Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συντροφικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συντροφικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιουνίου 2008

Η καλοσύνη του ξένου

Εκείνος ο ξένος έμοιαζε να μη μοιάζει, να είναι διαφορετικός πολύ απ’ τους άλλους, κάπου πιο απόμακρος, γι’ αυτό και πιο αληθινός. Δεν άρχισε τα γλυκόλογα και τα καλοπιάσματα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδε. Άργησε ασυγχώρητα να το κάνει, εδώ που τα λέμε, κι αυτό την ξένισε πολύ στην αρχή, την έκανε μ’ έκδηλη αγωνία να απορεί, αφού -όπως και να το κάνουμε- ήταν όμορφη και γλυκιά πολύ, η ομορφότερη απ’ όλες. Πώς μπορούσε αυτός να αντισταθεί στη γοητεία της, ε; Πώς;.
Η αλήθεια είναι ότι όταν τον πρωτοείδε δεν τον συμπάθησε καθόλου. Δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτόν και μάλλον ούτε κι εκείνος απ’ την ίδια, αφού έδειχνε να αγνοεί εντελώς την παρουσία της. Ωστόσο, σαν άρχισε σιγά-σιγά να περνά ο καιρός, σαν πήρε να μαθαίνει τα λιγοστά του κουσούρια και ν’ αντιλαμβάνεται, με έκπληξη, πόσο στ’ αλήθεια καλόβολος ήταν, έφτασε να τον αγαπήσει. Όχι πως η αγάπη της ήταν ακριβώς άδολη, αλλά ήταν όντως αγάπη.
Έτσι, άρχισε να τον επισκέπτεται όλο και πιο συχνά, να κάθεται μαζί του σιωπηλή, ν’ ακούει με έκδηλο θαυμασμό, αλλά όχι και πολύ ενθουσιασμό, τις ιστορίες του, ν’ απολαμβάνει μαζί του κάποια παλιά καλά τραγούδια. Τη γαλήνευε η γαλήνη του προσώπου του, η ηρεμία των κινήσεών του, την έκαναν ευτυχισμένη τα μικρά, αλλά πολύ-πολύ σημαντικά δωράκια που συχνά πυκνά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο της χάριζε. Βρήκα τον άνθρωπό μου, σκεφτόταν με μια χαρά, που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της βαθιά, σαν ηχώ απερίγραπτης ικανοποίησης. Βρήκα τον άνθρωπό μου!
Όσο για κείνον, ημέρα με την ημέρα, άρχισε να απολαμβάνει όλο και περισσότερο την απρόσμενη, αλλά τόσο ευπρόσδεκτη πια, συντροφιά της. Εκτιμούσε το γεγονός ότι έδειχνε σεβασμό για το χώρο και το χρόνο του, πώς δεν τον έβγαζε ποτέ απ’ τους ρυθμούς του, το ότι γνώριζε την αξία της σιωπής. Λες και είχε υπογραφεί μεταξύ τους ένα νοητό συμβόλαιο, μια γλυκιά μυστική συμφωνία, όπου τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη βεβαίωναν ότι θα άφηνε το ένα το άλλο να είναι πραγματικά ο εαυτός του.
Ξόδεψαν αμέτρητες ώρες μαζί, γαλήνιες κι όμορφες, σα νυχτερινές μουσικές. Ο καιρός κυλούσε γρήγορα, σα γάργαρο δροσερό νερό, σ’ ένα ήρεμο κρυμμένο στης φύσης το πράσινο, ρυάκι. Ο χρόνος που απέμενε για να μοιραστούν οι δυο τους άρχισε επικίνδυνα να λιγοστεύει, αλλά αυτό μόνο εκείνος το ήξερε. Όχι, δεν της είπε ότι σύντομα θα έφευγε, δεν το έκανε η καρδιά του, έτσι στα καλά καθούμενα, να την πληγώσει. Και όχι, δεν μπορούσε να την πάρει μακριά μαζί του αφού, παρ’ όλα αυτά που τους ένωναν, εκείνος ήταν απ’ τη φύση του ελεύθερο πουλί, ένας αιώνιος κι αμετανόητος ταξιδευτής, και κανένας και τίποτα -ούτε καν η αγάπη- δε θα στέκονταν εμπόδιο στην απόφαση να συνεχίσει το δρόμο του.
