Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Στιγμή

Πήρε να πέφτει το σκοτάδι κι
οι σκιές των δέντρων άρχισαν
να τρεμοπαίζουν κάτω απ’ το ολόγιομο
φεγγάρι που πεισματικά χαρίζει φως
σε μια άψυχη πόλη.
Οι ήχοι απ’ τα τροχοφόρα δε
λένε να σωπάσουν ούτε στιγμή ενώ
μακρινές μουσικές φτάνουν ως εδώ
προτού τις παρασύρει παρά πέρα
το άηχο τούτο αεράκι.
Αφουγκράζομαι τους ήχους και τις
σιωπές της νύχτας εισπνέω
βαθιά ανάσες από καλοκαίρι
και υγιές καυσαέριο.
Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι
κάποιες βραδιές όλο μαγεία στο βουνό
που ξαπλώναμε κάτω από ’να
αστρολουσμένο ουρανό ακούγοντας
μόνο τα νερά ενός μικρού καταρράκτη
να σπάνε τη σιωπή χαρίζοντάς μας
ψιχάλες ευδαιμονίας και…
δακρύζω!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Τ’ όνομα της είναι Θάλασσα

Κάποιοι πάντα μου έλεγαν ότι αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω γράψει. Και πάντα διαφωνούσα μαζί τους. Ωστόσο, είναι η πιο αληθινή, και γι' αυτό της έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Διαβάστε, λοιπόν, για το κορίτσι που ήθελε να το φωνάζουν Θάλασσα:

Στη θαλασσιά Μαρίνα

- Ποια είσαι;
- Δεν ξέρω!
- Τι φοβάσαι;
- Εμένα.
- Φοβάσαι κάτι που δεν ξέρεις;
- ...


Κάπως έτσι έγινε η αρχή για τη γνωριμία μας κάποια απ’ τις πολλές, σημαντικές κι ασήμαντες, αλλά πάντα μοναχικές, βραδιές στο mirc.
Τ’ όνομά μου είναι Μαρίνα, αλλά θα ήθελα να με αποκαλούν Θάλασσα, μου ομολόγησε λίγο μετά. Χαμογέλασα! Χαμογέλασα πλατιά μπροστά στην οθόνη ενός καινούριου τότε, αλλά απηρχαιωμένου τώρα, ηλεκτρονικού υπολογιστή. Λες μέσα από όλο αυτό το συρφετό των ανθρώπων, που τριγυρνούν μέρα νύχτα στο διαδίκτυο της πλάνης και της μοναξιάς, να συνάντησα, επιτέλους, μια αληθινή ψυχή; αναρωτήθηκα.
Ναι, αυτό τελικά αποδείχτηκε πώς ήταν η Μαρίνα. Μια αληθινή, πλην μοναχική, ψυχή. μια από εκείνες τις υπάρξεις που ψάχνουν για το μαγικό, που δημιουργούν μαγεία, που ξεχωρίζουν για του μέσα τους κόσμου την αλήθεια, κι όχι για την τόσο παραπλανητική κάποτε εικόνα.
Μετά από εκείνη την πρώτη, την αναγνωριστική συνάντηση, κλείσαμε πολλά ραντεβού στα δωμάτια και τα δώματα του κυβερνοχώρου, ανταλλάξαμε πολλά απρόσωπα αλλά γιομάτα ψυχή ηλεκτρονικά μηνύματα, μιλήσαμε για ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο, για το λίγο και το πολύ της ζωής μας. Και όταν τελικά συναντηθήκαμε, σε μια άλλη μακρινή αλλά όχι άγνωστη πόλη, σε μια άλλη χώρα, νιώσαμε μεμιάς σα να γνωριζόμασταν από πάντα, από τα βάθη του χρόνου τα απροσμέτρητα. λες και δε μας χώριζαν χιλιόμετρα σιωπής, αιώνες απουσίας, ασήκωτα βάρη προσωπικού πόνου, πόθου και απώλειας. Συναντηθήκαμε στα σύνορα του αληθινού με το φανταστικό, που όχι μόνο μοιάζουν, αλλά είναι κιόλας όμορφα.
