Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φτώχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φτώχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

Η ασυλία της Κίνας

Στον ένα χρόνο που λειτουργεί αυτό το μπλογκ δεν καταπιάστηκα ποτέ με την πολιτική, αφού υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, πιο εύγλωττοι και περισσότερο κατατοπισμένοι από μένα, για να το κάνουν. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, ένιωθα μια μικρή οργή να φουντώνει μέσα μου για την ιδιότυπη ασυλία, της οποίας χαίρει η Κίνα, και που έγινε πιο αισθητή στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Ήθελα να γράψω κάτι γι' αυτήν, αλλά ευτυχώς με πρόλαβε ένας άνθρωπος του τύπου, του οποίου τις απόψεις και την πένα εκτιμώ. Διαβάζω, λοιπόν:

Τώρα που οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, ο καθένας θα πει τα δικά του. Ωραίοι, ψεύτικοι, άψογοι, άσχημοι. Η αλήθεια είναι ότι ήταν λιγάκι ψεύτικοι. Τα βεγγαλικά της τελετής έναρξης τα είδαμε μόνο εμείς στην ΤV. Το κοριτσάκι που τραγούδησε την «Ωδή στην πατρίδα» ήταν «ψεύτικο». Οι πενήντα πέντε εθνικές μειονότητες της Κίνας, που παρέλασαν στο γήπεδο, ήταν ψεύτικες. (Μετέπειτα μαθεύτηκε ότι ήταν ηθοποιοί της Galaxy Children Αrt Τroupe, μιας καλλιτεχνικής ομάδας που αποτελείται αποκλειστικά από την επικρατούσα εθνικότητα Χαν). Κάποιες φορές οι θεατές ήταν ψεύτικοι. Αυτούς που είδαμε στην ποδηλατοδρομία, π.χ., ήταν κομπάρσοι που μεταφέρθηκαν εκεί με στρατιωτικά φορτηγά. Πράγματα που συμβαίνουν, παρ΄ όλα αυτά, γιατί κανείς δεν είναι τέλειος. Αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα τους θυμόμαστε, ειδικά στην Ελλάδα, για την ντόπα. Τώρα, πλέον, ξέρουμε τι σημαίνουν. Η χώρα που τους φιλοξενεί δείχνει σε όλο τον κόσμο πόσο «δεν μασάω» είναι. Οι σπόνσορες λύνουν και δένουν. Οι αθλητές είναι διατεθειμένοι για κάθε είδους ηθικούφαρμακευτικού συμβιβασμού, αρκεί οι θυσίες τους να ανταμειφθούν και να αποκτήσουν δόξα και χρήμα. Αυτά, πάντως, είναι πράγματα που συνέβαιναν και παλαιότερα. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε τέλεια. Αυτοί οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν ξεχωριστοί γιατί πέτυχαν τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό.

Η συνέχεια στα Νέα

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Τσίντα - Μια αληθινή Ιστορία.

Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και μόλις έχει κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Παράτησε -ή, μάλλον αναγκάστηκε να παρατήσει, όπως συνήθως γίνετ’ εδώ- το σχολείο δυο χρόνια πριν για να έρθει στην άγνωστη μικρή πόλη να δουλέψει, για να στηρίξει οικονομικά την πολυμελή οικογένειά της. Μια οικογένεια που ζούσε, κι ακόμη ζει, στην απόλυτη ένδεια σ’ ένα μικρό χωριό της φυλής των Λισού στη βόρεια Ταϊλάνδη. Ο πατέρας της έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω, έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κι έτσι έπεσε ο σκληρός ο κλήρος στη μεγαλύτερη κόρη να βγει για κολύμπι στα βαθιά νερά της ζωής, κι ας μην το ήθελε. Άλλα ήθελε αυτή. να τελειώσει το σχολείο, να σπουδάσει, να βγει κάτω από διαφορετικές συνθήκες στον κόσμο εκεί έξω και να τον κατακτήσει. Αλλά, όλα τα όνειρά της γκρεμίστηκαν κάποιο κρύο χειμωνιάτικο και σκοτεινό βράδυ, σ’ ένα δρόμο αγροτικό, όταν κάποιος μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε με το φορτηγάκι του και σακάτεψε τον κύρη της. Έτσι, ήρθε στο Πάι για ν’ αναζητήσει την τύχη της, για να κρατήσει την οικογένειά της ζωντανή.
