Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σ' αγαπώ απελπισμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σ' αγαπώ απελπισμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα eBook

Η Μάγια είναι ένα μοναχικό κορίτσι που ζει σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται αλλά είναι η Λευκωσία. Ο Νικόλας ζει στην ίδια πόλη. Η τύχη θα οδηγήσει τους δυο τους  μια βραδιά σ’ ένα κήπο ερημικό κι αμέσως θα συναντήσει ο ένας στον άλλο την αδελφή ψυχή του. Ο έρωτας ανάμεσά τους θα φουντώσει από τη μια στιγμή στην άλλη, και θα είναι ένας έρωτας σχεδόν ονειρικός, αλλά -το μεγάλο Αλλά- θα τον καταδικάσουν στον αφανισμό τα πείσματα και οι εμμονές τους.
     Τώρα ζουν κι οι δυο μοναχοί αναθυμούμενοι τα παλιά, σε διαφορετικές πλέον πόλεις, και προσπαθούν να μετρήσουν τα λάθη τους και τα σωστά, να ξεφύγουν από το παρελθόν και να χαράξουν πορεία για μια νέα ζωή. Ο ένας, στα Χανιά, ζει τον πρώτο ίσως της ψυχής του χειμώνα. Περιφέρεται στους δρόμους της νύχτας μοναχός, πίνει ρακή και κόκκινο κρασί σε μέρη ήσυχα, σκέφτεται την πτώση του και νιώθει σίγουρος ότι ο αγαπημένος τόπος θα τον αναστήσει ξανά. Η άλλη, στη Λευκωσία, για μήνες παραπαίει ανάμεσα στην απόγνωση και την αποθυμιά και νιώθει σίγουρη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά δεν είναι. Και τώρα πρέπει να βρει τη δύναμη ν’ αλλάξει ζωή και να προχωρήσει προς το αύριο, έχοντας δίπλα της έναν αναπάντεχο συνοδοιπόρο και μέσα της μια μελλοντική υπόσχεση.
     Αυτή όμως δεν είναι μοναχά η ιστορία του Νικόλα και της Μάγιας. Ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζουν σ’ αυτήν και δύο δευτερεύοντες αρχικά, αλλά πιο σημαντικοί όσο περνά η αφήγηση χαρακτήρες: Η Αριάδνη, φίλη του πρώτου, η γυναίκα που τον ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα, και η Νάζια, μια από τις «Γυναίκες της συγνώμης», που κάποιοι απ’ τους αναγνώστες θα θυμούνται απ’ το ομώνυμο βιβλίο. Για μια ακόμη φορά οι ήρωες περιπλανούνται από τόμο σε τόμο, από τόπο σε τόπο, κάνουν νέους φίλους και γνωρίζουν νέες συγκινήσεις, καθώς ο τροχός της μοίρας εξακολουθεί να γυρίζει.
     Το «Σ’ αγαπώ απελπισμένα» είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που κτίζουν κόσμους και γκρεμίζουν βεβαιότητες ή και αντίστροφα. Στο επίκεντρό της, όπως και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, είναι οι άνθρωποι. Αυτοί που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί που συναντάμε κάθε πρωί στο δρόμο μας ή και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Άνθρωποι που βρίσκουν την αγάπη και τη χάνουν, μα οι οποίοι δεν τα παρατάνε. Η ζωή, μοιάζουν να θέλουν να μας πουν, είναι ένας αγώνας. Κι αυτοί είναι αποφασισμένοι με κάθε μέσο να τον κερδίσουν.

Αποσπάσματα: Κεφάλαιο 1, Κεφάλαιο 2, Κεφάλαιο Β' 1, Κεφάλαιο Β' 2

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 2

Θέλει να του γράψει. Να του γράψει και να του ζητήσει να γυρίσει πίσω. Έτσι, απλά! Αλλά, δε θα το κάνει. Γιατί αν το κάνει, ίσως εκείνος σπεύσει να εκπληρώσει την επιθυμία της, κι αυτό δεν το θέλει η Μάγια. Όχι, δεν το θέλει. Της πήρε πολλή χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα της απουσίας του. Θα της πάρει άλλο τόσο ν’ αλλάξει τη ζωή της.