Από τότε πέρασαν χρόνια, πολλά. κύλησαν αβίαστα και γοργά και χάθηκαν στη δίνη του όμορφου χθες. Η επικοινωνία μας, λόγω αποστάσεων και καταστάσεων, είναι πια πιο αραιή, περιορισμένη, αλλά πάντοτε το ίδιο αληθινή. γιομάτη αγάπη για τις μέρες που έφυγαν, μα μέσα μας ζούνε, μ’ αισιοδοξία γι’ αυτές που έρχονται, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Λείπει η παλιά επαφή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εκείνο το κάτι που μας διατηρεί τον ένα κοντά στον άλλο, που δίνει χρώματα και ζωή σ’ αυτά που ζήσαμε και μοιραστήκαμε, που εξιδανικεύει τις στιγμές μας, οι αναμνήσεις.
Πιάνω στα χέρια μου προσεκτικά, στ’ αλήθεια τρυφερά, τα e-mail που μου έχει στείλει. Κρατώντας γερά την ανάσα μου, κάνω βουτιά στα γαλανά νερά της ύπαρξής της. Γεμίζει με γλυκιά αλμύρα το κορμί μου, με απέραντη θαλπωρή η ψυχή μου. Κλέβω χαρά απ’ τις στιγμές, τα λόγια που κάποτε με όλη τη γενναιοδωρία της μου είχε χαρίσει: Λίγη θάλασσα να γίνω, αλμυρένια και ποτέ ξανά η ίδια.
Το ’πε και τόκανε. Έγινε κύμα, έγινε θάλασσα, η Μαρίνα, και ταξιδεύει ανάλογα με τα κέφια του καιρού μακριά πολύ, χαϊδεύει άλλες ακτές, τραγουδά συντροφιά με άγνωστους γλάρους. μα, κάθε τόσο, μου στέλνει μεθυστικό ένα μήνυμα: ...Να είσαι νερό. Υγρός, ρευστός, δροσιστικός, διάφανος... Αυτά μου λέει. Και με θέλει ακόμη, μου ζητάει να χαμογελώ στο ατέλειωτο μπλε των ονείρων μου. Μου μιλάει για τους ανθρώπους, για το πόσο αγαπά την ποίηση μέσα τους.
Αχ, μωρέ Μαρίνα, Μαρινάκι, γιατί μου τόκανες αυτό; Γιατί έγινες κύμα και μου έφυγες; Όμορφες δεν ήταν οι ατέλειωτες, μα τόσο τελειωτικές, συζητήσεις μας; Γλυκές, σαν τα εκλέρ που τόσο αγαπούσα, δεν ήταν οι στιγμές που ζήσαμε μαζί; Θυμάσαι εκείνη την ολική, την τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο μυστηριακό, έκλειψη σελήνης που μας μάγεψε μια δροσερή και χαρούμενη, μα παράταιρα σιωπηλή, νύχτα στην παραλία; Εικόνες! Εικόνες αμέτρητες, στη φύση τους μοναδικές, που με κυνηγάνε, που στοιχειώνουν τα γραπτά και τα όνειρά μου. κι αναμνήσεις, πολύ ξεχωριστές για να σβήσουν στου χρόνου το πέρασμα. Μου έφυγες! Σε άφησα να φύγεις. Πήρες το δρόμο σου. το δρόμο της καρδιάς σου. Κι εγώ παρέμεινα πίσω εδώ ν’ αναρωτιέμαι: Ζηλεύεις ακόμη τους γλάρους; Αγαπάς, όπως πάντα, τα Πράσινα Μάτια της Ντυράς; Λατρεύεις, όπως τότε, σα θεό, σαν αμαρτία, τον Πάμπλο Νερούδα, με το όνομα το υγρό; Ω, πόσο αγαπούσες τον τελευταίο. Θυμάσαι; Θυμάσαι που πλημμύριζες τα μηνύματά σου με στίχους του και συνήθιζες να με ταξιδεύεις με τις υδάτινες κραυγές του;
Ο χρόνος προχωρά και πίσω δε γυρνά, λέει το τραγούδι. Έλα, όμως, που εγώ τον θέλω, τον θέλω απ’ της ψυχής μου τα απόμακρα βάθη, να γυρίσει πίσω, να με γεμίσει θάλασσα και ήχους από κογχύλια, να γίνω ναυάγιο στην ακροθαλασσιά της ύπαρξής σου, όπως μου αρέσει να λέω, κλέβοντας ασύστολα τους στίχους της Έμιλι Ντίκινσον.
