Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015
Βδομάδα 26
Σάββατο 28 Ιουνίου 2008
Η καλοσύνη του ξένου
Εκείνος ο ξένος έμοιαζε να μη μοιάζει, να είναι διαφορετικός πολύ απ’ τους άλλους, κάπου πιο απόμακρος, γι’ αυτό και πιο αληθινός. Δεν άρχισε τα γλυκόλογα και τα καλοπιάσματα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδε. Άργησε ασυγχώρητα να το κάνει, εδώ που τα λέμε, κι αυτό την ξένισε πολύ στην αρχή, την έκανε μ’ έκδηλη αγωνία να απορεί, αφού -όπως και να το κάνουμε- ήταν όμορφη και γλυκιά πολύ, η ομορφότερη απ’ όλες. Πώς μπορούσε αυτός να αντισταθεί στη γοητεία της, ε; Πώς;.Η αλήθεια είναι ότι όταν τον πρωτοείδε δεν τον συμπάθησε καθόλου. Δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτόν και μάλλον ούτε κι εκείνος απ’ την ίδια, αφού έδειχνε να αγνοεί εντελώς την παρουσία της. Ωστόσο, σαν άρχισε σιγά-σιγά να περνά ο καιρός, σαν πήρε να μαθαίνει τα λιγοστά του κουσούρια και ν’ αντιλαμβάνεται, με έκπληξη, πόσο στ’ αλήθεια καλόβολος ήταν, έφτασε να τον αγαπήσει. Όχι πως η αγάπη της ήταν ακριβώς άδολη, αλλά ήταν όντως αγάπη.
Έτσι, άρχισε να τον επισκέπτεται όλο και πιο συχνά, να κάθεται μαζί του σιωπηλή, ν’ ακούει με έκδηλο θαυμασμό, αλλά όχι και πολύ ενθουσιασμό, τις ιστορίες του, ν’ απολαμβάνει μαζί του κάποια παλιά καλά τραγούδια. Τη γαλήνευε η γαλήνη του προσώπου του, η ηρεμία των κινήσεών του, την έκαναν ευτυχισμένη τα μικρά, αλλά πολύ-πολύ σημαντικά δωράκια που συχνά πυκνά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο της χάριζε. Βρήκα τον άνθρωπό μου, σκεφτόταν με μια χαρά, που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της βαθιά, σαν ηχώ απερίγραπτης ικανοποίησης. Βρήκα τον άνθρωπό μου!
Όσο για κείνον, ημέρα με την ημέρα, άρχισε να απολαμβάνει όλο και περισσότερο την απρόσμενη, αλλά τόσο ευπρόσδεκτη πια, συντροφιά της. Εκτιμούσε το γεγονός ότι έδειχνε σεβασμό για το χώρο και το χρόνο του, πώς δεν τον έβγαζε ποτέ απ’ τους ρυθμούς του, το ότι γνώριζε την αξία της σιωπής. Λες και είχε υπογραφεί μεταξύ τους ένα νοητό συμβόλαιο, μια γλυκιά μυστική συμφωνία, όπου τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη βεβαίωναν ότι θα άφηνε το ένα το άλλο να είναι πραγματικά ο εαυτός του.
Ξόδεψαν αμέτρητες ώρες μαζί, γαλήνιες κι όμορφες, σα νυχτερινές μουσικές. Ο καιρός κυλούσε γρήγορα, σα γάργαρο δροσερό νερό, σ’ ένα ήρεμο κρυμμένο στης φύσης το πράσινο, ρυάκι. Ο χρόνος που απέμενε για να μοιραστούν οι δυο τους άρχισε επικίνδυνα να λιγοστεύει, αλλά αυτό μόνο εκείνος το ήξερε. Όχι, δεν της είπε ότι σύντομα θα έφευγε, δεν το έκανε η καρδιά του, έτσι στα καλά καθούμενα, να την πληγώσει. Και όχι, δεν μπορούσε να την πάρει μακριά μαζί του αφού, παρ’ όλα αυτά που τους ένωναν, εκείνος ήταν απ’ τη φύση του ελεύθερο πουλί, ένας αιώνιος κι αμετανόητος ταξιδευτής, και κανένας και τίποτα -ούτε καν η αγάπη- δε θα στέκονταν εμπόδιο στην απόφαση να συνεχίσει το δρόμο του.