«Τι είναι τέσσερις μήνες; Τίποτα!» σκέφτεται. Μα, οι τέσσερις μήνες που πέρασαν από τότε που έφυγε ήταν οδυνηροί, οι τέσσερις που θα ακολουθήσουν θα είναι επίσης, αλλά είναι σίγουρη πως η ζωή της θα πάρει μια αποφασιστική στροφή προς το καλύτερο.
«Τι να κάνει, άραγε; Πώς να είναι;» συλλαμβάνει πού και πού τον εαυτό της να αναρωτιέται. Θα ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να μάθει τα νέα του, ν’ ακούσει τη φωνή του. Το μόνο που εκείνος δεν έχει κινητό. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, έχει, όπως έμαθε, υπολογιστή. Το μόνο που δεν έχει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αντί αυτού του αρέσει να γράφει μακροσκελή γράμματα. Μα, σε πια εποχή ζει, επιτέλους;
«Στη δική του εποχή ζει ο Νικόλας. Όχι στη δική μου, όχι στη δική τους. Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησα τόσο, επειδή δε θυμίζει σε τίποτα τους άλλους ανθρώπους!»
Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησε τόσο, αλλά ίσως και γι’ αυτό να πρέπει να τον ξεχάσει, όσο μπορεί να τον ξεχάσει. Ήταν ο άνθρωπός της. Κάποιος άλλος πρέπει και μπορεί κάποτε να πάρει τη θέση του. Όχι πως το επιδιώκει. Απλά τον τελευταίο καιρό έχει πάψει να παριστάνει την ερημίτισσα. Άρχισε να βγαίνει λίγο έξω, να γνωρίζει -όχι πολλή- κόσμο, να μαζεύει σταγόνες ζωής. Μόνο αυτό. Δεν ψάχνει κάτι, δεν ψάχνει κανένα, όχι τώρα, όχι ακόμη. Ο έρωτας μπορεί να περιμένει.
Στη δουλειά τα πάει καλά, αλλά δύσκολα τα βγάζει πέρα. Η τηλεόραση της πρόσφερε πολύ χρήμα, πολλές ανέσεις, τώρα πρέπει να συνηθίσει να ζει με λιγότερα. Κανένα πρόβλημα! Πού και πού μόνο, όταν στενεύουν λίγο τα πράγματα, κάνει καμιά διαφήμιση για το ραδιόφωνο, ενώ της έχουν προτείνει και μια εκπομπή. Το σκέφτεται. Δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα. Θα συμπληρώνει το εισόδημά της, χωρίς να ξοδεύεται ψυχικά. Αν ήταν εκεί ο Νικόλας θα την υποστήριζε σίγουρα σε μια τέτοια απόφαση.
Αλλά, δεν είναι! Κι έτσι τώρα δεν έχει κανένα με τον οποίο να μιλήσει γι’ αυτά που την απασχολούν, ή, μάλλον, σχεδόν κανένα. Κάθε τόσο συναντά την Αριάδνη, την παλιά φίλη του καλού της, και μ’ αυτή συζητά τα πάντα. Ακούγεται τρελό, αλλά την εμπιστεύεται. Νιώθει σίγουρη πως ό,τι κι αν της πει, δε θα το ακούσει ποτέ κανείς άλλος απ’ τα χείλη της, ούτε καν ο Νικόλας. Κάηκε η Αριάδνη, κάηκε κι αυτή, πολλές φορές, κι έμαθε. Έμαθε να διαβάζει τους ανθρώπους και να εκτιμά απεριόριστα τη φιλία. Παλιά, της εκμυστηρεύτηκε, ήταν αλλιώς. Πίστευε πολύ τους ανθρώπους, αγαπούσε πολύ και πληγωνόταν πολύ. Είδε κι έπαθε μέχρι να καταλάβει μια μέρα ξαφνικά ότι για κάποια πράγματα δεν αξίζει καθόλου να ξοδεύεται κανείς. Σ’ αυτήν πρωτοείπε, λοιπόν, το μυστικό της, και είναι σίγουρη πως το κράτησε. Αλλιώς ο Νικόλας θα της κτυπούσε εδώ και καιρό την πόρτα.
