Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Το λιοντάρι και η γίδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγέλη από γίδια που συνήθιζε να πηγαίνει για βοσκή σ’ ένα μεγάλο δάσος.
     Κάποια καλή μέρα, ή μάλλον σούρουπο ήταν, καθώς επέστρεφαν στα λημέρια τους, ένα μέλος του κοπαδιού, μια πολύ γριά γίδα, κουράστηκε και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Ωστόσο έμεινε πίσω πολύ και σε λίγο άρχισε να νυχτώνει. Μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, αποφάσισε να ξοδέψει τη νύχτα σε μια σπηλιά που εντόπισε λίγο πιο κάτω. Φανταστείτε, όμως, την έκπληξή της όταν, μπαίνοντας μέσα, είδε να κάθεται πέρα στο βάθος της ένα λιοντάρι. Ένιωσε να τη ζώνει ο τρόμος, αν μπορούσε θα τα έκανε πάνω της, και στάθηκε για λίγο ακίνητη, παγωμένη. Αλλά ύστερα, επιστρατεύοντας όλο το θάρρος και τη λογική της, άρχισε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. Αν προσπαθήσω να τρέξω, σκέφτηκε, το λιοντάρι σίγουρα θα με πιάσει και θα με κατασπαράξει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως και να τη βγάλω καθαρή.
     Έτσι, άρχισε να περπατά με άνεση, με αναίδεια σχεδόν, προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι βλέποντάς την δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Την κοιτούσε και την ξανακοιτούσε απορημένος, μέχρι που το πλησίασε πολύ. Δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε σε τίποτα στη συμπεριφορά με τα άλλα μέλη της φυλής της. Οι άλλες όταν τον έβλεπαν γίνονταν καπνός αλλά αυτή… Τελικά σκέφτηκε ότι δεν ήταν γίδα, δεν θα μπορούσε να είναι, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν είδε ποτέ ξανά.
     «Ποια είσαι γριά μου;» τη ρώτησε ευγενικά.
     «Είμαι η βασίλισσα των γιδιών», απάντησε. «Λατρεύω τον θεό Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, εικοσιπέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους εικοσιπέντε ελέφαντες και τώρα βγήκα στη γύρα για να βρω τα λιοντάρια».
     Το λιοντάρι αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Ωστόσο, πιστεύοντας απόλυτα ότι αυτή όντως πήγε εκεί για να το καταβροχθίσει, γλίστρησε αμέσως έξω από τη σπηλιά λέγοντας ότι ήθελε να πάει να νιφτεί στο ποτάμι.
     Καθώς έσπευδε να απομακρυνθεί συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας τον βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.
     Το λιοντάρι του περιέγραψε με λίγα λόγια τα καθέκαστα, για τη συνάντησή του δηλαδή μ’ ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά δεν φέρει κανένα απολύτως ίχνος απ’ τη δειλία της τελευταίας, αλλά αντίθετα είναι πολύ γενναία και, σχεδόν, τρομακτική.
     Το τσακάλι ήταν ατσίδας και κατάλαβε αμέσως ότι εκείνο που προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση ήταν μια δυστυχής γριά γίδα. Προσπάθησε λοιπόν να πείσει το λιοντάρι γι’ αυτό, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία δεν ήτανε παρά ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, για να σώσει το τομάρι του.
     «Άντε αδελφέ», είπε στο λιοντάρι, «πάρε κουράγιο απ’ τα λόγια μου, σκέψου την τιμή σου και γιγάντωσε το θάρρος σου, κι έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά. Θα δεις ότι έχω δίκιο και μετά θα απολαύσεις ένα εξαίσιο γεύμα, καταβροχθίζοντας αυτή την υποκρίτρια».
     Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή του κι έτσι επέστρεψαν μαζί στη σπηλιά.
     Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι πίσω απ’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη κρυβόταν το τσακάλι που το συνόδευε. Ωστόσο δεν έχασε ούτε την πόζα, αλλά ούτε και το θάρρος της. Περπάτησε με ύφος σχεδόν βασιλικό προς το μέρος τους και υιοθετώντας μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, είπε στο τσακάλι:
     «Μ’ αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σε έστειλα να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, κι εσύ μου έφερες μόνο ένα; Βρε τεμπέλη. Βρε αχαΐρευτε. Θα σε γδάρω ζωντανό γι’ αυτή σου την αμέλεια!»
