Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Πάμπλο Νερούδα - Ποίημα 20



Απόψε μπορώ να γράψω.
Απόψε μπορώ να γράψω τις πιο θλιμμένες γραμμές.
Να γράψω, για παράδειγμα, "Η νύχτα είναι έναστρη
Και τ' αστέρια είναι μπλε και τρεμοπαίζουν πέρα μακριά".
Ο νυχτερινός άνεμος περιστρέφεται στα ουράνια και τραγουδά.
Απόψε μπορώ να γράψω τις πιο θλιμμένες γραμμές.
Την αγαπούσα, και μερικές φορές μ' αγαπούσε κι εκείνη.
Νύχτες σαν κι αυτή την κράτησα στην αγκαλιά μου.
Τη φίλησα ξανά και ξανά κάτω από το δίχως τέλος ουρανό.
Με αγαπούσε, μερικές φορές την αγαπούσα κι εγώ.
Πώς θα μπορούσε κανείς να μην αγαπά τα πελώρια ακίνητά της μάτια;
Απόψε μπορώ να γράψω τις πιο θλιμμένες γραμμές.
Αναλογιζόμενος ότι δεν την έχω. Σκεφτόμενος ότι την έχασα.
Ακούγοντας την παμμέγεθη νύχτα, που γίνεται ακόμη πιο αχανής χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει σα δροσιά στο βοσκοτόπι.
Τι σημασία έχει ότι η αγάπη μου δεν μπορούσε να την κρατήσει εδώ;
Η νύχτα είναι γιομάτη αστέρια και δεν είναι μαζί μου.
Αυτό είναι όλο. Πέρα μακριά κάποιος τραγουδά. Πέρα μακριά.
Η ψυχή μου δεν είναι ικανοποιημένη που την έχασε.
Το βλέμμα μου προσπαθεί να τη βρει λες και μπορεί να τη φέρει πιο κοντά.
Η καρδιά μου την αναζητεί, και δεν είναι μαζί μου.
Η ίδια νύχτα ξασπρίζει τα ίδια δέντρα.
Εμείς, της άλλοτε εποχής, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.
Δεν την αγαπώ πια, αυτό είναι βέβαιο, αλλά πόσο την αγαπούσα τότε!
Η φωνή μου προσπάθησε να βρει τον αγέρα που θ' άγγιζε την ακοή της.
Αλλουνού. Θα είναι αλλουνού. Όπως ήτανε πριν απ' τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το φωτεινό της κορμί. Τα ατελεύτητά της μάτια.
Δεν την αγαπώ πια, αυτό είναι βέβαιο, αλλά ίσως και να την αγαπώ.
Η αγάπη είναι τόσο σύντομη, η λησμονιά τόσο μακρόχρονη.
Επειδή νύχτες σαν κι αυτή την κράτησα στην αγκαλιά μου
η ψυχή μου δεν είναι ικανοποιημένη που την έχασε.
Ωστόσο αυτός ίσως να είναι ο τελευταίος πόνος που θα μου χαρίσει
κι αυτοί οι τελευταίοι στίχοι που θα γράψω για κείνη.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Για την Αγάπη

Σήμερα είπα να το κάνω της Αγάπης το μπλογκ, έτσι ανεβάζω καμπόσες ατάκες από μια συλλογή που κυκλοφόρησε στην Κύπρο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.
Η αγάπη είναι η ομορφιά της ψυχής.

Αυγουστίνος

Δεν είσαι συ ποτιστικό
νερό, που τ’ αγοράζουν
για να ποτίσουν τις σπορές
πλούσιο καρπό να δώσουν.
Σα μια αγιάτρευτη πληγή
σε νιώθω εντός μου, αγάπη
που μελωδικά αιμορραγείς…

Κορνάτο Νάλε Ρόξλο

Η αγάπη είναι τα πάντα. Είναι το κλειδί της ζωής, και οι επιρροές της είναι αυτές που κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.

Ραλφ Ουάλντο Έμερσον

Όταν κανείς αγαπά μια γυναίκα, είναι γι’ αυτόν η καλύτερη πάνω στη γη.

Λέων Τολστόι

Μια και τον αγαπώ πρέπει να θυσιάσω τα πάντα για να του το αποδείξω.

Ντοστογιέφσκι

Θρησκεία της ανθρωπότητας είναι η αγάπη.

Αθηναγόρας

Είναι αδύνατον ν’ αγαπάς και νάσαι σοφός.

Φράνσις Μπέικον

Θες ν’ αγαπήθείς; - Τότε μην αφήσεις την καρδιά σου να παρεκκλίνει από το μονοπάτι της! Παρέμεινε αυτός που είσαι τώρα. Μην είσαι τίποτα που δεν είσαι.