Έτσι, κάποτε, με αργά αλλά εκκωφαντικά βήματα το καλοκαίρι έφθασε, τα βράδια μίκρυναν, οι μέρες μεγάλωσαν, οι μουσικές και η σιωπή πνίγηκαν στα στίφη των δόλιων τουριστών – ήρθε η ώρα να φύγει. Μη μπορώντας τους πολλούς συναισθηματισμούς και τις αχρείαστες εξηγήσεις -που συνήθως τον έφερναν σε δύσκολη θέση- δεν της το αποκάλυψε μέχρι την τελευταία στιγμή, δίνοντάς της ταυτόχρονα και με πολλή αγάπη, ένα ακόμη από τα δωράκια-έκπληξη, που τόσο αγαπούσε.
Δεν έδειξε να αντιδρά. Είτε το είχε διαισθανθεί και περίμενε απλά να συμβεί, είτε οι άμυνές της μπήκαν αμέσως σε λειτουργία. Ήταν, εξάλλου, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το μέσα της, για να επιβιώσει. Εκείνος, ωστόσο, ένιωσε τον πόνο της. Λυπήθηκε για τη λύπη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να την ανακουφίσει, να την απαλύνει λίγο. Η μοίρα του τον καλούσε σ’ ένα νέο ταξίδι, κι αυτός, όπως πάντα άλλωστε, ένιωθε την υποχρέωση, την ανάγκη να την υπακούσει.
Προτού φύγει, ίσως για πάντα, της έβγαλε μερικές φωτογραφίες για να κρατήσει την εικόνα της ζωντανή στη μνήμη του, για να συνεχίσει να θαυμάζει την ομορφιά της έστω από μακριά. Να, αυτές κοιτάει τώρα και πλατιά χαμογελά. Πριν λίγο πήρε ένα e-mail από τη Ντα, την αφεντικίνα της Ναμ, όπου τον πληροφορούσε ότι η αγαπημένη του σκυλίτσα μόλις γέννησε τρία χαριτωμένα κουταβάκια. Στο ένα απ’ αυτό, μάλιστα, θα έδιναν το όνομά του. Επιτέλους, κατέκτησε την αθανασία!
Παρασκευή 2 Μαΐου 2008
Τ’ όνομα της είναι Θάλασσα
Κάποιοι πάντα μου έλεγαν ότι αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω γράψει. Και πάντα διαφωνούσα μαζί τους. Ωστόσο, είναι η πιο αληθινή, και γι' αυτό της έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Διαβάστε, λοιπόν, για το κορίτσι που ήθελε να το φωνάζουν Θάλασσα:Στη θαλασσιά Μαρίνα
- Ποια είσαι;
- Δεν ξέρω!
- Τι φοβάσαι;
- Εμένα.
- Φοβάσαι κάτι που δεν ξέρεις;
- ...
Κάπως έτσι έγινε η αρχή για τη γνωριμία μας κάποια απ’ τις πολλές, σημαντικές κι ασήμαντες, αλλά πάντα μοναχικές, βραδιές στο mirc.
Τ’ όνομά μου είναι Μαρίνα, αλλά θα ήθελα να με αποκαλούν Θάλασσα, μου ομολόγησε λίγο μετά. Χαμογέλασα! Χαμογέλασα πλατιά μπροστά στην οθόνη ενός καινούριου τότε, αλλά απηρχαιωμένου τώρα, ηλεκτρονικού υπολογιστή. Λες μέσα από όλο αυτό το συρφετό των ανθρώπων, που τριγυρνούν μέρα νύχτα στο διαδίκτυο της πλάνης και της μοναξιάς, να συνάντησα, επιτέλους, μια αληθινή ψυχή; αναρωτήθηκα.
Ναι, αυτό τελικά αποδείχτηκε πώς ήταν η Μαρίνα. Μια αληθινή, πλην μοναχική, ψυχή. μια από εκείνες τις υπάρξεις που ψάχνουν για το μαγικό, που δημιουργούν μαγεία, που ξεχωρίζουν για του μέσα τους κόσμου την αλήθεια, κι όχι για την τόσο παραπλανητική κάποτε εικόνα.
Μετά από εκείνη την πρώτη, την αναγνωριστική συνάντηση, κλείσαμε πολλά ραντεβού στα δωμάτια και τα δώματα του κυβερνοχώρου, ανταλλάξαμε πολλά απρόσωπα αλλά γιομάτα ψυχή ηλεκτρονικά μηνύματα, μιλήσαμε για ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο, για το λίγο και το πολύ της ζωής μας. Και όταν τελικά συναντηθήκαμε, σε μια άλλη μακρινή αλλά όχι άγνωστη πόλη, σε μια άλλη χώρα, νιώσαμε μεμιάς σα να γνωριζόμασταν από πάντα, από τα βάθη του χρόνου τα απροσμέτρητα. λες και δε μας χώριζαν χιλιόμετρα σιωπής, αιώνες απουσίας, ασήκωτα βάρη προσωπικού πόνου, πόθου και απώλειας. Συναντηθήκαμε στα σύνορα του αληθινού με το φανταστικό, που όχι μόνο μοιάζουν, αλλά είναι κιόλας όμορφα.