     Ακούγοντας αυτά τα λόγια το λιοντάρι οργίστηκε πολύ, αφού σκέφτηκε ότι το τσακάλι που του το έπαιζε ντε και καλά φίλος, τον πρόδωσε, έτσι ρίχτηκε πάνω του και άρχισε να το κατασπαράζει. Ήταν μάλιστα τόσο εκνευρισμένος, αλλά και τόσο αφοσιωμένος την ίδια ώρα στο γεύμα του, που δεν πρόσεξε ότι η γίδα κατάφερε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα έξω από τη σπηλιά και να εξαφανιστεί, γλιτώνοντας έτσι απ’ τα σαγόνια του.

Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ο βασιλιάς του δρόμου

Το όνομά μου είναι Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου -τουλάχιστον σύμφωνα με τον μπαμπά μου- αλλά σίγουρα ξέρει καλύτερα αυτός. πάντα ξέρει καλύτερα αυτός. Αφού μου το λέει κιόλας: να με υπακούς. Εγώ ξέρω καλύτερα. Ε, για να το λέει κάτι θα ξέρει.
Είμαι οκτώ χρονών, αν και δείχνω πιο μικρός, ίσως έξι. Είμαι λεπτός πολύ, κοντός και πάντα φοράω βρώμικα ρούχα από δεύτερο ή τρίτο χέρι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Η μαμά λέει ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι μ’ αυτά που έχουμε, αλλά πού και πού την ακούω να λέει στον μπαμπά πως δεν έχουμε αρκετά. Κι εκείνος της λέει ότι προσπαθεί. Πάντα προσπαθεί. Δεν κατάλαβα για τι, αλλά δεν πειράζει.
Έχω πέντε ακόμη αδέλφια, αφού η μάνα μου, μου λένε οι γειτόνισσες, ότι γεννάει σαν κουνέλα. Πώς μπορεί μια γυναίκα να γεννάει σαν κουνέλα; Και τι είναι η κουνέλα; Έτσι αποκαλούν τις μαμάδες που γεννάνε πολύ; Τι έλεγα; Α, ναι, για τ’ αδέλφια μου. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Μετά είναι ο αδελφός μου, η αδελφή μου, η αδελφή μου, κι ο μικρός μου αδελφός, κι ύστερα το μωρό. Αυτό δεν κατάλαβα αν αδελφός ή αδελφή ακόμη, αφού το αποκαλούν μπέ-ι-μπι. Ή πέ-ι-πι. Δεν είμαι σίγουρος.
Ζούμε στην καλύτερη και την πιο σημαντική πόλη της Ινδίας και του κόσμου ολόκληρου, σύμφωνα και πάλι με τον μπαμπά, την Άγρα. Υπάρχουν κι άλλες πόλεις εκτός απ’ αυτήν; Κι αν ναι, πού είναι; Όλο ρωτώ και ρωτώ, το ξέρω, αλλά τι να κάνω αφού μου αρέσει;
Η μαμά μου λέει ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα και κάθε τόσο όταν συναντώ κάποια νεκρή γάτα στο δρόμο, αναρωτιέται ποια είναι αυτή η κυρία περιέργεια που σκοτώνει τις γάτες. Τι τις έφταιξαν οι κακομοίρες; Εγώ αγαπώ τις γάτες. Οι γάτες είναι φίλες μου. Κάνουμε πολλή παρέα, αφού κι εγώ, όπως κι αυτές, όλη μέρα στο δρόμο βρίσκομαι. Όχι πως δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, έχω, αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό. Κάποιοι μου λένε ότι πρέπει να πάω στο σχολείο. Μα γιατί να φύγω από την Άγρα και να πάω στο σχολείο; Τέλος πάντων.
