Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Η ιστορία μιας άλλης ιστορίας…

"Σ' αγαπώ απελπισμένα", κάποτε σου είχα πει, κι αυτές οι λέξεις με στοιχειώνουν ακόμη.

Ωστόσο δεν τις είπα σε κάποια γυναίκα, αλλά μέσα από τις σελίδες μια ιστορίας - μιας από εκείνες τις ιστορίες που δεν σε εγκαταλείπουν ποτέ.

Αν δεν με απατά η μνήμη μου την ιστορία αυτή την είχα πρωτογράψει γύρω στο 2000. Τότε ήταν ένα απλό διήγημα. Ένα χρόνο αργότερα, και μετά τη γνωριμία μου με μια νεαρή ηθοποιό, που θα γινόταν διάσημη κάποια μέρα, τη μετέτρεψα σε μονόλογο, και τελικά το 2008, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου για λίγους μήνες στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης, σε νουβέλα.

Παρένθεση: η νουβέλα είναι το λογοτεχνικό είδος που μου ταιριάζει περισσότερο απ' το καθένα. Ουσιαστικά το πρώτο μου βιβλίο ήταν νουβέλα -το Λάθος Πάθος- όπως και ένα από τα πλέον αγαπημένα απ' αυτά που έχω γράψει - Η στιγμή. Κλείνει η παρένθεση.

Εκείνο που παρατηρώ καθώς ρίχνω, αραιά και που, ματιές στις πρώτες γραφές, είναι το πόσο διαφοροποιούνται τα κείμενα κι οι χαρακτήρες στο πέρασμα του χρόνου. Κάποιες νέες γνωριμίες φέρνουν νέα ζωή σ' αυτά. Και κάποιοι χαρακτήρες αλλάζουν, γίνονται πιο ώριμοι, πιο τρελοί, πιο επαναστάτες ή συντηρητικοί.

Κάτι που μου άρεσε να κάνω από πάντα, υποθέτω, ήταν το να ταξιδεύω τους ήρωές μου από τη μια στην άλλη ιστορία. Έτσι ο ήρωας αυτού του βιβλίου ταξιδεύει από τη Λευκωσία στα Χανιά, όπου γνωρίζει τους πρωταγωνιστές της Μίρας και αυτούς από τις Γυναίκες της Συγνώμης. Κάποιος άλλος, που είναι βασικός πρωταγωνιστής στο τελευταίο, γίνεται δευτερεύον ήρωας στο Αγγελική, το ημερολόγιο μιας πόρνης. Και όλοι αυτοί, σε κάποιο κείμενο που δεν έχει εκδοθεί ακόμη, θα συναντηθούν στην Αθήνα.

Τροχός είναι όντως η ζωή κι όλο γυρίζει. Κι αλλάζει. Και μας αλλάζει. Μα αφήνει πάντα πίσω του ένα καράβι από αναμνήσεις, γλυκές και πικρές, κι αφήνει πληγές και γιατρειές επίσης.

Οι βασικοί ήρωες του Σ' αγαπώ απελπισμένα είναι δύο άνθρωποι νέοι, πολύ διαφορετικοί ο ένας απ' τον άλλο, μα βαθιά ερωτευμένοι. Οι διαφορές τους είναι μεγάλες, μα τους ενώνουν. Στο τέλος όμως αποδεικνύονται τόσο βαθιές που τους οδηγούν σε διαφορετικά μονοπάτια. Ωστόσο, ως συνήθως, η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο, κι αυτής τα σχέδια δεν είναι και τόσο εύκολο να τα μαντέψει κανείς.

Θα βρουν την ευτυχία; Θα ανακαλύψουν τις αλήθειες τους; Θα…;

Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Στις σελίδες του θα βρείτε όλες τις απαντήσεις. Η περίληψή του είναι εδώ.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει και που όλα, ή μάλλον όλοι, τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
     Παράξενο, έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. Επιτέλους, είμαι ελεύθερος, σκέφτηκε.
     Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου, θα τον παρακαλούσε, βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι.
     Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν, σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα.
     Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο αφού, τα είχε χαμένα ο καημένος, όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. Πρέπει να κάνω κάτι, σκεφτόταν πού και πού, πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς; Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
     Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. Σε αποκαλούν τρελό, του είπε, εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό… Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
     Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος, αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή. Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
     Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών, τους απαντούσε.
     Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. Φτάνω στο τέλος, σκεφτόταν, απόψε θα πεθάνω κι εγώ. Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
     Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
     Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Μια περσινή ιστορία σε νέα προβολή


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Κενζαμπούρο Όε - «Να µην προδώσουµε τη µνήµη των θυµάτων»


Ο νοµπελίστας Λογοτεχνίας Κενζαµπούρο Οέ, «συνείδηση» της Ιαπωνίας, υπενθυµίζει σε συνέντευξή του στη γαλλική εφηµερίδα «Λε Μοντ» µε αφορµή την πυρηνική κρίση στον σταθµό της Φουκουσίµα, το καθήκον της πίστης στη µνήµη των νεκρών και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Ποια είναι κατά τη γνώµη σας η σηµασία της καταστροφής που ζει σήµερα η Ιαπωνία για τη σύγχρονη Ιστορία;
Εδώ και µερικές ηµέρες, οι ιαπωνικές εφηµερίδες δεν µιλούν παρά για την καταστροφή που ζούµε και κατά τύχη ένα άρθρο µου, το οποίο έγραψα την παραµονή του σεισµού, δηµοσιεύθηκε στην απογευµατινή έκδοση της εφηµερίδας «Ασάχι» στις 15 Μαρτίου. Αναφερόµουν στη ζωή ενός ψαρά της γενιάς µου, ο οποίος είχε προσβληθεί από ραδιενέργεια κατά τη δοκιµή της βόµβας υδρογόνου στην ατόλη Μπικίνι. Τον είχα συναντήσει όταν ήµουν 18 ετών. Στη συνέχεια, αφιέρωσε τη ζωή του να καταγγέλλει την απάτη του µύθου της πυρηνικής αποτροπής και την αλαζονεία αυτών που τον προέβαλλαν. Ηταν άραγε ένα σκοτεινό προαίσθηµα αυτό που µε ώθησε να αναφερθώ σε αυτό τον ψαρά ακριβώς την προηγουµένη της καταστροφής; Ο άνθρωπος αυτός είχε αγωνιστεί επίσης κατά των πυρηνικών σταθµών και είχε καταγγείλει τους κινδύνους που υπάρχουν.

Φλερτάρω πολύ καιρό µε το σχέδιο να ανατρέξω στη σύγχρονη Ιστορία της Ιαπωνίας θεωρώντας σηµεία αναφοράς τρεις οµάδες ανθρώπων: τους νεκρούς των βοµβαρδισµών στη Χιροσίµα και το Ναγκασάκι, αυτούς που µολύνθηκαν από τη ραδιενέργεια στο Μπικίνι και τα θύµατα των εκρήξεων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις. Αν εγκύψει κάποιος στην Ιστορία της Ιαπωνίας µε το βλέµµα αυτών των νεκρών, των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, η τραγωδία τους γίνεται φανερή.

Σήµερα διαπιστώνουµε πως ο κίνδυνος των πυρηνικών σταθµών έχει γίνει πραγµατικότητα. Οποια και να είναι η έκβαση της καταστροφής που σηµειώνεται τώρα και µε όλο τον σεβασµό που τρέφω στις ανθρώπινες προσπάθειες που καταβάλλονται για τον περιορισµό της, η σηµασία της είναι αναµφισβήτητη: η Ιστορία της Ιαπωνίας έχειµπει σε νέα φάση και ακόµη µία φορά βρισκόµαστε κάτω από το βλέµµα των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, αυτών των ανδρών και γυναικών που επέδειξαν µεγάλο θάρρος µέσα στον πόνο τους. Το δίδαγµα που θα αντλήσουµε από αυτή την καταστροφή θα εξαρτηθεί από τη σταθερή απόφαση των επιζώντων να µην επαναλάβουν τα ίδια λάθη.