Από τότε πέρασαν χρόνια, πολλά. κύλησαν αβίαστα και γοργά και χάθηκαν στη δίνη του όμορφου χθες. Η επικοινωνία μας, λόγω αποστάσεων και καταστάσεων, είναι πια πιο αραιή, περιορισμένη, αλλά πάντοτε το ίδιο αληθινή. γιομάτη αγάπη για τις μέρες που έφυγαν, μα μέσα μας ζούνε, μ’ αισιοδοξία γι’ αυτές που έρχονται, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Λείπει η παλιά επαφή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εκείνο το κάτι που μας διατηρεί τον ένα κοντά στον άλλο, που δίνει χρώματα και ζωή σ’ αυτά που ζήσαμε και μοιραστήκαμε, που εξιδανικεύει τις στιγμές μας, οι αναμνήσεις.
Πιάνω στα χέρια μου προσεκτικά, στ’ αλήθεια τρυφερά, τα e-mail που μου έχει στείλει. Κρατώντας γερά την ανάσα μου, κάνω βουτιά στα γαλανά νερά της ύπαρξής της. Γεμίζει με γλυκιά αλμύρα το κορμί μου, με απέραντη θαλπωρή η ψυχή μου. Κλέβω χαρά απ’ τις στιγμές, τα λόγια που κάποτε με όλη τη γενναιοδωρία της μου είχε χαρίσει: Λίγη θάλασσα να γίνω, αλμυρένια και ποτέ ξανά η ίδια.
Το ’πε και τόκανε. Έγινε κύμα, έγινε θάλασσα, η Μαρίνα, και ταξιδεύει ανάλογα με τα κέφια του καιρού μακριά πολύ, χαϊδεύει άλλες ακτές, τραγουδά συντροφιά με άγνωστους γλάρους. μα, κάθε τόσο, μου στέλνει μεθυστικό ένα μήνυμα: ...Να είσαι νερό. Υγρός, ρευστός, δροσιστικός, διάφανος... Αυτά μου λέει. Και με θέλει ακόμη, μου ζητάει να χαμογελώ στο ατέλειωτο μπλε των ονείρων μου. Μου μιλάει για τους ανθρώπους, για το πόσο αγαπά την ποίηση μέσα τους.
Αχ, μωρέ Μαρίνα, Μαρινάκι, γιατί μου τόκανες αυτό; Γιατί έγινες κύμα και μου έφυγες; Όμορφες δεν ήταν οι ατέλειωτες, μα τόσο τελειωτικές, συζητήσεις μας; Γλυκές, σαν τα εκλέρ που τόσο αγαπούσα, δεν ήταν οι στιγμές που ζήσαμε μαζί; Θυμάσαι εκείνη την ολική, την τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο μυστηριακό, έκλειψη σελήνης που μας μάγεψε μια δροσερή και χαρούμενη, μα παράταιρα σιωπηλή, νύχτα στην παραλία; Εικόνες! Εικόνες αμέτρητες, στη φύση τους μοναδικές, που με κυνηγάνε, που στοιχειώνουν τα γραπτά και τα όνειρά μου. κι αναμνήσεις, πολύ ξεχωριστές για να σβήσουν στου χρόνου το πέρασμα. Μου έφυγες! Σε άφησα να φύγεις. Πήρες το δρόμο σου. το δρόμο της καρδιάς σου. Κι εγώ παρέμεινα πίσω εδώ ν’ αναρωτιέμαι: Ζηλεύεις ακόμη τους γλάρους; Αγαπάς, όπως πάντα, τα Πράσινα Μάτια της Ντυράς; Λατρεύεις, όπως τότε, σα θεό, σαν αμαρτία, τον Πάμπλο Νερούδα, με το όνομα το υγρό; Ω, πόσο αγαπούσες τον τελευταίο. Θυμάσαι; Θυμάσαι που πλημμύριζες τα μηνύματά σου με στίχους του και συνήθιζες να με ταξιδεύεις με τις υδάτινες κραυγές του;
Ο χρόνος προχωρά και πίσω δε γυρνά, λέει το τραγούδι. Έλα, όμως, που εγώ τον θέλω, τον θέλω απ’ της ψυχής μου τα απόμακρα βάθη, να γυρίσει πίσω, να με γεμίσει θάλασσα και ήχους από κογχύλια, να γίνω ναυάγιο στην ακροθαλασσιά της ύπαρξής σου, όπως μου αρέσει να λέω, κλέβοντας ασύστολα τους στίχους της Έμιλι Ντίκινσον.