Έντγκαρ Άλαν Πόε

Όταν κανείς δε σ’ αγαπά είναι περιττό να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο.

Μαξίμ Γκόρκι

Με την αγάπη μου βρίσκομαι ήδη δίπλα σου. Η αγάπη μου φτερουγίζει κι έρχεται σε σένα πριν να φτάσει το σώμα μου. Όταν είμαι μακριά σου μοιάζω με πουλί ταριχευμένο. Εσύ κρατάς στα χέρια σου τα σπλάχνα την καρδιά και τις σκέψεις μου.

Λεονόρα Κάρινγκτον

Κάθε μέρα σε αγαπώ περισσότερο. Σήμερα περισσότερο από χθες, λιγότερο από αύριο.

Ρόζεμουντ Γκέραρντ

Ο χειρότερος πόνος είναι ν’ αγαπάς μάταια.

Αβραάμ Κρόλεϊ

Πως σε λαχτάρησε η χαρά μου
κι η θλίψη μου, κι η μοναξιά μου…

Σιγή του ονείρου βασιλεύει
καθώς η Αγάπη με χαϊδεύει…

Μαρία Φάλαγγα

Δεν είναι να υπάρχεις. Δεν είναι ν’ αγαπάς. Είναι να υπάρχεις και να αγαπάς!

Ανώνυμος

Είμαι μέσα στην αγάπη και η αγάπη μέσα σε μένα.

Μάικλ Ντρέιτον

Το μίσος παραλύει τη ζωή. - Η αγάπη την απελευθερώνει. Το μίσος προκαλεί σύγχυση στη ζωή. - Η αγάπη φέρνει αρμονία. Το μίσος ρίχνει σκοτάδι στη ζωή. - Η αγάπη φως!

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Μια καρδιά που αγαπά είναι η πιο αληθινή σοφία.

Τσαρλς Ντίκενς

Το ν’ αγαπάς κάποιον είναι σα να βλέπεις το πρόσωπο του θεού.

Β. Ουγκό

Η αγάπη είναι ανώτερη από τη ζωή. Η αγάπη είναι το στεφάνι της ζωής.

Ντοστογιέφκσι

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Της ψυχής μονόλογος

Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω.
Κάθομαι εδώ μοναχός
με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Το Τάμα