Όπως έλεγα, είμαι συνέχεια στο δρόμο και κάνω αυτό για το οποίο η μαμά κι ο μπαμπάς περηφανεύονται: κάθομαι και κλαίω. Αστείο δεν είναι; Αλλά σοβαρά μιλάω. Κάθομαι και κλαίω απ’ το πρωί ως τη νύχτα, κάθε μέρα σε κάποιο διαφορετικό σημείο της πόλης, όπου με πάει με το τρίκυκλο ο μπαμπάς. Τη μια είμαι στην είσοδο του Ταζ Μαχάλ, την άλλη στο Φρούριο ή το Κάστρο της πόλης -δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς το λένε- και την άλλη στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγαίνω εκεί απ’ τα χαράματα και κάθομαι και κλαίω, και διάφοροι άνθρωποι έρχονται και μου δίνουν φαγητό ή λεφτά, κάποτε και ρούχα. Όχι δε ζητιανεύω. Μου εξήγησε ο μπαμπάς τι είναι αυτό και δεν το κάνω. Μου είπε ότι ο κόσμος αντιπαθεί τους ζητιάνους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Ή όχι;
Πω πω, πόσα πράγματα δεν ξέρω! Δεν πειράζει όμως, κάποια μέρα θα τα μάθω. Εξάλλου κάθε μέρα και κάτι μαθαίνω. Δεν κλαίω μόνο. Τι νομίσατε; Όταν κάθομαι στη γωνιά μου ακούω τους ανθρώπους που μιλάνε και μαθαίνω διάφορα, ακόμη και ξένες λέξεις. Τις μαθαίνω από τους ξένους, όταν πολύ σπάνια έρχονται και μου μιλάνε, ή όταν περιμένουν το τρένο, ή όταν τους παίρνουν οι ξεναγοί -πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη- από το ένα μέρος στο άλλο και τους μιλούν για το ένα και για το άλλο.
Μου αρέσουν οι ξένοι, αλλά όχι πολύ. Κάθε τόσο μου δίνουν λεφτά, ή κάτι να φάω, όμως τις περισσότερες φορές με αγνοούν. Αγ-νο-ούν! Ορίστε, το είπα. Κάνουν ό,τι δεν υπάρχω, κι ας μην τους ενοχλώ. Α, κι οι ξένοι δεν είναι σαν τον μπαμπά και τη μαμά μου. Δεν άκουσα ποτέ κανέναν απ’ αυτούς να λέει στο γιο του ότι είναι ο βασιλιάς του δρόμου και πολύ λίγες φορές είδα κάποιον να σηκώνει τα παιδιά του στις πλάτες του όπως κάνει ο μπαμπάς. Μάλλον δε θα είναι περήφανοι γι’ αυτά. Γιατί όμως; Αφού είναι καθαρά, καλοντυμένα και μιλούν και ξένες γλώσσες. Αγγλικά. Ισπανικά. Ιταλικά. Γιαπωνέζικα. Χίντου γιατί δε μιλάνε; Παράξενοι άνθρωποι. Δεν πειράζει.
Α, τώρα θα νομίζετε ότι ζω στο δρόμο, μα όχι δεν ζω. Στο δρόμο. Στο σπίτι μου ζω. Όχι πως είναι κανονικό σπίτι. Μια παράγκα είναι με πάτωμα από χώμα, σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες. Σ’ αυτές ζουν πολλοί κάτοικοι. Όπως και το σπίτι μας δηλαδή, οκτώ νοματαίοι. Αλλά μας χωράει μια χαρά. Κοιμόμαστε όλοι πάνω σε παλιές κουβέρτες που μας δίνουν κάθε χρόνο οι φιλανθρωπίες, όποιες κι αν είναι αυτές ενώ νερό κλέβουμε -ή παίρνουμε, δεν είμαι σίγουρος- από τις βρύσες της γειτονιάς. Η μαμά όλη μέρα μαγειρεύει αφού τα μωρά πεινούν συνεχώς, ενώ ο μπαμπάς, που δεν μπορεί να βρει μια α-ξι-ο-πρε-πή δουλειά, τριγυρνά από δω κι από κει με το τρίκυκλο για να βγάλει λίγες δεκάρες. Όταν τον ρωτώ από πού πρέπει να τις βγάλει γελάει δυνατά και μου λέει: Είσαι αστείος. Κι είσαι έξυπνος. Είσαι ο βασιλιάς του δρόμου.
