Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κακία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κακία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Η Μαίρη

Μία ακόμη αναμετάδοση από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Η τρελή του χωριού

Μια παλιά μου ιστορία. Από τις πλέον αγαπημένες μου:
«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».