Αλλά, στ’ αλήθεια απορώ, γιατί σου γράφω σε πρώτο πρόσωπο; Τώρα, είσαι μακριά, πολύ μακριά από μένα. όσο κι η αιωνιότητα. Ακόμη κι αν γράψω αυτό το γράμμα στ’ αστέρια, ακόμη κι αν εισβάλω με τούτα τα φτωχά, τα ασήμαντα λόγια, σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του κόσμου, πολύ πιθανόν ετούτο το μήνυμα, ο χαρούμενος θρήνος και ύμνος στη ζωή, να μη φθάσει ποτέ σε σένα. Έτσι, ας αλλάξω ρώτα, ή μάλλον πρόσωπο...
Εκείνο που ζει πιο έντονα στη μνήμη μου από κείνη είναι το πρόσωπό της, τόσο γαλήνιο, τόσο αλλού, αλλά και οι απορίες της, οι επαναλαμβανόμενές της ερωτήσεις. Πάντα ρωτούσε γιατί, για το καθετί! Για την μορφιά και την ασκήμια, για τη χαρά και τη θλίψη, για την ευδαιμονία και τον πόνο, για τις απαραίτητες αλήθειες και τ’ αναγκαία ψέματα. Ήθελε να τα γνωρίσει όλα, να τα μάθει όλα, να ταξιδέψει παντού -με σώμα και με πνεύμα- να ρουφήξει όλες τις εμπειρίες που υπάρχουν εκεί έξω. Κι υποστήριζε ότι σ’ ετούτη τη ζωή τίποτα δεν είναι τυχαίο. ήταν σίγουρη πώς κι αυτή ακόμη, η γνωριμία μας, ήταν γραμμένη κάπου εκεί ψηλά, σε ουρανούς ανείπωτους, να συμβεί.
Ονειρευόταν πολύ, κι έβλεπε θαλασσένια όνειρα. Ζούσε την κάθε μέρα σαν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο. Όταν μιλούσε για το υδάτινο στοιχείο που πλημμύριζε το μέσα της, γινόταν ποιητική, χανόταν σε κυματισμούς ολόδικούς της: Όταν βλέπω τα δαντελωτά κύματα ξέρω ότι μπορώ να αναπνέω... Ονειρεύομαι δίχως όνειρο, κι αυτό το όνειρο το μοιράζομαι με τη θάλασσα... Απέραντη ήταν η Μαρίνα, ατέλειωτη, κι εγώ ήμουνα τόσο λίγος, τόσο μικρός... πώς να χωρέσω μέσα στην απεραντοσύνη της;
Πολλές φορές οι αναμνήσεις γίνονται δίκοπο μαχαίρι, επικίνδυνο, και σου χαρακώνουν την καρδιά, σου ματώνουν την ψυχή. Οι δικές μου δεν είν’ απ’ αυτές. Είναι αναμνήσεις γλυκές, σα χάδι, σα γιατρικό, σαν ανταμοιβή. Είναι αναμνήσεις που με σπρώχνουν με αγάπη και απαλά προς το αύριο, καθώς μέσα απ’ αυτές μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου, μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου. Όπως ακριβώς ήμουν μ’ εκείνη. τη μάγισσα και τη μαγική, τη διάφανη, την εξομολογήτριά μου, τη μάνα, την κόρη, τη φίλη κι αδελφή μου. Εκείνη που έγραφε ποίηση και ζούσε ποιητικά, που είχε μεγάλη καρδιά, που ήξερε ν’ ακούει, που αγαπούσε με πάθος τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που την πλήγωναν και την έδιωχναν όλο και πιο μακριά: Βαρέθηκα τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πράγματα. Θέλω την τρέλα και το πάθος και τους αληθινούς ανθρώπους. Ναι, αυτούς έψαχνε, γι’ αυτό μεταμορφώθηκε σε κύμα κι έφυγε. αφού οι γύρω της νόμιζαν: ότι είναι ζωντανοί, αλλά αγνοούν το νόημα της ζωής.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη μου ομολόγησε ένα κρυφό όνειρό της: Θέλω να βρέξει μπλε βροχή, και τότε, θα τρέξω στην αγκαλιά της θάλασσας.