Αλλά, στ’ αλήθεια απορώ, γιατί σου γράφω σε πρώτο πρόσωπο; Τώρα, είσαι μακριά, πολύ μακριά από μένα. όσο κι η αιωνιότητα. Ακόμη κι αν γράψω αυτό το γράμμα στ’ αστέρια, ακόμη κι αν εισβάλω με τούτα τα φτωχά, τα ασήμαντα λόγια, σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του κόσμου, πολύ πιθανόν ετούτο το μήνυμα, ο χαρούμενος θρήνος και ύμνος στη ζωή, να μη φθάσει ποτέ σε σένα. Έτσι, ας αλλάξω ρώτα, ή μάλλον πρόσωπο...
Εκείνο που ζει πιο έντονα στη μνήμη μου από κείνη είναι το πρόσωπό της, τόσο γαλήνιο, τόσο αλλού, αλλά και οι απορίες της, οι επαναλαμβανόμενές της ερωτήσεις. Πάντα ρωτούσε γιατί, για το καθετί! Για την μορφιά και την ασκήμια, για τη χαρά και τη θλίψη, για την ευδαιμονία και τον πόνο, για τις απαραίτητες αλήθειες και τ’ αναγκαία ψέματα. Ήθελε να τα γνωρίσει όλα, να τα μάθει όλα, να ταξιδέψει παντού -με σώμα και με πνεύμα- να ρουφήξει όλες τις εμπειρίες που υπάρχουν εκεί έξω. Κι υποστήριζε ότι σ’ ετούτη τη ζωή τίποτα δεν είναι τυχαίο. ήταν σίγουρη πώς κι αυτή ακόμη, η γνωριμία μας, ήταν γραμμένη κάπου εκεί ψηλά, σε ουρανούς ανείπωτους, να συμβεί.
Ονειρευόταν πολύ, κι έβλεπε θαλασσένια όνειρα. Ζούσε την κάθε μέρα σαν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο. Όταν μιλούσε για το υδάτινο στοιχείο που πλημμύριζε το μέσα της, γινόταν ποιητική, χανόταν σε κυματισμούς ολόδικούς της: Όταν βλέπω τα δαντελωτά κύματα ξέρω ότι μπορώ να αναπνέω... Ονειρεύομαι δίχως όνειρο, κι αυτό το όνειρο το μοιράζομαι με τη θάλασσα... Απέραντη ήταν η Μαρίνα, ατέλειωτη, κι εγώ ήμουνα τόσο λίγος, τόσο μικρός... πώς να χωρέσω μέσα στην απεραντοσύνη της;
Πολλές φορές οι αναμνήσεις γίνονται δίκοπο μαχαίρι, επικίνδυνο, και σου χαρακώνουν την καρδιά, σου ματώνουν την ψυχή. Οι δικές μου δεν είν’ απ’ αυτές. Είναι αναμνήσεις γλυκές, σα χάδι, σα γιατρικό, σαν ανταμοιβή. Είναι αναμνήσεις που με σπρώχνουν με αγάπη και απαλά προς το αύριο, καθώς μέσα απ’ αυτές μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου, μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου. Όπως ακριβώς ήμουν μ’ εκείνη. τη μάγισσα και τη μαγική, τη διάφανη, την εξομολογήτριά μου, τη μάνα, την κόρη, τη φίλη κι αδελφή μου. Εκείνη που έγραφε ποίηση και ζούσε ποιητικά, που είχε μεγάλη καρδιά, που ήξερε ν’ ακούει, που αγαπούσε με πάθος τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που την πλήγωναν και την έδιωχναν όλο και πιο μακριά: Βαρέθηκα τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πράγματα. Θέλω την τρέλα και το πάθος και τους αληθινούς ανθρώπους. Ναι, αυτούς έψαχνε, γι’ αυτό μεταμορφώθηκε σε κύμα κι έφυγε. αφού οι γύρω της νόμιζαν: ότι είναι ζωντανοί, αλλά αγνοούν το νόημα της ζωής.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη μου ομολόγησε ένα κρυφό όνειρό της: Θέλω να βρέξει μπλε βροχή, και τότε, θα τρέξω στην αγκαλιά της θάλασσας.