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να αλλάζει η Μάγια, να γίνεται όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο κοντινή κι απόμακρη απ’ τους ανθρώπους, ν’ αγκαλιάζει τη μοναξιά της, να την αγκαλιάζει και την κάνει δημιουργία. Η αυτοπεποίθησή της πήρε ημέρα με την ημέρα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Άρχισε να ζωγραφίζει και πάλι, κι οι πίνακές της δε θυμίζουν πια εφιάλτες. Γράφει στίχους και τα τραγούδια της δε μιλάνε πια για τη λύπη και το χωρισμό. Βγάζει και φωτογραφίες, αιχμαλωτίζει στο βλέμμα και στο χαρτί την ομορφιά της φύσης, που της έχει λείψει τόσο από την ημέρα που έφυγε εκείνος.
«Α, ρε Μάγια!» κοιτά τον εαυτό της στον καθρέφτη, κάθε τόσο, και λίγο χαμογελά, «Α, ρε Μάγια, πόσο άλλαξες, πόσο όμορφα αλλάζεις!»
«Ομορφαίνεις τον κόσμο, καλή μου, με την παρουσία σου!» της είπε κάποτε η Αριάδνη, που ποτέ, είτε καλά, είτε κακά, δε μασάει τα λόγια της. «Έτσι ωραία που μεταμορφώνεσαι εσύ, κοίτα να μεταμορφώσεις και τους γύρω σου. Έχεις ιδέα, βρε κουτό, πόση θετική ενέργεια εκπέμπεις; Σχεδόν βλέπω την αύρα σου. Για δες το πρόσωπό σου πόσο λάμπει, κι ας ραγίζει το βλέμμα. Για δες πως αυτό που σου συμβαίνει σε λούζει στο φως. Να μην κλαις για τίποτα, καλή μου, για τίποτα και για κανένα. Μόνο από χαρά, μόνο απ’ τα γέλια...»
Ποια χαρά; Ποια γέλια; Όσο καλύτερα κι αν νιώθει τώρα, της είναι ακόμη αδύνατον να βουτήξει βαθιά στα νερά της ζωής εκεί έξω. Κάνει ένα-ένα, σιγά-σιγά, τα βήματα που θα τη βγάλουν οριστικά από την απομόνωση. Μπορεί να ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, αλλά τους χρειάζεται. Δεν μπορεί να ζει πια μόνο με τα φαντάσματά της, τα βαρέθηκε πολύ. Είναι αυτάρκης, αλλά δεν είναι. Διχασμένη προσωπικότητα είναι. Όπως κανείς. Όπως όλοι.
Το μόνο της πρόβλημα, το μόνο πραγματικά μεγάλο της πρόβλημα, είναι οι γονείς της. Οι γονείς της κι οι πρώην φίλοι. Αυτοί που την οδήγησαν στην καταστροφή. Όλο της τηλεφωνούν για το ένα και το άλλο, όλο την πιέζουν να κάνει αυτό που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Κι όλοι, μα όλοι, ξέρουν τι είναι καλύτερο για τον εαυτό της, εκτός από την ίδια. Κάθε φορά που τους συναντά, κάθε φορά που τους ακούει -όχι δεν τους μιλά, δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να πετά λόγια στον αέρα- φουντώνει μέσα της μια επιθυμία άγρια, μια επιθυμία να τους πει να πάνε όλοι στο διάολο, κι αυτοί και οι ιδέες τους, αλλά δεν το κάνει. Τους ακούει μόνο, λίγο χαμογελαστά λίγο θλιμμένα, και κοιτάει στο υπερπέραν. Όχι, αυτό δε θα τους περάσει, σκέφτεται. Δε θα τους περάσει. Αρκετά τη σκότωσαν. Τα λάθη της από δω κι εμπρός θα είναι δικά της. Είτε τους αρέσει, είτε όχι.
Πού και πού τα βάζει ακόμη με τον εαυτό της η Μάγια, με την παθητικότητά της, με τη δειλία της. Αν και δεν είναι ακριβώς δειλή, απλά, παρόλα τα βάσανά της, παρόλ’ αυτά που έζησε και έπαθε, η καρδιά της ξεχειλίζει από καλοσύνη. Έτσι, όσο κι αν την πλήγωσαν οι άλλοι, ποτέ δε θα έκανε κάτι για να τους το ανταποδώσει. Θα μπορούσε να τους αποφύγει, ωστόσο, αλλά ούτε κι αυτό το κάνει.
