Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015
Βδομάδα 32
Τρίτη 5 Αυγούστου 2008
Το κορίτσι που κλαίει πολύ
Ολοζώντανες είναι οι εικόνες απ’ το χθες, κι ας μοιάζουν τώρα παρμένες από κάποια άλλη, από μια απόμακρη ζωή. Εικόνες του πόνου και της χαράς, της απογοήτευσης και της απροσκάλεστης, μα ευπρόσδεκτης ελπίδας. Κάθεται στην αυλή μιας μπυραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δε δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν. δε θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.
Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα κάθονταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δε χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.
Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο το προσωπικό την πλησιάζει πού και πού για να τη ρωτήσει αν είναι καλά, για να αποχωρήσει αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. «Φαλάνγκ Τινγκ Τονγκ» (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.
Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δε γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, είναι άκαρδοι, δε βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση και τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης, για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους, θα συνέχιζαν να επιβιώνουν όπως πάντοτε, που θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα και μέσα της τα βάζει με οργή με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.
«Τι τους έφταιξαν;» αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Γιατί τους έχουν σκλάβους;» αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Αλλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, και βλαστημά την ασκήμια αυτού του κόσμου.
Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του. Αδιάκριτα, μα πολύ διακριτικά. «Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!» σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται, για την εικόνα και τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.
Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους σιγά-σιγά γίνονται αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.
Πριν σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπύρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα της.
Σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα φωτεινά, υγρά ακόμη από το κλάμα, μελένια μάτια και τον κοιτά ερωτηματικά. Διαβάζει τη συμπάθεια στα μάτια του, μα όχι τη συμπόνια, την κατανόηση και όχι την κρίση.
«Mai Thai?» της προτείνει το ποτό και χαμογελά ζεστά.
«I’m not a Thai!» απαντά εκείνη και το παίρνει λες με ανακούφιση.
«Πάντα έτσι ήταν εδώ.»
«Πάντα ήταν έτσι τι;»
«Με τους ελέφαντες.»
«Μα... Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα. Είδα πόσο αγαπάς τα ζώα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους.»
«Κι εσένα δε σ’ ενοχλεί αυτό;»
«Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Τώρα πια συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα.»
«Εγώ δε θα συνηθίσω ποτέ.»
«Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, για να μπορέσει να επιβιώσει.»
«Κι εγώ, λες, δε θα τα καταφέρω;»
«Δεν το είπα, αλλά ναι, το εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση.»
«Μα, δεν είμαι και τόσο καλή...»
«Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια.»
Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας με βλέμματα αδιάφορα τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.
«Είμαι η Μάργκο,» του συστήνεται.
«Τ’ όνειρο είσαι,» της απαντά αποφασιστικά. «Τ’ όνειρο που για χρόνια έβλεπα, μα που δεν αξιώθηκα ποτέ να πλησιάσω...»
Τα μάτια του λάμπουν και τη λούζουν με το φως μιας τρυφερής γαλήνης. Τα μάτια της κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και ανονείρευτης.
Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.
Κυριακή 22 Ιουνίου 2008
Τσίντα - Μια αληθινή Ιστορία.
Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και μόλις έχει κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Παράτησε -ή, μάλλον αναγκάστηκε να παρατήσει, όπως συνήθως γίνετ’ εδώ- το σχολείο δυο χρόνια πριν για να έρθει στην άγνωστη μικρή πόλη να δουλέψει, για να στηρίξει οικονομικά την πολυμελή οικογένειά της. Μια οικογένεια που ζούσε, κι ακόμη ζει, στην απόλυτη ένδεια σ’ ένα μικρό χωριό της φυλής των Λισού στη βόρεια Ταϊλάνδη. Ο πατέρας της έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω, έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κι έτσι έπεσε ο σκληρός ο κλήρος στη μεγαλύτερη κόρη να βγει για κολύμπι στα βαθιά νερά της ζωής, κι ας μην το ήθελε. Άλλα ήθελε αυτή. να τελειώσει το σχολείο, να σπουδάσει, να βγει κάτω από διαφορετικές συνθήκες στον κόσμο εκεί έξω και να τον κατακτήσει. Αλλά, όλα τα όνειρά της γκρεμίστηκαν κάποιο κρύο χειμωνιάτικο και σκοτεινό βράδυ, σ’ ένα δρόμο αγροτικό, όταν κάποιος μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε με το φορτηγάκι του και σακάτεψε τον κύρη της. Έτσι, ήρθε στο Πάι για ν’ αναζητήσει την τύχη της, για να κρατήσει την οικογένειά της ζωντανή.Η πόλη αυτή δεν είναι μεγάλη και ανθρωποφάγος, μικρή – πολύ μικρή είναι, αλλά αργεί να συνηθίσει στη ζωή εδώ που είναι τόσο διαφορετική απ’ το χωριό της. Στην αρχή λίγο τρομάζει. Την τρομάζει το άγνωστο του τόπου, οι άνθρωποι που είναι τόσο διαφορετικοί, η μεγάλη της άγνοια, η αδυναμία της να μιλήσει τη γλώσσα των ξένων, των τουριστών που πλημμυρίζουν το μέρος, χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ωστόσο, έχει πείσμα και υπομονή, κι ανάγκη μεγάλη, πρέπει να τα καταφέρει. Έτσι, δεν αργεί να βρει δουλειά σ’ ένα ξενώνα και ν’ αρχίσει σιγά-σιγά, ώρα την ώρα, λέξη τη λέξη, να μαθαίνει εκείνη την άγνωστη και παράξενη γλώσσα, τα αγγλικά. Ο μισθός που της δίνουν είναι χαμηλός, όλοι χαμηλοί είναι, οι ώρες εργασίας ατέλειωτες, ωστόσο τα λεφτά είναι αρκετά για να συντηρήσουν την οικογένειά της. Δουλεύει απ’ την αυγή έως αργά το βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, μα καθόλου δεν παραπονιέται, δεν βαρυγκωμεί, αφού δεν έχει κι άλλη επιλογή. Δεν παίρνει άδεια ποτέ, δεν αρρωστά, δεν ξεκουράζεται, κι όμως πάντα χαμογελά. Κι ο καιρός περνά.
Σ’ ένα χρόνο καταφέρνει και γίνεται μόνιμη κι αναντικατάστατη στη δουλειά της, την οποία αρχίζει σιγά-σιγά να αγαπά κιόλας, αφού αν και ο μισθός της -που αυξήθηκε κάπως- εξακολουθεί να είναι χαμηλός, της προσφέρει πολλά, της προσφέρει γνώσεις. Κάνει όλες τις δουλειές -φτιάχνει πρόγευμα, καθαρίζει τα δωμάτια, φροντίζει τα δέντρα, ταΐζει ακόμη και τα σκυλιά- και κάθε μέρα που περνά μαθαίνει και κάτι καινούριο. Η επαφή με ετούτα τα εξωτικά ξανθά φρούτα, τους ξένους, είναι το μεγάλο της σχολείο. Στην αρχή την τρομοκρατούν οι βρώμικοι γέροι, τα περιφερόμενα κουφάρια, με τις ανήθικες προτάσεις τους, αλλά στο πέρασμα του χρόνου μπαίνει για τα καλά στο πετσί του ρόλου της κι αρχίζει να τους αντιμετωπίζει όπως πρέπει, με στοργή και κατανόηση -χωρίς να τους προσβάλλει ποτέ- σα μεγάλα παιδιά. Τα αγγλικά της βελτιώνονται συνεχώς και σε λίγους μήνες τα μιλάει καλύτερα απ’ την αφεντικίνα της, που είναι είκοσι χρόνια στο επάγγελμα.
Πολλές φορές η κούραση κάπου την καταβάλλει -είναι φανερό αυτό και δε θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει κι αλλιώς- ωστόσο το χαμόγελο δεν εγκαταλείπει ποτέ τα χείλη της. Κι αν τη ρωτήσεις γιατί επιμένει να δουλεύει τόσο πολύ θα σου πει: Η οικογένειά μου είναι πολύ φτωχή. Αλλά, αν σε συμπαθήσει κάπως, αν καταλάβει ότι είσαι κάποιος που ξέρει να ακούει δίχως να ζητά ανταλλάγματα, ίσως τότε σου εξομολογηθεί το πιο γλυκό της μυστικό. Ίσως σου πει ότι, να, τους τελευταίους μήνες άρχισε σιγά-σιγά να φυλάει κάποια λεφτά, και όταν θα είναι αρκετά θα μισοπαρατήσει τη δουλειά, ή θα βρει κάποια άλλη που δε θα απαιτεί τόσες πολλές ώρες και θα επιστρέψει στο σχολείο για να το τελειώσει. Κι ύστερα, αν όλα πάνε καλά, κι αν η μοίρα δεν της χτυπήσει την πόρτα με μία ακόμη αναποδιά, ποιος ξέρει, ίσως και να δημιουργήσει κάτι δικό της, μια μικρή επιχείρηση. Αυτό είναι το μικρό, το πολύ μεγάλο της όνειρο.
Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και είναι μόλις δεκάξι χρόνων. Δουλεύει δεκαπέντε ώρες την ημέρα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, σέρνεται απ’ την κούραση και χαμογελά, κι ατενίζει το μέλλον με μια γλυκόπικρη αισιοδοξία.
Δευτέρα 28 Απριλίου 2008
Τ’ όνειρο που (δε) βγήκε αληθινό
Πάντα ήθελες, λέει, να τα φτιάξεις με μια τραγουδίστρια με θεϊκή, ταξιδιάρικη, ονειρική φωνή. Όχι με κάποια διάσημη, προς θεού, αλλά να, κάποια που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει στα χέρια της την κιθάρα και να σου φτιάξει το κέφι -όταν είσαι πεσμένος και στις μαύρες σου- ή, και να σε ταξιδέψει με στίχους γνωστούς και άγνωστους και μουσικές μαγικές, κάθε φορά που θα σε πιάνουν οι τάσεις φυγής.Ποιος ξέρει, ίσως να σου ’χει μείνει απωθημένο από τότε που η Έλενα, η τρελή που κάποτε πολύ αγάπησες, έδωσε για σένα εκείνο το μοναδικό κονσέρτο στη βεράντα της, κι ας μην υπήρξατε οι δυο σας ποτέ ζευγάρι. Το επιθυμούσες κάποτε (θυμάσαι;), σε κάποια χρόνια μακρινά κι ασυγχώρητα περασμένα, σε μια άλλη πιο απλή κι ουσιαστική ζωή, να ήσουνα μαζί της, αλλά όχι τώρα πια. Την ξεπέρασες, αλλά δεν την ξέχασες. Ο έρωτας για κείνη στα μάτια σου έσβησε από καιρό, κι ας εξακολουθεί να είναι η μόνη με την οποία μπορείς να μιλήσεις με το βλέμμα. Τώρα, ψάχνεις κάποια άλλη, κάποια διαφορετική, μα που λίγο να της μοιάζει, κάποια πιο τρελή – αλλά όχι πολύ.
Τη Μαρί τη γνώρισες, ένα μπλε πανέμορφο -σαν παλιά ελαιογραφία- δειλινό, στο ορεινό Φούμπαρ, στο Πάι. Καθόταν μοναχή, μα καθόλου λυπημένη, σ’ ένα ξύλινο παλιό παγκάκι, έπαιζε την κιθάρα της και τραγουδούσε What’s going on…, καθώς ο κρυμμένος πίσω από τα αντικριστά βουνά ήλιος χρωμάτιζε τα αλλοπρόσαλλα σύννεφα, γαλήνευε τη φύση, κινούσε για κάποιους άλλους ουρανούς. Εσύ, καθόσουν όπως πάντα στο μπαρ και την παρακολουθούσες από μια απόσταση αχρείαστης ασφαλείας. Μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά, πρόσωπο λευκό σχεδόν χλωμό -που μάλλον δεν πολυέβλεπε ο πυρπολητής ήλιος- μάτια αχνογάλαζα εκφραστικά, και κορμί λεπτό, σχεδόν ανεμικό. Πλάσμα της νύχτας, βιάστηκες να βγάλεις το πόρισμά σου.
Μετά από καμπόση ώρα, κι αφού κανείς άλλος δεν την πλησίασε, αγόρασες ένα μεγάλο μπουκάλι απ’ τη μπύρα που έπινε και πήγες και της το προσέφερες, χωρίς να τη ρωτήσεις. Σήκωσε το βλέμμα απ’ την κιθάρα, καθόλου έκπληκτη, σε κοίταξε βαθιά κι επίμονα στα μάτια, χαμογέλασε ερωτηματικά, σ’ ευχαρίστησε χαμηλόφωνα και άρχισε ξανά να παίζει και να σιγοτραγουδά. Ήταν ένα παλιό αγαπημένο σου τραγούδι, που είχες ν’ ακούσεις χρόνια, το A Spaceman Came Travelling του Κρις ντε Μπεργκ. Αν είναι δυνατόν! λίγο έλειψες ν’ αναφωνήσεις, προτού καθίσεις δίπλα της σιωπηλός.