Η πόλη αυτή δεν είναι μεγάλη και ανθρωποφάγος, μικρή – πολύ μικρή είναι, αλλά αργεί να συνηθίσει στη ζωή εδώ που είναι τόσο διαφορετική απ’ το χωριό της. Στην αρχή λίγο τρομάζει. Την τρομάζει το άγνωστο του τόπου, οι άνθρωποι που είναι τόσο διαφορετικοί, η μεγάλη της άγνοια, η αδυναμία της να μιλήσει τη γλώσσα των ξένων, των τουριστών που πλημμυρίζουν το μέρος, χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ωστόσο, έχει πείσμα και υπομονή, κι ανάγκη μεγάλη, πρέπει να τα καταφέρει. Έτσι, δεν αργεί να βρει δουλειά σ’ ένα ξενώνα και ν’ αρχίσει σιγά-σιγά, ώρα την ώρα, λέξη τη λέξη, να μαθαίνει εκείνη την άγνωστη και παράξενη γλώσσα, τα αγγλικά. Ο μισθός που της δίνουν είναι χαμηλός, όλοι χαμηλοί είναι, οι ώρες εργασίας ατέλειωτες, ωστόσο τα λεφτά είναι αρκετά για να συντηρήσουν την οικογένειά της. Δουλεύει απ’ την αυγή έως αργά το βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, μα καθόλου δεν παραπονιέται, δεν βαρυγκωμεί, αφού δεν έχει κι άλλη επιλογή. Δεν παίρνει άδεια ποτέ, δεν αρρωστά, δεν ξεκουράζεται, κι όμως πάντα χαμογελά. Κι ο καιρός περνά.
Σ’ ένα χρόνο καταφέρνει και γίνεται μόνιμη κι αναντικατάστατη στη δουλειά της, την οποία αρχίζει σιγά-σιγά να αγαπά κιόλας, αφού αν και ο μισθός της -που αυξήθηκε κάπως- εξακολουθεί να είναι χαμηλός, της προσφέρει πολλά, της προσφέρει γνώσεις. Κάνει όλες τις δουλειές -φτιάχνει πρόγευμα, καθαρίζει τα δωμάτια, φροντίζει τα δέντρα, ταΐζει ακόμη και τα σκυλιά- και κάθε μέρα που περνά μαθαίνει και κάτι καινούριο. Η επαφή με ετούτα τα εξωτικά ξανθά φρούτα, τους ξένους, είναι το μεγάλο της σχολείο. Στην αρχή την τρομοκρατούν οι βρώμικοι γέροι, τα περιφερόμενα κουφάρια, με τις ανήθικες προτάσεις τους, αλλά στο πέρασμα του χρόνου μπαίνει για τα καλά στο πετσί του ρόλου της κι αρχίζει να τους αντιμετωπίζει όπως πρέπει, με στοργή και κατανόηση -χωρίς να τους προσβάλλει ποτέ- σα μεγάλα παιδιά. Τα αγγλικά της βελτιώνονται συνεχώς και σε λίγους μήνες τα μιλάει καλύτερα απ’ την αφεντικίνα της, που είναι είκοσι χρόνια στο επάγγελμα.