Αξιολύπητο! Έτσι νιώθει κάποτε τον εαυτό της, αλλά και τι μ’ αυτό;
Ένα μικρό αγκάθι, ωστόσο, της χαρακώνει την ψυχή: ο θάνατος της Μαρίας. Θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτόν. Επειδή δεν προσπάθησε, δεν προσπάθησε να τη σώσει. Όχι πως θα μπορούσε, αλλά τουλάχιστον θα ήταν εκεί. Δε θα πέθαινε μόνη κι αβοήθητη.
Πηγαίνει κάθε βδομάδα στον τάφο της, πάντα κάποιο πρωινό καθημερινής που δεν βρίσκεται κανείς άλλος στο νεκροταφείο, πηγαίνει και κάθεται εκεί μπροστά του και της μιλά. Της λέει τα νέα της, λες και είναι ζωντανή, λες και μπορεί να την ακούσει, της μιλά για τον Νικόλα που δε δίνει στην ίδια σημεία ζωής, για τα θολά μα ζωντανά της όνειρα για το μέλλον και της ζητά να τη συγχωρέσει, κι ας μην ήταν ποτέ στ’ αλήθεια φίλες. «Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά!» ψιθυρίζει πάνω από το νοτισμένο χώμα, το οποίο πήραν να στολίζουν κάποια αγριολούλουδα.

Είναι άνοιξη. Η γη πρασίνισε. Τα χελιδόνια πήραν να επιστρέφουν. Ένα ποτάμι λείπει μόνο για να της ζωγραφίσει με χρώματα ευωδιαστά της ζωής της το τοπίο, ετούτο το πρωινό. Ένα ποτάμι! Μα, που να βρεθεί τέτοιο σ’ ετούτη την άχρωμη πόλη;
Μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει ένα σι ντι με τραγούδια από το Πράσινο Ακρωτήρι να παίζει και κινά για τα βουνά. Το κινητό κλειστό, η ψυχή ανοιχτή. το ποτάμι, το μακρινό μονοπάτι της φύσης, κι ο αγαπημένος της καταρράκτης την περιμένουν. Επιστροφή στην αρχή. Στο αύριο...

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 1

Πρέπει να την ξεπεράσει. Και να προχωρήσει. Αυτό πρέπει να κάνει. Κι ας του λείπει. Αφόρητα. Αποπνιχτικά.
Ώρες-ώρες νιώθει να τρελαίνεται. Ακούει φωνές που μοιάζουν πολύ στη δική της, με ανοικτά τα μάτια τα βράδια, βλέπει διάφανες οπτασίες που φέρουν τη μορφή της, να διασχίζουν νωχελικά το κενό του μοναχικού του δωματίου. Αλλά, πολεμά. Τους πολεμά τους δαίμονές του. Και θα τους νικήσει. Ακόμη μία φορά.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς την κάθε ώρα του, την κάθε του στιγμή μέσα στις αναμνήσεις, να ερωτοτροπεί με την τρέλα. Όμως αυτός, προς το παρόν, δεν έχει άλλη επιλογή. Νιώθει σπασμένος, ηττημένος, αλλά αποφασισμένος για τη φυγή προς τα μπρος.
Ζωγραφίζει... Ζωγραφίζει την εικόνα της μέσα του. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη φωτογραφία της στο φορητό υπολογιστή, που μόλις αγόρασε, να κοιτά με θλιμμένο, λες, βλέμμα το κενό. Της χαϊδεύει νοητικά τα μαλλιά, της ζεσταίνει μ’ ένα αδιόρατο φιλί το μάγουλο. Πόσο τη θέλει! Πόσο δε θέλει πια να την έχει!
Αλήθειες πικρές τον ζώνουν από παντού, του χαρακώνουν από άκρη σ’ άκρη την ψυχή, συνεχώς του δείχνουν το σκοτάδι. Κι αυτός προσπαθεί να τις πνίξει, να πάρει ένα σφουγγάρι και να τις σβήσει. Πίνει χάπια για να κοιμηθεί, οινόπνευμα για να ξεχάσει. Κοιμάται λίγο. Ξεχνάει ακόμη λιγότερο.