«Θεέ μου, τι σου έφταιξα; Τι αμαρτίες έχω και πληρώνω; Πάντα δίκαιος και καλός άνθρωπος δεν ήμουνα; Μήπως έβλαψα ποτέ κανένα; Μα, γιατί; Γιατί δοκιμάζεις τόσο σκληρά την πίστη μου;»
Μέγα κακό βρήκε το σπίτι του, κι ο Γιώργης δεν ήξερε πως να αντιδράσει, αμάθητος καθώς ήταν. Έτσι τη μια το έριχνε στο πιοτό, την άλλη στη σιωπή και την παράλλη στην οργή και στο βρισίδι, κάποια φορά μάλιστα έφτασε να κτυπήσει και τη δόλια τη γυναίκα του, μα φυσικά δεν ξεφορτώθηκε το βάρος του, δε βρήκε σωτηρία. Μια ζωή στα ίδια και τα ίδια είχε συνηθίσει κι αυτός ο κακομοίρης, και τώρα που η πλανεύτρα μοίρα η άκαρδη του ’παιξε σκληρό παιχνίδι, βάλτωσε, τα έχασε, σκοτείνιασε το βλέμμα και μαράζωσε η ψυχή του.
Οι γιατροί σήκωναν τα χέρια ψηλά, τα παραδοσιακά γιατροσόφια δεν έφερναν κανένα απολύτως αποτέλεσμα, οι ξερόλες έχασαν τη μιλιά τους, όλοι ήταν σίγουροι ότι το παιδί του, έτσι απλά, θα σιγόσβηνε και θα πέθαινε. Θα πέθαινε το καμάρι του προτού καν προλάβει να ζήσει τη ζωή, προτού να τη ρουφήξει. Πώς να αντέξει την ιδέα αυτή και να μη χάσει τα λογικά του; Πώς; Αδύνατον!
Ένα πανέμορφο λουλούδι ήταν το παιδάκι του, μια νεράιδα του κάμπου, ένα κορίτσι που στην εφηβεία του άνθισε σα μυγδαλιά, προτού πάρει να ξεραίνεται σαν στάχυ, ένα ρυάκι με κελαρυστό νερό, το υφαντό του ουρανού μες στο απέραντο σκοτάδι. Κι όμως χανόταν κι έσβηνε και όλο πιο πολύ ψυχορραγούσε.
Μα πώς να βρεθεί η γιατρειά αφού ούτε ο ίδιος, μήτε η γυναίκα του, ούτε οι γιατροί και οι κάθε λογής οι τσαρλατάνοι, δεν καταλάβαιναν ότι από αρρώστια της ψυχής έλιωνε το κορίτσι; Κάτι τέτοιο, τρομερό, ξεπερνούσε αόρατο και με ορμή τη φτωχική τους φαντασία. το πως δηλαδή μια κόρη πάνω στης νιότης της το άνθος, θα μπορούσε ποτέ να άφηνε με πείσμα, θεληματικά, τη φλόγα της ζωής να σβήσει.
Έτσι, αφού είδαν απόειδαν με τη γυναίκα του και βάλσαμο δε βρήκαν, είπαν να επιστρατεύσουν κι αυτοί τα μέσα τα μεγάλα, να στραφούν στη μάνα τη μοναδική που μπορούσε να προσφέρει ίαση ή μια κάποια ελπίδα, την Παναγία. Είχε κι εκείνη παιδί, σκέφτονταν, σίγουρα θα τους βοηθούσε. Έπιασαν, λοιπόν, τις προσευχές, κρεμάστηκαν με νύχια και με δόντια από πάνω τους, και κάναν κι ένα τάμα. Αν γινόταν, λέει, καλά η μικρή, θα έφτιαχναν ένα κερί στο μπόι της αφιέρωμα στην Παναγία. κι ο πατέρας με τα πόδια θα ανέβαινε στην κορφή του μεγάλου βουνού, που ήτανε η εκκλησιά, για να το πάρει.
Περνούσε γρήγορα ο καιρός, μέσα στον πόνο και την ανησυχία, και καθώς δίναν και παίρνανε οι προσευχές, κατέφθασε ολόλαμπρη η άνοιξη με τα πλήθια της τα δώρα. Ο ερχομός της βοήθησε καταπώς φαίνεται να φτιάξει ο καιρός και μες στην καρδιά του μαραζωμένου κοριτσιού, που θέλησε και πάλι ν’ αδράξει με περισσή ορμή, τον παλμό ζωής που της αναλογούσε. Έτσι, προτού περάσει χρόνος πολύς η ομορφιά πήρε σαν νιος ταξιδευτής να επιστρέφει, να της χαϊδεύει το πρόσωπο και την ψυχή, να της ξυπνά στο είναι της όλο κρυφά όνειρα κι ανομολόγητα πάθη.
Για μέγα θαύμα μιλήσαν οι θανατοαγγιγμένοι οι γονιοί, και βούιξε όλο το χωριό απ’ το καλό μαντάτο. Αλλά, μια φίλη της κόρης γκαρδιακή, για άλλο θαύμα μονολοούσε. Επέστρεψε, λέει, στο χωριό ο νιος που εκείνη αγάπησε πολύ, μα που την είχε μήνες πριν σκληρά εγκαταλείψει. Μα, έμειναν τα κρυφά κρυμμένα.
Γι’ αυτό και όταν επιτέλους η ξανανιωμένη κοπελιά σηκώθηκε για τα καλά απ’ το κρεβάτι, είπε κι ο κύρης της στην Παναγιά το τάμα του να εκπληρώσει. Έτσι παράγγειλε ομοίωμα κεριού στο ύψος του παιδιού, και μια λιόλουστη Κυριακή ξεκίνησε για τον προορισμό του. Αλλά, σαν έφτασε με τ’ αμάξι του στα ριζά του βουνού σκέφτηκε πως αφού το κορίτσι ήταν πια καλά, δε θα την επείραζε την κυρά την Παναγιά, αν δεν ανέβαινε όλο εκείνο το θεριό με τα πόδια. Πήρε, λοιπόν, με τ’ αυτοκίνητο ν’ ανεβαίνει λίγο βιαστικά το φιδογυριστό το δρόμο. Ωστόσο, σε μια περίεργη στροφή του ξέφυγε το τιμόνι, τον έλεγχο έχασε του αμαξιού και πάνω στην κόψη του βουνού τράκαρε μ’ ορμή και βία. Λίγο τραντάχτηκε, τρόμαξε λίγο, αλλά ήταν καλά, δεν έχυσε ούτε μια σταγόνα αίμα. Βγήκε, λοιπόν, έξω και κοίταξε τη μούρη τ’ αμαξιού, μεγάλη η ζημιά, μα τι να γίνει; Έριξε μία βλαστημιά, στο στραπατσαρισμένο του όχημα μπήκε ξανά και κούτσα-κούτσα, με περισσή επιμονή, κατάφερε να το ξεκινήσει.
Πήρε ν’ ανεβαίνει και πάλι προς την κορυφή, την εκκλησιά, εκεί που έπρεπε ανέκκλητα να φτάσει.
Η ξύλινη και γέρικη πόρτα της ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, μα να, σα να του φάνηκε ότι από πίσω της ακούγονταν παράξενοι, παράταιροι και θρηνητικοί κάποιοι ύμνοι. Αυτό τον ξένισε πολύ, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να σκεφτεί, έτσι πήρε την πόρτα να χτυπά, για να μπει επιτέλους μέσα στο ναό, το χρέος του να ξεπληρώσει. Σχεδόν αμέσως του άνοιξε, με πρόσωπο αβάστακτα λυπημένο, μια μοναχή γριά ντυμένη μ’ άσπρο ράσο.
«Τι γίνετ’ εδώ, μητέρα;» τη ρωτά.
«Μα, η κηδεία σου θαρρώ, παιδί μου!» απαντήσ’ εκείνη.
υ.γ. Αυτή είναι η πρώτη από μια σείρα δώδεκα ιστοριών που μοιάζουν με παραμύθια. Τις είχα πρωτογράψει πριν έξι χρόνια και τώρα πήρα να τις "ξανακοιτώ" κάνοντας κάποιες βελτιώσεις.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Το κορίτσι που κλαίει πολύ