Η συνέχεια στα Νέα

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Ένας άνθρωπος με αποστολή

Είμαι ένας άνθρωπος που έχει μια αποστολή στη ζωή του, ή που τουλάχιστον είχε κάποτε. Το όνομά μου είναι Απόστολος, αλλά οι φίλοι μου με φωνάζαν Αποστόλη. Ο Αποστόλης με την αποστολή! Αστείο δεν ακούγεται; Ακούγεται, αλλά αστείο δεν είναι.
Τραγική είναι η ιστορία μου, αλλά και συνηθισμένη. Σίγουρα την έχετε ακούσει κι από άλλους, με διαφορετικά όμως ονόματα. Κατάγομαι από ένα χωριό της Πελοποννήσου. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί τα έκανα όλα σκατά. Ακριβώς έτσι όπως τα λέω. Τι έκανα; Και τι δεν έκανα! Ίσως να φταίει το ότι μεγάλωσα χωρίς γονείς. Ίσως το ότι δεν μορφώθηκα πολύ. Ίσως το ότι βιάστηκα να παντρευτώ. Ίσως! Γεμάτη ίσως είναι η ζωή μου. Κι αυτά τα ίσως είναι που πιότερο τώρα με τυραννάνε.
Αλλά, ας πάρω τα πράματα από τη μέση. Δεν θα τα πάρω από την αρχή, αφού δεν με παίρνει ο χρόνος. Είμαι πενήντα χρονών και πεθαίνω. Καρκίνος. Δεν σώζομαι με τίποτα. Και δεν θέλω να σωθώ κιόλας, τη συγχώρεση, την εξιλέωση ψάχνω. Και την κόρη μου. Αυτήν που πέταξα με τις κλωτσιές έξω απ’ το σπίτι πριν δέκα χρόνια. Αυτήν που ήρθε εδώ, στην Αθήνα, ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή. Ψάχνοντας ζωή. «Θα πάω στην Αθήνα να ζήσω τη ζωή μου», είπε στη μάνα της προτού εξαφανιστεί. Στη μακαρίτισσα τη μάνα της. Ναι, μου πέθανε. Πέθανε έτσι στα ξαφνικά. Πήγε και μού πνίγηκε. Αυτοκτόνησε. Και άφησε πίσω της ένα σημείωμα και μια παραγγελιά: να βρω την Σωτηρία – αυτό είναι το όνομα της κόρης.
Εδώ και δυο χρόνια τις ψάχνω: τη σωτηρία και τη Σωτηρία. Τη σωτηρία της ψυχής μου, κι αυτήν της ζωής μου. Θέλω να σταθώ έστω και τώρα, στο τέλος, στο πλευρό της, να γίνω ο πατέρας που ποτέ δεν ήμουνα για κείνη, ένας πατέρας καλός, γεμάτος κατανόηση κι αγάπη, ένας πατέρας… Θέλω; Ήθελα, ήθελα να πω. Ήθελα, αφού τώρα πια έχω χάσει κάθε ελπίδα να τη βρω, αφού και στο δρόμο να τη δω σίγουρα δε θα την αναγνωρίσω. Αλλά, ούτε κι εκείνη θ’ αναγνωρίσει εμένα, αφού έχω καταντήσει ένας κουρελής, ένα απομεινάρι του αλλοτινού μου εαυτού.
Παλιά ήμουνα… Ένα κάθαρμα ήμουνα, αυτό ακριβώς. Δουλευταράς, αλλά πότης κι άγριος, ποτέ δεν άφησα ν’ ακουστεί στο σπίτι άλλη φωνή εκτός απ’ τη δική μου. Επέστρεφα πάντα εκεί απ’ τη δουλειά γεμάτος οργή, συνοφρυωμένος, έτρωγα λίγο, ξαπόσταζα κι ύστερα έφευγα για τον καφενέ ή την ταβέρνα, όπου καθόμουνα και τα έπινα με τις ώρες, συνομιλώντας φωναχτά, κάνοντας εχθρούς, μπλέκοντας σε καυγάδες. Σε καυγάδες που ποτέ δεν μπορούσα να κερδίσω αφού είμαι μικροκαμωμένος, μια αντρική μινιατούρα που ό,τι δεν διέθετε σε μπόι και κότσια το διέθετε σε φωνή, μια φωνή που μεταμορφώνονταν σε βία όταν ήμουνα στο σπίτι με τις γυναίκες. Τις χτυπούσα, και τις δύο. Και απατούσα τη γυναίκα μου, με κάθε ευκαιρία. Οι πουτάνες ξέρανε πώς να με κουμαντάρουν, εκείνη όχι.
Τώρα, που πέρασε πια ο καιρός και με χαράκωσε ο χρόνος, τώρα, που μπορώ και τα βλέπω όλα καθαρά, έφτασα να μισώ τον εαυτό μου. Διέλυσα την οικογένειά μου. Και γιατί; Έστειλα τη γυναίκα μου στον τάφο και την κόρη μου στην εξορία. Και γιατί; Και κατόπιν εορτής μετανιώνω; Γιατί; Αφού τίποτα δεν μου λέει, τίποτα δεν εγγυάται ότι αν μου δινόταν μια καινούρια ευκαιρία στη ζωή δεν θα έκανα και πάλι τα ίδια. Έτσι γεννήθηκα, έτσι μεγάλωσα, τέτοιος είμαι: ένας άνθρωπος εντελώς αστοιχείωτος που πίστευε σαν δίκιο μόνο το δικό του, που ποτέ του δεν εκτίμησε αυτά που είχε. Μέχρι που ήταν πια απελπιστικά αργά.
Τη Σωτηρία την έδιωξα απ’ το σπίτι επειδή μ’ ατίμασε. Ακούς εκεί, μ’ ατίμασε! Νέα γυναίκα ήτανε, κοιμήθηκε με κάποιον, και τι μ’ αυτό; Ήταν λόγος αυτός για να τη διώξω; Τι υποκριτής ήμουνα, τι υποκριτής! Έκανα ό,τι έκανα κι απαιτούσα από κείνην να το παίζει μωρή παρθένα. Σιγά να μη με άκουγε. Όχι πώς της μίλησα και ποτέ κιόλας για να με ακούσει, αλλά, λέω τώρα. Σιγά! Εγώ έφταιγα για όλα. Εγώ που το μόνο που της έδωσα ποτέ ήταν φαγητό, βία κι αγωνία.
Με εξέπληξε, αυτή είναι η αλήθεια. Με εξέπληξε βαθιά, μού έριξε ένα γερό χαστούκι. Όταν της είπα να φύγει απ’ το σπίτι περίμενα να λυθεί στα κλάματα, να πέσει στα γόνατα και να μου ζητήσει συγχώρεση -λες και παίζαμε σε κάποια ταινία-, να μου πει πώς δεν θα το ξανακάνει. Αλλά, αντί αυτών, απλά μου χαμογέλασε, με τα πράσινά της μάτια τα υγρά να με κοιτούν άφοβα, σαρκαστικά, κι ύστερα πήγε κι ετοίμασε ένα σακίδιο με λίγα ρούχα, αποχαιρέτησε τη μάνα της κι έφυγε.
Για οκτώ χρόνια έβραζα στα ζουμιά μου. Για οκτώ χρόνια την καταριόμουνα και έλεγα ότι αν την έπιανα στα χέρια μου θα την έπνιγα, τη συφοριασμένη. Για οκτώ χρόνια. Μέχρι που πέθανε η Νίκη μου, κι επιτέλους άνοιξαν τα μάτια, κι επιτέλους άρχισα στ’ αλήθεια να πονώ.
Την έκλαψα πολύ τη μακαρίτισσα, αλλά σίγουρα όχι τόσο έκανα εκείνη να κλάψει, και μετά ήρθα σ’ ετούτη τη βρώμικη πόλη για να βρω την κόρη μας, για να συμφιλιωθώ μαζί της και να ζητήσω μια άφεση αμαρτιών, που έτσι κι αλλιώς δεν μου αξίζει.
Στην αρχή άρχισα να την ψάχνω μόνος ρωτώντας άγνωστους από δω κι εκεί δείχνοντάς τους μια παλιά φωτογραφία, πηγαίνοντας καθημερινά στο αστυνομικό τμήμα, ξοδεύοντας νύχτες ατελείωτες τριγυρνώντας στα διάφορα στέκια, σε όσα με άφηναν να μπω μέσα δηλαδή. Σαν ένας ξένος κόσμος, ένας άλλος πλανήτης έμοιαζε στα μάτια μου η Αθήνα, με τους βιαστικούς και λες πάντα οργισμένους κατοίκους της, με το κυκλοφοριακό, με τις φωνές και το νέφος της, με τους μπρατσάδες που στέκονταν στις εισόδους διάφορων μαγαζιών απαγορεύοντάς μου την είσοδο, παρά το ό,τι προσπαθούσα να τους εξηγήσω το λόγο που ήθελα να πατήσω πόδι στο ιερό τους άβατο. Όλοι μου φάνταζαν εχθροί, κι εγώ ήμουν ο εχθρός όλων.
Αφού είδα κι απόειδα και πουθενά δε βρήκα λυτρωμό, ακολουθώντας τη συμβουλή ενός αστυνομικού που έμοιαζε να καταλαβαίνει τον πόνο μου, προσέλαβα ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ, αφού ήταν η μοναδική λύση που μου είχε απομείνει. Αλλά κι εκείνος, ύστερα από μήνες και μήνες έρευνας, ή αδράνειας -δεν ξέρω- δεν έφτασε πουθενά, και μια και ξέμεινα από λεφτά αναγκάστηκα να τον απολύσω. Την ίδια μέρα παράτησα και το φτηνό δωμάτιο όπου έμενα, κι από τότε ζω στους δρόμους. Ξέρω ότι δεν μου απομένει και πολύς χρόνος να ζήσω, έτσι δεν με νοιάζει τίποτα πια. Ή σχεδόν τίποτα. Με νοιάζει εκείνη ωστόσο, λες κι εξακολουθώ και ψάχνω τώρα πλέον από συνήθεια, για να κάνω κάτι. Για να κάνω κάτι όταν δεν ζητιανεύω.
Ναι, δύσκολη είν’ η ζωή μου, αλλά είναι κιόλας αυτή ακριβώς που μου αξίζει. Αυτή η φτώχεια, η βρωμιά, δείχνει ποιος ήμουνα, είναι σαν ένας καθρέφτης του χθες. Καθώς τριγυρνώ από γωνιά σε γωνιά, από γειτονιά σε γειτονιά, προσπαθώντας να εξασφαλίσω το φαγητό μίας ακόμη ημέρας, μονολογώ συνεχώς, μιλώ με τον εαυτό μου. Τον ρωτώ ό,τι μου κατέβει στο μυαλό, κι αυτός συνήθως μου απαντά, άλλοτε όχι. Πού και πού με παίρνουν από πίσω τα σκυλιά, οι μοναδικοί μου φίλοι, και όταν μπορώ μοιράζομαι μαζί τους το φαγητό μου, τα ευχαριστώ που είναι εκεί, γίνομαι γι’ αυτά ό,τι δεν ήμουνα ποτέ για την κόρη μου. Τις νύχτες κοιμάμαι κάτω από τα παγκάκια, στις στοές και στις σκιές, συνήθως έχοντας μια μουσούδα σκύλου να μου χαρίζει ζεστασιά, να μου θυμίζει ότι είμαι άνθρωπος. Και τις μέρες, όταν δεν εκλιπαρώ συμπάθεια, σέρνω τη λεκιασμένη μου μορφή, από δω κι από κει, σταματώντας άγνωστους στο δρόμο, δείχνοντάς τους μια παλιά φωτογραφία, και λέγοντάς τους πώς είμαι ο Αποστόλης και ψάχνω τη Σωτηρία.

Πρώτη γραφή, ως συνήθως

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Ατιτλοφόρητο


Απ' τα ωραία της ζωής ή, αν προτιμάτε, απ' τα τερτίπια της συγγραφής. Όταν άρχισα να γράφω το πιο κάτω το φανταζόμουνα σα μια ιστορία-οδηγό, χιλίων πεντακοσίων λέξεων το πολύ, την οποία θα ξαναέγραφα και θα ανέπτυσσα περισσότερο αργότερα. Αλλά να που αυτή αποφάσισε να πάρει τα πράγματα στο χέρι της και απ' το πουθενά πάει να μου προκύψει μυθιστόρημα ή τουλάχιστον νουβέλα. Πρόκειται για μια απλή αφήγηση για τα προφανή μα ακατανόητα της ζωής. Ένα απόσπασμα:

Τ’ όνομά μου είναι Χοπ, ή ίσως και Χόουπ -ανάλογα με την προφορά- και θέλω να προσφέρω ακριβώς αυτό που λέει, ελπίδα δηλαδή. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Πώς να είναι άλλωστε, αφού πού και πού νιώθω ακόμη κι εγώ η ίδια απελπισμένη! Ωστόσο προσπαθώ, κάνω ό,τι μπορώ, κι ας είμαι τόσο μόνη. Όχι ακριβώς μόνη, αλλά μόνη. Αυτά που κάνω είναι η ζωή μου, δίχως αυτά δεν έχω ζωή. Δεν έχω ζωή.
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, μ’ ένα πατέρα που ήταν σχεδόν πάντα απόν και μια μητέρα που μόνο φαινομενικά ζούσε εκεί. Είχαμε λεφτά με την ουρά, αφού η μητέρα μου καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια κι ο πατέρας μου ήταν ένας αδίστακτος άνθρωπος, που κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να σταθεί στο δρόμο του προς την κορυφή. Όταν λέμε κορυφή βλέπε, το χρήμα και τη φήμη. Το πρώτο το απέκτησε σχετικά εύκολα, με ένα γάμο, το δεύτερο, λίγο πιο δύσκολα, πατώντας επί πτωμάτων. Στην αρχή ήταν απλά ένα μικρό στέλεχος μιας μεγάλης επιχείρησης, αλλά σαν άτομο χωρίς πολλούς ενδοιασμούς και άγνοια της λέξης ενοχή, πήρε σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς την κορυφή που ονειρευόταν. Διαθέτοντας ένα λαμπρό μυαλό και μια καρδιά από πέτρα, κατόρθωσε σε λίγα μόλις χρόνια να γίνει συνέταιρος σ’ εκείνη την πρώτη του δουλειά, και -αφού έφτιαξε το όνομά του- να την παρατήσει και να φύγει γι’ άλλα. Με το χρήμα της μάνας μου, αλλά και με τις δικές του πλέον οικονομίες, δημιούργησε μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών, που όπως έλεγε τον έβαλε στον χάρτη. Σιγά-σιγά το όνομά του άρχισε να αναφέρεται όλο και πιο συχνά στα οικονομικά ένθετα των εφημερίδων και τα περιοδικά, κι εκείνος πήρε να εμφανίζεται σαν ειδικός στα τηλεοπτικά πάνελ, να δίνει συνεντεύξεις, να οργανώνει δεξιώσεις για πολιτικούς και επιχειρηματίες, να καταξιώνεται.
Πού ήμουνα εγώ όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Κλεισμένη στο χρυσό κλουβί μου, φυσικά. Πρώτα παρέα με τις γκουβερνάντες, ύστερα με τις νηπιαγωγούς και τους δασκάλους στα καλύτερα σχολεία, και μετά σπουδάζοντας -άβουλο πλάσμα όπως ήμουνα- διοίκηση επιχειρήσεων σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Είχα ένα όνειρο να πραγματοποιήσω βλέπετε, το όνειρο του πατέρα μου. Όσο για τη μάνα μου, το είπα και πιο πάνω, ήταν σα μια σκιά στη ζωή μου, μια γυναίκα ουσιαστικά άγνωστη, που απλά έτυχε να με γεννήσει.
Τη θυμάμαι τώρα και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω, όχι με ζεστασιά, αλλά ειρωνικά. Πόσο διαφορετικές είμαστε! Σχεδόν από άλλο πλανήτη. Εκείνη ήτανε πάντοτε κομψή, καλοντυμένη, στολισμένη με χρυσαφικά και διαμάντια, βαμμένη μέρα-νύχτα στην εντέλεια, και με εξεζητημένες κομμώσεις, που σύμφωνα μ’ ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό δημιουργούσαν μόδα. Κι είχε κι εκείνο το παγωμένο πράσινο βλέμμα, που πάντα έλαμπε, αλλά στο οποίο ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς ένα ίχνος αγάπης, συμπάθειας έστω. Εγώ; Εγώ, τώρα μοιάζω σαν αλητάκι. Απλά ένα αλητάκι κάποιας ηλικίας. Φοράω πάντα τζιν και φανελάκι ή φαρδιά πολύχρωμα ρούχα, σαντάλια αγορασμένα από τα παζάρια των φτωχών και τα μαλλιά μου είναι σχεδόν πάντα ατημέλητα, λες και μόλις ξύπνησα. Όσο για τα μάτια μου αυτά είναι μελένια – σαν και το μέλι που στάζει η ψυχή μου λέει μία φίλη, αφού δεν μπορεί να δει τα σκοτάδια που κρύβω μέσα μου.
Όπως και νάχει, έζησα για πολλά χρόνια μέσα σ’ αυτό το τεράστιο ψέμα που θεωρούσα φυσιολογική ζωή. Τα μάτια μου ήτανε, βλέπετε, κλειστά. Δεν έβλεπαν τις σκληρές αλήθειες αυτού του κόσμου, παρά μόνο το περίτεχνο περιτύλιγμά του, αυτό που εμφύτεψαν μέσα μου οι γονείς.
Τώρα όταν σκέφτομαι τον εαυτό μου του τότε νιώθω μέσα μου να βράζω, να οργίζομαι. Πώς μπορούσα να είμαι τόσο τυφλή; Πώς μπορούσα να μη βλέπω; Ίσως να έφταιγε το ότι απλά έτσι έμαθα. Είμαστε αυτοί που μας κάνουν οι άλλοι, μέχρι να γίνουμε -αν συμβεί ποτέ αυτό- ο εαυτός μας. Κι εγώ ήμουνα ένα όμορφο ανέμελο κορίτσι, με άφθονο χρήμα στην τσέπη, ακριβά ρούχα, πανάκριβο πολυτελές αμάξι και φίλους καλογυαλισμένους, προϊόντα κι αυτοί οικογενειών σαν και τη δικιά μου, φαινομενικά τέλειων, στην ουσία δυσλειτουργικών.
Θυμάμαι τα πάρτι μας, τις δίχως όρια και τέλος υπερβολές μας, τις βολικές αλήθειες και τις ανέφελες ζωές μας. Βγάζαμε τη γλώσσα στην πραγματικότητα. Κι αυτή, κάποιους από εμάς αποφάσισε να τους τιμωρήσει, δείχνοντάς τους μια όψη της πραγματικής ζωής. Ανάμεσά τους ήμουν κι εγώ.
Όλα άρχισαν από τον καιρό που ήμουν μικρή, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα να μεγαλώσω. Ναι, πάντα παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, τις λυκοφιλίες, την υψηλή κοινωνία, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στον κύκλο μας, χαρίζοντάς μας περιοδικές στιγμές ικανοποίησης και γεμίζοντας τις τσέπες των εμπόρων και των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Ήταν τότε που βούλιαζα ανατέλλοντας που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού έμοιαζε να μην ανήκει εκεί...