Είχαμε τόσα πολλά κοινά οι δυο μας κι άλλες τόσες διαφορές. Κάποτε, σε διαφορετικούς κόσμους, σε άλλες εποχές, θελήσαμε να πεθάνουμε από ευτυχία. Αγαπούσαμε κι οι δυο με πάθος την τέχνη της φωτογραφίας. μας άρεσε να κλέβουμε στιγμές απ’ το χρόνο και τους ανθρώπους. Κι ήμασταν αθεράπευτα ερωτευμένοι, με τα όνειρα. Υποστηρίζαμε πώς ξέραμε από τι ήταν φτιαγμένα, την ύλη και την ουσία τους, κι ας τα βλέπαμε πού και πού να αιμορραγούν. Ίσως, κάποτε, να ονειρευόμαστε και τα ίδια όνειρα, μου έλεγε, για να ρίξει, την αμέσως επόμενη στιγμή, τον αφορισμό της: Ψάχνουμε τα όνειρά μας στον ουρανό, αλλά τι διάολο θα κάνουμε αν πραγματοποιηθούν;
Πολλές φορές τα κοινά σημεία -τα κοινά ενδιαφέροντα, οι κοινές απόψεις- είναι εκείνα που χωρίζουν τους ανθρώπους, γιατί από κάποια στιγμή και μετά παύει να υφίσταται η διαφορετικότητα, το πραγματικό είναι, η ουσία του καθενός. Στη δική μας περίπτωση δε συνέβηκε κάτι τέτοιο, αλλά αν συνεχίζαμε να διασχίζουμε τους ίδιους δρόμους (θυμάσαι Μαρίνα;... πάντα άγνωστός ο δρόμος, πάντα ανηφορικός) πολύ πιθανόν κάποια μέρα όσα ζήσαμε να εκμηδενίζονταν, να περνούσαν ανεπίστρεπτα και ανεπίτρεπτα στη λήθη, να αργοπέθαιναν. Φανήκαμε, ωστόσο, τυχεροί πολύ. το όμορφο χθες μας στιγμή δε μας εγκατέλειψε, κι είμαι ανείπωτα χαρούμενος γι’ αυτό. Το ίδιο, είμαι σίγουρος, θα νιώθει κι αυτή, η θαλασσιά μου η Μαρίνα.
Ποιος ξέρει, όμως; Ποιος ξέρει τι θα μας φέρει το αύριο; Ίσως ν’ ανεβαίνουμε κι οι δυο στο ίδιο βουνό από διαφορετικό μονοπάτι και κάποτε συναντηθούμε ξανά. Ίσως και όχι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι την έχω μέσα μου, στης ύπαρξής μου το απέραντο γαλάζιο, αλμυρή πλημμύρα και με γεμίζει, μου ζεσταίνει την κάποτε μοναχική ψυχή, χαρίζει γαλήνη στην σκέψη μου.
Τώρα, κάθε φορά που ακούω Loreena McKennitt ή Enya, την σκέφτομαι και ταξιδεύω νοερά στους κέλτικους προορισμούς που ποτέ δεν κατορθώσαμε να περπατήσουμε, στο δρόμο των ονείρων της, του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στην τεράστια εκείνη πανσέληνο του Ιουνίου στην Αθήνα, στο αστείο μου δυστύχημα με τ’ αυτοκίνητο που μας χάρισε τόσο γέλιο, στα λόγια και τις σιωπές μας στην αγαπημένη της προκυμαία, στα ποιήματά της που ποτέ δεν είχαν τίτλους, στα γράμματά της τρυφερά φυλακτά όλων των μικρών στιγμών του μακρινού παρελθόντος μας, σε όλ’ αυτά που μου χάρισε απ’ της ψυχής της τα βάθη προτού πετάξει μακριά για άλλα παραμύθια.
Η λατρεία μου, ασάλευτα με βασανίζει και με περιγελά, αλλά ταυτόχρονα μου θυμίζει ότι κάποτε στάθηκα τυχερός πολύ και γνώρισα έναν πραγματικά αληθινό άνθρωπο, που μου έκλεψε και μου έδωσε ζωή, που έγινε για μένα η πιο ζωντανή ανάμνηση κι η πιο γλυκιά προσμονή. Δεν ξέρω, ετούτη τη στιγμή, που τριγυρνά και ποιες θάλασσες τη γοητεύουν. Ξέρω μονάχα πώς αν κάποτε γυρίσει, θα βρει φιλόξενο λιμάνι, αν το θελήσει, στη δική μου αγκαλιά. Έως τότε, θα της κρατάω συντροφιά από μακριά, διαβάζοντας τα ολοζωή μηνύματα που μου ’χει στείλει, κοιτώντας τις φωτογραφίες της, ανασύροντας απ’ της καρδιάς μου τον παλμικό υπολογιστή όλες τις στιγμές της θαλασσιάς συνύπαρξής μας.