Έτσι, κάποτε, με αργά αλλά εκκωφαντικά βήματα το καλοκαίρι έφθασε, τα βράδια μίκρυναν, οι μέρες μεγάλωσαν, οι μουσικές και η σιωπή πνίγηκαν στα στίφη των δόλιων τουριστών – ήρθε η ώρα να φύγει. Μη μπορώντας τους πολλούς συναισθηματισμούς και τις αχρείαστες εξηγήσεις -που συνήθως τον έφερναν σε δύσκολη θέση- δεν της το αποκάλυψε μέχρι την τελευταία στιγμή, δίνοντάς της ταυτόχρονα και με πολλή αγάπη, ένα ακόμη από τα δωράκια-έκπληξη, που τόσο αγαπούσε.
Δεν έδειξε να αντιδρά. Είτε το είχε διαισθανθεί και περίμενε απλά να συμβεί, είτε οι άμυνές της μπήκαν αμέσως σε λειτουργία. Ήταν, εξάλλου, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το μέσα της, για να επιβιώσει. Εκείνος, ωστόσο, ένιωσε τον πόνο της. Λυπήθηκε για τη λύπη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να την ανακουφίσει, να την απαλύνει λίγο. Η μοίρα του τον καλούσε σ’ ένα νέο ταξίδι, κι αυτός, όπως πάντα άλλωστε, ένιωθε την υποχρέωση, την ανάγκη να την υπακούσει.
Προτού φύγει, ίσως για πάντα, της έβγαλε μερικές φωτογραφίες για να κρατήσει την εικόνα της ζωντανή στη μνήμη του, για να συνεχίσει να θαυμάζει την ομορφιά της έστω από μακριά. Να, αυτές κοιτάει τώρα και πλατιά χαμογελά. Πριν λίγο πήρε ένα e-mail από τη Ντα, την αφεντικίνα της Ναμ, όπου τον πληροφορούσε ότι η αγαπημένη του σκυλίτσα μόλις γέννησε τρία χαριτωμένα κουταβάκια. Στο ένα απ’ αυτό, μάλιστα, θα έδιναν το όνομά του. Επιτέλους, κατέκτησε την αθανασία!

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 2

«Δεν πας καλά, Βασιλική...»
«Λες να μην το ξέρω!»
«Ε, τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό;»
«Να κάνω τι; Όλη μέρα κι όλη νύχτα αυτό σκέφτομαι, αλλά απάντηση δε βρίσκω. Να κάνω τι;»
«Να πας να τον βρεις, τώρα που σε χρειάζεται.»
«Μα δε με θέλει εκεί, δε με θέλει κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις...»
«Ε, τότε βρες κάτι άλλο να κάνεις, κάτι για να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Για να μη σε τυραννάνε συνεχώς οι σκέψεις σου.»
«Δεν μπορώ. Απλά, δεν μπορώ!»
Μένουν για λίγο σιωπηλές οι δυο φιλενάδες. Κοιτά η μια την άλλη με τα βλέμματα της θλίψης, λίγο ενοχικά, λίγο ραγισμένα. Έχουν μεγαλώσει πια, ασυγχώρητα, κι οι δυο τους. Δεν τους μένει πλέον καιρός για νέες ευκαιρίες, νέα πειράματα. Πρέπει να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή όπως τους έλαχε, με τα σωστά της και τα λάθη της. Επιλογή άλλη καμία.
Παρατηρεί έντονα τη Βασιλική η Δανάη, βλέπει καθαρά το μέσα της που παλεύει και παραδίδεται. Μοιάζει να έχει πια πάρει για τα καλά το δρόμο εκείνο τον γνωστό, τον πολυταξιδεμένο, το δίχως επιστροφή. Πίνει και καπνίζει και πίνει. Λίγο τρώει, πολύ μιλά, πολύ σιωπά. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Για τον άντρα της. Για τον άντρα που ποτέ δεν ήταν, που ποτέ δεν έγινε άντρας της. τουλάχιστον όχι επίσημα. Πρέπει να τη βοηθήσει, θέλει να τη βοηθήσει, αλλά πώς; Αφού από λόγια και παρηγοριές δεν παίρνει χαμπάρι αυτή!