Ναι, είμαι, αφού αν δεν ήμουνα δεν ξέρω που θα βρίσκαμε λεφτά για φαγητό. Όλο και κάτι φέρνω στο σπίτι, κι έτσι δεν πεινάμε -τουλάχιστον όχι πολύ- ποτέ.
Πού και πού, αργά τη νύχτα, ακούω τον μπαμπά και τη μαμά να τσακώνονται -όταν νομίζουν ότι κοιμάμαι- και θέλω ν’ αρχίσω να κλαίω, μα δεν το κάνω. Κλαίω όλη μέρα, δεν μπορώ να κλαίω και τη νύχτα.
«Είσαι άχρηστος. Δεν είσαι ικανός για τίποτα», του φωνάζει αυτή.
«Και τα παιδιά που σου έκανα; Δεν είναι κάτι;» ρωτάει μ’ απορία, χωρίς να φωνάζει αυτός.
Θέλω να τους μιλήσω, να τους κάνω να γελάσουν, αλλά και να τους ρωτήσω πώς ο μπαμπάς έκανε τα παιδιά, δηλαδή εμάς, αλλά σιωπώ. Αφήνω να περάσει η μπόρα, όπως λένε οι μεγάλοι. Και πάντα περνά. Ύστερα όμως επειδή εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ βγαίνω έξω στο δρόμο και κάθομαι και κοιτάω τους περαστικούς πολύ-πολύ λυπημένος. Πάντα κάποιος περνάει. Κάποιοι σταματούν και με ρωτάνε τι κάνω εδώ, γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου, μα έχω κατεβασμένα τα μούτρα και δεν τους απαντάω κι έτσι φεύγουν.
Φίλους δεν έχω πέρα απ’ τα αδέλφια μου αφού δουλεύω συνεχώς και δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Μόνο τις Κυριακές λίγο ξεκουράζομαι όταν φοράμε όλοι τα καλά μας, που κι αυτά δε φαίνονται και τόσο καλά, και πηγαίνουμε όλοι μαζί, ένα τσούρμο, στο σινεμά. Εκεί ο μπαμπάς δίνει κάποια από τα νομίσματα που του φέρνω όλη τη βδομάδα, μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε ταινίες, μασώντας στραγάλια, που μου αρέσουν πολύ-πολύ, αφού σ’ αυτές όλοι τραγουδάνε και χορεύουν. Στις ταινίες όχι στα στραγάλια.
Το αγαπημένο μου τραγούδι, εκείνο που μου κόλλησε, είναι το «Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία…». Δεν ξέρω αν είναι αυτός ο τίτλος του, αλλά πρέπει να είναι, αφού κάθε φορά που το τραγουδάνε, κάτι πολύ όμορφες κύριες χορεύουν σαν χορεύτριες, φορώντας πολύχρωμα ρούχα και κάτι περίεργα πράγματα στα χέρια και στο λαιμό, που όλο στραφταλίζουν. Πρέπει να είναι χρυσαφικά.
Πάντα όλοι είναι χαρούμενοι όταν πηγαίνουμε στο σινεμά. Φωνάζουν, τραγουδούν, γελούν. Μακάρι όλη η ζωή να ήταν σαν το σινεμά. Να ζούσαμε όλοι μέσα στα παλάτια και να ερωτευόμαστε όμορφες λεπτές κυρίες, που κλαίνε και τραγουδάνε πολύ.
Η μαμά δεν είναι λεπτή, είναι χοντρή, αλλά εγώ και πάλι την αγαπώ. Παχαίνει λέει από τις μυρωδιές που ρουφάει όλη μέρα καθώς μαγειρεύει για μας – ευτυχώς που δεν τρώει κιόλας δηλαδή, αφού τότε δε θα τη χώραγε η πόρτα για να μπει στο σπίτι. Ο μπαμπάς είναι λεπτός πολύ. Αυτός λέει ότι τον έφαγαν οι στεναχώριες. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Γιατί τις άφησε; Πού είναι αυτές οι στεναχώριες; Ποιες είναι και γιατί τρώνε τον μπαμπά μου; Τον ρωτάω να μου πει για να πάω να τις δείρω, αλλά αυτός γελάει. Πάντα γελάει όταν του κάνω κάποια έξυπνη ερώτηση και ύστερα μού λέει ότι είμαι ο βασιλιάς του δρόμου. Λες και δεν το ξέρω. Αχ, αυτοί οι μεγάλοι!
