Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Γράμμα από την Τσιανγκ Μάι


«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά...» εδώ στην Τσιανγκ Μάι.
Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην πόλη ένιωσα λίγο ελαφρύτερος -λες κι έφυγε από πάνω μου ένα περιττό βάρος- και πολύ πλουσιότερος σε ζωή. Αν και κουρασμένος απ’ το μακρινό ταξίδι και την αϋπνία δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή πώς έπρεπε να ξεκουραστώ. Αντίθετα, πήρα αμέσως τους δρόμους. Πρώτα για τα αναγκαία ψώνια για το «σπίτι», κι ύστερα για να νιώσω για πρώτη φορά από τον περασμένο Ιούνιο τους παλμούς της πόλης.
Άλλαξε η Τσιανγκ Μάι μου, άλλαξε, μα παρέμεινε η ίδια. Τι εννοώ; Να, είναι πιο ήσυχη από ποτέ. Από την 1η Νοεμβρίου πατροπαράδοτα αρχίζει η τουριστική περίοδος, αλλά οι ξένοι που είδα και βλέπω να τριγυρνούν είναι λιγοστοί. Το τσουνάμι, το πραξικόπημα, οι «φασαρίες» στην Μπανγκόκ, αλλά και η οικονομική κρίση, μοιάζουν να έχουν καταφέρει καίριο πλήγμα στον τουρισμό της χώρας. Ίσως οι παραλίες του νότου να ξεχειλίζουν από κόσμο, αλλά αυτές δεν τις θεωρώ μέρος της πραγματικής Ταϊλάνδης.
Όπως και να ’χει, πίσω στα της Τσιανγκ Μάι και στο τι δεν έχει αλλάξει. Οι ρυθμοί παραμένουν το ίδιο νωχελικοί, ο κόσμος χαμογελαστός κι ευγενικός και η φύση ολοζώντανη και χρωματιστή. Ο Πινγκ κυλάει γαλήνιος δίνοντας ζωή στις παραποτάμιες περιοχές. Το Ντόι Σουτέπ, αν και μικρό βουνό, στέκει μαγευτικό πάνω από την πόλη, τυλιγμένο πού και πού σε ένα πέπλο ομίχλης και τα κανάλια που περιτριγυρίζουν τα αρχαία τείχη δροσίζουν την πόλη. Η πλατεία Τα Πάε είναι ακόμη στολισμένη με τα χάρτινα φανάρια, απομεινάρια της Γιορτής των Φώτων και οι νυχτερινές αγορές γεμίζουν τον αέρα με χρώματα και μυρωδιές.
Το τελευταίο τριήμερο είχα την ευκαιρία να δω πολλούς φίλους από τα παλιά. Τα είπαμε, τα ήπιαμε, θυμηθήκαμε και τώρα νιώθω και πάλι «κάτοικος». Πλην «κάτοικος» περαστικός. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα κέφια είναι ανεβασμένα, και όταν συμβαίνει αυτό όλα τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν προς το καλύτερο.
Θα σας γράψω νεώτερα όταν προκύψουν, αλλά θα συνεχίσω να σας βομβαρδίζω με φωτογραφίες. Η σημερινή: αντανακλάσεις στον τοίχο ενός ναού.

υ.γ. Τσιανγκ Μάι σημαίνει Νέα Πόλη, κι έτσι δεν μπορεί κανείς να μιλά γι’ αυτήν αρχίζοντας με το... ΤΟ! Είδα να γίνεται πολλές φορές αυτό το λάθος, ακόμη και από επαγγελματίες δημοσιογράφους, γι’ αυτό και είπα να το επισημάνω. Εξάλλου, όποιος έρθει στην πόλη και τη ζήσει για λίγο θα φτάσει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι είναι Γυναίκα...