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Μου αρέσει να γελάω δυνατά

Τ’ όνομά μου είναι Νούι και είμαι πολύ-πολύ θυμωμένη. Φυσικά θα μπορούσαν να με λένε Κα, Ντα, Νουν, Μα, Γκάι ή κάποια άλλη συντομογραφία. Έτσι κι αλλιώς όλα τα ονόματά μας, αυτά που λέμε δηλαδή, συντομογραφίες είναι, αφού τα κανονικά είναι σιδηρόδρομοι, κι άντε να καταφέρει ένας ξένος να πει την αδελφή μου Καεκοκάνχα. Μπορεί; Δεν μπορεί; Πάντως θα ήθελα να με λένε Γκάι, αφού έτσι νιώθω πολλές φορές, κοτόπουλο δηλαδή. Αστείο όνομα, το ξέρω, αλλά και σοβαρό.
Ζω στην Τσιανγκ Μάι μαζί με τις τρεις αδελφές μου, αν και δεν είμαι από δω. Από την Τσιανγκ Ράι είμαι. Από ένα χωριό έξω από την Τσιανγκ Ράι δηλαδή. Ήρθα εδώ για να δουλέψω, όπως και οι αδελφές μου, μαζί μ’ αυτές κιόλας. Τη μια ήμουνα σε μια φάρμα στο χωριό με τις αγελάδες, τα χωράφια με το ρύζι, και τα μικρότερα αδέλφια μου και την επόμενη βρέθηκα στην πόλη να σερβίρω σ’ ένα μπαρ μπύρες σε μεθυσμένους, αλλά πού και πού ευγενικούς τουρίστες. Πού και πού.
Πιο πάνω είπα ότι είμαι πολύ θυμωμένη. Ε, μ’ αυτούς είμαι θυμωμένη. Με τους τουρίστες. Που έρχονται εδώ και μας αντιμετωπίζουν σαν αξιοθέατα, που μας φωτογραφίζουν χωρίς να μας ρωτάνε, που ξοδεύουνε χιλιάρικα σε ποτό και δεν μας αφήνουν ούτε ένα μπατ φιλοδώρημα, που μας κοιτάνε αφ’ υψηλού. Να συνεχίσω;
Ωστόσο, μου αρέσει η ζωή στην πόλη. Εδώ όλο και κάτι μαθαίνεις. Μαζεύω λόγια και εικόνες από παντού, μαθαίνω να γράφω και να μιλώ καλύτερα. Μόνο το δημοτικό τέλειωσα αφού δεν είχα κι άλλη επιλογή, κι έτσι τώρα αντιμετωπίζω τα όσα ζω εδώ σαν το σχολείο μου. Μαθαίνω σιγά-σιγά όλο και περισσότερες λέξεις στ’ αγγλικά, βλέπω ταινίες -κάτι που ήταν αδύνατο στο χωριό μου αφού δεν είχαμε ηλεκτρισμό, οπότε ούτε και τηλεόραση- διαβάζω περιοδικά και πού και πού, όταν πέφτουν αναδουλειές κάθομαι μοναχή και τραγουδάω παλιούς σκοπούς.
Φαντάζομαι πόσο φτωχή θα φαντάζει η ζωή μου στα μάτια σας. Η αλήθεια όμως είναι ότι δε ζηλεύω τη δική σας. Τουλάχιστον αν είναι έτσι όπως ακούω να την περιγράφουν αυτοί που έρχονται εδώ κάθε βράδυ, οι αιώνιοι περαστικοί, που δε σταματούν ούτε στιγμή να μιλάνε για τον εαυτό τους: εγώ… εγώ… εγώ… κι εγώ… Η αλήθεια είναι ότι έχουν την πλάκα τους. Τριγυρνούν από δω κι από κει, πίνουν ασταμάτητα, τρώνε τα πιο ακριβά φαγητά και μιλάνε για το πόσο δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα ταξιδεύοντας, και ξοδεύοντας δίχως έγνοια καμιά τα λεφτά του μπαμπά και της μαμάς. Και περιγράφουν μια επίσκεψη σ’ ένα χωριό, με οδηγό, σα μια μεγάλη περιπέτεια. Εμείς νοιαζόμαστε μονάχα να βγάλουμε αρκετά για ν’ αγοράσουμε ένα πιάτο φαϊ, κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Είμαστε πιο τυχεροί. Δεν είμαστε;
Θέλω να γελάσω όταν τους ακούω και κάποιες φορές το κάνω κιόλας, αφού όσο κι αν λέω ότι είμαι θυμωμένη, μου αρέσει να γελάω πολύ και να γελάω δυνατά. Κι αυτοί οι φαλάνγκ*, μου δίνουν πολλές αφορμές. Όπως μου δίνουν κι αφορμές για να θυμώσω. Να, τις προάλλες κάποιοι ήθελαν ντε και καλά να τους κεράσουμε μια από τις δεκάδες μπύρες που ήπιαν. Εμείς τους εξηγούσαμε ότι απλά δουλεύουμε εδώ και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, κι έκεινοι έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν. Και φώναζαν. Φώναζαν πολύ. Ειδικά οι γυναίκες. Οι εγγλέζες. Και ήθελα να βγω έξω και να τις χτυπήσω, ν’ αρπάξω ένα μπουκάλι Τσιανγκ** και να τους δείξω τι εστί ελέφαντας. Αλλά δεν το έκανα, αφού δεν μου αρέσει η βία, μου αρέσουν οι αγκαλιές. Μα, πόσο ηλίθιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πόσο ηλίθιοι. Αν πληρώναμε εμείς την μπύρα τους θα μέναμε νηστικές εκείνο το βράδυ, αφού τα φιλοδωρήματα δεν έφταναν για τίποτ’ άλλο. Θα μέναμε νηστικές για να μεθούν εκείνοι. Στο τέλος πλήρωσαν, αλλά αφού μας έσπασαν τα νεύρα. Κι αφού τους βρίσαμε πολύ, στα ταϊλανδέζικα φυσικά, Chi pay***.
Κάθε τόσο σκέφτομαι το χωριό, αυτούς που άφησα πίσω μου. Θα ήθελα να γυρίσω εκεί; Η αλήθεια είναι το πώς τώρα πια όχι. Όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή μου εδώ, όσο κι αν μου λείπουν οι γονείς και τα μικρότερα αδέλφια μου. Εξάλλου για χάρη τους έφυγα, αφού χρειάζονται το μισθό μου για να τα βγάλουν πέρα – εγώ ζω με τα φιλοδωρήματα. Δουλεύω δώδεκα ώρες την ημέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα, είκοσι εφτά το μήνα. Είκοσι εφτά επειδή δικαιούμαι τρεις ολόκληρες μέρες άδεια, οπότε κι επισκέπτομαι το χωριό μου. Όσο για το μισθό μου, μετά από την τελευταία αύξηση έφτασε τα εκατόν πενήντα μπατ**** την ημέρα, έγινα πλούσια δηλαδή. Δεν ξέρω πόσο κάνουν αυτά σε δικά σας λεφτά, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ λίγα. Δε χρειάζομαι περισσότερα όμως. Όχι πως θα με πείραζε αν είχα δηλαδή.
Α, ξέχασα να σας πω πώς είμαι, ή πώς μοιάζω, ή αυτό, τέλος πάντων. Έχουμε και λέμε: ύψος ένα μέτρο και πενήντα πέντε εκατοστά, βάρος τριάντα οχτώ κιλά. Πολύ χοντρή δηλαδή. Τόσο χοντρή που μου πέφτει το παντελόνι που κληρονόμησα από την αδελφή μου, ακόμη κι όταν φοράω ζώνη, με αποτέλεσμα να κάνω τους άλλους να γελάνε. Ωστόσο, δε με πειράζει αυτό, ας γελάνε. Μακάρι να γελάει όλος ο κόσμος. Φτάνει να μη σκοτώνεται. Ηλικία; Θα γίνω δεκαεννιά σε δύο μήνες και δουλεύω ήδη εδώ και εφτά χρόνια. Έχω ίσια μαύρα μαλλιά, όχι πολύ μακριά, τα οποία συνηθίζω να πιάνω σε μια μικρή κοτσίδα και μάτια ελαφρά καφέ. Δεν ξέρω αν είμαι όμορφη, αλλά είμαι χαριτωμένη. Είδα κι έπαθα να μάθω τι σημαίνει αυτό. Άκουγα τους ξένους να λένε συνεχώς ότι είμαι κιουτ και μέχρι να μου εξηγήσει κάποιος τη σημασία της λέξης σχεδόν αγωνιούσα. Εντάξει, καλά, ψέματα λέω, αλλά όσο να ’ναι ήθελα να μάθω.
Οι αδελφές μου λένε ότι θέλουν να βρουν κάποιο ξένο να παντρευτούν για να τα παρατήσουν όλα, αλλά εγώ καθόλου δε βιάζομαι. Ούτε να βρω ξένο θέλω, αλλά ούτε και να παντρευτώ. Εξάλλου δε μ’ αρέσουν και πολύ οι ξένοι. Κάποιοι είναι συμπαθητικοί, αλλά συνήθως είναι πολύ μεγάλοι για μένα. Ω, δεν μπορώ να σας πω πόσο θυμώνω όταν βλέπω μια νέα ταϊλανδή μ’ ένα γέρο ξένο. Ανάβουν τα αίματά μου -πώς το λέτε εσείς;-, παίρνω ανάποδες. Μα, ύστερα… Ύστερα σκέφτομαι ότι το κάνει από ανάγκη και λίγο τη συγχωρώ. Μόνο λίγο. Πάντα υπάρχει άλλη λύση, σκέφτομαι. Έτσι δεν είναι;
Η κοκέτα της παρέας λέει ότι πρέπει να μάθω λίγο περισσότερα αγγλικά, ν’ αρχίσω να φροντίζω τον εαυτό μου και να φλερτάρω με τους ξένους, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απλά δεν μπορώ. Εγώ θα ήθελα… Θα ήθελα… Να το πω; Ε, θα το πω! Αφού δεν έχετε ιδέα ποια είμαι, θα το πω: εγώ θα ήθελα να είμαι με την Ανν. Ορίστε, το είπα. Μου αρέσει πολύ η Ανν. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα στη δουλειά με έθεσε υπό την προστασία της και πάντα με φροντίζει, κι όταν της περισσεύουν λίγα λεφτά μου αγοράζει και κάνα πιάτο φαϊ, για να μην πεθάνω λέει απ’ την πείνα. Κι η αλήθεια είναι πώς παρά το ότι είμαι μικροκαμωμένη πεινάω πολύ. Ίσως επειδή δεν τρώω τίποτα σχεδόν όλη μέρα. Ίσως επειδή κάποιες φορές δεν τρώω ούτε τη νύχτα. Όταν δεν έχω καθόλου λεφτά για φαγητό, τρώω παγάκια. Ναι, μη γελάτε. Τα παγάκια κάνουν το στομάχι να νιώθει για λίγο γεμάτο. Ευτυχώς όμως δε συμβαίνει πολύ συχνά αυτό. Κάποιες φορές ένα-δυο ξένοι που μένουν στην πόλη με βλέπουν έτσι κι αμέσως μου παραγγέλνουν φαϊ, και δεν περιμένουν ούτε ένα ευχαριστώ. Αυτοί μου αρέσουν. Αλλά όχι σαν την Ανν. Η Ανν είναι το κάτι άλλο. Κάθε νύχτα στο τέλος της βάρδιας καθόμαστε στα σκαμπό ακουμπώντας πλάτες, και μοιραζόμαστε τις ίδιες μουσικές, κι η ζωή τότε γίνεται πολύ ωραία. Όχι πως δεν είναι πάντα. Είναι. Πάντα! Απλά πού και πού τη μαυρίζουν η θλίψη κι η πείνα. Υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά…
Κλαίω τώρα. Κλαίω! Κάποιος μου έφερε παγωτό. Πρώτη φορά τρώω παγωτό στη ζωή μου. Τι καλά! Είμαι ευτυχισμένη. Τραγουδάω ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Τραγουδάω. Και τώρα γελάω. Το γέλιο μου μυρίζει βανίλια-σοκολάτα.
Με λένε Νούι και μ’ αρέσει να γελάω δυνατά.