Τέλος πάντων, η ώρα πέρασε, τα δάκρυα στέρεψαν. Έβγαλα αρκετά σήμερα κι έτσι απόψε θα φάμε όλοι πολύ και θα γίνουμε ακόμη πιο πολύ ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον για απόψε. Αύριο είναι μια άλλη μέρα.
Με λένε Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου!

Πρώτη γραφή μιας ιστορίας που εμπνεύστηκα από την πιο πάνω φωτογραφία, που έβγαλα στην Καλκούτα το 2004

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Οι φωτογραφίες μου που... ταξιδεύουν

Μια και αυτές τις ημέρες αδυνατώ να γράψω κάτι είπα να διαφημίσω λίγο τις φωτογραφίες μου που ταξιδεύουν. Η πλάκα είναι ότι για κάποιες απ' αυτές το έμαθα εντελώς τυχαία.
Αρχή κάνουμε με το πιο κάτω βιβλίο, που φιλοξενεί μία λήψη μου από την Ταϊλάνδη.
Αν πάτε εδώ και μεγεθύνετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου θα δείτε το όνομά μου στους φωτογράφους.
Όπως ανακάλυψα χθες, με μεγάλη ομολογώ έκπληξη, μια φωτογραφία μου από την Καλκούτα φιλοξενείται στους ταξιδιωτικούς οδηγούς Fodors.
Μπορείτε να τη δείτε εδώ...
Κάποιος κύριος σε άρθρο του στο Suite101 ενημερώνει τους αναγνώστες του που να βρουν ντόπιες αγορές στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης και ανάμεσα στα φωτογραφικά ντοκουμέντα που χρησιμοποιεί είναι και μια φωτογραφία μου από... την Τσιανγκ Μάι.
Θα τη δείτε στο τέλος του άρθρου. Είναι η πρώτη από αριστερά...
Στην εν λόγω ιστοσελίδα πρέπει να γνωρίζουν ότι είμαι και... βουδιστής,
έτσι σε ένα ακόμη άρθρο τους περιλαμβάνουν αυτή τη φωτογραφία...
Φυσικά χιλιάδες άλλες λήψεις μου φιλοξενούνται στις ιστοσελίδες από όπου τις διαθετώ, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και τώρα βαριέμαι ν' ασχοληθώ και μ' αυτό.
Ωστόσο, λέω σύντομα ν' αρχίσω ν' ανεβάζω εδώ μερικά σλάιτ σώους, αφού στο κάτω κάτω της γραφής η φωτογραφία είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της ζωής μου.

Τρίτη 22 Απριλίου 2008

Η πόρνη της Καλκούτας

Τη συνάντησα πριν μερικά χρόνια, μια αφόρητα υγρή βραδιά του Δεκέμβρη, μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα. Στεκόταν εκεί σχεδόν ακίνητη, καρτερική, με μια άνεση παράδοξη, περιμένοντας προφανώς κάποιο πελάτη. Όταν με είδε κάποια στιγμή να πλησιάζω, με το αργόσυρτο περιπατητικό μου βήμα, χαμογέλασε, αλλά δε μου μίλησε. Αυτό μου φάνηκε παράξενο πολύ, μου κίνησε την περιέργεια. Τι σκατά πόρνη ήταν αυτή που βλέποντας κάποιον υποψήφιο πελάτη να πλησιάζει, δεν κάνει καμιά απολύτως κίνηση προς το μέρος του και δεν του απευθύνει καν το λόγο;
Με την απορία ζωγραφισμένη βαθιά στο πρόσωπό μου την προσπέρασα και συνέχισα τη δίχως προορισμό βόλτα μου στους άγνωστους δρόμους της νύχτας. Πολύ ασφαλής, αν και χαώδης πόλη, μου φάνηκε η Καλκούτα. Γειτονιές με τη μυρωδιά της εγκατάλειψης, παιδιά άστεγα που κοιμόνταν στα πεζούλια, ανθρώπινα υποζύγια και καντίνες με τα αρώματα όλα των μπαχαρικών, πλατείες γεμάτες μ’ ένα πολύχρωμο πλήθος που έρχονταν από και πήγαινε στο πουθενά.