Ολοζώντανες είναι οι εικόνες απ’ το χθες, κι ας μοιάζουν τώρα παρμένες από κάποια άλλη, από μια απόμακρη ζωή. Εικόνες του πόνου και της χαράς, της απογοήτευσης και της απροσκάλεστης, μα ευπρόσδεκτης ελπίδας.

Κάθεται στην αυλή μιας μπυραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δε δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν. δε θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.

Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα κάθονταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δε χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.

Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο το προσωπικό την πλησιάζει πού και πού για να τη ρωτήσει αν είναι καλά, για να αποχωρήσει αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. «Φαλάνγκ Τινγκ Τονγκ» (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.

Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δε γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, είναι άκαρδοι, δε βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση και τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης, για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους, θα συνέχιζαν να επιβιώνουν όπως πάντοτε, που θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα και μέσα της τα βάζει με οργή με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.

«Τι τους έφταιξαν;» αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Γιατί τους έχουν σκλάβους;» αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Αλλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, και βλαστημά την ασκήμια αυτού του κόσμου.

Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του. Αδιάκριτα, μα πολύ διακριτικά. «Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!» σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται, για την εικόνα και τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.

Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους σιγά-σιγά γίνονται αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.

Πριν σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπύρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα της.

Σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα φωτεινά, υγρά ακόμη από το κλάμα, μελένια μάτια και τον κοιτά ερωτηματικά. Διαβάζει τη συμπάθεια στα μάτια του, μα όχι τη συμπόνια, την κατανόηση και όχι την κρίση.

«Mai Thai?» της προτείνει το ποτό και χαμογελά ζεστά.

«Im not a Thai!» απαντά εκείνη και το παίρνει λες με ανακούφιση.

«Πάντα έτσι ήταν εδώ.»

«Πάντα ήταν έτσι τι;»

«Με τους ελέφαντες.»

«Μα... Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα. Είδα πόσο αγαπάς τα ζώα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους.»

«Κι εσένα δε σ’ ενοχλεί αυτό;»

«Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Τώρα πια συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα.»

«Εγώ δε θα συνηθίσω ποτέ.»

«Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, για να μπορέσει να επιβιώσει.»

«Κι εγώ, λες, δε θα τα καταφέρω;»

«Δεν το είπα, αλλά ναι, το εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση.»

«Μα, δεν είμαι και τόσο καλή...»

«Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια.»

Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας με βλέμματα αδιάφορα τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.

«Είμαι η Μάργκο,» του συστήνεται.

«Τ’ όνειρο είσαι,» της απαντά αποφασιστικά. «Τ’ όνειρο που για χρόνια έβλεπα, μα που δεν αξιώθηκα ποτέ να πλησιάσω...»

Τα μάτια του λάμπουν και τη λούζουν με το φως μιας τρυφερής γαλήνης. Τα μάτια της κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και ανονείρευτης.

Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ατάκα κι επί τόπου

«Και το μέλι και το δηλητήριο, και τα δυο απ’ τη φύση είναι φτιαγμένα.»

«Ν’ αλλάζεις συνέχεια, να γίνεσαι σύννεφο και κύμα. Σαν το φεγγάρι να γιομίζεις και να τρεμοσβήνεις.»