Είχαμε τόσα πολλά κοινά οι δυο μας κι άλλες τόσες διαφορές. Κάποτε, σε διαφορετικούς κόσμους, σε άλλες εποχές, θελήσαμε να πεθάνουμε από ευτυχία. Αγαπούσαμε κι οι δυο με πάθος την τέχνη της φωτογραφίας. μας άρεσε να κλέβουμε στιγμές απ’ το χρόνο και τους ανθρώπους. Κι ήμασταν αθεράπευτα ερωτευμένοι, με τα όνειρα. Υποστηρίζαμε πώς ξέραμε από τι ήταν φτιαγμένα, την ύλη και την ουσία τους, κι ας τα βλέπαμε πού και πού να αιμορραγούν. Ίσως, κάποτε, να ονειρευόμαστε και τα ίδια όνειρα, μου έλεγε, για να ρίξει, την αμέσως επόμενη στιγμή, τον αφορισμό της: Ψάχνουμε τα όνειρά μας στον ουρανό, αλλά τι διάολο θα κάνουμε αν πραγματοποιηθούν;
Πολλές φορές τα κοινά σημεία -τα κοινά ενδιαφέροντα, οι κοινές απόψεις- είναι εκείνα που χωρίζουν τους ανθρώπους, γιατί από κάποια στιγμή και μετά παύει να υφίσταται η διαφορετικότητα, το πραγματικό είναι, η ουσία του καθενός. Στη δική μας περίπτωση δε συνέβηκε κάτι τέτοιο, αλλά αν συνεχίζαμε να διασχίζουμε τους ίδιους δρόμους (θυμάσαι Μαρίνα;... πάντα άγνωστός ο δρόμος, πάντα ανηφορικός) πολύ πιθανόν κάποια μέρα όσα ζήσαμε να εκμηδενίζονταν, να περνούσαν ανεπίστρεπτα και ανεπίτρεπτα στη λήθη, να αργοπέθαιναν. Φανήκαμε, ωστόσο, τυχεροί πολύ. το όμορφο χθες μας στιγμή δε μας εγκατέλειψε, κι είμαι ανείπωτα χαρούμενος γι’ αυτό. Το ίδιο, είμαι σίγουρος, θα νιώθει κι αυτή, η θαλασσιά μου η Μαρίνα.
Ποιος ξέρει, όμως; Ποιος ξέρει τι θα μας φέρει το αύριο; Ίσως ν’ ανεβαίνουμε κι οι δυο στο ίδιο βουνό από διαφορετικό μονοπάτι και κάποτε συναντηθούμε ξανά. Ίσως και όχι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι την έχω μέσα μου, στης ύπαρξής μου το απέραντο γαλάζιο, αλμυρή πλημμύρα και με γεμίζει, μου ζεσταίνει την κάποτε μοναχική ψυχή, χαρίζει γαλήνη στην σκέψη μου.
Τώρα, κάθε φορά που ακούω Loreena McKennitt ή Enya, την σκέφτομαι και ταξιδεύω νοερά στους κέλτικους προορισμούς που ποτέ δεν κατορθώσαμε να περπατήσουμε, στο δρόμο των ονείρων της, του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στην τεράστια εκείνη πανσέληνο του Ιουνίου στην Αθήνα, στο αστείο μου δυστύχημα με τ’ αυτοκίνητο που μας χάρισε τόσο γέλιο, στα λόγια και τις σιωπές μας στην αγαπημένη της προκυμαία, στα ποιήματά της που ποτέ δεν είχαν τίτλους, στα γράμματά της τρυφερά φυλακτά όλων των μικρών στιγμών του μακρινού παρελθόντος μας, σε όλ’ αυτά που μου χάρισε απ’ της ψυχής της τα βάθη προτού πετάξει μακριά για άλλα παραμύθια.
Η λατρεία μου, ασάλευτα με βασανίζει και με περιγελά, αλλά ταυτόχρονα μου θυμίζει ότι κάποτε στάθηκα τυχερός πολύ και γνώρισα έναν πραγματικά αληθινό άνθρωπο, που μου έκλεψε και μου έδωσε ζωή, που έγινε για μένα η πιο ζωντανή ανάμνηση κι η πιο γλυκιά προσμονή. Δεν ξέρω, ετούτη τη στιγμή, που τριγυρνά και ποιες θάλασσες τη γοητεύουν. Ξέρω μονάχα πώς αν κάποτε γυρίσει, θα βρει φιλόξενο λιμάνι, αν το θελήσει, στη δική μου αγκαλιά. Έως τότε, θα της κρατάω συντροφιά από μακριά, διαβάζοντας τα ολοζωή μηνύματα που μου ’χει στείλει, κοιτώντας τις φωτογραφίες της, ανασύροντας απ’ της καρδιάς μου τον παλμικό υπολογιστή όλες τις στιγμές της θαλασσιάς συνύπαρξής μας.