Πολλές φορές η κούραση κάπου την καταβάλλει -είναι φανερό αυτό και δε θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει κι αλλιώς- ωστόσο το χαμόγελο δεν εγκαταλείπει ποτέ τα χείλη της. Κι αν τη ρωτήσεις γιατί επιμένει να δουλεύει τόσο πολύ θα σου πει: Η οικογένειά μου είναι πολύ φτωχή. Αλλά, αν σε συμπαθήσει κάπως, αν καταλάβει ότι είσαι κάποιος που ξέρει να ακούει δίχως να ζητά ανταλλάγματα, ίσως τότε σου εξομολογηθεί το πιο γλυκό της μυστικό. Ίσως σου πει ότι, να, τους τελευταίους μήνες άρχισε σιγά-σιγά να φυλάει κάποια λεφτά, και όταν θα είναι αρκετά θα μισοπαρατήσει τη δουλειά, ή θα βρει κάποια άλλη που δε θα απαιτεί τόσες πολλές ώρες και θα επιστρέψει στο σχολείο για να το τελειώσει. Κι ύστερα, αν όλα πάνε καλά, κι αν η μοίρα δεν της χτυπήσει την πόρτα με μία ακόμη αναποδιά, ποιος ξέρει, ίσως και να δημιουργήσει κάτι δικό της, μια μικρή επιχείρηση. Αυτό είναι το μικρό, το πολύ μεγάλο της όνειρο.
Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και είναι μόλις δεκάξι χρόνων. Δουλεύει δεκαπέντε ώρες την ημέρα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, σέρνεται απ’ την κούραση και χαμογελά, κι ατενίζει το μέλλον με μια γλυκόπικρη αισιοδοξία.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Παραμύθι με άσχημο τέλος

Ήταν μια φορά και ένα, όχι και τόσο παλιό, καιρό, τρία μικρά αδέλφια, όλα αγόρια, που ζούσανε σε μια μικρή και πολύ-πολύ φτωχική καλύβα, φτιαγμένη από πλίνθο και κέραμο, κάπου στο μακρινό, και εξωτικό στα μάτια μας, Ινδικό Κασμίρ.
Φτωχούλια καθώς ήταν από την ημέρα που πάτησαν το πόδι τους στη μάνα γη, δεν είχαν πολλά-πολλά για να περνούν καλά στον κόσμο ετούτο. Έπαιζαν, λοιπόν, με τις λάσπες, τις πέτρες και τα ξύλα, και όταν έφτιαχνε για τα καλά ο καιρός και δεν κρύωναν καθόλου πια, κολυμπούσαν στα βρώμικα νερά ενός καφετί ποταμού. Πού και πού μέσα από τα μάτια της πλούσιας φαντασίας τους γίνονταν κιόλας γενναίοι πολεμιστές και μεγάλοι άρχοντες, κι έτρεχαν από λαγούμι σε λαγούμι, κι από λίμνη σε λίμνη, προσπαθώντας να κατατροπώσουν τον κακό αόρατο εχθρό, και να σώσουν τη ζωή της καλής κι επίσης αόρατης πριγκίπισσας.
Αυτές ήταν μονάχα οι χαρές τους, ή, μάλλον, σχεδόν μονάχα αυτές. Βλέπετε, μέσα στη γιομάτη από ελλείψεις ζωή τους, υπήρχε και άλλη μία εναλλακτική λύση διασκέδασης: η τηλεόραση. Έτσι, κάθε μέρα, με το που νύχτωνε, πήγαιναν στον καφενέ της λασπωμένης πολιτείας τους, και κοιτούσαν στο κουτί εικόνες ασπρόμαυρες, παράξενες, από κόσμους μακρινούς κι απίστευτους, που μόνο στα όνειρά τους θα μπορούσαν να πλησιάσουν.
Τι να έκαναν, λοιπόν, κι αυτά τα κακόμοιρα; Ονειρεύονταν! Ονειρεύονταν ότι κάποια μέρα θα ξέφευγαν από τη φτώχεια, που τόσο συνήθισαν μα τόσο τα τυραγνούσε, ότι θα ζούσαν κάποτε κι αυτά στα παλάτια που έβλεπαν στο μαγικό κουτί, ότι θα μάθαιναν γράμματα πολλά και καλά, και θα ταξίδευαν σε άλλα μέρη, όμορφα, καθαρά, υπέροχα. Να, σαν κι εκείνα που έδειχναν οι ταινίες, όπου όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν.