«Ο χρόνος από μόνο σου δεν έχει σημασία. Αν τον σπαταλάμε ή τον γεμίζουμε, αυτό είναι που μετρά.»

«Θέλω γιο, αλλά το ξέρω ότι κορίτσι θα είναι το παιδί. Και όταν μεγαλώσει θα γίνει κούκλα σαν τη μάνα της. Κι ενώ εκείνη θα βγαίνει με τους γκόμενους εγώ θα βγαίνω με το μπαστούνι.»

«Ο εαυτός μου μού έλεγε ότι κυνηγούσα χίμαιρες. Εγώ του απαντούσα πως στόχευα στην καταστροφή τους.»

«Ο φόνος δεν αποδεικνύει την αγάπη σου για μένα, αλλά το μίσος σου για τους άλλους.»

«Για πες μου, μικρέ: Έμαθες ν’ αγαπάς τις γυναίκες ή συνεχίζεις να τις αναλύεις;»
«Τις αγαπάω αναλυτικά!»

«Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν τουλάχιστον τρεις θλίψεις.»

«Όταν το μέσα σου δε φοβάται κανένα, κανένας δεν μπορεί να το απειλήσει.»

«Προσπαθείς να σκοτώσεις τις ενοχές σου με τα δώρα. Με τη μυγοσκοτώστρα...»

«Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, είναι η αδιαφορία.»

Αποσπάσματα από ένα μελλοντικό αριστούργημα (εδώ γελάτε)

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Απόκληροι των Αναμνήσεων

Κάθε που γράφω μια καινούρια ιστορία
Κάθε που διαβάζω μια παλιά
Μέσα εκεί σε βρίσκω
Στα λόγια και τις σιωπές μου.
Ξέρεις, ίσως ποτέ μου να μη σου ’πα
Όλα αυτά που θα ’θελα
Κι εσύ ίσως ποτέ να μην κατάλαβες
Τι έκρυβαν οι σιωπές μου.
Ζούσαμε κρυπτικά, μες στις σκιές των λέξεων
Απόκληροι των αναμνήσεων του αύριο.
Εσύ κρυβόσουνα απ’ τη ζωή
-αυτή φοβόσουν-
κι εγώ κρυβόμουνα απ’ την ψυχή σου
-δεν ήθελα να δει ποιος ήμουν.
Δίσταζα να σου μιλήσω για τις αλήθειες μου
Ήταν οδυνηρές
Δε ζητιάνεψα την αγάπη σου
Ήταν αφόρητη.
Προσπάθησα να μη σε κλέψω
Για να μη σε χάσω.
Μα με έκλεψες εσύ
Με τη φυγή σου.
Με άφησες φτωχό και μόνο
Να παραδέρνω
Στο μεταίχμιο μιας απόφασης που ποτέ δεν πήρα.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2008