Όσο κι αν περπάτησα, όσα κι αν είδα, ό,τι κι αν άκουσα και ένιωσα και μυρίστηκα, τίποτα δεν κατάφερε να διώξει απ’ το παραλογισμένο μου μυαλό τη μυστηριώδη εικόνα εκείνης της πόρνης. Δεν ήξερα πώς, δεν ήξερα γιατί, αλλά η μυστηριώδης μορφή της, η στάση της όλη, μου είχε κάνει βαθιά εντύπωση, κι έτσι τα βήματά μου, λες από μόνα τους, με οδήγησαν και πάλι προς το μέρος όπου έκανε πιάτσα. Όμως, δεν ήταν εκεί. Μάλλον στη διάρκεια της μακράς, μα τόσο σύντομης, απουσίας μου βρήκε κάποιο πελάτη.
Πίσω στο δωμάτιό μου, μέσα σ’ ένα υγρό, άχρωμο και υπό κατάρρευση κτήριο, που διαφήμιζε εαυτόν σαν ξενοδοχείο, ξάπλωσα στο κρεβάτι που πήρε να τρίζει κάτω από το βάρος μου, έκλεισα τα μάτια και άφησα το πρόσωπό της να πάρει σχήμα μέσα στο μουδιασμένο μου μυαλό. Μια συνηθισμένη Ινδή, αυτό μου θύμιζε. Το σκούρο καφέ του δέρματος, τα μαύρα πλούσια μαλλιά που κάλυπταν το πίσω μέρος ενός κάπως χοντρού λαιμού, η μαύρη τζιν και όχι πολύ κοντή φούσκα, η πολύχρωμη μπλούζα, το μαύρο των ματιών της που έμοιαζε να φέγγει στο σκοτάδι. Καθώς η εικόνα της έπαιρνε σιγά-σιγά υπόσταση μέσα μου, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με σιγουριά πώς, αυτή αποκλείεται να είναι πόρνη! Ένιωσα στ’ αλήθεια σίγουρος, πέρα από κάθε αμφιβολία.
Την είχα στην σκέψη μου, τη ζωγράφιζα στης φαντασίας τον καμβά, και προσπαθούσα να φτιάξω την ιστορία της με υλικά δικά μου μέσα στο μυαλό, όταν καταβεβλημένος από την κούραση της μεγάλης εκείνης μέρας, παραδόθηκα τελικά σ’ ένα βαθύ, ατάραχο και δίχως όνειρα ύπνο.
Το επόμενο βράδυ ξεκίνησα και πάλι με κατεύθυνση το Μουσείο αποφασισμένος, αν ήταν εκεί, να της μιλήσω.
Την είδα από μακριά. Μιλούσε με μια γριά μικροσκοπική και με καμπούρα και το πρόσωπό της, το τόσο εκφραστικό, φώτιζε ένα πλατύ χαμόγελο. Όταν με είδε να πλησιάζω αντάλλαξε, μου φάνηκε κάπως βιαστικά, λίγες ακόμη λέξεις με τη γυναίκα, της έδωσε κάτι και την αποχαιρέτησε με μια αγκαλιά κι ένα ζεστό φιλί.
Hello, με υποδέχτηκε έτσι απλά, μονολεκτικά. Τη χαιρέτησα κι εγώ μ’ ένα βιαστικό χαμόγελο και μπήκα αμέσως στο ψητό. Η ανυπομονησία είναι η ευλογία κι η κατάρα μου. Δεν είσαι πόρνη, έτσι; τη ρώτησα, δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος με τι ύφος! Μου χαμογέλασε τρυφερά. Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες Πόρνη, απάντησε. Κάποια που πληρώνεται για να κάνει σεξ, διευκρίνισα. Ε, τότε ναι, είμαι πόρνη μερικής απασχόλησης! αποκρίθηκε δεικτικά μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη. Μου άρεσε η απάντησή της. Η ωμή της ειλικρίνεια. Έχεις χρόνο; έσπευσα να ρωτήσω. Χρόνο για τι; Για σεξ ή για κουβέντα; Για κουβέντα. Το ήξερα ότι θα το έλεγες αυτό! Θα σε πληρώσω. Δεν υπάρχει λόγος. Εδώ; Εδώ.