Τετάρτη 30 Απριλίου 2008
Μόνος και προδομένος
Τον παρατηρώ προσεκτικά, μα αδιόρατα, καθώς κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι μοναχός, σκυφτός και σκεφτικός και λυπημένος, παρέα με τη μοναξιά και το πικρό παράπονό του. Πίστευε ο δόλιος ότι είχε φίλους, αλλά όλοι μεμιάς τον παράτησαν. Η αλήθεια είναι πώς νόμιζε ότι είχε αγοράσει φίλους, φίλους καλούς και χρήσιμους, για κάθε ώρα και στιγμή, αλλά έκανε μεγάλο λάθος. Δεν πρόλαβε να μάθει ο κακόμοιρος ότι η φιλία ποτέ δεν αγοράζεται, ο οίκτος ίσως ναι.Τώρα το βλέμμα του μοιάζει κρυστάλλινο, σχεδόν παγωμένο, θλιβερά μαρτυριάρικο, διόλου αδιαπέραστο, καθώς κάποια δάκρυα ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το δρόμο τους προς τον έξω κόσμο.
Θυμάται με σφιχτά σφαλιστά τα χείλη, με μια νυσταλέα οργή, το προηγούμενο βράδυ, τότε που ένιωθε ότι ήταν ο βασιλιάς του κόσμου, τότε που ήταν τόσο ανεβασμένος στους εφτά ουρανούς των γλυκών του ψευδαισθήσεων, που δεν είχε καν αντίληψη τι συνέβαινε γύρω του. τότε που πίστευε ότι όλα αγοράζονται και πωλούνται, φτάνει να έχει κανείς τα σωστά κίνητρα, τις σωστές δόσεις. Για ώρες πολλές και με πλατιά χαμόγελα, μοίραζε γύρω του, σε όλους, γνωστούς και άγνωστους, γενναιόδωρα τις άσπρες χήρες. Για ώρες πολλές έτρεφε με χόρτο τα ψεύτικα πιστεύω του. Για ώρες πολλές ένιωθε βαθιά μέσα του, στο τριπαρισμένο μέσα του, πώς ανήκε σε μια μεγάλη ανοιχτόκαρδη παρέα. Κι όταν ήρθε το τέλος της βραδιάς ένιωθε υπέροχα, ένιωθε να ταξιδεύει με μια συντροφιά εκλεκτή, σε κόσμους που ποτέ του δε φαντάστηκε. Ένιωθε, επίσης, ο δόλιος πώς βρήκε κάποιους στους οποίους θα μπορούσε να πουλήσει τα ψεύτικα όνειρά του, αλλά κι ό,τι ανακάλυψε επιτέλους μια γυναίκα για να γεμίσει, για να δώσει ζωή, στο μοναχικό του το κρεβάτι.
Κάποτε, ωστόσο, ξημέρωσε η επόμενη μέρα, και καθώς τα σουρεαλιστικά χρώματα κι οι σκοτοδίνες του μυαλού άρχισαν να υποχωρούν και να διαλύονται, καθώς ο ένας μετά τον άλλο οι χθεσινοί φίλοι στην κραιπάλη αρνούνταν να τον ακολουθήσουν σε μία ακόμη περιπέτεια, καθώς μια μαυρίλα ανείπωτη άρχισε να του πλακώνει τη μοναχική ψυχή, πήρε να καταρρέει.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός, παραπονεμένος, μ’ ένα αγκάθι στην καρδιά να τον ματώνει, ενώ η ζωή γύρω του είναι πολύχρωμη. Το μάτι γυάλινο, το κορμί να ιδρώνει, η ανάγκη να γίνεται οδυνηρή, αβάστακτη. Πού να στραφεί; Σε ποιον; Να πει τι; Αφού, είναι πια και σ’ εκείνον φανερό, ότι στον κόσμο ετούτο δεν είναι παρά ένα άθλιο της ζωής κλοτσοσκούφι.
Πού και πού στο βλέμμα του πάει ν’ ανάψει μια σπίθα οργής, αλλά δε φαίνεται να τα πολυκαταφέρνει, αφού είναι αδύναμος. κάθε λεπτό που περνά όλο και πιο πολύ. Πρέπει να βρει οπωσδήποτε τη δόση του, μια οποιαδήποτε δόση, τη δόση που θα τον λυτρώσει. Πρέπει… Πρέπει να φύγει από κει. Τώρα! Ρωτά τον ένα μετά τον άλλο τους χθεσινούς φίλους αν μπορούν να τον πάνε κάπου με τ’ αμάξι τους – ο ίδιος δεν οδηγά. Όλοι αρνούνται. σήμερα έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν. Τελικά, φεύγει με τα πόδια. Περπατάει αργά, τρεκλίζει και παραμιλά. Και πέφτει, πέφτει, πέφτει. Χάνει τις αισθήσεις του και τις ξαναβρίσκει. Προσπαθεί να δραπετεύσει σ’ ένα όνειρο, που δεν μπορεί, ωστόσο, να εντοπίσει. Πέφτει. Και κανείς δεν είναι εκεί για να του δώσει ένα χέρι βοήθειας, για να τον σηκώσει. Κείτεται λιπόθυμος στη νυχτερινή άσφαλτο, μόνος και προδομένος, απ’ τον εαυτό του.
Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
Ο Παλιάτσος του Καθενός ΙΙ
Θα τον δείτε να κάθεται στην άκρη του μπαρ, να πίνει μπύρα ή κρασί, και να παρακολουθεί ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ή απλά να κοιτά με απόλυτη συγκέντρωση τον απέναντι τοίχο. Μακριά ατημέλητα μαλλιά, άγρια μούσια που παίρνουν να γκριζάρουν, αεικίνητες αργές κινήσεις, στην καρακοσμάρα του. Στην αρχή θα σας προκαλέσει την αίσθηση ότι δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον, ότι στ’ αλήθεια δεν αντιλαμβάνεται τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά σύντομα θα καταλάβετε ότι πέσατε έξω. Απόλυτα, ασυγχώρητα, έξω! Όχι μόνο τα βλέπει όλα, χωρίς να κοιτά, αλλά τα καταλαβαίνει κιόλας, δίχως ν’ ακούει. Αν τον ρωτήσει κάποιος τι κάνει, Μελετώ τους ανθρώπους, θ’ απαντήσει, ακόμη κι αν δεν ξεκολλά ούτε στιγμή τη ματιά του απ’ το χαζοκούτι.Όλοι οι τακτικοί θαμώνες τον ξέρουν από παλιά, άλλοι οπτικά, άλλοι προσωπικά. Μπορεί να κάθεται εκεί μονάχος για ώρες και ώρες, αλλά δε νιώθει μόνος. Ποτέ! Κάθε τόσο τον πλησιάζει σιγά-σιγά, σχεδόν με συστολή, κάποιος για ν’ ανταλλάξουν λίγα λόγια, ενώ κάποιες φορές ξοδεύει χρόνο πολλή συζητώντας χαμηλόφωνα με διάφορα άτομα, που όταν τον πλησιάζουν μοιάζουν βουτηγμένα βαθιά μέσα στα βρώμικα νερά της απελπισίας, τα οποία, ωστόσο, όταν τελικά απομακρύνονται από κοντά του, έχουν χαραγμένο στα χείλη ένα πλατύ χαμόγελο – λες και κάποιος τους χάρισε ένα δώρο ακριβό και βαρυσήμαντο.
Κανείς δεν ξέρει την προσωπική του ιστορία. Μόνο κάποιοι γνωρίζουν διάφορα μικρά διάσπαρτα αποκόμματά της. Ξέρουν ότι πάντοτε κάνει του κεφαλιού του, ότι δε νευριάζει ποτέ, ότι πίνει και τρώει πολύ, πώς κοιμάται λίγο και γελάει δυνατά. Α, κι ότι αν κάποτε τον χρειαστείς θα είναι εκεί για να σ’ ακούσει.
Θα ’πρεπε να γίνω δάσκαλος, μονολογεί πού και πού, για να μαθαίνω στα παιδιά να ζούνε τη δική τους ζωή, κι όχι εκείνη των γονιών τους.
Η καθημερινή του ζωή μοιάζει να κυλά συνεχώς στα ίδια μονοπάτια, ν’ ακολουθεί τα ίδια προδιαγεγραμμένα δρομολόγια – όλοι οι άλλοι, οι ξερόλες, τη θεωρούν πληκτική και μονότονη. Οι αχρείοι! Λες και ξέρουν στ’ αλήθεια τη ζωή του, λες και ξέρουν τι σκέφτεται και πώς ενεργά. Τίποτα δεν ξέρουν για κείνον. Τίποτα!
Κλέφτη στιγμών, θεωρεί τον εαυτό του, και αυτό ακριβώς είναι αφού, κλέβει στιγμές από τις ζωές των άλλων και τις κάνει ιστορίες. Ιστορίες για τη χαρά και τον πόνο, τα πάθη και τα λάθη, για τους αγνούς ανθρώπους και τα φαντεζί προσωπεία, για τις μεγάλες αλήθειες και τα τεράστια ψέματα του καθημερινού βίου.