Η καλοσύνη του ξένου

Εκείνος ο ξένος έμοιαζε να μη μοιάζει, να είναι διαφορετικός πολύ απ’ τους άλλους, κάπου πιο απόμακρος, γι’ αυτό και πιο αληθινός. Δεν άρχισε τα γλυκόλογα και τα καλοπιάσματα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδε. Άργησε ασυγχώρητα να το κάνει, εδώ που τα λέμε, κι αυτό την ξένισε πολύ στην αρχή, την έκανε μ’ έκδηλη αγωνία να απορεί, αφού -όπως και να το κάνουμε- ήταν όμορφη και γλυκιά πολύ, η ομορφότερη απ’ όλες. Πώς μπορούσε αυτός να αντισταθεί στη γοητεία της, ε; Πώς;.
Η αλήθεια είναι ότι όταν τον πρωτοείδε δεν τον συμπάθησε καθόλου. Δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτόν και μάλλον ούτε κι εκείνος απ’ την ίδια, αφού έδειχνε να αγνοεί εντελώς την παρουσία της. Ωστόσο, σαν άρχισε σιγά-σιγά να περνά ο καιρός, σαν πήρε να μαθαίνει τα λιγοστά του κουσούρια και ν’ αντιλαμβάνεται, με έκπληξη, πόσο στ’ αλήθεια καλόβολος ήταν, έφτασε να τον αγαπήσει. Όχι πως η αγάπη της ήταν ακριβώς άδολη, αλλά ήταν όντως αγάπη.
Έτσι, άρχισε να τον επισκέπτεται όλο και πιο συχνά, να κάθεται μαζί του σιωπηλή, ν’ ακούει με έκδηλο θαυμασμό, αλλά όχι και πολύ ενθουσιασμό, τις ιστορίες του, ν’ απολαμβάνει μαζί του κάποια παλιά καλά τραγούδια. Τη γαλήνευε η γαλήνη του προσώπου του, η ηρεμία των κινήσεών του, την έκαναν ευτυχισμένη τα μικρά, αλλά πολύ-πολύ σημαντικά δωράκια που συχνά πυκνά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο της χάριζε. Βρήκα τον άνθρωπό μου, σκεφτόταν με μια χαρά, που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της βαθιά, σαν ηχώ απερίγραπτης ικανοποίησης. Βρήκα τον άνθρωπό μου!
Όσο για κείνον, ημέρα με την ημέρα, άρχισε να απολαμβάνει όλο και περισσότερο την απρόσμενη, αλλά τόσο ευπρόσδεκτη πια, συντροφιά της. Εκτιμούσε το γεγονός ότι έδειχνε σεβασμό για το χώρο και το χρόνο του, πώς δεν τον έβγαζε ποτέ απ’ τους ρυθμούς του, το ότι γνώριζε την αξία της σιωπής. Λες και είχε υπογραφεί μεταξύ τους ένα νοητό συμβόλαιο, μια γλυκιά μυστική συμφωνία, όπου τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη βεβαίωναν ότι θα άφηνε το ένα το άλλο να είναι πραγματικά ο εαυτός του.
Ξόδεψαν αμέτρητες ώρες μαζί, γαλήνιες κι όμορφες, σα νυχτερινές μουσικές. Ο καιρός κυλούσε γρήγορα, σα γάργαρο δροσερό νερό, σ’ ένα ήρεμο κρυμμένο στης φύσης το πράσινο, ρυάκι. Ο χρόνος που απέμενε για να μοιραστούν οι δυο τους άρχισε επικίνδυνα να λιγοστεύει, αλλά αυτό μόνο εκείνος το ήξερε. Όχι, δεν της είπε ότι σύντομα θα έφευγε, δεν το έκανε η καρδιά του, έτσι στα καλά καθούμενα, να την πληγώσει. Και όχι, δεν μπορούσε να την πάρει μακριά μαζί του αφού, παρ’ όλα αυτά που τους ένωναν, εκείνος ήταν απ’ τη φύση του ελεύθερο πουλί, ένας αιώνιος κι αμετανόητος ταξιδευτής, και κανένας και τίποτα -ούτε καν η αγάπη- δε θα στέκονταν εμπόδιο στην απόφαση να συνεχίσει το δρόμο του.
Έτσι, κάποτε, με αργά αλλά εκκωφαντικά βήματα το καλοκαίρι έφθασε, τα βράδια μίκρυναν, οι μέρες μεγάλωσαν, οι μουσικές και η σιωπή πνίγηκαν στα στίφη των δόλιων τουριστών – ήρθε η ώρα να φύγει. Μη μπορώντας τους πολλούς συναισθηματισμούς και τις αχρείαστες εξηγήσεις -που συνήθως τον έφερναν σε δύσκολη θέση- δεν της το αποκάλυψε μέχρι την τελευταία στιγμή, δίνοντάς της ταυτόχρονα και με πολλή αγάπη, ένα ακόμη από τα δωράκια-έκπληξη, που τόσο αγαπούσε.
Δεν έδειξε να αντιδρά. Είτε το είχε διαισθανθεί και περίμενε απλά να συμβεί, είτε οι άμυνές της μπήκαν αμέσως σε λειτουργία. Ήταν, εξάλλου, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το μέσα της, για να επιβιώσει. Εκείνος, ωστόσο, ένιωσε τον πόνο της. Λυπήθηκε για τη λύπη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να την ανακουφίσει, να την απαλύνει λίγο. Η μοίρα του τον καλούσε σ’ ένα νέο ταξίδι, κι αυτός, όπως πάντα άλλωστε, ένιωθε την υποχρέωση, την ανάγκη να την υπακούσει.
Προτού φύγει, ίσως για πάντα, της έβγαλε μερικές φωτογραφίες για να κρατήσει την εικόνα της ζωντανή στη μνήμη του, για να συνεχίσει να θαυμάζει την ομορφιά της έστω από μακριά. Να, αυτές κοιτάει τώρα και πλατιά χαμογελά. Πριν λίγο πήρε ένα e-mail από τη Ντα, την αφεντικίνα της Ναμ, όπου τον πληροφορούσε ότι η αγαπημένη του σκυλίτσα μόλις γέννησε τρία χαριτωμένα κουταβάκια. Στο ένα απ’ αυτό, μάλιστα, θα έδιναν το όνομά του. Επιτέλους, κατέκτησε την αθανασία!