υ.γ. Όλα τα λόγια με ιταλικούς χαρακτήρες είναι δικά της. Της ανήκουν από τότε. Από πάντα...

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Τ’ όνειρο που (δε) βγήκε αληθινό

Πάντα ήθελες, λέει, να τα φτιάξεις με μια τραγουδίστρια με θεϊκή, ταξιδιάρικη, ονειρική φωνή. Όχι με κάποια διάσημη, προς θεού, αλλά να, κάποια που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει στα χέρια της την κιθάρα και να σου φτιάξει το κέφι -όταν είσαι πεσμένος και στις μαύρες σου- ή, και να σε ταξιδέψει με στίχους γνωστούς και άγνωστους και μουσικές μαγικές, κάθε φορά που θα σε πιάνουν οι τάσεις φυγής.
Ποιος ξέρει, ίσως να σου ’χει μείνει απωθημένο από τότε που η Έλενα, η τρελή που κάποτε πολύ αγάπησες, έδωσε για σένα εκείνο το μοναδικό κονσέρτο στη βεράντα της, κι ας μην υπήρξατε οι δυο σας ποτέ ζευγάρι. Το επιθυμούσες κάποτε (θυμάσαι;), σε κάποια χρόνια μακρινά κι ασυγχώρητα περασμένα, σε μια άλλη πιο απλή κι ουσιαστική ζωή, να ήσουνα μαζί της, αλλά όχι τώρα πια. Την ξεπέρασες, αλλά δεν την ξέχασες. Ο έρωτας για κείνη στα μάτια σου έσβησε από καιρό, κι ας εξακολουθεί να είναι η μόνη με την οποία μπορείς να μιλήσεις με το βλέμμα. Τώρα, ψάχνεις κάποια άλλη, κάποια διαφορετική, μα που λίγο να της μοιάζει, κάποια πιο τρελή – αλλά όχι πολύ.

Τη Μαρί τη γνώρισες, ένα μπλε πανέμορφο -σαν παλιά ελαιογραφία- δειλινό, στο ορεινό Φούμπαρ, στο Πάι. Καθόταν μοναχή, μα καθόλου λυπημένη, σ’ ένα ξύλινο παλιό παγκάκι, έπαιζε την κιθάρα της και τραγουδούσε What’s going on…, καθώς ο κρυμμένος πίσω από τα αντικριστά βουνά ήλιος χρωμάτιζε τα αλλοπρόσαλλα σύννεφα, γαλήνευε τη φύση, κινούσε για κάποιους άλλους ουρανούς. Εσύ, καθόσουν όπως πάντα στο μπαρ και την παρακολουθούσες από μια απόσταση αχρείαστης ασφαλείας. Μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά, πρόσωπο λευκό σχεδόν χλωμό -που μάλλον δεν πολυέβλεπε ο πυρπολητής ήλιος- μάτια αχνογάλαζα εκφραστικά, και κορμί λεπτό, σχεδόν ανεμικό. Πλάσμα της νύχτας, βιάστηκες να βγάλεις το πόρισμά σου.
Μετά από καμπόση ώρα, κι αφού κανείς άλλος δεν την πλησίασε, αγόρασες ένα μεγάλο μπουκάλι απ’ τη μπύρα που έπινε και πήγες και της το προσέφερες, χωρίς να τη ρωτήσεις. Σήκωσε το βλέμμα απ’ την κιθάρα, καθόλου έκπληκτη, σε κοίταξε βαθιά κι επίμονα στα μάτια, χαμογέλασε ερωτηματικά, σ’ ευχαρίστησε χαμηλόφωνα και άρχισε ξανά να παίζει και να σιγοτραγουδά. Ήταν ένα παλιό αγαπημένο σου τραγούδι, που είχες ν’ ακούσεις χρόνια, το A Spaceman Came Travelling του Κρις ντε Μπεργκ. Αν είναι δυνατόν! λίγο έλειψες ν’ αναφωνήσεις, προτού καθίσεις δίπλα της σιωπηλός.
