Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 17

Προσπάθησε να κοιμηθεί χωρίς να πιει ψες, παίρνοντας μοναχά το μαγικό μοβ χαπάκι. Μα, δεν κοιμήθηκε. Τουλάχιστον όχι κανονικά. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου για ώρες πολλές περιπλανιότανε, βλέποντας εικόνες παράξενες, πολύχρωμες, απ’ τη φαντασία καλά καμωμένες, κι ακούγοντας λόγια περίεργα, λέξεις άγνωστες, μια αφήγηση που έφτανε λες στ’ αυτιά της από κόσμους άλλους, παραμυθένιους, αλλοτινούς. Τρίπαρε για τα καλά η Βασιλική, δίχως να το περιμένει. Όχι από το χαπάκι. Ίσως... Ίσως να φταίει ότι για πρώτη φορά το πήρε χωρίς να βάλει στο στόμα της πριν σταγόνα αλκοόλ. Ίσως γι’ αυτό. Η αλήθεια, όμως, είναι πώς πολύ της άρεσε η όλη φάση, το παράδοξο σκηνικό. Θα ήθελε κάποτε να το επαναλάβει, αλλά όχι σύντομα, και όχι για πολλή καιρό. Προτιμά τον ύπνο το βαρύ, τον λυτρωτικό, εκείνον που μόνο ο συνδυασμός των δύο ουσιών μπορεί να της χαρίσει.
Σήμερα, είναι σα ρομπότ. Παραπαίει όρθια μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, αλλά δε νιώθει κι άσχημα. Οι σκέψεις της κι οι αισθήσεις της μοιάζουν ναρκωμένες. Λες και ντύθηκε με τ’ αδιάβροχο της αδιαφορίας και τίποτα δεν μπορεί να την αγγίξει. Κοιτάει τη Δανάη, που για μια ακόμη φορά κάθεται απέναντί της και ξεφυλλίζει τα περιοδικά ένα-ένα κοιτώντας τις φωτογραφίες. Μοναχά τις κοιτάει, δεν τις βλέπει. Κι αυτή χαμένη στο μέσα της είναι. Το μόνο που αυτηνής ο πόνος της μοιάζει κάπου αληθινός, όχι σαν της Βασιλικής, που πονάει -βαθιά μέσα της το παραδέχεται- για τον πληγωμένο της εγωισμό. Θέλει να γελάσει η τελευταία. Θέλει να γελάσει σκληρά, άκαρδα, να περιγελάσει τη φίλη της και να την στείλει στον αγύριστο. Τι θέλει και της κουβαλιέται εκεί όλη μέρα; Λες και δεν έχει αρκετά προβλήματα από μόνη της η δόλια και πρέπει να φορτώνεται κι εκείνα των άλλων. Τι να κάνει με δαύτηνε; Πρέπει να την ξεφορτωθεί με κάποιο τρόπο. Δεν έχει όρεξη για κλάψες σήμερα.
«Ήπιες το αμίλητο νερό, Δανάη!»
«Δεν έχω όρεξη για κουβέντα...»
«Γιατί ήρθες τότε;»
«Επειδή δεν είχα που αλλού να πάω.»
Τι να της πει τώρα της μουρλής; Δεν μπορεί να της ζητήσει να της αδειάσει τη γωνιά. Όχι στα ίσια. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι φίλη της, η μοναδική που έχει, κι ας μην τη συμπαθεί και ιδιαίτερα.
«Αχ!» αφήνει ένα αναστεναγμό να της ξεφύγει θεατρικά απ’ τα στήθια.
«Τι έχεις;»
«Μπα τίποτα. Μια ζαλάδα. Θα μου περάσει. Εσύ, κοιμάσαι καθόλου;»
«Λίγο. Όπως κι εσύ υποθέτω.»
«Α, όχι. Εγώ, μ’ εξαίρεση χθες το βράδυ, κοιμάμαι καλά. Μάλλον όχι καλά, βαριά. Πέφτω σε λήθαργο.»