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει, με γαλήνια τη μοναχική ψυχή, στα ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν ένας άνθρωπος της γης, αγρότης απ’ τα γεννοφάσκια του, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του, εκείνη που τον συντρόφευε λες από πάντα, παράτησε μεμιάς και δίχως ενοχές τα κτήματα, κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, έλεγε, στη φρέσκια αλμύρα και την απεραντοσύνη της ανοικτής θάλασσας, μπορούσε να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε πρωί, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κάτω από καθάριους φωτεινούς ουρανούς και γκρίζους απειλητικούς, μέσα από γαληνεμένα κύματα ευλογίας και άλλα οχτρικά καταραμένα, ψάχνοντας της λειψής ζωής του την ουσία. Κάθονταν για ώρες αμέτρητες εκεί, μέσα στη θαλασσοδαρμένη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τους αγγέλους και τους δαίμονές του, με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από το μακρινό χθες και τη σημερινή δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν -μ’ ένα πικρό χαμόγελο και μια γλυκιά πίκρα- τότε που η τύχη του χαμογέλασε πλατιά και γνώρισε την αγαπημένη, τότε που η χαρά ήταν ο κανόνας στην καθημερινότητά τους, τότε που και οι δυο θαρρούσαν, μέσα στην αβυσσαλέα νεανική τους άγνοια, ότι θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Ω, πόσο απόλυτα ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην πλούσια λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την πλούσια, τη ζωοδότρα αγάπη τους, και τίποτα άλλο στον κόσμο δε χρειάζονταν. Ένιωθαν ανίκητοι, άφθαρτοι, αθάνατοι, ενώ οι άκαρδοι θεοί γελούσαν εις βάρος τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, τα χρόνια γρήγορα πέρασαν χαράζοντας βαθιά αυλάκια στις ζωές τους, και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο, με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η γιάτραινα, η θάλασσα, μπορούσε κάπως να το αλαφρύνει, να το κάνει λίγο πιο ανεκτό. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε ολοκληρωτικά, με την ψυχή του όλη, γι’ αυτό και τη λάτρεψε, σα διάβολο και σα θεό.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, λυτρωτικές, ξόδευε μέσα στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα της φαντασίας του, θυμίζοντάς του όλ’ αυτά που έζησαν μαζί και τα άλλα, τα πολλά, που δεν πρόλαβαν, και παραπονούμενος συνεχώς, ο δόλιος, για την εγκατάλειψή του εκ μέρους της. Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα. Έφυγες και μ’ άφηκες, κυρά μου!, μονολογούσε. Αλλά, τι στ’ αλήθεια του ’φταιξε κι αυτή η κακομοίρα, και ούτε και στο θάνατο ακόμη δεν την άφηνε να ξαποστάσει; Αφού το ήξερε δα πολύ καλά, πώς ο φαφούτης ο χάρος, δεν σκέφτεται αγάπες και μοναξιές προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές έπιασε τον εαυτό του να σιγοψιθυρίζει στο κύμα, να παρακαλεί τις γοργόνες να ’ρθουν να τον ακούσουν και να τον συμπαθήσουν, να τον λυπηθούν και παίρνοντάς τον αγκαλιά να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον κάτω κόσμο. Μια ζωή σαν παραμύθι, αυτό χρειαζόταν, μια και στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν τέτοια η ζωή του, εκλιπαρούσε κάποιους άγνωστους θεούς, ας ήταν τέτοια και θα πουλούσε δίχως κανένα δισταγμό την ψυχή του στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, ώστε να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, να την κρατήσει και πάλι στη γερασμένη του αγκαλιά. Αλλά, ξέρει! Βαθιά μέσα του το ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι, κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο, που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης καρδιάς του το σκίρτημα. Κάνε υπομονή ψυχή μου, ψιθυρίζει, και στα στοιχεία όλα της φύσης χαμογελά. Κάνε υπομονή και σύντομα θα έρθω να σε βρω...
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να ’ρθει, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει αυτό, έτσι ξανά και ξανά, κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και καλημερίζοντας τον ήλιο που ξεπροβάλλει αυτοκρατορικός απ’ τα θαλασσινά πέρατα του ορίζοντα, βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Αγάπη Αεροφιλική