«Πίνεις πολύ, ρε συ...» τολμά να της πει.
«Χα! Κι εσύ που δεν πίνεις, τι κατάλαβες;» απαντά ετοιμόλογα εκείνη.
Τι κατάλαβε; Στ’ αλήθεια τι; Κι εκείνη στον ίδιο βόθρο ζει, κι εκείνη στα ίδια σκατά παραδέρνει. Το μόνο που -αυτή, η τυχερή- δε νιώθει τόσο έντονα τον πόνο, το μόνο που δεν ξεχειλίζει από πίκρα, όπως η φιλενάδα της.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και πλησιάζει τη Βασιλική, καθώς εκείνη ρουφάει μ’ ένα ανεπίτρεπτο πάθος, αλλά δίχως καμιά εμφανή ευχαρίστηση, την τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι της. Η φύση έξω σκοτεινιάζει, οι σιωπές θα γίνουν τώρα αφόρητες, αν τους ανοίξουν την πόρτα. Πρέπει να συνεχίσουν να μιλάνε, για να ξορκίσουν όπως όπως τα φαντάσματά τους, για να μασκαρέψουν τη θλίψη τους. Κάθεται δίπλα της. Την κλείνει ασφυκτικά στην αγκαλιά της. Τα μαλλιά της μυρίζουν καπνό και απλυσιά, το κορμί της το νιώθει σκληρό, απολιθωμένο. Όμως, ξάφνου τη νιώθει να χαλαρώνει λίγο, κι ύστερα να συσπάται. Ακούει την αλκοολούχα ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό. Αρχίζει να κλαίει. Σιωπηλά. Σχεδόν ατάραχα. Πάει να της πει κάτι η Δανάη, αλλά δεν την αφήνει -της κλείνει το στόμα με το χέρι γρήγορα, επιτακτικά, προτού προλάβει να μιλήσει και- συνεχίζει ν’ αδειάζει το μέσα της, για να ’χει χώρο μετά για να το γεμίσει ξανά, με νέες σκέψεις, με τις ίδιες λύπες και σιωπές. Όταν τα δάκρυα στερεύουν, όταν οι αναπνοές της αποκτούν και πάλι την κανονικότητά τους, τότε σηκώνει το ραγισμένο μαύρο των ματιών της, κοιτά με στοργή την καλή της φίλη και της λέει:
«Δεν κλαίω ζητώντας τα λόγια τα ψεύτικα, της παρηγοριάς, καμιά βοήθεια. Κλαίω εκλιπαρώντας σιωπή. οι φωνές μέσα μου να βγάλουν, επιτέλους, τον σκασμό!»
Σιωπή ζητά, σιωπή της δίνει κι η Δανάη – στο έξω όχι στο μέσα της. Εκείνο δεν εξαρτάται απ’ αυτήν. Τι άλλο μπορεί να κάνει; Κάτι!
«Μπορείς;» της προτείνει το ποτήρι της για να το γεμίσει. Το παίρνει. Πηγαίνει με βήματα αργά, σχεδόν βαριεστημένα, προς την κουζίνα και παίρνει ένα ακόμη. Τους βάζει πάγο και τα γεμίζει μέχρι πάνω. Ας πιούνε, λοιπόν. Ας πιούνε μέχρι τελικής πτώσεως αυτή τη νύχτα, κι ας τους φέξει ό,τι θέλει ο θεός σαν ξημερώσει. Σβήνει το φως.
Κάθονται δίπλα-δίπλα, κολλητά η μια στην άλλη, και δίχως φωνή μιλάνε στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι του χώρου που αβίαστα έφτασε, του χρόνου που έφυγε, σ’ εκείνο το σκοτάδι της ζωής το αξεδιάλυτο. εκείνο που δεν έψαξαν.
«Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει!» λέει, ύστερα από αρκετή ώρα, σε μια ανύποπτη στιγμή η Βασιλική, και ξεσπάνε κι οι δυο τους σε γέλια ακράτητα, ασυγκράτητα, απ’ τη μέθη καλά καμωμένα.