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όπως έκανα παλιά-
και να σ’ ευχαριστήσω δημόσια για
όλα τα χαστούκια που μου έδωσες
και για τα άλλα που στο μέλλον
θα ευχόμουν να μου δώσεις.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να σου πω
-γραπτή παραδοχή-
ότι τώρα πια κάθομαι και οδυνηρά θρηνώ
για όλους εκείνους τους μεγάλους έρωτες
που άφησα μέσα μου να σβήσουν.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να θυμηθώ και να σου θυμίσω
όλα όσα ζήσαμε μαζί
κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε
μα, υπεύθυνοι της καταδίκης μας,
δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
απολογισμό του χάους της ύπαρξής μας
γιομάτο μ’ αλήθειες μεγάλες και πικρές
εικόνες όμορφες και στην ανάμνηση οδυνηρές
της κοινής μας πορείας ταφόπλακα
και αναγέννηση.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όλα να τα θυμηθώ και να τα ομολογήσω-
όχι ζητώντας τη συγχώρεση
ούτε ψάχνοντας τη λύτρωση
απλά γυρεύοντας το δρόμο εκείνο τον άγνωστο που
αμετάκλητα βγάζει προς το φως.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Με πονάει ρε μαμά...

Ένα συγκλονιστικό κείμενο:

Μαμά , θέλω να σου μιλήσω απόψε ... Θέλω , να σου πω ό,τι απλά δεν μπορώ γιατί φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις ... Όπως , τότε στην Δ΄ δημοτικού ... Θυμάσαι ; Είμαι , σίγουρη πως όχι . Όμως , εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , αυτή η νύχτα θα μείνει καρφωμένη στον τοίχο του μυαλού μου για πάντα με το πιο έντονο χρώμα να μου θυμίζει ό,τι δεν θέλω να θυμάμαι μαμά ... Γιατί , θυμάμαι . Θυμάμαι , τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου στο σαλόνι να παρακολουθούν τηλεόραση κι εσένα στο δωμάτιό σου , καθιστή στην παλιά , ξύλινη καρέκλα της ραπτομηχανής ... Θυμάμαι και ΄μένα ... Με θυμάμαι , καθιστή στο κρεββάτι να σε κοιτώ και να θέλω να σου μιλήσω για ό,τι τότε φοβόμουν ... Τον θάνατο .

Η συνέχεια εδώ...

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ IV

Μονόχνοτος είσαι, καλέ μου, μονόχνοτος. Μονόχνοτη κι εγώ. Τουλάχιστον όμως εγώ έχω ένα άλλοθι. Είμαι μικρή. Έχω τα μισά σου χρόνια. Εσένα, όμως, η δικαιολογία σου ποια είναι; Στ’ αλήθεια θέλω να την ακούσω. Όχι για να δικαιώσω εσένα, αλλά εμένα. Εμένα και την τότε επιμονή μου να σε υπερασπίζομαι πάντα. Μια επιμονή που με οδήγησε μακριά απ’ όλους μου τους φίλους, που μου στοίχισε χρόνια άγνοιας, που μου έκλεισε τα μάτια στον κόσμο όπως είναι.
Μου έλεγες συχνά -θυμάσαι;- ότι πάνω απ’ όλα ήθελες να με βοηθήσεις, με κάθε τρόπο, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά, όπως αντιλήφθηκα πικρά αργά, μονάχα τα δικά σου σκεφτόσουνα. Το μόνο που τοποθετούσες και μένα μέσα σ’ αυτά και έτσι τα έκανες ακόμη ομορφότερα, τα έκανες γιγάντια, σαν κάθε αυταπάτη. Και ξέρεις κάτι; Τώρα, καθώς τα σκέφτομαι όλ’ αυτά, όλο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου ν’ αναλογίζεται ότι δεν είχες ποτέ στ’ αλήθεια όνειρα, μονάχα σχέδια είχες, που κι αυτά δε θα φρόντιζες να πραγματοποιήσεις. Ολόκληρος ένα ψέμα ήσουνα και για μια ολόκληρη μικρή ζωή μ’ έκανες κλώνο σου.
Λόγια. Λόγια. Λόγια... Με φόρτωνες με λόγια. Μιλούσες περισσότερο απ’ ό,τι σιωπούσες. Άκουγες λιγότερο απ’ ό,τι μιλούσα. Πού και πού αναρωτιόμουνα, γιατί. Γιατί μιλούσες τόσο; Επειδή είχες να πεις πολλά; Ή, ίσως επειδή σου άρεσε ν’ ακούς τον ήχο της φωνής σου; Αλλά, ύστερα, σα μεγάλωσα λίγο, σαν τα μάτια άρχισαν σιγά-σιγά ν’ ανοίγουν στην αλήθεια, κατάλαβα ότι μιλούσες πολύ απλά επειδή δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αφού οι λέξεις -και μονάχα αυτές- επιβεβαίωναν την ύπαρξή σου. Μέσα στη σιωπή δε θα μπορούσες ποτέ να ζήσεις, μια κι εκεί ίσως ν’ αναγκαζόσουν ν’ αφουγκραστείς και κάποιες άλλες φωνές.