Συνέχισε τη μικρή της σόλο, μα τόσο θαυμάσια, συναυλία για ώρα πολλή. Και είπε αρκετά από τα πιο λατρεμένα σου τραγούδια, τραγούδια που σου θύμισαν το μακρινό χθες, το ποιος ήσουν κάποτε, το ποιος έχει γίνει. Ένιωθες τυχερός πολύ, που ήσουν εκεί, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ακούγοντάς την σχεδόν ασθματικά να τραγουδά, νιώθοντας σα θείο χάδι την ξεθωριασμένη ανάσα της να σου χαϊδεύει τις αισθήσεις. Κι όταν τελικά παράτησε την κιθάρα και τις μουσικές της και υποκλίθηκε, έτσι για πλάκα, στο μικρό της κοινό, έσκυψες και της ψιθύρισες στ’ αυτί ένα μικρό Ευχαριστώ.
Μετά, πιάσατε την κουβέντα. Σου μίλησε με λόγια απλά και συγκεκριμένα για τη ζωή της, για το πως τα παράτησε όλα στην Αγγλία και ήρθε στην Ασία με ανοικτή καρδιά κι ελεύθερο μυαλό, για να δοκιμάσει κάποιες νέες γεύσεις, για να μάθει κάποια άλλα πράγματα. Όσο σου μιλούσε, τόσο πιο κοντά της ένιωθες. Αυτή είναι, σκεφτόσουν και μέσα σου χαμογελούσες. Αυτή είναι! επέμενες, και το βλέμμα σου έπαιρνε να φωτίζει. Αν δεν κουβαλούσες τόσα χρόνια στην πλάτη σου, αν τα πολλά και μεγάλα στραπάτσα της ζωής δε σε είχαν κάνει λίγο πιο σοφό, αν δεν ήσουν και ένα κάπως δειλό ανθρωπάκι, θα την είχες ερωτευτεί στη στιγμή, αλλά κάτι βαθιά μέσα σου σου έλεγε να κρατήσεις μια πισινή.
Σαν τέλειωσε με την αφήγησή της, όταν απάντησε σε όλες σου τις ερωτήσεις, θέλησε να μάθει κάτι και για τη δική σου ζωή, σου ζήτησε να της πεις τη δική σου ιστορία. Μα, ποιος νοιάζεται για μένα; απάντησες με ερώτηση. I’m just a nobody, in no man’s land. Θέλω να μάθω κάτι για τη ζωή σου, εγώ σου μίλησα για τη δική μου, και σου είπα πολλά, επίμεινε εκείνη. Ναι, μου μίλησες πολύ, είν’ αλήθεια, αλλά νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις, κάτι σημαντικό, αποκρίθηκες, κοιτώντας την διαπεραστικά. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα της στο δικό σου και είδες να διαπερνούν τις λίμνες των ματιών της δίδυμες φλόγες γνώριμες, εκείνες του έρωτα. Δίκιο έχεις, παραδέχτηκε τελικά μ’ ένα μικρό, σχεδόν ντροπαλό, χαμόγελο, όντως δε σου έχω πει κάτι, ότι είμαι ερωτευμένη -ερωτευμένη και ευτυχισμένη- και να η σύντροφός μου, η Κέιτ. Ακολούθησες το βλέμμα της και είδες ένα ψηλό κορίτσι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, μάτια καφέ κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη να σας πλησιάζει. Κάθισε στο τραπέζι σας, συστηθήκατε και πιάσατε την κουβέντα. Συνεχίσατε να συζητάτε μεθοκοπώντας για τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις ζωές σας, τις ομορφιές και τ’ αδιέξοδά τους, μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει. Περπατήσατε για λίγη ώρα παρέα, στα μονοπάτια της πρωινής καταχνιάς, προτού οι δρόμοι σας δισταχτικά χωρίσουν. Δώσατε, ωστόσο, ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Για να βγείτε και να τα πιείτε, για να μιλήσετε και να μεθύσετε λίγο ακόμη.Ίσως, τελικά, η Μαρί να ήταν ένα όνειρο άπιαστο, που σαν τέτοιο δε βγήκε αληθινό, αλλά αυτό καθόλου δε σε στεναχώρησε, αφού στο τέλος της ημέρας απέκτησες δυο φίλες, μια δίδυμη ευλογία.