Καθίσαμε στα βρώμικα, κι ακόμη ζεστά από τον καύσωνα της ημέρας, σκαλοπάτια μπροστά από το Μουσείο και πιάσαμε την κουβέντα. Μάλλον κάτι από συνέντευξη παρά από συζήτηση θύμιζε αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Ήθελα όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιβεβαιώσω το προαίσθημα που είχα γι’ αυτήν. Και το έκανα. Και ένιωσα μια βαθιά ικανοποίηση μέσα μου, επειδή δεν έπεσα έξω. Με τα τέλεια αγγλικά της και άψογη προφορά απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις μου. Όχι, δεν ήταν πόρνη από ανάγκη, δε χρειαζόταν καθόλου τα λεφτά. Κατ’ ακρίβειαν ό,τι έκανε το έκανε για το κέφι της, για της ψυχής της τη χαρά, αλλά και για να δώσει παρηγοριά σε κάποιους συνανθρώπους της. Με τους φτωχούς πήγαινε εντελώς δωρεάν, ποτέ δε τους έπαιρνε λεφτά, ενώ κάποιες φορές τους έδινε κιόλας, κι όσο για τους πλούσιους ή τους αγνοούσε εντελώς, αφού μπορούσε να καταλάβει από απόσταση τι κουμάσια ήταν, ή όταν πήγαινε μαζί τους τούς χρέωνε εξωφρενικά μεγάλα ποσά και με τα λεφτά αυτά φρόντιζε μια λεγεώνα από ορφανά και άστεγα παιδιά.
Δηλαδή, με δυο λόγια θέλεις να μου πεις ότι είσαι μια πόρνη πρόσκοπος; την πείραξα τρυφερά εγώ. Συ είπας! μου απάντησε μ’ ένα χαμόγελο που έσταζε καλοσύνη.
Την πίστεψα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά απλά την πίστεψα. Ίσως επειδή ήμουνα ήδη προδιαθετημένος να το κάνω, ή ίσως και γιατί τα μάτια της -τα μεγάλα σα φεγγάρια τρυφερά της μάτια, τα οποία ακόμη κόβουν βόλτες στα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού μου- που δεν έπαψα στιγμή να παρατηρώ, μου φώναζαν ότι λέει την αλήθεια.
Στο τέλος-τέλος μιλήσαμε λίγο και για την αφεντιά μου. Της είπα κάποια μυστικά, από εκείνα που μόνο μια πόρνη-μάνα μπορεί να καταλάβει, της φόρτωσα και τα όνειρά μου. Προτού αποχαιρετιστούμε, έβγαλα απ’ την τσέπη πεντακόσιες ρούπιες για να της δώσω. Στην αρχή πήγε πεισματικά να αρνηθεί, αλλά όταν της είπα, είναι για τα ορφανά σου, τις δέχτηκε με χαρά και δίχως δεύτερες σκέψεις.
Αν κάποιος κάποτε με ρωτήσει, τι έμεινε πιο ζωντανό στη μνήμη μου από το ταξίδι στην Ινδία, δε θα του μιλήσω ούτε για το Ταζ Μαχάλ, ούτε για το Μνημείο της Βικτορίας, ούτε για τους μεγαλοπρεπείς ναούς, ούτε για τους πολύχρωμους ανθρώπους και τη θανατηφόρα κίνηση στους δρόμους. Θα του διηγηθώ μονάχα την ιστορία μιας πόρνης, που στέκεται μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα, και κάνει το κορμί της κάθε βράδυ ναό ανθρωπιάς, στον οποίο όλοι εμείς, άξιοι και ανάξιοι, πρέπει να προσκυνάμε.