Απόσπασμα

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες νωχελικές είναι ετούτες οι λίγο ζεστές του Ιουνίου. Παραδόξως τώρα -σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν- δεν έχω όρεξη να κάνω απολύτως τίποτα, αν και όλο και κάτι κάνω. «Πρέπει να αδειάσω,» σκέφτομαι ξανά και ξανά, για να μπορέσω ν’ αρχίσω και πάλι να γράφω, αλλά, από την άλλη, έτσι κι αλλιώς «άδειος» είμαι, ή, τουλάχιστον έτσι νιώθω.
Με ανάγνωση, EURO, ταινίες και βόλτες ξοδεύω το χρόνο μου, μέχρι να δω... φως.
Εκτός απροόπτου στις αρχές της επόμενης βδομάδας υπογράφω για την έκδοση της «Δεύτερης Ζωής» στην Ελλάδα, ενώ σκέφτομαι να «σκοτώσω» και μια συλλογή διηγημάτων εδώ στην Κύπρο. Μ’ έχει τυλίξει στα δίχτυά της μια περίεργη εμμονή ότι πρέπει ν’ αρχίσω να «ξεφορτώνομαι» τα παλιά μου κείμενα για να προχωρήσω. Παραξενιές!
Σε ό,τι αφορά την ανάγνωση, για πρώτη φορά μετά από χρόνια και ζαμάνια, διαβάζω δυο βιβλία ταυτόχρονα: το “Saving Faith” του David Baldacci και το The Golden Compass του Philip Pullman. Απολαυστικά και τα δύο.
Κατά τα άλλα, Βίβα Εσπάνια, κι ένα καλό σαββατοκύριακο να ’χετε.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Όλα Καλά