Παρασκευή 25 Απριλίου 2008
Τα δικά της γιατί
Γιατί; Γιατί να την κατατρέχει η μοίρα; Γιατί να μην μπορεί να δει κι αυτή μια άσπρη -έτσι δε λένε;- μέρα; Γιατί όλα να της πηγαίνουν στραβά; Όχι όλα δηλαδή, αλλά να, τα περισσότερα. Εκείνα που μετράνε. Τα πιο σημαντικά. Λες και είναι καταραμένη. Λες... Α, σίγουρα την έχουν καταραστεί! Πώς αλλιώς... Δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτά που της συμβαίνουν. Αλλά, ποιος την καταράστηκε; Γιατί; Αφού δεν έκανε ποτέ κακό σε κανένα. Ή έκανε; Την τρώνε οι σκέψεις, την ψυχή της καταναλώνουν τα ερωτήματα. Κι αυτή η παλιόζεστη! Χαμογελά μόνη, δακρύζει μόνη, και μοναχή αναρωτιέται: Ως πότε θα τα κάνω όλα σκατά στη ζωή μου; Όλα. Σκατά. Ως πότε;Βρίσκεται στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, που κάποιος φωτισμένος ηλίθιος βάφτισε καφετέρια, και πίνει ένα άθλιο κόκκινο κρασί, το οποίο ανταγωνίζεται στα ίσα κάθε ξινό μαγειρικό. Στην ίδια αίθουσα που θα βρισκόταν την προηγούμενη μέρα την ίδια ακριβώς ώρα αν... Αν δεν ήταν αυτή που είναι. Έκανε λάθος, μάλλον ξέχασε την ώρα αναχώρησης, έχασε την πτήση της για Άμστερνταμ, έκανε νέα κράτηση για την επομένη, δηλαδή σήμερα, και...
Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήξερε και τόσο καλά, της οποίας κατάφερε να φρικάρει τους γονείς απλά και μόνο με το να είναι ο εαυτός της... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήταν στ’ αλήθεια φίλη... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήταν στ’ αλήθεια φίλη, πίνοντας σφηνάκια βότκας και μπύρες, θέλοντας να ξεχάσει το ταξίδι που καθυστέρησε μια μέρα... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, με την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, με την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει, σ’ ένα μπαράκι, όπου φεύγοντας ξέχασε το τσαντάκι της που είχε μέσα όλα της τα λεφτά... Σε μια μέρα έχασε ένα αεροπλάνο, ένα μηνιάτικο, και μια φίλη που δεν ήταν στ’ αλήθεια τέτοια...
Και τώρα κάθεται στο αεροδρόμιο κι αναρωτιέται: Ως πότε θα τα κάνω όλα σκατά; Μοναχά αναρωτιέται. Ίσως από τύψεις, ίσως από κεκτημένη ταχύτητα, ίσως επειδή δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει. Έτσι κι αλλιώς, γνωρίζει τον εαυτό της, ξέρει πολύ καλά ότι ποτέ της δε θα μπορέσει να τον βάλει στον ίσιο δρόμο – σ’ αυτόν που οι άλλοι αποκαλούν ίσιο δρόμο, ή σωστό, ή τι άλλο σκατά το χαρακτηρίζουν. Ξέρει ότι μόνο μέσα στο βούρκο, μόνο μέσα στον πόνο και τη φευγαλέα γιατρειά του, μόνο μέσα στη φυγή που της χαρίζουν οι διάφορες -αισθησιογόνες, όπως της αρέσει να τις λέει- ουσίες μπορεί να υπάρξει. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τις κόψει. Γι’ αυτό και τις κόβει και τις ξαναρχίζει. Χωρίς αυτές: φοβάται πώς θα στερηθεί τις πιο όμορφες ψευδαισθήσεις, φοβάται ότι οι εφιάλτες θα της χτυπήσουν και πάλι την πόρτα, φοβάται πώς θα ξυπνήσει σ’ ένα κόσμο μουντό και δίχως χρώματα, και φοβάται ότι θα μείνει μόνη, απόλυτα μόνη.
Μα, είσαι μόνη, μαλάκα! τα βάζει με τον άθλιο εαυτούλη της. Σβήνει το στριφτό τσιγάρο με οργή σχεδόν στο τασάκι, πίνει μια ακόμη γουλιά από το άνοστο κρασί και αρχίζει να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της. Τους ζηλεύει κάπου -αλλά αυτό δε θα τολμούσε ποτέ να το παραδεχτεί- αφού αυτούς τίποτα δεν τους τρώει τα σωθικά, κι απ’ αυτούς κανείς δε θα μπορούσε να βιώσει ούτε στο ελάχιστο το δικό της πόνο, να νιώσει, να καταλάβει το μαρτύριο το οποίο περνά. Τους ζηλεύει και τους απεχθάνεται, όλους, ακριβώς όπως και το χειρότερό της εχθρό, τον εαυτό της.