Συνέχισε τη μικρή της σόλο, μα τόσο θαυμάσια, συναυλία για ώρα πολλή. Και είπε αρκετά από τα πιο λατρεμένα σου τραγούδια, τραγούδια που σου θύμισαν το μακρινό χθες, το ποιος ήσουν κάποτε, το ποιος έχει γίνει. Ένιωθες τυχερός πολύ, που ήσουν εκεί, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ακούγοντάς την σχεδόν ασθματικά να τραγουδά, νιώθοντας σα θείο χάδι την ξεθωριασμένη ανάσα της να σου χαϊδεύει τις αισθήσεις. Κι όταν τελικά παράτησε την κιθάρα και τις μουσικές της και υποκλίθηκε, έτσι για πλάκα, στο μικρό της κοινό, έσκυψες και της ψιθύρισες στ’ αυτί ένα μικρό Ευχαριστώ.
Μετά, πιάσατε την κουβέντα. Σου μίλησε με λόγια απλά και συγκεκριμένα για τη ζωή της, για το πως τα παράτησε όλα στην Αγγλία και ήρθε στην Ασία με ανοικτή καρδιά κι ελεύθερο μυαλό, για να δοκιμάσει κάποιες νέες γεύσεις, για να μάθει κάποια άλλα πράγματα. Όσο σου μιλούσε, τόσο πιο κοντά της ένιωθες. Αυτή είναι, σκεφτόσουν και μέσα σου χαμογελούσες. Αυτή είναι! επέμενες, και το βλέμμα σου έπαιρνε να φωτίζει. Αν δεν κουβαλούσες τόσα χρόνια στην πλάτη σου, αν τα πολλά και μεγάλα στραπάτσα της ζωής δε σε είχαν κάνει λίγο πιο σοφό, αν δεν ήσουν και ένα κάπως δειλό ανθρωπάκι, θα την είχες ερωτευτεί στη στιγμή, αλλά κάτι βαθιά μέσα σου σου έλεγε να κρατήσεις μια πισινή.
Σαν τέλειωσε με την αφήγησή της, όταν απάντησε σε όλες σου τις ερωτήσεις, θέλησε να μάθει κάτι και για τη δική σου ζωή, σου ζήτησε να της πεις τη δική σου ιστορία. Μα, ποιος νοιάζεται για μένα; απάντησες με ερώτηση. I’m just a nobody, in no man’s land. Θέλω να μάθω κάτι για τη ζωή σου, εγώ σου μίλησα για τη δική μου, και σου είπα πολλά, επίμεινε εκείνη. Ναι, μου μίλησες πολύ, είν’ αλήθεια, αλλά νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις, κάτι σημαντικό, αποκρίθηκες, κοιτώντας την διαπεραστικά. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα της στο δικό σου και είδες να διαπερνούν τις λίμνες των ματιών της δίδυμες φλόγες γνώριμες, εκείνες του έρωτα. Δίκιο έχεις, παραδέχτηκε τελικά μ’ ένα μικρό, σχεδόν ντροπαλό, χαμόγελο, όντως δε σου έχω πει κάτι, ότι είμαι ερωτευμένη -ερωτευμένη και ευτυχισμένη- και να η σύντροφός μου, η Κέιτ. Ακολούθησες το βλέμμα της και είδες ένα ψηλό κορίτσι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, μάτια καφέ κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη να σας πλησιάζει. Κάθισε στο τραπέζι σας, συστηθήκατε και πιάσατε την κουβέντα. Συνεχίσατε να συζητάτε μεθοκοπώντας για τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις ζωές σας, τις ομορφιές και τ’ αδιέξοδά τους, μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει. Περπατήσατε για λίγη ώρα παρέα, στα μονοπάτια της πρωινής καταχνιάς, προτού οι δρόμοι σας δισταχτικά χωρίσουν. Δώσατε, ωστόσο, ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Για να βγείτε και να τα πιείτε, για να μιλήσετε και να μεθύσετε λίγο ακόμη.Ίσως, τελικά, η Μαρί να ήταν ένα όνειρο άπιαστο, που σαν τέτοιο δε βγήκε αληθινό, αλλά αυτό καθόλου δε σε στεναχώρησε, αφού στο τέλος της ημέρας απέκτησες δυο φίλες, μια δίδυμη ευλογία.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Η τρελή του χωριού

Μια παλιά μου ιστορία. Από τις πλέον αγαπημένες μου:
«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».