Από που ν’ αρχίσω και πώς να προχωρήσω; Ιδού η απορία. Τα νέα μου; Μα, τίποτα το συνταρακτικό δε συμβαίνει στη ζωή μου. Κι αυτό ίσως επειδή δεν το επιδιώκω. Κι αυτό ίσως επειδή στ’ αλήθεια άλλαξα. Ναι, είναι παράξενο πολύ το συναίσθημα του να ξέρεις για πρώτη φορά στα σίγουρα τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, να έχεις ένα στόχο και να τον κυνηγάς συνεχώς, ακούραστα, χωρίς σταματημό.
Όλα καλά! Ναι, είναι όλα καλά, από την ημέρα που επέστρεψα στην Κύπρο, κι ακόμη πιο πριν, προτού εγκαταλείψω την Τσιανγκ Μάι. «Όλα αλλάζουν!» έτσι σκεφτόμουνα, έτσι ένιωθα αφήνοντας την αγαπημένη πόλη. Έτσι νιώθω και τώρα. Μια παράξενη αίσθηση μοναχικής ευδαιμονίας έχει καταλάβει το είναι μου όλο και δε λέει να το εγκαταλείψει με τίποτα. Κι αυτό ξενίζει τους άλλους. «Ακόμη δεν ήρθες και κλείστηκες στο σπίτι!» με κακίζουν οι φίλοι. Τώρα, πώς να τους εξηγήσω το γιατί; Πώς να τους κάνω να καταλάβουν ότι το να είμαι «κλεισμένος» στο σπίτι αυτή την εποχή είναι το καλύτερο για μένα; ότι για να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου πρέπει να δουλέψω σκληρά και μόνος και όχι ν’ αμπελοφιλοσοφώ σε κάποιο μπαράκι;
Λες και βρίσκομαι σ’ ένα αγώνα δρόμου με το χρόνο κι αυτό πολύ μου αρέσει. «Τρέξε,» του λέω, «τρέξε, αλλά θα έρθεις δεύτερος.»
Ναι, παράξενα πολύ είναι αυτά που μου συμβαίνουν. Τόσο παράξενα που με κάνουν και χαμογελώ συνεχώς. Δεν έχω σκοτούρα καμιά, εδώ και έξι μέρες.
Όλα ξεκίνησαν φυσικά μ’ εκείνη την προδοτική έλλειψη ύπνου, πριν την αναχώρηση απ’ την Τσιανγκ Μάι. Ήθελα να κοιμηθώ οκτώ ώρες, κοιμήθηκα τρεισήμισι και ξύπνησα μες στην τρελή χαρά, χωρίς να ξέρω το γιατί. Η υπόλοιπη ημέρα πέρασε σα μέσα σ’ ένα χαμογελαστό νυσταγμένο όνειρο. Ένιωθα ότι όλα θα πήγαιναν καλά, κι απλά πήγαν. Η πρώτη πτήση είχε μια μικρή καθυστέρηση, μ’ αποτέλεσμα να τρέχω για να φτάσω τη δεύτερη. Επειδή όμως πήγα τελευταίος δε βρήκα ουρά στον έλεγχο και σε δυο λεπτά έγιν’ η δουλειά μου. Προχωρώντας βιαστικά προς την πύλη εξόδου είδα το βιβλιοπωλείο, μπήκα μέσα βιαστικά, διάλεξα στα γρήγορα οκτώ βιβλία και προχώρησα. Αμέσως άρχισε η επιβίβαση. Γλύκα.
Στο Μπαχρέιν είχα δυόμισι ώρες αναμονή που κύλησαν σα νερό με... κρασί, ανάγνωση και ίντερνετ. Το χαμόγελο πάντα εκεί ζωγραφισμένο στα χείλη μου. Κι έγινε πλατύτερο, σχεδόν γέλιο, όταν επιβιβαζόμενος στο αεροπλάνο των Κυπριακών Αερογραμμών, οι αεροσυνοδοί πήραν να μου μιλάνε στα αγγλικά. Με είδανε, βλέπετε, φορτωμένο με βιβλία και σκέφτηκαν ότι αποκλείεται να μην είμαι ξένος. Έπαιξα για λίγο το παιχνίδι τους, αλλά όταν ήρθε η ώρα μια απ’ αυτές να με ρωτήσει: «Would you like something to drink, sir?» με τη γνωστή κυπριακή προφορά, της απάντησα με την καλύτερη οξφορδιανή δικιά μου: «Ένα καφέ ρε κορού, σε παρακαλώ!». Όπως λέμε στα κυπριακά: «Έμεινε βουνάρι.»
Όπως και νάχει, είδα κι έπαθα να πείσω και τη δεύτερη αεροσυνοδό ότι είμαι όντως κύπριος.
Η πτήση προς την Κύπρο, μέσω Ντουμπάι, είχε μια κάποια μεγάλη καθυστέρηση, αλλά δε στάθηκε ικανή, παρόλη την αϋπνία και την κούραση, να μου χαλάσει τα κέφια, όπως και τίποτα άλλο μετά και μέχρι τώρα, άλλωστε.
Όλα καλά, λοιπόν. Όλα ήσυχα, όλα όμορφα, όλα όπως -αυτή τη στιγμή- τα θέλω. Εύχομαι τα ίδια και για σας.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

12 Ιουνίου 2008. Πρωί...