*Ξένοι
**Ελέφαντας, αλλά και μάρκα μπύρας
***Η χειρότερη βρισιά στα ταϊλανδέζικα. Αμετάφραστη…
****Περίπου τρία ευρώ

υ.γ. Πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας και πάλι

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ο βασιλιάς του δρόμου

Το όνομά μου είναι Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου -τουλάχιστον σύμφωνα με τον μπαμπά μου- αλλά σίγουρα ξέρει καλύτερα αυτός. πάντα ξέρει καλύτερα αυτός. Αφού μου το λέει κιόλας: να με υπακούς. Εγώ ξέρω καλύτερα. Ε, για να το λέει κάτι θα ξέρει.
Είμαι οκτώ χρονών, αν και δείχνω πιο μικρός, ίσως έξι. Είμαι λεπτός πολύ, κοντός και πάντα φοράω βρώμικα ρούχα από δεύτερο ή τρίτο χέρι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Η μαμά λέει ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι μ’ αυτά που έχουμε, αλλά πού και πού την ακούω να λέει στον μπαμπά πως δεν έχουμε αρκετά. Κι εκείνος της λέει ότι προσπαθεί. Πάντα προσπαθεί. Δεν κατάλαβα για τι, αλλά δεν πειράζει.
Έχω πέντε ακόμη αδέλφια, αφού η μάνα μου, μου λένε οι γειτόνισσες, ότι γεννάει σαν κουνέλα. Πώς μπορεί μια γυναίκα να γεννάει σαν κουνέλα; Και τι είναι η κουνέλα; Έτσι αποκαλούν τις μαμάδες που γεννάνε πολύ; Τι έλεγα; Α, ναι, για τ’ αδέλφια μου. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Μετά είναι ο αδελφός μου, η αδελφή μου, η αδελφή μου, κι ο μικρός μου αδελφός, κι ύστερα το μωρό. Αυτό δεν κατάλαβα αν αδελφός ή αδελφή ακόμη, αφού το αποκαλούν μπέ-ι-μπι. Ή πέ-ι-πι. Δεν είμαι σίγουρος.
Ζούμε στην καλύτερη και την πιο σημαντική πόλη της Ινδίας και του κόσμου ολόκληρου, σύμφωνα και πάλι με τον μπαμπά, την Άγρα. Υπάρχουν κι άλλες πόλεις εκτός απ’ αυτήν; Κι αν ναι, πού είναι; Όλο ρωτώ και ρωτώ, το ξέρω, αλλά τι να κάνω αφού μου αρέσει;
Η μαμά μου λέει ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα και κάθε τόσο όταν συναντώ κάποια νεκρή γάτα στο δρόμο, αναρωτιέται ποια είναι αυτή η κυρία περιέργεια που σκοτώνει τις γάτες. Τι τις έφταιξαν οι κακομοίρες; Εγώ αγαπώ τις γάτες. Οι γάτες είναι φίλες μου. Κάνουμε πολλή παρέα, αφού κι εγώ, όπως κι αυτές, όλη μέρα στο δρόμο βρίσκομαι. Όχι πως δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, έχω, αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό. Κάποιοι μου λένε ότι πρέπει να πάω στο σχολείο. Μα γιατί να φύγω από την Άγρα και να πάω στο σχολείο; Τέλος πάντων.
Όπως έλεγα, είμαι συνέχεια στο δρόμο και κάνω αυτό για το οποίο η μαμά κι ο μπαμπάς περηφανεύονται: κάθομαι και κλαίω. Αστείο δεν είναι; Αλλά σοβαρά μιλάω. Κάθομαι και κλαίω απ’ το πρωί ως τη νύχτα, κάθε μέρα σε κάποιο διαφορετικό σημείο της πόλης, όπου με πάει με το τρίκυκλο ο μπαμπάς. Τη μια είμαι στην είσοδο του Ταζ Μαχάλ, την άλλη στο Φρούριο ή το Κάστρο της πόλης -δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς το λένε- και την άλλη στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγαίνω εκεί απ’ τα χαράματα και κάθομαι και κλαίω, και διάφοροι άνθρωποι έρχονται και μου δίνουν φαγητό ή λεφτά, κάποτε και ρούχα. Όχι δε ζητιανεύω. Μου εξήγησε ο μπαμπάς τι είναι αυτό και δεν το κάνω. Μου είπε ότι ο κόσμος αντιπαθεί τους ζητιάνους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Ή όχι;
Πω πω, πόσα πράγματα δεν ξέρω! Δεν πειράζει όμως, κάποια μέρα θα τα μάθω. Εξάλλου κάθε μέρα και κάτι μαθαίνω. Δεν κλαίω μόνο. Τι νομίσατε; Όταν κάθομαι στη γωνιά μου ακούω τους ανθρώπους που μιλάνε και μαθαίνω διάφορα, ακόμη και ξένες λέξεις. Τις μαθαίνω από τους ξένους, όταν πολύ σπάνια έρχονται και μου μιλάνε, ή όταν περιμένουν το τρένο, ή όταν τους παίρνουν οι ξεναγοί -πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη- από το ένα μέρος στο άλλο και τους μιλούν για το ένα και για το άλλο.
Μου αρέσουν οι ξένοι, αλλά όχι πολύ. Κάθε τόσο μου δίνουν λεφτά, ή κάτι να φάω, όμως τις περισσότερες φορές με αγνοούν. Αγ-νο-ούν! Ορίστε, το είπα. Κάνουν ό,τι δεν υπάρχω, κι ας μην τους ενοχλώ. Α, κι οι ξένοι δεν είναι σαν τον μπαμπά και τη μαμά μου. Δεν άκουσα ποτέ κανέναν απ’ αυτούς να λέει στο γιο του ότι είναι ο βασιλιάς του δρόμου και πολύ λίγες φορές είδα κάποιον να σηκώνει τα παιδιά του στις πλάτες του όπως κάνει ο μπαμπάς. Μάλλον δε θα είναι περήφανοι γι’ αυτά. Γιατί όμως; Αφού είναι καθαρά, καλοντυμένα και μιλούν και ξένες γλώσσες. Αγγλικά. Ισπανικά. Ιταλικά. Γιαπωνέζικα. Χίντου γιατί δε μιλάνε; Παράξενοι άνθρωποι. Δεν πειράζει.
Α, τώρα θα νομίζετε ότι ζω στο δρόμο, μα όχι δεν ζω. Στο δρόμο. Στο σπίτι μου ζω. Όχι πως είναι κανονικό σπίτι. Μια παράγκα είναι με πάτωμα από χώμα, σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες. Σ’ αυτές ζουν πολλοί κάτοικοι. Όπως και το σπίτι μας δηλαδή, οκτώ νοματαίοι. Αλλά μας χωράει μια χαρά. Κοιμόμαστε όλοι πάνω σε παλιές κουβέρτες που μας δίνουν κάθε χρόνο οι φιλανθρωπίες, όποιες κι αν είναι αυτές ενώ νερό κλέβουμε -ή παίρνουμε, δεν είμαι σίγουρος- από τις βρύσες της γειτονιάς. Η μαμά όλη μέρα μαγειρεύει αφού τα μωρά πεινούν συνεχώς, ενώ ο μπαμπάς, που δεν μπορεί να βρει μια α-ξι-ο-πρε-πή δουλειά, τριγυρνά από δω κι από κει με το τρίκυκλο για να βγάλει λίγες δεκάρες. Όταν τον ρωτώ από πού πρέπει να τις βγάλει γελάει δυνατά και μου λέει: Είσαι αστείος. Κι είσαι έξυπνος. Είσαι ο βασιλιάς του δρόμου.
Ναι, είμαι, αφού αν δεν ήμουνα δεν ξέρω που θα βρίσκαμε λεφτά για φαγητό. Όλο και κάτι φέρνω στο σπίτι, κι έτσι δεν πεινάμε -τουλάχιστον όχι πολύ- ποτέ.
Πού και πού, αργά τη νύχτα, ακούω τον μπαμπά και τη μαμά να τσακώνονται -όταν νομίζουν ότι κοιμάμαι- και θέλω ν’ αρχίσω να κλαίω, μα δεν το κάνω. Κλαίω όλη μέρα, δεν μπορώ να κλαίω και τη νύχτα.
«Είσαι άχρηστος. Δεν είσαι ικανός για τίποτα», του φωνάζει αυτή.
«Και τα παιδιά που σου έκανα; Δεν είναι κάτι;» ρωτάει μ’ απορία, χωρίς να φωνάζει αυτός.
Θέλω να τους μιλήσω, να τους κάνω να γελάσουν, αλλά και να τους ρωτήσω πώς ο μπαμπάς έκανε τα παιδιά, δηλαδή εμάς, αλλά σιωπώ. Αφήνω να περάσει η μπόρα, όπως λένε οι μεγάλοι. Και πάντα περνά. Ύστερα όμως επειδή εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ βγαίνω έξω στο δρόμο και κάθομαι και κοιτάω τους περαστικούς πολύ-πολύ λυπημένος. Πάντα κάποιος περνάει. Κάποιοι σταματούν και με ρωτάνε τι κάνω εδώ, γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου, μα έχω κατεβασμένα τα μούτρα και δεν τους απαντάω κι έτσι φεύγουν.
Φίλους δεν έχω πέρα απ’ τα αδέλφια μου αφού δουλεύω συνεχώς και δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Μόνο τις Κυριακές λίγο ξεκουράζομαι όταν φοράμε όλοι τα καλά μας, που κι αυτά δε φαίνονται και τόσο καλά, και πηγαίνουμε όλοι μαζί, ένα τσούρμο, στο σινεμά. Εκεί ο μπαμπάς δίνει κάποια από τα νομίσματα που του φέρνω όλη τη βδομάδα, μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε ταινίες, μασώντας στραγάλια, που μου αρέσουν πολύ-πολύ, αφού σ’ αυτές όλοι τραγουδάνε και χορεύουν. Στις ταινίες όχι στα στραγάλια.
Το αγαπημένο μου τραγούδι, εκείνο που μου κόλλησε, είναι το «Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία…». Δεν ξέρω αν είναι αυτός ο τίτλος του, αλλά πρέπει να είναι, αφού κάθε φορά που το τραγουδάνε, κάτι πολύ όμορφες κύριες χορεύουν σαν χορεύτριες, φορώντας πολύχρωμα ρούχα και κάτι περίεργα πράγματα στα χέρια και στο λαιμό, που όλο στραφταλίζουν. Πρέπει να είναι χρυσαφικά.
Πάντα όλοι είναι χαρούμενοι όταν πηγαίνουμε στο σινεμά. Φωνάζουν, τραγουδούν, γελούν. Μακάρι όλη η ζωή να ήταν σαν το σινεμά. Να ζούσαμε όλοι μέσα στα παλάτια και να ερωτευόμαστε όμορφες λεπτές κυρίες, που κλαίνε και τραγουδάνε πολύ.
Η μαμά δεν είναι λεπτή, είναι χοντρή, αλλά εγώ και πάλι την αγαπώ. Παχαίνει λέει από τις μυρωδιές που ρουφάει όλη μέρα καθώς μαγειρεύει για μας – ευτυχώς που δεν τρώει κιόλας δηλαδή, αφού τότε δε θα τη χώραγε η πόρτα για να μπει στο σπίτι. Ο μπαμπάς είναι λεπτός πολύ. Αυτός λέει ότι τον έφαγαν οι στεναχώριες. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Γιατί τις άφησε; Πού είναι αυτές οι στεναχώριες; Ποιες είναι και γιατί τρώνε τον μπαμπά μου; Τον ρωτάω να μου πει για να πάω να τις δείρω, αλλά αυτός γελάει. Πάντα γελάει όταν του κάνω κάποια έξυπνη ερώτηση και ύστερα μού λέει ότι είμαι ο βασιλιάς του δρόμου. Λες και δεν το ξέρω. Αχ, αυτοί οι μεγάλοι!
Τέλος πάντων, η ώρα πέρασε, τα δάκρυα στέρεψαν. Έβγαλα αρκετά σήμερα κι έτσι απόψε θα φάμε όλοι πολύ και θα γίνουμε ακόμη πιο πολύ ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον για απόψε. Αύριο είναι μια άλλη μέρα.
Με λένε Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου!