Κάποιες απ’ αυτές της παραδίδει κιόλας γραπτώς και με μια ειρωνική επισημότητα σ’ αυτούς που τον ενέπνευσαν, και τους τρομάζει. Τους τρομάζει το πόσο καλά τους διάβασε, το πώς μάντεψε ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις τους, τους τρομάζει επειδή διαβάζοντάς τις βλέπουν τους δαίμονες και τις ενοχές τους αποτυπωμένα στο χαρτί. Τους τρομάζει, αλλά τους ανακουφίζει κιόλας αφού, τώρα πια, ξέρουν στα σίγουρα ποιοι είναι, τι έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, τι αγώνες να δώσουν, ποιο Γολγοθά ν’ ανέβουν.
Θα τον δείτε να κάθεται στην άκρη κάποιου μπαρ και να παρακολουθεί ανέμελος ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Θα σας κινήσει λίγο την περιέργεια η ατημέλητη εμφάνιση και η απόκοσμη γαλήνη του προσώπου του. Ίσως να νιώσετε κάποια συμπάθεια, ή ίσως και κάποιου είδους οίκτο γι’ αυτόν, και όχι άδικα, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής δε μοιάζει με κάποιον άνθρωπο παρά με ένα παλιάτσο, τον παλιάτσο του καθενός.
Κυριακή 9 Μαρτίου 2008
Μόνος και προδομένος
Τον παρατηρώ καθώς κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι λυπημένος, παρέα με τη μοναξιά του, με το παράπονό του. Πίστευε ότι είχε φίλους, αλλά τον παράτησαν. Η αλήθεια είναι πως νόμιζε ότι είχε «αγοράσει» φίλους, φίλους για κάθε ώρα και στιγμή, αλλά έκανε μέγα λάθος. Η φιλία δεν αγοράζεται, ο οίκτος ίσως ναι.Τώρα το βλέμμα του μοιάζει κρυστάλλινο, σχεδόν παγωμένο, μα την ίδια ώρα κάποια δάκρυα ψάχνουν να βρουν το δρόμο τους προς τον έξω κόσμο.
Θυμάται το προηγούμενο βράδυ, τότε που ένιωθε πως ήταν ο βασιλιάς του κόσμου, τότε που ήταν τόσο ανεβασμένος που δεν είχε καν αντίληψη του τι συνέβαινε γύρω του, τότε που πίστευε ότι όλα αγοράζονται και πουλιούνται. Για ώρες πολλές μοίραζε γύρω του τις άσπρες χήρες του γενναιόδωρα. Για ώρες πολλές ένιωθε πως ανήκε σε μια μεγάλη γενναιόδωρη παρέα. Για ώρες πολλές έτρεφε με χόρτο τις ψευδαισθήσεις του. Κι ακόμη κι όταν ήρθε η βραδιά στο τέλος της, ένιωθε υπέροχα. Ένιωθε πως βρήκε κάποιους στους οποίους θα μπορούσε να πουλήσει τα ψεύτικα όνειρά του, αλλά και ό,τι ανακάλυψε μια γυναίκα για να γεμίσει το άδειο του κρεβάτι.
Ξημέρωσε ωστόσο η επόμενη μέρα, και καθώς τα σουρεαλιστικά χρώματα και οι σκοτοδίνες του μυαλού άρχισαν να διαλύονται, καθώς ο ένας μετά τον άλλο οι χθεσινοί φίλοι στην κραιπάλη αρνούνταν να τον ακολουθήσουν σε μια νέα περιπέτεια, καθώς μια μαυρίλα άρχισε να του πλακώνει την καρδιά, πήρε να καταρρέει.
Καθόταν μόνος, σιωπηλός, παραπονεμένος, ενώ η ζωή γύρω ήταν πολύχρωμη. Το μάτι γυάλινο, το κορμί να ιδρώνει, η ανάγκη να γίνεται αβάστακτη. Που να στραφεί; Σε ποιον; Τι να πει; Αφού είναι φανερό ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι παρά ένα άθλιο της ζωής κλοτσοσκούφι.
Που και που στο βλέμμα του ανάβει μια σπίθα οργής, αλλά ούτε κι αυτή κρατάει πολύ, αφού είναι αδύναμος. Πρέπει οπωσδήποτε να βρει το δόση του, μια οποιοδήποτε δόση, τη δόση που θα τον λυτρώσει. Πρέπει να φύγει από κει. Ρωτά τον ένα μετά τον άλλο τους χθεσινούς φίλους αν μπορούν να τον πάνε κάπου με το αμάξι - ο ίδιος δεν οδηγά – κι όλοι αρνούνται, σήμερα έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν.
Φεύγει με τα πόδια. Περπατάει και τρεκλίζει και παραμιλά. Και πέφτει, πέφτει, πέφτει... Κανείς δεν είναι εκεί για να τον σηκώσει. Κείτεται λιπόθυμος στη νυχτερινή άσφαλτο, μόνος και προδομένος, απ’ τον εαυτό του.