Αγαπητέ Κανένα,
Το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής έχει αρχίσει. Σου γράφω από το αεροδρόμιο της Τσιανγκ Μάι σ’ ένα από τα μαγαζιά του οποίου – σε μια καφετέρια για να ’μαι πιο συγκεκριμένος – υπάρχει ένας καταρράκτης. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, δεν είναι αυτό το πιο απίστευτο. Το απίστευτο είναι ότι οι τιμές είναι οι ίδιες με την πόλη, δηλαδή πολύ χαμηλές.
Τώρα, αφήνοντας πίσω το παρόν θέλω να επιστρέψω στο άμεσο παρελθόν. Σήμερα έβαλα τα ξυπνητήρια για τις εννιά το πρωί και ξύπνησα στις πέντε. Κι εγώ, ο αισιόδοξος, που χαιρόμουνα πώς θα ταξίδευα για μια φορά ξεκούραστος, έμεινα χάσκοντας. Όχι ακριβώς χάσκοντας δηλαδή, αλλά κάτι σα χάσκοντας. Αδύναμος και λίγος άκεφος καθώς ήμουνα δεν είχα όρεξη για να κάνω κάτι ουσιαστικό έτσι τόριξα στα μπλογκς και στο Facebook. Διάβασα και έπαιξα όσο μπορούσα κι η ώρα γρήγορα πέρασε.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε νυσταγμένη αναμονή. Και θα βρεθώ σ’ αυτή τη θέση τρεις ακόμη φορές αφού μόλις χθες το βράδυ αντιλήφθηκα ότι θα περάσω κι απ’ το αεροδρόμιο του Ντουμπάι, οπότε καταντά πλέον σιδηρόδρομος αυτή η διαδρομή: Τσιανγκ Μάι – Μπανγκόκ – Μπαχρέιν – Ντουμπάι – Λάρνακα – Λευκωσία. Είκοσι τρεις ώρες συνολικά υπολογίζω να διαρκέσει το ταξίδι, εκτός κι αν χάσω την τρίτη πτήση και ξεμείνω στο Μπαχρέιν (σημείωση: δυστυχώς δεν την έχασα).
Κατά τα άλλα, υγιαίνομε και ανυπομονούμε να βρεθούμε και πάλι στην μπαμπά πατρίδα, με τους 35 βαθμούς θερμοκρασία (χαμηλή για την εποχή είν’ η αλήθεια) και το 80% υγρασία – να στάζει ιδρώτα ο γονιός και του παιδιού να μην του δίνει.
Αυτά! Λέμεν τα...

Υ.γ. Η συνέχεια ύπνου θέλοντος και χρόνου επιτρέποντος, αύριο...