Αυτά ονειρεύονταν και ήταν σίγουρα ότι κάποια μέρα -δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς- όλα όσα ποθούσαν θα συνέβαιναν, όλοι όσοι αγαπούσαν θα γίνονταν ευτυχισμένοι. Τα ίδια τους έταζαν, άλλωστε, κι οι θεοί, μέσω των εκπροσώπων τους στη γη. Και ποιος ξέρει καλύτερα απ’ τους θεούς ποιο είναι το πεπρωμένο των ανθρώπων; Ναι, όλα θα γίνονταν ακριβώς όπως περίμεναν, όπως τους υποσχέθηκαν.
Ωστόσο, νωρίς κάποιο βυθισμένο στην ομίχλη των υψιπέδων πρωί, οι κάτοικοι όλου του χωριού ξύπνησαν μεμιάς από μια εκκωφαντική βοή, που έβγαινε με περισσή οργή από τα έγκατα της γης, ταρακουνώντας την. Τα τρία αγόρια τινάχτηκαν τρομαγμένα απ’ τα αχυρένια στρώματά τους που ήταν ριγμένα καταγής, κι έτρεξαν όπως-όπως προς την πόρτα, για να βγουν έξω στο φως, στη σωτηρία.
Αλλά, δεν πρόλαβαν. Σε μία μόλις στιγμή η εύθραυστη στέγη του σπιτιού κατέρρευσε, σαν κακοφτιαγμένος χάρτινος πύργος, καταπλακώνοντάς τα. Μέσα στη μεγάλη ατυχία τους στάθηκαν λίγο τυχερά. Μέσα στη λίγη τύχη τους στάθηκαν πολύ άτυχα. Τα δύο απ’ αυτά τραυματίστηκαν σοβαρά, το τρίτο ελαφρύτερα. Οι γονείς τους πέθαναν, αυτά -με χίλια ζόρια- θα ζούσαν. Όμως, ποιος θα μπορούσε τώρα πια να τους επουλώσει τις μεγάλες, τις μέσα τους πληγές; Ποιος θα είχε την καρδιά να τους μιλήσει ξανά για τους θεούς και τη δικαιοσύνη τους; Ποιος θα μπορούσε να κάνει ν’ ανθίσει και πάλι στα χλωμά και διψασμένα παιδικά τους χείλη, το χαμόγελο;
Εκείνη την αυγή είδαν τα όνειρά τους όλα να γκρεμίζονται, σα μια κάλπικη κατασκευή, τη λειψή τους ζήση να μεταμορφώνεται σε εφιάλτη. Θα αποκτούσαν, άραγε, κάποτε ξανά τη δύναμη να ονειρεύονται ή θα ξόδευαν της δόλιας ζωής τους το περίσσεμα στις κάμαρες της θλίψης;

Τρίτη 22 Απριλίου 2008

Η πόρνη της Καλκούτας

Τη συνάντησα πριν μερικά χρόνια, μια αφόρητα υγρή βραδιά του Δεκέμβρη, μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα. Στεκόταν εκεί σχεδόν ακίνητη, καρτερική, με μια άνεση παράδοξη, περιμένοντας προφανώς κάποιο πελάτη. Όταν με είδε κάποια στιγμή να πλησιάζω, με το αργόσυρτο περιπατητικό μου βήμα, χαμογέλασε, αλλά δε μου μίλησε. Αυτό μου φάνηκε παράξενο πολύ, μου κίνησε την περιέργεια. Τι σκατά πόρνη ήταν αυτή που βλέποντας κάποιον υποψήφιο πελάτη να πλησιάζει, δεν κάνει καμιά απολύτως κίνηση προς το μέρος του και δεν του απευθύνει καν το λόγο;
Με την απορία ζωγραφισμένη βαθιά στο πρόσωπό μου την προσπέρασα και συνέχισα τη δίχως προορισμό βόλτα μου στους άγνωστους δρόμους της νύχτας. Πολύ ασφαλής, αν και χαώδης πόλη, μου φάνηκε η Καλκούτα. Γειτονιές με τη μυρωδιά της εγκατάλειψης, παιδιά άστεγα που κοιμόνταν στα πεζούλια, ανθρώπινα υποζύγια και καντίνες με τα αρώματα όλα των μπαχαρικών, πλατείες γεμάτες μ’ ένα πολύχρωμο πλήθος που έρχονταν από και πήγαινε στο πουθενά.