Πρώτη γραφή μιας ιστορίας που εμπνεύστηκα από την πιο πάνω φωτογραφία, που έβγαλα στην Καλκούτα το 2004

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Η θυσία

Ακολουθεί η δεύτερη γραφή της ιστορίας "Η θυσία", την πρωτότυπη μορφή της οποίας μπορείτε να διαβάσετε δίπλα, στη στήλη με τα διηγήματά:

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα, περισσότερο απ’ το καθετί. Αν δεν ήταν κι αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουν, σκέφτεται, καθώς στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα ανήσυχο και γαλήνιο ταυτόχρονα την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω απ’ τα πόδια του, καθώς θαυμάζει με μάτια υγρά, βουρκωμένα, το ξεβαμμένο λες στο χρόνο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια εδώ και χρόνια πολλά ήταν η ζωή του, από τότε που συνέβηκε το μοιραίο, από τότε που… Τώρα πια όμως κι αυτά θα λάβουν τέλος, ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο…

«Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλη λύση».
«Ναι, ρε συ. Το έψαξα. Τόσο καιρό το ψάχνω, αλλά τίποτα. Μόνο λόγια. Μόνο υποσχέσεις…».
«Καλά. Δε μου λες και κάτι καινούριο, αλλά έλπιζα…»
«Εγώ δεν ελπίζω τίποτα πια».
«Έλα τώρα, όλο και κάτι μπορεί να γίνει. Θα βοηθήσω κι εγώ όσο μπορώ».
«Σ’ ευχαριστώ, Μελίνα, σ’ ευχαριστώ καλή μου, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι αυτή τη φορά. Τα λεφτά που απαιτούνται είναι πολλά. Δεν έχουμε και κάνα σπίτι να βάλουμε υποθήκη βλέπεις. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε».
Χαμογελά. Πικρά. Κι εκείνη απλά κάθεται εκεί και τον κοιτάει. Δεν ξέρει με τι λόγια, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο, πώς να σηκώσει το βάρος απ’ τους ώμους του. Είναι δυνατός, πάντα ήταν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το τελευταίο χτύπημα της μοίρας του έκοψε τα πόδια, τον έκανε να χάσει οριστικά πια τη θέλησή του για ζωή. Αν… Αν του έλεγε τότε πόσο τον αγαπούσε; Αν δεν τον άφηνε να της φύγει; Αν… Θα ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα; Μάλλον όχι. Ίσως να τον έσωζε την πρώτη φορά, αφού η ιστορία θα γραφόταν σίγουρα αλλιώς, αλλά αυτή τη δεύτερη... Τώρα θέλει να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει γλυκά στο στόμα, όπως πάντα ονειρευόταν, όμως γι’ αυτό είναι πια αργά. Βρήκε κάποιον άλλον άντρα, τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, έχει και δύο μικρά παιδιά μαζί του, δεν μπορεί, δε θα μπορούσε ποτέ να τον απατήσει. Έτσι κι αλλιώς το σεξ τίποτα δε θ’ άλλαζε, θα ξεδιψούσε μοναχά τους δικούς της πόθους, αλλά σ’ εκείνον δε θα προσέφερε ποτέ αυτό που ζητούσε. Τελικά…
«Πάμε να πιούμε. Κερνάω εγώ», του λέει χαμογελώντας λυπημένα.
«Πάμε», απαντάει εκείνος.
Είναι καλοκαίρι. Η νύχτα υγρή και ζεστή, αλλά πού και πού ένα αεράκι φυσάει τη δροσιά του, χαρίζοντάς τους το δικό του χάδι. Κάθονται στην ταρατσούλα ενός παλιού μπαρ και παρατηρούν σχεδόν αμίλητοι τον κόσμο να περνάει κάτω απ’ τα πόδια τους και τους άλλους θαμώνες. Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται, σκέφτεται εκείνος, και δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το δάκρυ προτού γλιστρήσει απ’ τα μάτια του. Το σκουπίζει αβίαστα. Φέρνει τα δάχτυλα στο στόμα και το γεύεται. Αυτή είναι η γεύση του θανάτου, αναρωτιέται. Νιώθει ένα χέρι να παίρνει απαλά το δικό του, ακούει τη φωνή της να του ψιθυρίζει στ’ αυτί, εγώ είμαι εδώ, και τα δάκρυα τρέχουν και πάλι. Λύγισε. Λύγισε πια για τα καλά.
Η Μελίνα του, η μελένια του, αφουγκράζεται τις μέσα του κραυγές, τις νιώθει να της διαπερνούν σώμα και ψυχή, να την κατακλύζουν και θυμάται. Θυμάται τότε που ήταν παιδιά. Τότε που τον πρωτογνώρισε. Η ευαισθησία του, εκείνο ήταν εκείνο το κάτι που την έκανε να τον προσέξει, κι η αγάπη του για τους άλλους. Ήτανε σκληρός στο σώμα, αλλά στα λόγια, στην πράξη όχι. Ποτέ του δε χαλούσε χατίρι σε κανένα. Ποτέ δεν μπλέχτηκε σε καυγάδες. Ποτέ δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Με άγιο έμοιαζε. Μ’ ένα άγιο έφηβο, μα ποτέ οργισμένο. Μ’ ένα άγιο…
«Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Θυμόμουνα τα παλιά. Τότε που γνωριστήκαμε. Ο ίδιος είσαι, όπως και τότε. Εσύ δεν έχεις αλλάξει καθόλου».
«Άλλαξα, Μελίνα. Πώς δεν άλλαξα! Όλοι αλλάξαμε. Γίναμε λίγο πιο σοφοί, κάναμε περισσότερα λάθη, πάθαμε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι μάθαμε».
«Για την ψυχή σου μιλώ».
«Μαύρη είναι τώρα, ενώ τότε…»
«Η ίδια είναι, μοναχά ρούχα άλλαξε. Και τότε ήσουνα πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τους άλλους, το ίδιο και τώρα. Εσένα η ζωή δε σ’ έκανε σκληρό, κυνικό σαν κι εμάς».
«Η ζωή με σκότωσε…»
«Κι όμως είσαι ακόμη εδώ!»
«Όχι για πολύ…»
Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν κι αμέσως μετάνιωσε για τις τρεις αυτές λέξεις. Γιατί; Γιατί της το έκανε αυτό; Γιατί της φόρτωνε τον πόνο του;
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα…»
Έβαλε το δείχτη του δεξιού της χεριού στα χείλη του, δεν τον άφησε να συνεχίσει. Δεν έπρεπε να απολογείται για τίποτα, δεν έκανε κάτι κακό. Άφησε τα δάκρυά της να κυλούν ελεύθερα στα μάγουλα, να της ποτίζουν με αλμύρα το μπλουζάκι, και κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του να τυμπανίζουν μέσα της.
«Είσαι τρελή, το ξέρεις;» τη ρώτησε με το που σήκωσε το κεφάλι της.
«Όχι όσο θα ήθελα», απάντησε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. «Όχι όσο θα ήθελα. Και τώρα μετανιώνω…»
«Για τι;»
«Για όλ’ αυτά που δεν έκανα!»
«Μα νόμιζα ότι ήσουν ευτυχισμένη».
«Είμαι. Αλλά όπως σου είπα και πιο πριν, όχι όσο θα ήθελα. Αν ήμουνα πιο τρελή, σε εισαγωγικά, θα ήμουνα και πιο ευτυχισμένη. Αλλά…»
«Ο Κώστας;»
«Μια χαρά είναι ο Κώστας. Καλός άνθρωπος, καλός σύζυγος, καλός πατέρας. Αλλά… Αλλά… Κάτι του λείπει, ή ίσως και κάτι να λείπει σε μένα. Κάτι που δεν μπορώ να ορίσω. Ίσως να φταίει το ότι είναι άνθρωπος της συνήθειας. Ίσως να φταίει και το ότι εγώ δεν έζησα αρκετά προτού τρέξω να παντρευτώ και ν’ αποκτήσω οικογένεια».
«Μετάνιωσες;»
«Και ναι και όχι. Από τη μια είμαι μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο, με τον οποίο έχω αποκτήσει δυο πανέμορφα παιδιά, αλλά από την άλλη…»
«Ίσως θα μπορούσαν να περιμένουν;»
«Ναι!»
«Είναι παράξενη η ζωή, Μελίνα, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Ίσως, στην τελική, το σωστό και το λάθος να μην υπάρχουν. Ίσως τα πράγματα να είναι όπως είναι, απλά επειδή έτσι πρέπει να είναι».
«Εσύ δε μετανιώνεις για κάτι;»
«Περισσότερο γι’ αυτά που μου πήρε η ζωή και γι’ αυτό που δε θα προλάβει να μου πάρει, παρά γι’ αυτά που δεν έζησα ή που δεν έκανα».
Τον κοιτάει για λίγο αμίλητη. Παρατηρεί το ραγισμένο καστανό των ματιών του. Βλέπει τη φλόγα να καίει ακόμη μέσα εκεί, αλλά πιο αδύναμη παρά ποτέ. Μοιάζει έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να σβήσει. Θα της φύγει, της το λέει, τον πιστεύει, θα της φύγει κι ας μην ήτανε δικός της ποτέ. Πώς θα είναι η ζωή μετά από αυτόν; Πώς; Η εικόνα του και μόνο κάποτε την έκανε να χαμογελά, η απουσία του πόσα δάκρυα θα της χαρίσει; Μείνε, θέλει να του φωνάξει. Μείνε. Αλλά, ο χρόνος κυλά αμείλικτος και ξέρει ότι δε θα την ακούσει. Πρέπει να φύγει. Πρέπει. Αλλά, γιατί διάολε, γιατί;

Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν ερμητικά τα μάτια σ’ ετούτο τον κόσμο τον απτό, τον σκληρό, του θυμίζουν χαμόγελα πλατιά και παλιά, εμπειρίες υπέροχα μοναδικές. Ναι, ήταν τυχερός, όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά όμορφη. Έζησε πολλά, πολλά έκανε, πήγε σε πολλά μέρη και γνώρισε ανθρώπους πολλούς. Ανάμεσά τους ήταν κι Εκείνη. Εκείνη! Ο μεγάλος του έρωτας, ο ονειρικός, που του χάρισε στιγμές ευτυχίας αφάνταστης, ο οποίος όμως δεν κράτησε για πολύ – ήταν μια νύχτα της Άνοιξης, μια από τις πιο όμορφες, που μύριζαν νέα ζωή, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε βιαστικά στο διάβα του, στέλνοντας Εκείνη στον άλλο κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα. Ωστόσο, επιβίωσε…

«Μην το κάνεις, και στο υπόσχομαι, θα βρω εγώ τη λύση».
«Δε με παίρνει ο χρόνος, Μελίνα».
«Πόσο καιρό έχεις;»
«Το πολύ ένα μήνα, μετά δε γίνεται τίποτα. Θα είναι πια πολύ αργά».
«Ένα μήνα;»
Παρέμεινε να τον κοιτάει με απορία. Ένα μήνα; Πώς να βρει τόσα λεφτά σ’ ένα μήνα; Ίσως αν… Αλλά όχι. Όχι! Αυτό δεν είναι σωστό. Αλλά, πώς άλλως; Είναι μεγάλη ανάγκη. Θα τα ζητήσει απ’ τον Κώστα. Σίγουρα δε θα της πει όχι. Αν της πει όμως; Αν της πει; Τότε… Ω, δε θέλει να σκέφτεται το τότε. Φοβάται. Τώρα φοβάται όχι μόνο για κείνον, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Θα τον σκοτώσω αν μ’ αρνηθεί, σκέφτεται, θα τον σκοτώσω. Ναι, μέχρι και στο φόνο θα έφτανα για σένα φίλε μου. Αγάπη μου. Φίλε μου…
«Θα ζητήσω τα λεφτά απ’ τον Κώστα. Δε νομίζω να μου αρνηθεί».
«Δε θέλω να φορτώνομαι στους άλλους, Μελίνα. Γιατί να τον φέρεις σε δύσκολη θέση; Και γιατί να μπεις σε τέτοια θέση εσύ; Δικό μου είναι το πρόβλημα. Δε θέλησα να σε συναντήσω για να μου το λύσεις, αλλά απλά για να πω ό,τι έχω πω, για να εξηγήσω τα γιατί μου προτού…»
«Σκάσε, βλάκα. Να σε βοηθήσω θέλω, όχι να σε ακούσω. Τις δικαιολογίες σου τις ξέρω και είναι, δυστυχώς, σοβαρές, απλά δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου μετά».
«Έκανα λάθος που σε κάλεσα, καλή μου. Δεν έπρεπε. Τώρα το βλέπω. Είναι που είσαι η καλύτερή μου φίλη, πάντα ήσουνα. Περίμενα να με καταλάβεις».
«Μα σε κατάλαβα. Σε καταλαβαίνω. Απλά σου λέω ότι το πρόβλημά σου θα μπορούσε ίσως να λυθεί διαφορετικά. Δεν υπάρχει λόγος να φτάσεις στα άκρα».
«Λόγος υπάρχει. Αν υπάρχει ωστόσο μια εναλλακτική επιλογή ευχαρίστως να την επιλέξω αυτή. Ξέρεις ποιο είναι το αστείο της υπόθεσης;»
«Το αστείο; Ποιο αστείο;» Παρέμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά απορημένη, κι είδε για μια στιγμή να εμφανίζεται στα χείλη του ένα αχνό, φευγαλέο χαμόγελο.
«Ότι είτε έτσι είτε αλλιώς εσύ είσαι αυτή που θα σώσει την κατάσταση. Αν δε με έπειθες τότε να…»
«Μη μου το θυμίζεις. Μη! Με κάνεις να νιώθω χειρότερα τώρα. Αν ήξερα…»
«Κανείς δεν ήξερε. Να όμως που τόσα χρόνια μετά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό».
«Καλό το αποκαλείς αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις».
«Ναι, καλό. Και μην ξεχνάς ότι σκέφτομαι να το κάνω, δεν το έκανα ακόμη. Θα ήθελα να μου υποσχεθείς κάτι όμως».
«Τι;»
«Υποσχέσου μου πρώτα».
«Μα πώς να σου υποσχεθώ αν δεν ξέρω τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Υποσχέσου…»
«Όχι!»
«Υποσχέσου, Μελίνα μου. Υποσχέσου. Σε παρακαλώ…» Οι λέξεις του μοιάζουν να στάζουν ικεσία κι αυτή δεν μπορεί πια να του κάνει τη δύσκολη. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα έβρισκε τρόπο να την πείσει.
«Καλά. Υπόσχομαι. Τι, όμως;»
«Ότι αν τελικά δε βρεθεί άλλη λύση, αν δε βρεθούν τα χρήματα, θα βάλεις αμέσως, με το που θα μάθεις τα νέα, μπροστά τις διαδικασίες. Αλλιώς θα πάνε όλα χαμένα…»
Την παγίδεψε! Την παγίδεψε ο μπαγάσας, την παγίδεψε. Και τώρα τι; Και τώρα πώς; Πώς να πάρει το λόγο της πίσω; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί. Αδύνατον. Θέλει να του βάλει τις φωνές, να τον βρίσει, να σηκωθεί απ’ την καρέκλα και με οργή και δύναμη πολλή να τον χτυπήσει. Αλλά, δε θα το κάνει. Τον αγαπάει τόσο. Και τον ξέρει τόσο καλά. Δεν υπάρχει λόγος να του εναντιώνεται. Ο Κώστας, μόνο αυτός μπορεί να σώσει την κατάσταση. Μα τώρα, ας του πει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Μου την έφερες, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Στο υπόσχομαι. Θέλω κι εγώ να μου υποσχεθείς όμως ότι δε θα κάνεις κάτι βιαστικά. Περίμενε, αν μπορείς, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ίσως γίνω η από μηχανής θεά σου…» Του χαμογέλασε λυπημένα.
«Μα είσαι ήδη η θεά μου, ή η μάγισσα με τα δώρα. Το φωτεινό αστέρι μου…»
«Πάψε. Μη μιλάς άλλο…»
«Ό,τι θέλει η κυρία», της είπε εκείνος πειραχτικά, για να σκάσουν και οι δύο μεμιάς στα γέλια, ανασηκώνοντας για μια στιγμή το σκοτεινό πέπλο της θλίψης τους.
Πέρασε η ώρα. Πέρασε βαρύθυμα και γοργά. Πήραν το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Για να πάρει εκείνη το δρόμο για το σπίτι της, για την οικογένειά της, κι εκείνος, ποιος ξέρει για πού. Πάντως στο σπίτι δε θέλει να πάει. Νιώθει να πνίγεται εκεί, λες και είναι μικρό και αποπνιχτικό σαν μπουντρούμι. Μάλλον θα πάρει τους δρόμους. Κι όπου τον βγάλει.
«Τι σκέφτεσαι;» τον βγάζει εκείνη απ’ το μέσα του.
«Ω, τίποτα. Απλά, το που θα πάω μετά».
«Πού;»
«Δεν ξέρω. Θα πάρω το δρόμο και…»
«Γιατί δεν πας…»
«Όχι, δεν μπορώ να πάω στο σπίτι. Είναι…»
«Καλά. Κατάλαβα. Όπου σε βγάλει λοιπόν».
«Τον Κώστα δεν τον πειράζει που ήρθες νυχτιάτικα να με συναντήσεις;»
«Όχι. Με εμπιστεύεται. Και σ’ εμπιστεύεται και σένα. Μού το είπε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισε. Είναι καθαρό το βλέμμα σου, είπε. Αν το έβλεπε τώρα…»
«Και τώρα στο βάθος καθαρό είναι, Μελίνα. Απλά το περίβλημά του είναι κάπως υγρό, λίγο θολό».
«Η ομίχλη της ζωής;»
«Ποιητικό!»
Τον κρατάει απ’ το χέρι καθώς περπατάνε με το ίδια αργόσυρτα βήματα για το σταθμό. Γύρω τους ακούγονται χαρούμενες φωνές, μουσικές, ψίθυροι, ενώ ένα χλωμό φεγγάρι προσπαθεί απεγνωσμένα να προβάλει ανάμεσα απ’ τα κτήρια που όλο και πληθαίνουν. Το χέρι του είναι ιδρωμένο, αλλά το άγγιγμα του απαλό, εφαρμόζει λες τέλεια στην παλάμη της. Του ρίχνει κλεφτές ματιές. Τα μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά του, το μουσάκι του που πήρε να μεγαλώνει, τα μάτια που μοιάζουν να κοιτάνε στο πουθενά. Είναι δικός μου, σκέφτεται, αλλά δεν είναι, και το ξέρει. Δε μοιάζει πια να ανήκει εκεί, δε φαίνεται να περπατά σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνος σταματά απότομα να περπατά, φρενάροντας κι αυτή και τις σκέψεις της, και της δείχνει κάτι.
«Για δες», της λέει μ’ ένα βλέμμα ξάφνου φωτεινό, θαυμαστικό. Ένα ζευγάρι γερόντων κάθεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος των νέων, κι ο άντρας αγκαλιάζει τη γυναίκα προστατευτικά καθώς απολαμβάνουν το παγωτό τους. «Θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι έτσι ακριβώς με φανταζόμουνα να είμαι κάποια μέρα; Να γεράσω δηλαδή μ’ αυτήν που αγαπώ και να κάνω ό,τι ακριβώς κάνουν τώρα αυτοί οι δύο!»
Δάκρυσε η Μελίνα και τα μελένια μάτια της πήραν φωτιά. Τόση αγάπη! Γυρνά προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει σφικτά, αποφασιστικά. Τον κλείνει στην αγκαλιά της, χάνεται στη δική του και από μέσα της παρακαλεί η γη να σταματήσει στη στιγμή να γυρίζει. Αλλά, η προσευχή της δεν εισακούεται. Το πάντα της δεν παίρνει σάρκα και οστά. Σε λίγο βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τις γλυκές της συνήθειες. Όσο για κείνον, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και χάνεται μέσα στη βουή των δρόμων. Αποφάσισε που θέλει να πάει. Στην ακροθαλασσιά. Να ξοδέψει όλη τη νύχτα συντροφιά με τον ήχο και την ηχώ τον κυμάτων. Ν’ αντικρίσει τον ήλιο να βγαίνει πυρακτωμένος μέσα από τη θάλασσα, σα φλεγόμενη ελπίδα.