«Εγώ δεν μπορώ να πάρω υπνωτικό. Δε θα ξυπνάω με τίποτα μετά. Εξάλλου δεν πιστεύω ότι τα χάπια ή το αλκοόλ μπορούν να λύσουν τα προβλήματά μου...»
«Θέλεις κάτι να μου πεις, Δανάη;»
«Α, όχι. μη με παρεξηγείς, για μένα μιλάω. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα πράγματα με το δικό του τρόπο. Δε θέλω να σε κρίνω.»
«Μα, αυτή είναι η δουλειά σου σα φίλης,» αποκρίθηκε μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα και φανερά εκνευρισμένη η Βασιλική, «οφείλεις να με κρίνεις. Κάνε το λοιπόν!»
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Τι σ’ έπιασε σήμερα; Γιατί με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα; Με τρομάζεις.»
«Κρίνε με, μαλακισμένη. Κρίνε με. Μόνο αυτό σου λέω,» απάντησ’ εκείνη μ’ οργισμένο ύφος. «Κρίνε με ή συμβούλευσέ με ή βγάλε το σκασμό επιτέλους!»
Έμειν’ άφωνη η Δανάη. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να μιλήσει; Να σιωπήσει; Ή να σηκωθεί να φύγει; Κοιτάει τη Βασιλική βαθιά μες στα μάτια. Ψεύτικη της φαίνεται η οργή της, μια πόζα. Μάλλον να με ξεφορτωθεί θέλει, αποφασίζει. Αλλά, αν είν’ έτσι γιατί δεν της το ζητάει στα ίσια; Για ποιο λόγο της φωνάζει και την προκαλεί;
«Εντάξει, καλή μου. Το πήρα το μήνυμα σου, το διάβασα, θα φύγω. Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος, κι ας λες ότι είσαι φίλη μου. Κι αφού ζητάς και την κριτική μου, άρπα την κι αυτή: σταμάτα πια μαλακισμένη το πιοτό. Το πιοτό δεν είναι λύτρωση. δικαιολογία είναι. Αν πονάς, όσο λες -και θέλω να ξέρεις ότι δε σε πιστεύω- ζήσε τον πόνο σου με το μυαλό καθαρό, με το μέτωπο ψηλά, μ’ αξιοπρέπεια και άει παράτα μας. Αν με χρειαστείς ξέρεις που να με βρεις, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη κατά πόσο θα είμαι εκεί.»
Είπε κι ελάλησε οργισμένη η Δανάη, σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της κι έφυγε μ’ ορμή, βιαστικά, πριν να μετανιώσει. Άφησε τη Βασιλική εμβρόντητη ν’ ακολουθεί με τα μάτια τα βήματά της, να τη βλέπει να βγαίνει έξω και ν’ ακούει την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο. Δεν το περίμενε αυτό. Από που της ήρθε; Πρέπει να τρέξει, να την προλάβει, ν’ απολογηθεί, να ζητήσει τη συγχώρεσή της. Πρέπει! Αλλά, δε θα το κάνει. Το εγώ της δε θα την αφήσει. Τώρα είσαι απόλυτα μόνη, όπως ακριβώς ήθελες, λέει στον εαυτό της και προσπαθεί να χαμογελάσει. Δεν της βγαίνει όμως. Μόνο ένα σκοτάδι αποπνικτικό, απόλυτο, και κοφτές ανάσες, βασανιστικές, προβάλλουν από μέσα της και την τυλίγουν ολόκληρη. Είμαι κακός άνθρωπος, τελικά; αναρωτιέται φωναχτά.
Σηκώνεται βαριεστημένα απ’ την πολυθρόνα και πηγαίνει, σαν το ερείπιο μιας ξάγρυπνης νύχτας που είναι, στον καθρέφτη. Παρατηρεί το είδωλό της. Είμαι κακός άνθρωπος; μοιάζει να τον ρωτάει.
Τα μάτια φωνάζουν τις απορίες τους, κι η σιωπή τις απαντά μία-μία και με τη σειρά.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Η τρελή του χωριού

Μια παλιά μου ιστορία. Από τις πλέον αγαπημένες μου:
«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».