Όσο κι αν περπάτησα, όσα κι αν είδα, ό,τι κι αν άκουσα και ένιωσα και μυρίστηκα, τίποτα δεν κατάφερε να διώξει απ’ το παραλογισμένο μου μυαλό τη μυστηριώδη εικόνα εκείνης της πόρνης. Δεν ήξερα πώς, δεν ήξερα γιατί, αλλά η μυστηριώδης μορφή της, η στάση της όλη, μου είχε κάνει βαθιά εντύπωση, κι έτσι τα βήματά μου, λες από μόνα τους, με οδήγησαν και πάλι προς το μέρος όπου έκανε πιάτσα. Όμως, δεν ήταν εκεί. Μάλλον στη διάρκεια της μακράς, μα τόσο σύντομης, απουσίας μου βρήκε κάποιο πελάτη.
Πίσω στο δωμάτιό μου, μέσα σ’ ένα υγρό, άχρωμο και υπό κατάρρευση κτήριο, που διαφήμιζε εαυτόν σαν ξενοδοχείο, ξάπλωσα στο κρεβάτι που πήρε να τρίζει κάτω από το βάρος μου, έκλεισα τα μάτια και άφησα το πρόσωπό της να πάρει σχήμα μέσα στο μουδιασμένο μου μυαλό. Μια συνηθισμένη Ινδή, αυτό μου θύμιζε. Το σκούρο καφέ του δέρματος, τα μαύρα πλούσια μαλλιά που κάλυπταν το πίσω μέρος ενός κάπως χοντρού λαιμού, η μαύρη τζιν και όχι πολύ κοντή φούσκα, η πολύχρωμη μπλούζα, το μαύρο των ματιών της που έμοιαζε να φέγγει στο σκοτάδι. Καθώς η εικόνα της έπαιρνε σιγά-σιγά υπόσταση μέσα μου, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με σιγουριά πώς, αυτή αποκλείεται να είναι πόρνη! Ένιωσα στ’ αλήθεια σίγουρος, πέρα από κάθε αμφιβολία.
Την είχα στην σκέψη μου, τη ζωγράφιζα στης φαντασίας τον καμβά, και προσπαθούσα να φτιάξω την ιστορία της με υλικά δικά μου μέσα στο μυαλό, όταν καταβεβλημένος από την κούραση της μεγάλης εκείνης μέρας, παραδόθηκα τελικά σ’ ένα βαθύ, ατάραχο και δίχως όνειρα ύπνο.
Το επόμενο βράδυ ξεκίνησα και πάλι με κατεύθυνση το Μουσείο αποφασισμένος, αν ήταν εκεί, να της μιλήσω.
Την είδα από μακριά. Μιλούσε με μια γριά μικροσκοπική και με καμπούρα και το πρόσωπό της, το τόσο εκφραστικό, φώτιζε ένα πλατύ χαμόγελο. Όταν με είδε να πλησιάζω αντάλλαξε, μου φάνηκε κάπως βιαστικά, λίγες ακόμη λέξεις με τη γυναίκα, της έδωσε κάτι και την αποχαιρέτησε με μια αγκαλιά κι ένα ζεστό φιλί.
Hello, με υποδέχτηκε έτσι απλά, μονολεκτικά. Τη χαιρέτησα κι εγώ μ’ ένα βιαστικό χαμόγελο και μπήκα αμέσως στο ψητό. Η ανυπομονησία είναι η ευλογία κι η κατάρα μου. Δεν είσαι πόρνη, έτσι; τη ρώτησα, δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος με τι ύφος! Μου χαμογέλασε τρυφερά. Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες Πόρνη, απάντησε. Κάποια που πληρώνεται για να κάνει σεξ, διευκρίνισα. Ε, τότε ναι, είμαι πόρνη μερικής απασχόλησης! αποκρίθηκε δεικτικά μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη. Μου άρεσε η απάντησή της. Η ωμή της ειλικρίνεια. Έχεις χρόνο; έσπευσα να ρωτήσω. Χρόνο για τι; Για σεξ ή για κουβέντα; Για κουβέντα. Το ήξερα ότι θα το έλεγες αυτό! Θα σε πληρώσω. Δεν υπάρχει λόγος. Εδώ; Εδώ.