Συνέχισε να ζει όπως-όπως, κάπως λειψά, λίγο φτωχικά, κατά βάθος λυπημένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά όπως παλιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σα δώρο θεού, σαν ένα πραγματικό θαύμα, έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Αυτός της χάρισε το όνομά της, αφού πίστευε ότι της ταίριαζε, μαγική καθώς ήταν κι η ίδια. Εκείνη τον έφερε πίσω στο φως πεισματικά, με χαμόγελα και φωνές πολλές και με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ένιωσε να ξαναγεννιέται και κείνος. Κι από τότε, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δόθηκε, αφοσιώθηκε σ’ αυτή με την ψυχή του όλη. Έγινε της για πολύ καιρό θεοσκότεινης ζωής του ο φάρος. Λες και στο λευκό απαλό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα παιδικά της δάκρυα αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε. Και τα χρόνια πέρασαν…

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω, Μελίνα, θέλω και το ξέρεις, το πρόβλημα είναι ότι το ποσό που μου ζητάς είναι πολύ μεγάλο. Δεν έχουμε μόνο λεφτά, χρωστάμε κιόλας. Και όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν κάνει να παίρνουμε τέτοια ρίσκα».
«Αλλά…» Τι να του πει τώρα; Έχει δίκιο και το ξέρει. Και στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να ξηλωθεί εκείνος για το φίλο της. Αλλά…
«Τι αλλά; Πες μου τι σκέφτεσαι».
«Ε, να, ξέρεις ποιο είναι το τίμημα εδώ. Και ξέρεις ότι αν δεν ήσουν εσύ η τελευταία λύση δε θα σου ζητούσα βοήθεια. Είναι κρίμα να πάει χαμένη μια ζωή για τα άτιμα τα λεφτά. Αυτό ήθελα να πω».
«Τη ζωή τη δική μας την σκέφτηκες; Τις ζωές των παιδιών μας; Πες και βρήκα τα λεφτά. Πες και του τα δώσαμε. Λες να μπορέσει μετά να μας εξοφλήσει; Δεν είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι, απλά είναι τόσο μεγάλο το ποσό που απλά δε θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι σαν να υποθηκεύουμε το μέλλον των παιδιών μας, το καταλαβαίνεις αυτό;»
Το καταλαβαίνει, πώς δεν το καταλαβαίνει. Αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί και το κάνει. Ωστόσο ο χρόνος περνά αμείλικτα, παίρνοντας μαζί του τις όποιες λύσεις. Λες να προσπαθήσει να πάρει δάνειο απ’ τη δουλειά; Θα της το δώσουν όμως; Ίσως και ναι. Πάνε τόσα χρόνια που δουλεύει εκεί, έχει καλό μισθό, τους πήγε πολλούς πελάτες, ανάμεσά τους και κείνον. Ναι, αυτό θα κάνει.
«Συγγνώμη, Κώστα. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα. Μιλάς σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω κάποιο άλλο τρόπο να τον βοηθήσω».
«Το κράτος; Κάποια οργάνωση; Η εκκλησία; Δεν μπορεί να βάλει το χεράκι του κάποιος απ’ τους φορείς, ή όπως αλλιώς τους λένε τέλος πάντων;»
«Προσπάθησαν και προσπαθούν να βρουν βοήθεια εδώ και μήνες, αλλά μάταια. Ο ένας τον στέλνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Και τώρα έφτασαν στο αμήν. Αν δε βρεθεί κάτι πολύ σύντομα…»
Ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Καθόλου δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Τα άφησε να κυλούν έτσι γοργά, άηχα, οδυνηρά. Ο Κώστας έσπευσε να την αγκαλιάσει, να την καθησυχάσει, να την πείσει με λόγια που και στα δικά του αυτιά ακούγονταν ψεύτικα ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Στο τέλος, Κώστα, θέλει να τον ρωτήσει. Στο τέλος; Τελικά στο τέλος, είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο που είναι σίγουρο είναι το τέλος.
«Γιατί κλαις, μαμά;» Μια φωνούλα παιδική τη βγάζει απ’ τις σκέψεις, σκοτώνει με τρεις λέξεις προτού καλά-καλά γεννηθεί την οργή της. Σκουπίζει τα μάτια της και συνέρχεται λες αυτόματα. Ξεφεύγει απ’ την αγκαλιά του άντρα της και πηγαίνει σχεδόν τρέχοντας και σηκώνει στην αγκαλιά της την κόρη της, την ανεβάζει ψηλά και με μάτια υγρά της λέει ότι κλαίει από χαρά, απ’ τη χαρά της που τη βλέπει. Κι η μικρή παίρνει να γελά. Κι η θλίψη κρύβεται βιαστικά σ’ ένα ντουλάπι του μυαλού. Θα έρθει να την επισκεφθεί ξανά αργά το βράδυ, όταν θα ξαπλώνει άγρυπνη στο συζυγικό κρεβάτι, όταν θα έχει πια το χρόνο να σκεφθεί ελεύθερα όλ’ αυτά που την απασχολούν, να καταστρώσει τα σχέδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Η μικρή άρχισε αμετάκλητα να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, συνεχώς να ρωτά, χαριτωμένα να απαιτεί και πολλές φορές απ’ τη χαρά της να χορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο, όπως όλα τα παιδιά. Αλλά για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα θα ήταν η μικρή, πάντα θα ήταν η αγαπημένη του, όσος καιρός κι αν περνούσε, όσο κι αν η ζωή τον άλλαζε. Και δε θα ξεχνούσε ούτε και για μια στιγμή την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, μια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη μέσα στον πόνο και το οδυνηρό παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να ψιθυρίσει αδύναμα το όνομά του, Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι ολοκληρωτικά στη δίνη της αρρώστιας. Και τώρα… Και τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Και θα ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δε θα την αφήσει να περάσει το δικό της αυτή τη φορά, θα της τη φέρει πισώπλατα, ακριβώς όπως του την έφερε κι εκείνη, θα επιβάλει το δικό του δίκαιο νόμο. Εσύ έζησες πολλά Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και μιλά σε κάποιο ξένο. Εσύ έζησες πολλά, του ξαναλέει λες και προσπαθεί να τον πείσει, κι ας μην πολυπιστεύει ούτε κι ο ίδιος τα λόγια του. Εσύ έζησες πολλά, πεισμώνει, τώρα είναι η σειρά της…

«Δώσε μου λίγο ακόμη χρόνο, Φώτη, και θα δεις. Θα δεις που θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρουμε. Είναι πολύ μεγάλο το ποσό που χρειάζεσαι κι όπως καταλαβαίνεις…»
Μιλάνε στο τηλέφωνο. Τον πήρε για να του πει τα ευχάριστα νέα. Συζήτησε με το αφεντικό της και μάλλον θα της εγκρίνουν το δάνειο που ζήτησε. Και μόλις γίνει αυτό θα του μεταβιβάσει αμέσως το ποσό. Κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
«Σε μεγάλους μπελάδες σε έβαλα Μελίνα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Κι εσύ δεν έπρεπε… Δεν έπρεπε…» Κομπιάζει. Οι λέξεις προσπαθούν μα δεν μπορούν να βγουν απ’ τα χείλη του. Δείχνει, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, έτοιμος να κλάψει. Ακούει την ανάσα του στο ακουστικό, την ακούει βαριά και της πλακώνει το στήθος. Αλλά, δεν του μιλά. Τον αφήνει να ηρεμήσει, να ’ρθει στα συγκαλά του. Προσπαθεί να μιλήσει και πάλι. Και προσπαθεί μάταια. «Δεν έπρεπε…» ψιθυρίζει και μένει ξανά σιωπηλός. Μα από μέσα του βράζει. Είναι οργισμένος πολύ με τις μοίρες, θέλει να τα βάλει με τους θεούς και τους δαίμονες που τον έφεραν ως εδώ, να ξεσπάσει, να βρίσει, να χτυπήσει, να χτυπηθεί. Ωστόσο, καταπίνει την οργή του. Σκέφτεται τα πυρετικά μάτια της Μάγιας του, τα φωτεινά της Μελίνας που πάντοτε τον τύλιγαν με τόση ζεστασιά και λίγο γαληνεύει. «Είσαι ο άγγελός μου», της ψιθυρίζει τελικά. «Είσαι ο άγγελός μου», της λέει, κι από τα βάθη της ψυχής του το εννοεί.
«Κι εσύ ο δικός μου, Φώτη. Κι εσύ ο δικός μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ. Πάντα σε αγαπούσα, αλλά όχι πάντα φιλικά», απαντά εκείνη σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, για να συνέλθει αμέσως και ν’ αφήσει ένα εκκωφαντικό, ωχ όχι, να ξεφύγει απ’ τα στήθια της. Ξεχάστηκε! Και καθώς ξεχάστηκε του είπε εκείνο που δεν τόλμησε, τουλάχιστον στον ίδιο, να παραδεχτεί ποτέ. Και τώρα. Τώρα τους πνίγουν οι σιωπές. Εκείνος κοιτάει αμήχανα τα χέρια του, εκείνη τον απέναντι τοίχο με το στερεότυπο καδραρισμένο λευκό οικοτοπίο κάποιου νησιού. Τους χωρίζουν τα χιλιόμετρα, τα σύρματα, τα γεγονότα. Τους ενώνουν η κοινή ζωή τους του χθες και τα κενά του χρόνου.
«Από πότε;» Μίλησε πρώτος εκείνος.
«Όπως σου είπα: από πάντα. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες…»
«Γιατί μήπως κατάλαβες εσύ;»
«Τότε…»
«Για τα γέλια είμαστε, Μελίνα, και για τα κλάματα. Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά εμείς οι βλάκες κοιτούσαμε δίχως να βλέπουμε. Κι έπρεπε να… Ω, διάολε, θέλω να χτυπήσω κάποιον, να σπάσω κάτι. Είμαι τόσο οργισμένος, ψυχή μου. Τόσο οργισμένος…»
«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ οργισμένη είμαι, αλλά όχι με τους άλλους. Με μένα την ίδια. Αν ήξερα… Ωστόσο τώρα είναι αργά. Μακάρι να ήτανε τα πράγματα αλλιώς, αλλά δεν είναι. Κάποια απ’ αυτά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν αυτά που μπορούμε. Τουλάχιστον…» Άφησε την πρότασή της στη μέση, αλλά εκείνος δεν την άφησε να πέσει κάτω. Την άρπαξε στον αέρα και της την επέστρεψε.
«Τουλάχιστον τι;»
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε. Θα μας μείνει όμως αιώνιος βραχνάς, το πώς θα ήταν αν… Αλήθεια, πώς θα ήταν; Δε σε ρωτώ, απλά αναρωτιέμαι».
«Ποιος μπορεί να πει; Κανείς! Κανείς δεν ξέρει. Έχω δει όλα τα δεδομένα στη ζωή μου να ανατρέπονται, όλες τις σιγουριές να συντρίβονται, τα όμορφα όλα να χάνονται. Δεν μπορώ να σου πω πώς θα ήταν, Μελίνα. Θα προσπαθούσα όμως, κι αυτό μπορώ να στο πω με σιγουριά, να κάνω το καλύτερο, να σου χαρίσω όλη την αγάπη που σου αξίζει».
«Γιατί δεν τόλμησα τότε;»
«Για τον ίδιο λόγο που δεν τόλμησα ούτε κι εγώ. Φοβήθηκες. Κι οι δυο φοβηθήκαμε. Φοβηθήκαμε ότι το όνειρο θα έβγαινε αληθινό και δε θα ξέραμε τι να κάνουμε μετά».
«Ξέρεις, όταν σε σκεφτόμουνα τότε, ή όταν ήμουνα κοντά σου μα δεν με παρατηρούσες, πού και πού έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να σε φανταστώ σαν τον πατέρα των παιδιών μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ήσουνα πολύ ελεύθερος εσύ, έδειχνες ατίθασος πολύ, δεν μπορούσα να σε φανταστώ οικογενειάρχη».
«Έτσι ήμουνα. Κι ίσως να είμαι τουλάχιστον λίγο έτσι ακόμη. Αλλά ο ερχομός της Μάγιας στη ζωή μου με άλλαξε, μ’ έκανε ν’ αγαπήσω όλα τα παιδιά στο πρόσωπό της και πήρα κι εγώ κάθε τόσο να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να γίνω πατέρας. Ο χρόνος, βλέπεις…»
«Ο χρόνος! Μπορεί να μη γιατρεύει τις πληγές, αλλά τουλάχιστον τις βγάζει στο φως, σου επιτρέπει να τις δεις καθαρά, να τις ξύσεις απαλύνοντας τον πόνο».
«Έτσι είναι. Ποιος να μου το έλεγε ότι κάποια μέρα θα είχα αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Το υποψιαζόμουνα, αλλά ανίδεος ήμουν, όπως κι εσύ».
«Όπως κι εγώ. Ίσως ν’ ακουστεί παράδοξο κάτω από τις παρούσες συνθήκες αυτό που θα σου πω, Φώτη, αλλά θα στο πω: χαίρομαι. Χαίρομαι που βγήκε το μυστικό στη φόρα. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου».
«Σε καταλαβαίνω. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν δεν ήταν αυτή η καταραμένη η μοίρα…»
«Μη λες τίποτ’ άλλο. Ας τ’ αφήσουμε εδώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πάρω τα λεφτά στα χέρια μου σύντομα και όταν περάσει η μπόρα είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να μιλήσουμε».
«Αν περάσει η μπόρα. Αν…»
«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα περάσει…»
«Μακάρι».

Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του και την κοιτάει για ώρα πολλή έντονα, επίμονα, με ένα βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη απέραντη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στο μοναχικό άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, ξεψυχισμένος, συνένοχος στη θλίψη του. Ναι, θα μπορούσε να είναι κόρη του, κόρη τους, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι, το πιο γλυκό ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί τους, και εδώ και καιρό κόβει βόλτες στο κατώφλι του θανάτου. Χαϊδεύει με δάχτυλα που τρέμουν απ’ το παράπονο και τη συγκίνηση το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, φιλά με τρυφερότητα περισσή το αποτυπωμένο στο χαρτί μέτωπο, ανασαίνει πάνω σ’ αυτό την αγάπη του, το αποχαιρετά, αποχαιρετά εκείνη: αντίο, Μαγιούλα μου. Αντίο και σ’ ευχαριστώ απ’ της ψυχής μου τα βάθη που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, τοποθετεί προσεκτικά εκείνο το πλάνο, το αλάνθαστο ντοκουμέντο μιας αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, και σηκώνει αποφασιστικά το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο, που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται καθώς το κοιτά με θαυμασμό. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά. Όπως κι εκείνη. Εκείνη. Η Μελίνα. Πρέπει να την πάρει τηλέφωνο. Θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της για τελευταία φορά. Όχι, δε θα της πει την αλήθεια. Όχι. Απλά θα της μιλήσει και θα την ακούσει. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και για μια στιγμή μένει ακίνητος, σα μαρμαρωμένος. Δεν πιάνει σήμα. Αλλά πώς να πιάσει κιόλας στην ερημιά που βρίσκεται; Ένα χαμόγελο πικρό, σαν γκριμάτσα, του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ακόμη και τώρα, ψιθυρίζει, μη μπορώντας κι ο ίδιος να το πιστέψει. Ακόμη και τώρα, οι μοίρες γελάνε στην πλάτη του…

Επιτέλους εγκρίθηκε το δάνειο. Εγκρίθηκε. Έχει την επιταγή στα χέρια της. Θέλει να πετάξει απ’ τη χαρά της, στ’ αλήθεια να πετάξει. Τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα! Πρέπει να πει τα νέα στον Φώτη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τρέξει να τον συναντήσει και να του δώσει τα λεφτά. Τον παίρνει τηλέφωνο. Δε χτυπά. Τον ξαναπαίρνει. Τον ίδιο. Πού να είναι άραγε, αναρωτιέται. Α, ναι, στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο. Θα έχει το κινητό του κλειστό. Αναστενάζει με ανακούφιση. Θα πάρει άδεια το απόγευμα και θα σπεύσει να τον συναντήσει εκεί. Ω, νιώθει τόσο χαρούμενη τώρα. Είναι τόσο ευτυχισμένη που θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.
Σκέφτεται. Τον σκέφτεται. Σκέφτεται τους δυο τους μαζί. Ελκυστική η εικόνα, αλλά… Αλλά δεν έχει σκοπό να διαλύσει την οικογένειά της. Τον αγαπούσε, τον αγαπά και θα τον αγαπά, αλλά μέχρι εκεί. Ο Κώστας… Ο Κώστας είναι ο άντρας της. Τα παιδιά της είναι και δικά του παιδιά. Δε λέει…
Ω, δεν αντέχει πια εκεί, νιώθει να πνίγεται. Πρέπει να φύγει αμέσως, να πάει στο νοσοκομείο και να τον συναντήσει στη στιγμή. Πετάγεται απ’ τη θέση της, σαν ελατήριο, και φεύγει τρέχοντας σχεδόν απ’ το γραφείο δίχως να πει τίποτα σε κανένα. Είναι ώρα αιχμής, δε θα πάρει το αμάξι της, καλύτερα με το μετρό. Κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά στο σταθμό του Συντάγματος και διασχίζει σα σίφουνας το χώρο. Δεν προσέχει τον κόσμο γύρω της, δε δίνει σημασία καμιά στα επιτιμητικά βλέμματα. Βιάζεται, και σ’ όποιον αρέσει.
Βγαίνει έξω σ’ έναν ήλιο εκκωφαντικό και μια ζέστη αφόρητη. Έχει πολύ περπάτημα ακόμη. Τα βήματά της γοργά, τη φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ εκείνον, στης αδελφής του τη σωτηρία.
Φτάνει επιτέλους στον προορισμό της. Την κατευθύνουν στο δωμάτιο που ψάχνει, όπου μπαίνει σιγοπατώντας. Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη πια. Κοιτάει γύρω της. Η μικρή, ένας άγγελος που κοιμάται αδύναμα στο κρεβάτι, η μάνα της κι ο πατέρας. Ο Φώτης πουθενά. Τους πλησιάζει.
«Γεια σας, η Μελίνα είμαι, αν με θυμάστε».
«Σε θυμόμαστε, κόρη μου. Σε θυμόμαστε», της απαντά ψιθυριστά η γυναίκα.
«Ο Φώτης;»
«Δεν ξέρουμε που είναι. Έχουμε να τον δούμε από χθες το βράδυ».
Δεν ξέρει τι άλλο να τους πει και τι να τους ρωτήσει. Έτσι, τους παραδίδει απλά το φάκελο με την επιταγή και κάνει να φύγει.
«Τι είν’ αυτό, Μελίνα μου», τη ρωτάει η μάνα.
«Τα λεφτά για την εγχείρηση της μικρής», απαντά μ’ ένα μικρό χαμόγελο, τους γυρνά αβίαστα την πλάτη και παίρνει γρήγορα να απομακρύνεται. Επιφωνήματα χαράς μεγάλης ακολουθούν για λίγη ώρα το κάθε της βήμα.

Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του, την ξεκινά και παίρνει να κατεβαίνει το βουνό σαν οργισμένος βοριάς, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε μια στροφή του δρόμου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χάνει τον έλεγχό της κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να έχει πάρει μορφή ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του κι αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά. εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει! Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του από την ασφάλεια ζωής που του έκανε χρόνια πριν η Μελίνα, θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στο εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που έχει ανάγκη. Αρκετά για ν’ αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό! Η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού

Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, έχει κλειστά τα μάτια και χαμογελά στο σκοτάδι. Πικρά! Χαμογελά με παράπονο και μια παράξενη γαλήνη για της ζωής το αχ, για τους τροχούς της τύχης, που μοιάζουν να ορίζουν την πορεία μας απ’ την πρώτη ανάσα μας μέχρι και την τελευταία.
«Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα έβρισκα μ’ αυτό τον τρόπο τον προορισμό μου, τον σκοπό στη ζωή, αλλά να που…»
Σκέφτεται αυτά που συνέβησαν, μελετά σιωπηλά τα γεγονότα που τον έφεραν μέχρι εκεί, αναλογίζεται το απρόοπτο, που τον έσωσε και τον καταδίκασε. Ένας άνθρωπος του πόνου ήταν πάντα, του πόνου, της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Και ήταν ένας άνθρωπος σκληρός, μα καλόκαρδος, καλόκαρδος όσο δεν έπαιρνε. Τα λάθη του πολλά, τα σωστά του περισσότερα. Αλλά, ακόμη κι αυτά τα πρώτα σαν σωστά τα βλέπει τώρα πια, καθώς η οργή μέσα του καταλάγιασε, καθώς το άδικο αυτού του κόσμου πλέον δεν τον αγγίζει.
Όλα άρχισαν χρόνια πριν, όλα άρχισαν πριν μερικές βδομάδες. Όλα άρχισαν και τέλειωσαν χθες και θα ξαναρχίσουν και θα τελειώσουν αύριο. Ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του ή μάλλον οι λέξεις δεν μπορούν να την αποδώσουν. Η στιγμή, μόνο ετούτη η στιγμή μετράει – η ώρα του απολογισμού.
Μετανιώνει για κάτι; Ίσως θα έπρεπε, αλλά όχι, δεν μετανιώνει. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, όπως ήταν γραμμένα σε κάποια βιβλία άγραφα. Δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Σκέφτεται. Σκέφτεται κάθε μέρα και όλη νύχτα, κάθε ώρα και ανά πάσα στιγμή αυτό που έκανε, πονάει πολύ, αλλά δεν μετανοεί. Κι ας πληρώνει τώρα ακριβά το τίμημα. Κι ας το πληρώσει και μετά, αν υπάρχει επόμενη ζωή, μια κόλαση ή ένας παράδεισος. Είναι έτοιμος. Είναι έτοιμος να σταθεί με πείσμα κι ηρεμία μπρος στον ύστατο κριτή και να του πει: είμαι ένοχος, έκανα το σωστό.
«Κατάντησες βλάσφημος», κακίζει τρυφερά τον εαυτό του κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ή ίσως και να είναι, αφού παρέβηκε τους νόμους, εκείνους των πιστεύω του, για να εφαρμόσει κάποιον άλλο νόμο, γραμμένο από τον ίδιο, αλλά σε μια πολύ πιο εκδικητική μορφή του θεό. Εφάρμοσε το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και θυσιάζοντας της ψυχής του τη σωτηρία απένειμε σκληρή δικαιοσύνη. Κι αυτό για ένα κορίτσι που καλά-καλά δεν ήξερε, για μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Τριγυρνά στις σκέψεις του, κάνει κατάληψη στα όνειρά του, εκείνη η μικρή. Εκείνη η μικρή που έγινε γυναίκα με τη βία, που γνώρισε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, πριν προλάβει να δει τα χρώματά της. Αλλά, τουλάχιστον, τώρα εκείνη είναι καλά. Τώρα άρχισε να ζει. Η νέα ζωή είναι το δώρο που της χάρισε, η κατάληξή του το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει. Ένα πάρε-δώσε από όπου κανείς δεν βγήκε απόλυτα κερδισμένος, αφού οι πληγές είναι ακόμη νωπές, και για να γιατρευτούνε θα πρέπει να περάσουν ακόμη χρόνια πολλά, να χυθεί απ’ τις ψυχές τους κι άλλο αίμα.
«Αχ, κορίτσι μου», σκέφτεται κι αναστενάζει βαθιά, «σε έσωσα για να με σώσεις!» Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Η δικιά του απόλυτη αλήθεια. Το έγκλημά του, το φονικό, στάθηκε η σωτηρία του. Γαλήνεψε τους μέσα του δαίμονες, δάμασε την οργή του, τον έκανε ένα καλύτερο άνθρωπο, κι ας ήτανε η καλοσύνη κάτι που δεν του έλειψε ποτέ.
Η Κατερίνα. Το Κατερινάκι του. Η μαύρη νεράιδά του! Ήρθε κοντά του κτυπημένη άγρια απ’ τους ανθρώπους και τη μοίρα, λυγισμένη, καταματωμένη, κι αυτός ανέλαβε να την αναστήσει, να της δείξει το άλλο πρόσωπο του φεγγαριού, να την κάνει να πιστέψει στον εαυτό της και να τη βοηθήσει ν’ αγαπήσει τον κόσμο αυτό, το μόνο απτό μα τόσο ψεύτικο. Και τα κατάφερε. Κι ύστερα ήρθαν οι ανθρώπινα κτήνη να τη διεκδικήσουν ξανά. Ο πατριός της, ο βιαστής και δυνάστης της, ήρθε να τη ματώσει και πάλι. Κι αυτός τον σκότωσε. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα, τον κτύπησε με οργίλη δύναμη στο κεφάλι και απλά τον σκότωσε. Κι ύστερα έστειλε τη μικρή στο καλό. Της έδωσε την ευχή του και της είπε απλά να φύγει, αφού δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί της το κρίμα του.
Από τότε βρίσκεται στη φυλακή. Από τότε βρήκε το σκοπό του στη ζωή. Άρχισε σιγά-σιγά να μεταμορφώνεται σε πατέρα για παιδιά ορφανά και παραστρατημένα, αδελφό για της κοινωνίας τους απόκληρους, εξομολογητή για όλους. Έως εκείνη τη στιγμή τα ράσα έκαναν τον παπά, αλλά τώρα πια ο παπάς κάνει τα ράσα. Ωστόσο ακόμη μισεί, μισεί εκείνους που μισούν, μα προσπαθεί όπως μπορεί να τους φέρει στον καλό το δρόμο. Η αγάπη, αυτή πιστεύει ότι είναι το μόνο γιατρικό σε όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Η αγάπη, αυτή λέει μπορεί να μας σώσει, ακόμη κι από τον εαυτό μας. Ο νόμος της αγάπης πρέπει να μας ορίζει, διακηρύττει με φωνή που βγαίνει σαν τραγούδι και σαν ύμνος απ’ τα χείλη του ξανά και ξανά αλλά, κάπου μέσα του βαθιά ακόμη πιστεύει πώς ο νόμος της εκδίκησης, κάποιες φορές, είναι ο μοναδικός που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