Η ώρα της αναχώρησης μ’ αργόσυρτα βήματα, σχεδόν αθέλητα, επιτέλους πλησιάζει. Σέρνει τα μουδιασμένα της πόδια κι ένα μικρό σακίδιο προς την έξοδο – ένα πολύ βαριεστημένο και ντυμένο στα μαύρα ξωτικό. Ξαφνικά κάτι θυμάται και στα χλωμά της χείλη αρχίζει να σχηματίζεται ένα μικρό χαμόγελο. Βγάζει το κινητό της απ’ την τσέπη και τηλεφωνεί σε κάποιον που πολύ συμπαθεί, μα λίγο αντέχει. Κάποιον που την αγαπά και την αποφεύγει. Κάποιον που... Του λέει όλη την ιστορία, την κωμικοτραγική. Την ακούει με προσοχή. Την ειρωνεύεται ασύστολα. Συζητάνε για λίγο στα σοβαρά. Κι ύστερα την πειράζει, φανερά την κοροϊδεύει. Δεν την ενοχλεί αυτό. Καθόλου δεν την ενοχλεί. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι ο μόνος που τη δέχεται όπως ακριβώς είναι, ο μόνος που δεν την επικρίνει ποτέ, αλλά που δε διστάζει να πει την άποψή του, ο μόνος που κάθεται και συζητά μαζί της, δίχως να βαρυγκωμεί, το καθετί που την απασχολεί, χωρίς να γυρίζει τη συζήτηση αμέσως στα δικά του, ο μόνος που όταν τη βρήκε σε μια απ’ τις πολλές στιγμές αδυναμίας της...
Μιλούν ως το τελευταίο λεπτό, κι αυτό την ανακουφίζει, πολύ. Χαμογελά στο είδωλό της στο τζάμι του λεωφορείου, που την οδηγεί προς το αεροπλάνο. Ναι, θα προσπαθήσω ν’ αλλάξω, σκέφτεται φωναχτά. Αν είσαι έτοιμη θ’ αλλάξεις, της λέει. Πρέπει να κλείσουν. Σ’ ευχαριστώ, πάει να πει. Άντε και παράτα μας, έρχεται η απάντηση. Και για τις προάλλες που δε, ξέρεις, που δε με εκμεταλλεύτηκες, η φωνή της ραγίζει. Καλό ταξίδι. Της το κλείνει προτού προλάβει να πει άλλη λέξη.Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο... Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο κι ετοιμάζεται ν’ απογειωθεί... Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο κι ετοιμάζεται ν’ απογειωθεί, όπως ακράδαντα πιστεύει η ίδια, για μια νέα ζωή... Όμορφη ψευδαίσθηση!
Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008
Το κορίτσι της βροχής
Της αρέσει η βροχή,
Τη λατρεύει όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο.
Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει
Κι αρχίζει να χύνει άπλετα τα δάκρυά του
Τότε νιώθει να ζει,
Να ζει αληθινά,
Νιώθει το κορμί και την ψυχή της να πλημμυρίζουν
Από μια γλύκα ανείπωτη.
Την εξαγνίζει, την ξανανιώνει η βροχή,
Την ξεπλένει από τις αρνήσεις και
Τις ενοχές της.
Κι η νυχτερινή βροχή είναι η καλύτερή της.
Τις ώρες τις σκοτεινές βγαίνει έξω στην αυλή
Και χορεύει γυμνή μαζί με τις σταγόνες,
Γίνεται ένα μαζί τους,
Και ταξιδεύουν παρέα προς τα έγκατα της γης,
Αφουγκράζονται τους παλμούς της,
Της χαρίζουν τους δικούς τους,
Τη δροσίζουν και την ευχαριστούν.
Και τότε...
Μόνο τότε, γυμνή μες στη βροχή κι ένα με τη γη, νιώθει ελεύθερη,
Ελεύθερη από τα δεσμά ετούτου του κόσμου,
Από τα πρέπει που την τυραννούν,
Που της κλέβουν τις φλογισμένες ανάσες,
Που της στερούν το δικαίωμα στη γύμνια,
Της ψυχής της τη γύμνια.
Είναι το κορίτσι της βροχής.