Καθίσαμε στα βρώμικα, κι ακόμη ζεστά από τον καύσωνα της ημέρας, σκαλοπάτια μπροστά από το Μουσείο και πιάσαμε την κουβέντα. Μάλλον κάτι από συνέντευξη παρά από συζήτηση θύμιζε αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Ήθελα όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιβεβαιώσω το προαίσθημα που είχα γι’ αυτήν. Και το έκανα. Και ένιωσα μια βαθιά ικανοποίηση μέσα μου, επειδή δεν έπεσα έξω. Με τα τέλεια αγγλικά της και άψογη προφορά απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις μου. Όχι, δεν ήταν πόρνη από ανάγκη, δε χρειαζόταν καθόλου τα λεφτά. Κατ’ ακρίβειαν ό,τι έκανε το έκανε για το κέφι της, για της ψυχής της τη χαρά, αλλά και για να δώσει παρηγοριά σε κάποιους συνανθρώπους της. Με τους φτωχούς πήγαινε εντελώς δωρεάν, ποτέ δε τους έπαιρνε λεφτά, ενώ κάποιες φορές τους έδινε κιόλας, κι όσο για τους πλούσιους ή τους αγνοούσε εντελώς, αφού μπορούσε να καταλάβει από απόσταση τι κουμάσια ήταν, ή όταν πήγαινε μαζί τους τούς χρέωνε εξωφρενικά μεγάλα ποσά και με τα λεφτά αυτά φρόντιζε μια λεγεώνα από ορφανά και άστεγα παιδιά.
Δηλαδή, με δυο λόγια θέλεις να μου πεις ότι είσαι μια πόρνη πρόσκοπος; την πείραξα τρυφερά εγώ. Συ είπας! μου απάντησε μ’ ένα χαμόγελο που έσταζε καλοσύνη.
Την πίστεψα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά απλά την πίστεψα. Ίσως επειδή ήμουνα ήδη προδιαθετημένος να το κάνω, ή ίσως και γιατί τα μάτια της -τα μεγάλα σα φεγγάρια τρυφερά της μάτια, τα οποία ακόμη κόβουν βόλτες στα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού μου- που δεν έπαψα στιγμή να παρατηρώ, μου φώναζαν ότι λέει την αλήθεια.
Στο τέλος-τέλος μιλήσαμε λίγο και για την αφεντιά μου. Της είπα κάποια μυστικά, από εκείνα που μόνο μια πόρνη-μάνα μπορεί να καταλάβει, της φόρτωσα και τα όνειρά μου. Προτού αποχαιρετιστούμε, έβγαλα απ’ την τσέπη πεντακόσιες ρούπιες για να της δώσω. Στην αρχή πήγε πεισματικά να αρνηθεί, αλλά όταν της είπα, είναι για τα ορφανά σου, τις δέχτηκε με χαρά και δίχως δεύτερες σκέψεις.
Αν κάποιος κάποτε με ρωτήσει, τι έμεινε πιο ζωντανό στη μνήμη μου από το ταξίδι στην Ινδία, δε θα του μιλήσω ούτε για το Ταζ Μαχάλ, ούτε για το Μνημείο της Βικτορίας, ούτε για τους μεγαλοπρεπείς ναούς, ούτε για τους πολύχρωμους ανθρώπους και τη θανατηφόρα κίνηση στους δρόμους. Θα του διηγηθώ μονάχα την ιστορία μιας πόρνης, που στέκεται μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα, και κάνει το κορμί της κάθε βράδυ ναό ανθρωπιάς, στον οποίο όλοι εμείς, άξιοι και ανάξιοι, πρέπει να προσκυνάμε.