Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπυραρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπυραρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Το κορίτσι που κλαίει πολύ

Ολοζώντανες είναι οι εικόνες απ’ το χθες, κι ας μοιάζουν τώρα παρμένες από κάποια άλλη, από μια απόμακρη ζωή. Εικόνες του πόνου και της χαράς, της απογοήτευσης και της απροσκάλεστης, μα ευπρόσδεκτης ελπίδας.

Κάθεται στην αυλή μιας μπυραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δε δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν. δε θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.

Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα κάθονταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δε χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.

Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο το προσωπικό την πλησιάζει πού και πού για να τη ρωτήσει αν είναι καλά, για να αποχωρήσει αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. «Φαλάνγκ Τινγκ Τονγκ» (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.

Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δε γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, είναι άκαρδοι, δε βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση και τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης, για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους, θα συνέχιζαν να επιβιώνουν όπως πάντοτε, που θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα και μέσα της τα βάζει με οργή με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.

«Τι τους έφταιξαν;» αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Γιατί τους έχουν σκλάβους;» αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Αλλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, και βλαστημά την ασκήμια αυτού του κόσμου.

Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του. Αδιάκριτα, μα πολύ διακριτικά. «Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!» σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται, για την εικόνα και τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.

Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους σιγά-σιγά γίνονται αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.

Πριν σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπύρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα της.

Σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα φωτεινά, υγρά ακόμη από το κλάμα, μελένια μάτια και τον κοιτά ερωτηματικά. Διαβάζει τη συμπάθεια στα μάτια του, μα όχι τη συμπόνια, την κατανόηση και όχι την κρίση.

«Mai Thai?» της προτείνει το ποτό και χαμογελά ζεστά.

«Im not a Thai!» απαντά εκείνη και το παίρνει λες με ανακούφιση.

«Πάντα έτσι ήταν εδώ.»

«Πάντα ήταν έτσι τι;»

«Με τους ελέφαντες.»

«Μα... Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα. Είδα πόσο αγαπάς τα ζώα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους.»

«Κι εσένα δε σ’ ενοχλεί αυτό;»

«Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Τώρα πια συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα.»

«Εγώ δε θα συνηθίσω ποτέ.»

«Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, για να μπορέσει να επιβιώσει.»

«Κι εγώ, λες, δε θα τα καταφέρω;»

«Δεν το είπα, αλλά ναι, το εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση.»

«Μα, δεν είμαι και τόσο καλή...»

«Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια.»

Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας με βλέμματα αδιάφορα τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.

«Είμαι η Μάργκο,» του συστήνεται.

«Τ’ όνειρο είσαι,» της απαντά αποφασιστικά. «Τ’ όνειρο που για χρόνια έβλεπα, μα που δεν αξιώθηκα ποτέ να πλησιάσω...»

Τα μάτια του λάμπουν και τη λούζουν με το φως μιας τρυφερής γαλήνης. Τα μάτια της κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και ανονείρευτης.

Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Η Πόρνη της Τσιανγκ Μάι

Με ρώτησε κάποια φορά, καθώς καθόμασταν στη βεράντα της -μια νύχτα ολοφέγγαρη και φωτεινή- και πίναμε καλό κόκκινο κρασί, αν υπήρξε ποτέ στη ζωή μου άλλη γυναίκα που να με κατάλαβε, που να με διάβασε τόσο καλά όσο η ίδια. Ναι, της αποκρίθηκα και πήρα να της διηγούμαι την ακόλουθη ιστορία:

«...Την Πιν, στις αρχές, απλά την παρακολουθούσα, προσεκτικά αλλά από απόσταση. Μοναχά εκείνη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ξεχώρισα ανάμεσα στις δεκάδες πόρνες που κυκλοφορούν στα μπαράκια και τα καραόκε, στους δρόμους και τα κλαμπς στην Τσιανγκ Μάι. Μου άρεσε ο τρόπος της, των ματιών της το παιχνίδισμα, το προκλητικά ιδιόρρυθμο στιλ της. Δεν το έπαιζε παρθένα κι ερωτευμένη. Όταν έβαζε κάποιον άντρα στόχο έμπαινε κατ’ ευθείαν στο ψητό, χωρίς ψευτοντροπαλοσύνες και υπεκφυγές, δεν προσπαθούσε να πουλήσει στους ξένους αγάπη και φροντίδα και τα λοιπά τραγικά. Ήταν πόρνη, και έμοιαζε περήφανα να το φωνάζει, να το διαλαλεί. Όπως και νάχει, μια από εκείνες τις πολύ σπάνιες βραδιές που παραδόξως δε βρήκε γκόμενο, ήρθε κουνιστή και λυγιστή εκεί που καθόμουνα στο μπαρ, άραξε δίπλα μου και μου παράγγειλε μια μπύρα Τσιανγκ. Αρνήθηκα! Ήθελα Λίο! Αλλά, δεν αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που είδα κάποια ντόπια, πόρνη ή μη, να κερνά ποτό σε κάποιον άγνωστο, που δεν ήταν γκόμενος, άντρας ή πιθανός στόχος της. Με κέρασε Λίο.
Ευχαριστώ για τη μπύρα, αλλά δεν είμαι διαθέσιμος, της είπα.
Το ξέρω, απάντησε και μου χαμογέλασε σχεδόν ειρωνικά. Και καλά να μου κάνει, δηλαδή, αφού της είπα κάτι που ήδη γνώριζε.
Μιλήσαμε για αρκετή ώρα, ήπιαμε τα ποτά μας, γελάσαμε με τους ξένους που την πατάνε άγρια με κάποια γυναίκα που τους προκύπτει άντρας, παίξαμε και τα μπιλιάρδα μας. Απίστευτα φιλικά και ήσυχα όλ’ αυτά, σε μια μπυραρία που σύντομα θα κατέβαζε τα ρολά της . Στις τέσσερις το πρωί χώρισαν οι δρόμοι μας.
Το επόμενο βράδυ τη βλέπω να καταφθάνει και πάλι εκεί κατά τα μεσάνυχτα, να θρονιάζεται δίπλα μου και να με φιλά στο μάγουλο.
Δε βρήκες ούτ’ απόψε γκόμενο; τη ρώτησα πειραχτικά.
Θα βρω! απάντησε μ’ αυτοπεποίθηση.
Επέτρεψέ μου να σε βοηθήσω.
Έτσι αρχίσαμε, οι δυο μας παρέα, να εξετάζουμε προσεκτικά με τη σειρά όλους τους υποψηφίους στόχους και να ξεσκαρτάρουμε. Ο ένας σε δύο ώρες είχε πιει μόνο μια μπύρα και κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, άρα δεν έκανε. Ο άλλος ήταν πενηντάρης, που ήθελε να δείχνει πιο νέος, αλλά τελείως ανασφαλής. Ήτανε κι ένας γλυκούλης γάλλος, αλλά μου είπε ότι δεν της άρεσε να παριστάνει τη μαμά. Μ’ αυτά κι αυτά, και ύστερα από αρκετή ώρα, καταλήξαμε σ’ έναν αγγλοθρεμμένο ιταλό, που τηρούσε όλες τις εργοστασιακές προδιαγραφές: είχε άφθονο χρήμα, θα έμενε στην πόλη για πολλή καιρό -όπως μου είπε καθώς παίζαμε μπιλιάρδο- ενώ ένιωθε κι έντονη την ανάγκη για μια γυναικεία συντροφιά.
Αυτός είναι ό,τι πρέπει, της ψιθύρισα, καθώς καθόμουν δίπλα της. Τον παρατήρησε για λίγη ώρα, όπως καθόταν στην απέναντι γωνία, (του άρεσε το Σάνγκσομ -ντόπιο ρούμι- και το μπιλιάρδο, και μισούσε να χάνει – ο παιχταράς), τον μέτρησε με το βλέμμα, αποφάσισε τι στρατηγική θ’ ακολουθούσε, και πολύ σύντομα θα του την έπεφτε προτού ο ίδιος καλά-καλά προλάβει να καταλάβει από που του ήρθε.
Μισή ώρα αργότερα, κι αφού η Πιν, που ήταν και πρώτη στέκα, καθάρισε εν ριπή οφθαλμού το μισό πίνακα με τα ονόματα εκείνων που περίμεναν να παίξουν, βρέθηκε να τον αντιμετωπίζει.
Άφησέ τον να κερδίσει, της ψιθύρισα στ’ αυτί περνώντας από δίπλα της, κατευθυνόμενος προς της αγίας μπύρας το αποθετήριο.
Και το έκανε. Για να ακριβολογώ, έπαιξε με τόσο επαγγελματικό τρόπο, που έκανε τον άλλο, το χάνο, να νιώθει μάγκας. Για κάθε μπάλα που έβαζε η ίδια, του έστηνε μία για να βάλει εκείνος, ενώ κάποιες φορές έριχνε και τη λευκή, με τρόπο που φάνταζε καθαρά ατυχής, σε κάποια τσέπη.
Τον άφησε, λοιπόν, να κερδίσει και να το καταχαρεί, και δίνοντάς του το χέρι για να τον συγχαρεί, του είπε όταν τελειώσει με το μπιλιάρδο να έρθει να καθίσει εκεί, μαζί μας. Ερχόμενη προς το μέρος μου μού έκλεισε το μάτι. Όσο για κείνον, με τα μυαλά του πια να πετάνε στα σύννεφα, έχασε το αμέσως επόμενο παιχνίδι και κόπιασε στη γωνιά μας. Η Πιν, το πονηρό θηλυκό, η κατεργάρα γυναίκα (ποιητική αδεία), τον κέρασε αμέσως ένα Σάνγκσομ και το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.
Εγώ, στην αρχή συμμετείχα στη συζήτησή τους, αλλά ύστερα από λίγη ώρα άρχισα να απομακρύνομαι διακριτικά. Πήγα και κάθισα δίπλα σ’ ένα παλιό γνώριμο, τον Τζον τον τρελοϊρλανδό, που ήταν παντρεμένος με ντόπια και ζούσε εκεί εδώ και δέκα χρόνια, κι αρχίσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έχανα ούτε σκηνή απ’ την παράσταση που παιζόταν απέναντί μου. Μετά από καμπόσες μπύρες και δυο-τρία σφηνάκια Λάο Κάο, είδα την Πιν να με πλησιάζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και μια φλόγα στο βλέμμα..
You and me, same same, μου είπε.
Τη ρώτησα: Γιατί το λες αυτό;
I fuck with people’s bodies, you fuck with their brains! απάντησε, αφήνοντάς με σύξυλο.
Σε λίγο τη είδα να φεύγει κουνώντας το κορμί της επιδεικτικά, έχοντας τον γκόμενο αγκαλιά. Μέχρι την τελευταία ημέρα που ήμουν εκεί, ήταν ακόμη μαζί.
Είχε δίκιο η κοπέλα, απόλυτο δίκιο. Με διάβασε σαν ανοικτό κακογραμμένο βιβλίο. Αυτό στ’ αλήθεια κάνω: παίζω με τα μυαλά των ανθρώπων. Επαγγελματική διαστροφή; Δεν ξέρω!»