«Πώς μπορείς και μεταμφιέζεις τόσο εύκολα
Τη θλίψη σου;» με ρώτησε.
«Δε τη μεταμφιέζω,» απάντησα,
«Απλά είναι απόλυτα δική μου και δε γουστάρω να τη φανερώνω
Πουθενά και σε κανένα...»
Αλήθεια είναι!
Αυτό ακριβώς έκανα, πάντοτε.
Κι αυτό ακριβώς, πάντοτε, μου στοίχιζε.
Σε τούτο τον κόσμο τον ψεύτη, τον ευαίσθητο,
Τον κυνικό,
Το να μην επιδεικνύεις τα συναισθήματά σου,
Φανερώνει απλά και μόνο την έλλειψή τους.
Αν δεν κλάψεις, αν δε φωνάξεις, αν δεν καταρρεύσεις,
Αν δεν οργιστείς, αν δεν χτυπήσεις και δεν χτυπηθείς,
Αν... Αν... Αν...
Αν δεν τα κάνεις όλ’ αυτά σημαίνει πως είσαι άρρωστος,
Ένα ξένο σώμα, παρασιτικό στην κοινωνία.
Ένας εξόριστος στις καθεστωτικές απόψεις του σήμερα.
Για να γλιτώσεις...
Για να γλιτώσεις από τους άλλους και τις ερωτήσεις τους
Πρέπει να γίνεις σαν κι αυτούς.
Πρέπει να μάθεις τους τρόπους τους σωστούς,
Να πάρεις διδακτορικό στα κροκοδείλια δάκρια,
Να ξεχάσεις το εαυτό σου, αυτά που πιστεύεις,
Και ν’ αρχίσεις να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου κατά το δοκούν,
Κατά προτίμηση όποτε παίζει η πιθανότητα να σου αποφέρουν κάποια ψήγματα
Κατανόησης και αγάπης μοντέρνα κάλπικης,
Αεροφιλικής...

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Εμείς οι σκλάβοι

“Ζηλεύω τους ανθρώπους που αγαπάνε”,
μου είπε κάποια μέρα.
Κι εγώ, μα δε μένει πια καιρός.
Ο χρόνος τρέχει…
κι εμείς μαζί του τα δόλια ανθρωπάκια!
Εκεί που ψάχναμε την αγάπη σ’ ένα βλέμμα
σ’ ένα φιλί σ’ ένα χάδι
τώρα την αναζητούμε στην οθόνη του υπολογιστή.
Εκεί που βρίσκαμε τη χαρά
τώρα δεν βρίσκουμε παρά την
ψευδαίσθησή της.
Έχουμε γίνει πια πολύ δειλοί
φοβόμαστε να ζήσουμε να γελάσουμε
να αγαπήσουμε φοβόμαστε πως κάθε
χαρά θα ακολουθήσει ένα νέο δάκρυ.
Κι εκείνοι οι λίγοι οι αληθινοί που ξέρουν ακόμη
να ζουν να αγαπούν κλείνονται στα γκέτο
της καρδιάς τους και χαίρονται στη μοναξιά
τις αλήθειες τις μεγάλες που εμείς
οι σκλάβοι του χρόνου και του χρήματος
έχουμε πια ξεχάσει.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Για πάντα μαζί

Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;

Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Μανόλης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.

Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.

Η συνέχεια στα Διηγήματα...

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν από μια ζωή, και από την αρχή ήξερα πως αυτή ήταν η Μία, η μοναδική.
Και δεν έκανα λάθος.
Η Κ. είναι κοντά μου από τότε. Με συντροφεύει, πηγαίνει παντού μαζί μου, με ενθαρρύνει, με παρηγορεί.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, δίχως χρώματα κι αρώματα, άγευστες και μονότονες.
Εκείνη τους δίνει ζωή, σ’ εκείνη χρωστώ τα πάντα.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι κάποτε θα ερχότανε μια μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον καταδίκαζα στο πυρ της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ ποτέ δε θα παρατούσα την Κ., την αγάπη μου, αλλά ούτε κι εκείνη θα με παρατούσε ποτέ. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη.
Ήταν η έμπνευσή μου.
Ναι, αυτό υποστήριζα, κι ας ήξερα καλύτερα.
Ήξερα καλύτερα αφού τίποτα δεν κρατά στη ζωή μου για πάντα: συνήθειες αλλάζουν, σπίτια αλλάζω, άνθρωποι πάνε κι έρχονται.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και να που τώρα έφτασε η μέρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρια απ’ τα μάτια,
δε θα ακουστεί κανένας σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε μαζί ήταν υπέροχα αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή γωνιά για την παλιά αγαπημένη.
Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία.
Και πάντα θα την αγαπώ, της το είπα αυτό:
«Κ. καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ.
Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα.
Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου».

Πάει μια βδομάδα που έκοψα τον καφέ και δυσλειτουργώ. Λες και το μυαλό δεν μπορεί να πάρει μπρος δίχως μια γερή δόση καφεΐνης. Τα στερητικά σύνδρομα καραδοκούν.