εκτιμούν, δεν καταλαβαίνουν. Κακίζει τους άλλους. Τους κακίζει από μέσα του. Ως πότε; αναρωτιέται. Ως πότε θα συνεχίσει η γη να μας επιτρέπει να την καταστρέφουμε; Ως πότε θα αντέξει τα άχρηστα ανθρωπάκια, που είμαστε, να τη διαφεντεύουν; Ας ήτανε να σκιζότανε τώρα στα δύο. ας ήτανε να μας καταπόντιζε όλους με δυο κατακλυσμούς κι ένα σεισμό. ας ήτανε... Ω, καταραμένοι να ’μαστε...
Η οργή του τον πνίγει. Θέλει να φωνάξει, να βγάλει μια άναρθρη κραυγή μπας και ξυπνήσει τον κόσμο, θέλει να τους πάρει όλους με τα χαστούκια, να ρίξει μπουνιές με τους άρχοντες αυτού του κόσμου, αλλά του λείπουν οι δυνάμεις. Η φωνή του μετά βίας ακούγεται, με το ζόρι μπορεί και κρατεί στο χέρι του το μπαστούνι. πώς να γίνει απειλητικός; Ξόφλησε!
Πάει, Χαραλάμπη, έφαγες τα ψωμιά σου, είναι πια καιρός να φύγεις και ν’ αφήσεις τους άλλους να ζήσουν μέσα στα σκατά που τους κληρονόμησες, σκέφτεται κάθε τόσο και πικρά χαμογελά.
Εδώ κι εκατό σχεδόν χρόνια περπατάει πάνω σε τούτη τη γη, ο γέρος αγαπητικός της. Για εκατό χρόνια τη λάτρεψε με περίσσιο πάθος, με ιερή μανία, και παλιά ήτανε σίγουρος ότι έτσι θα τη λάτρευαν κι οι επόμενες γενιές, αυτές που θα ’ρχονταν, αυτές που δε θα γνώριζε. Να, όμως, που τα πράγματα άλλαξαν. Να, που η αγαπημένη του με κάθε λειψή ανάσα πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς τον αμετάκλητο προορισμό της, το θάνατο – όπως και κείνος.
Τουλάχιστον όταν πεθάνω θα με θάψουν μέσα σου! ψιθυρίζει στη μάνα και με πολύ δυσκολία σηκώνεται από χάμω, ακουμπάει στο μπαστούνι του με κόπο και με βήματα αργά σα μαρτύριο κινάει για τον καφενέ. Για να μιλήσει και πάλι στους κουφούς, για να προσπαθήσει να κάνει τους ασυγχώρητα τυφλούς να δούνε. Αυτό είναι το τάμα του, αυτή η αποστολή του. τού αγαπητικού της γης!