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Να που οι μέρες μου στην Τσιανγκ Μάι έφτασαν στο τέλος τους. Αύριο το πρωί την κάνω μ’ ελαφρά πηδηματάκια για Μπανγκόκ-Μπαχρέιν-Λάρνακα-Ύπνο!
Θα μου λείψει η αγαπημένη μου πόλη; Δεν μπορώ στ’ αλήθεια να πω. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο χρόνος μου εδώ κάθε άλλο παρά χαμένος πήγε. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, πήρα πολλές σημειώσεις, γνώρισα νέους και πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους, εμπλούτισα τις γνώσεις μου σ’ ένα θέμα που μ’ ενδιαφέρει, πήρα αποφάσεις κι... ευχάριστα νέα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς μετά την παραμονή του σε μια πόλη για δυο μήνες; Λιγότερη βροχή ίσως!
Πάντως, μιλώντας σε μια πιο προσωπική νότα, εδώ και αρκετές βδομάδες νιώθω έντονα πώς -όπως λέμε- «οι τροχοί γυρίζουν». Αν ήταν ένα φευγαλέο συναίσθημα δε θα του έδινα σημασία, αλλά όταν είναι τόσο έντονο και κρατάει για τόσο πολλή καιρό, δεν μπορώ να το αγνοήσω. Δεν είναι πώς η «τύχη μου» άρχισε ξαφνικά ν’ αλλάζει από μόνη της, είναι το πώς τη σπρώχνω συνεχώς, τη βοηθάω ν’ αλλάξει, εδώ και ένα σχεδόν χρόνο. Δεν ξέρω, αυτό ίσως και να είναι ένα σημάδι ότι επιτέλους ξεπέρασα την αιώνια εφηβεία μου, ότι τώρα πια ξέρω που πατώ και που πηγαίνω. Τώρα, καλό είν’ αυτό ή κακό; Θα δείξει.
Κατά τα άλλα, με τη βοήθεια της μαμάς Ζιβανίας, η κυρά γρίπη σχεδόν με εγκατέλειψε, αλλά και πάλι δεν μπορώ να γράψω. Ετούτη τη φορά, όμως, επειδή ξέμεινα από χρόνο. Τις λίγες ώρες που μου απομένουν σήμερα θα τις ξοδέψω τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία για τις τελευταίες αγορές (αν και ακόμη αναρωτιέμαι που θα στριμώξω 25 βιβλία, έξι από τα οποία αδιάβαστα), στο εστιατόριο του Μάρτιν για το καθιερωμένο τελευταίο δείπνο και στο μπαρ του Τζον για τη στερνή μπύρα Λίο. Αν βρω λίγο χρόνο ίσως εμπλουτίσω ακόμη περισσότερο το μπλογκ, όπου ήδη πρόσθεσα κάποιους νέους συνδέσμους, την ατάκα της ημέρας, καταλόγους με συγγραφείς και ποιητές και τη γαϊδουρο-ελεφαντο-φάτσα μου, όπως τη βλέπουν οι αθώοι περαστικοί περνώντας από το Facebook.
Αν είχα στον υπολογιστή κάποιους στίχους που έγραψα παλιά ίσως να τους ανέβαζα κι αυτούς για να σας τιμωρήσω που με διαβάζετεJ
Σε ό,τι αφορά τα της ανάγνωσης κατάφερα και τέλειωσα το “Blood Work” του Μάικλ Κόνελι και άρχισα το “Void Moon” του ίδιου. Θ’ ακολουθήσει το “The Sleeping Doll” του Τζέφρι Ντίβερ.
Μ’ αυτά κι αυτά... πάπαλα. Ό,τι είχα να πω το είπα, ό,τι είχα να γράψω το έγραψα. Αεροπορικών Εταιρειών Αδεία και Ύπνου Επιτρέποντος θα τα πούμε ξανά την Παρασκευή από τη Λευκωσία.
Μέχρι τότε, καλά ποτά!

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Το γράμμα που δεν έγραψα

Είδα χθες το βράδυ σε μια παλιά φωτογραφία,
Το ραγισμένο σου πρόσωπο και
Σκέφτηκα να σου γράψω ένα γράμμα,
Αλλά δεν τα κατάφερα.
Οι λέξεις σχηματίζονταν στο νου,
Έπαιρναν μορφή και μετασχηματίζονταν
Σε ομίχλη που διαλυόταν στο πέρασμα
Του αόρατου αισθησιοπλάνου αέρα.
Τι λόγια να πω,
Πώς να μιλήσω για όλα αυτά που ζήσαμε,
Δίχως να τα μειώσω, χωρίς να κλέψω κάτι απ’ την αξία τους;
Πώς;
Το μελάνι στέρεψε, οι εικόνες μέσα μου θέριεψαν,
Πήγα για ύπνο κι ονειρεύτηκα τα μάτια σου
Για να ξυπνήσω σε μια νέα άνοιξη.
Τώρα,
Σε σκέφτομαι...
Σε σκέφτομαι σαν ένα παραλήρημα της ζωής,
Σα μια δικαίωση του ονείρου,
Σαν τα χρώματα που μπογιάτισαν με περίσσια στοργή
Τον αλλοτινό πίνακα της ευτυχίας μου.
Σε σκέφτομαι σα μια σκιά που πάντα οδηγεί τα βήματά μου
Σε κόσμους κυματιστούς, παράλληλους,
Σαν το τραγούδι του πρωινού και τη
Γλυκιά μελαγχολία της δύσης.
Σε σκέφτομαι σαν το ποίημα της γης μου που περπάτησες,
Και τ’ ουρανού μου που χάραξες με πινελιές ευτυχίας.
Σε σκέφτομαι και θέλω να σου γράψω ένα γράμμα,
Μα δεν μπορώ...