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 4

Νιώθει σα μια ύπαρξη σε χωράφια ξένα. Με κλεμμένο νερό και φροντίδες δανεικές επιβιώνει. έτσι ζει. Ο Αντρέας όλο και πιο πολύ φεύγει, όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από κείνη, όλο και την αφήνει. Γιατί; Σε τι του έφταιξε; Για τόσα χρόνια δεν ήταν όλα μεταξύ τους καλά καμωμένα;
Δεν ξέρει τι να σκεφτεί, σε ποιον να μιλήσει. Θυμάται τα παλιά. πιάνεται σα σε αγκίστρι σωτηρίας απ’ τις αναμνήσεις της. Πάει καιρός πολύς από τότε. Από τότε που τον πρωτοείδε, που την πρωτοαντίκρισε. Από τότε που την ακολουθούσε παντού και πάντα, νύχτα και μέρα, λες και μυριζόταν τον αγέρα, σαν σκυλί, σαν ένα καλό λαγωνικό.
Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν η κορμοστασιά του, ήταν τα μάτια του τα παιχνιδιάρικα, ήταν τα λόγια του που την έκαναν να νιώθει τόσο όμορφη, τόσο ξεχωριστή. Ο χρόνος που γρήγορα πέρασε, τα γεγονότα που τραγικά μεσολάβησαν, αυτά τα χάλασαν όλα. Κάποτε κάνανε όνειρα μαζί, τώρα κάνουν συμβιβασμούς με τους άλλους, σκέφτεται και πικρά δακρύζει. Αλλά, δεν φταίει αυτός που άλλαξε η κατάσταση. η κατάσταση φταίει που άλλαξ’ αυτός!
Κάθεται στο σαλόνι μ’ όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Λες και θέλει μ’ αυτά να ξορκίσει της ζωής της τους ζωντανούς εφιάλτες. Την αγκαλιάζει από παντού, την πνίγει μέσα της η σιωπή, της κλέβει λεπτό το λεπτό, όλο και περισσότερες ανάσες. Οι μαύροι κύκλοι του κλάματος και της αγρύπνιας βαθαίνουν όλο και πιο πολύ γύρω από τα μεγάλα της μάτια.
Η ζωή της όλη μοιάζει να έχει φτάσει πια σ’ ένα τελειωτικό αδιέξοδο, απ’ όπου δεν μπορεί να διακρίνει καμία έξοδο κινδύνου, ούτε μία αχτίδα φωτός. Ο ήλιος φέγγει αλλού και: «Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ελπίζω!» σκέφτεται. Να ελπίζει. Όταν όλοι και όλα της φωνάζουν ότι η ελπίδα πέθανε, πώς το παιχνίδι χάθηκε.
Σηκώνεται με κόπο απ’ το χαλί – όπου εγκαταλείπει το κορμί της σωριασμένο όλη νύχτα, κάθε νύχτα. Όλες οι αρθρώσεις της μοιάζουν πιασμένες, σα να έχουν αποκοιμηθεί. Τεντώνεται λίγο και στριφογυρίζει τα χέρια της, προσπαθεί να αναγκάσει τα πόδια της που μυρμηγκιάζουν να κάνουν ένα βήμα, κι άλλο ένα. Σέρνει τη μαραμένη της ύπαρξη προς τον καθρέφτη. Με μια μεγάλη προσπάθεια χαμογελά στο είδωλό της, που μοιάζει σαν ένα ερείπιο, ένα απομεινάρι του παλιού της εαυτού, κι εκείνο άκαρδα, σαρκαστικά, πιότερο ραγίζει. Θυμάται κάτι που διάβασε παλιά σ’ ένα ποίημα και αρχίζει να γελά δυνατά, νευρικά, ανεπίκαιρα. «Κοιμήθηκα φεγγαράδα και ξύπνησα νεφικό!» έλεγε ο στίχος, κι η ειρωνεία του την κτύπησε κατακέφαλα, την έκανε ξαφνικά να φλερτάρει με την πραγματική παράκρουση. «Για δες,» σκέφτεται πικρά και πιότερο γελά. «Για δες» σκέφτεται γλυκά κι όλο και πιο σπαρακτικά κλαίει.
«Αν ήταν εκείνος εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς,» είναι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πια, λέει. Πέρασαν μαζί τόσα και τόσα. γιατί τώρα, στην πιο δύσκολή της ώρα, αποφάσισε να την εγκαταλείψει;
«Θα φύγω για λίγο,» της είπε. «Για λίγο μονάχα,» έλεγε αυτός, «Για πάντα,» φώναζαν τα μάτια του. Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει γιατί το έκανε; Ίσως να μην ήταν τόσο δυνατός όσο φάνταζε στα μάτια της. Ίσως να ήταν κι αυτός ένα δειλό ανθρωπάκι όπως όλα τ’ άλλα. Τον αγαπούσε όμως. τυφλά, με αφοσίωση. Τον μισούσε, με την ψυχή της όλη. Τον ήθελε κοντά της. Κι ας ήταν δειλός. Τον χρειαζόταν, κι ας ήταν κάποιος άλλος. Τον αγαπούσε. Τον μισούσε. Τον...
Νιώθει τις λειψές της δυνάμεις να την εγκαταλείπουν και πάλι. Αφήνει το σαρκίο της να καταρρεύσει και να πέσει μ’ ένα γδούπο στο πάτωμα. Ίσως μπορέσει να κοιμηθεί τώρα και να ονειρευτεί. Να ονειρευτεί την ελπίδα.
Έξω ξημερώνει, μέσα πέφτει το σκοτάδι.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

Της πτώσης

Είναι κάποιες φορές που νιώθεις άδειος,
Απόλυτα άδειος.
Είναι κάποιες φορές που όλα στο βλέμμα σου μοιάζουν μάταια,
Και θες να τα παρατήσεις και να φύγεις.
Είναι κάποιες φορές που πέφτεις με πάταγο,
Και δεν μπορείς να σηκωθείς ξανά.
Είναι κάποιες φορές που όλα τα πιστεύω σου καταρρέουν,
Και βουτάς με το κεφάλι στην άβυσσο.
Κι είναι και κάποιες φορές που συλλαμβάνεις τον εαυτό σου
Ν’ αναρωτιέται «γιατί;»
Μα απαντήσεις να μην παίρνει.
Κι είναι και κάποιες φορές που νιώθεις ό,τι άλλοτε σε γέμιζε
Τώρα να σε αδειάζει,
Το είναι σου να όλο να μετατρέπεται σ’ ένα μεγάλο κενό,
Που τα όμορφα λόγια κι οι καλές προθέσεις
Δεν μπορούν να γεμίσουν.
Κι είναι και κάποιες φορές που αγκαλιάζεις τρυφερά
Την ιδέα του θανάτου
Αλλά χωρίς στ’ αλήθεια να την αγαπάς,
Καθώς δεν αποτελεί παρά το αποκούμπι στην πτώση σου,
Την πτώση που κάποιες φορές σε οδηγεί
Οριστικά και αμετάκλητα σε μια νέα καλύτερη ζωή.