Μα, δε θέλει να στρέψει το χρόνο πίσω. Να το σπρώξει, να πάει μπροστά, αυτό θέλει. Κι ας ξέρει. Ξέρει ότι πάντα, ή σχεδόν πάντα, αυτό που πιο πολύ θέλουμε να γίνει, αυτό που βιάζουμε να συμβεί, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται. Όταν ψάχνει κανείς, δε βρίσκει.
Προσπαθεί σκληρά, πολύ, να αφήσει και πάλι τον εαυτό του ελεύθερο, να ξεφύγει από τη σκιά της, να ξεφύγει από τη μαγεία της Μάγιας, της γλυκιάς του ψευδαίσθησης, της υπόσχεσης που δεν έμελλε να βγει αληθινή.
Κάθε στίχος τραγουδιού τη θυμίζει, κάθε ανάγνωση βιβλίου τη ζωντανεύει. Κι αυτός δίχως τα τραγούδια και τα βιβλία δεν μπορεί. Πώς να μπορέσει μακριά της;
Τα μάτια του έχουν ξεσυνηθίσει πια τη θέα των ανθρώπων. Έχουν γίνει μια σπηλιά που εκεί μέσα βρίσκεται πια βαθιά χωμένος. Τα μαλλιά του μάκρυναν πολύ, στο πρόσωπό του κάνει κατάληψη μια, τόπους-τόπους γκρίζα, αγριωπή γενειάδα. Γερνάει επιτυχώς.
Πάνε τέσσερις μήνες από τότε που έφυγε. Τέσσερις μήνες που είναι απόλυτα μόνος και δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να τη ξεχάσει. Τέσσερις μήνες που δεν έχει μιλήσει στ’ αλήθεια σε κανένα.
Μόνο όταν πνίγεται πολύ, όταν δεν μπορεί πια να ανασάνει από τον πόνο και τη μοναξιά, μόνο τότε επιτρέπει στον εαυτό του να βγει έξω στο φως της νύχτας, να αναμιχθεί για λίγο με τις φυλές των ανθρώπων, να μυριστεί τα χνώτα τους, να μοιραστεί -σχεδόν απαρατήρητος- μαζί τους κάποιες στιγμές.
Δεν ξέρει κανένα, δεν τον ξέρει κανείς. Κι αυτό είναι θάνατος, κι αυτό είναι σωτηρία.
Πάντα στους ίδιους δρόμους τριγυρνά, πάντα στα ίδια μέρη πάει. Εκεί, που κάποιο χειμώνα, που τώρα φαντάζει στα μάτια του απέραντα μακρινός, γνώρισε μια αγάπη μεγάλη. Κι εκεί που την έχασε.
Πίνει πολύ, μεθάει αργά, με σύστημα. Ποτέ δε ξεφεύγει. Πάντα έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Παρατηρεί με προσοχή τους ανθρώπους, αλλά τώρα πια δεν τους βλέπει. Δεν τους βλέπει όπως παλιά, όπως τότε που ήταν ο εαυτός του – που κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα μπλοκάκι σημειώσεων και σκάρωνε στο πι και φι για τον καθένα τους μια ιστορία. Δεν μπορεί να γράψει πια. Στέρεψε. Εκείνα τα δύο γράμματα στην αγαπημένη, εκείνα ήταν τα τελευταία του γραπτά. Τώρα γράφει απουσίες.

Αλλά, δεν περνά τόσο απαρατήρητος όσο πιστεύει, ή όσο θέλει να πιστεύει. Ένα ζευγάρι μάτια τον παρακολουθεί στενά κάθε φορά που πηγαίνει στο αγαπημένο του ήσυχο και ημιφωτισμένο μπαράκι. Το πρόσωπο που φωτίζουν γεύτηκε το δικό του μερίδιο στον πόνο, πέρασε πολλά, έχασε πολλά, αγάπησε λίγο, αγαπήθηκε λίγο, έχασε πολύ.
Τον ξέρει, τον ξέρει καλά αυτό τον άνθρωπο η Νάζια, τον αναγνωρίζει, σα μέσα από ένα όνειρο, σαν κάποιο που της μοιάζει πολύ. Καταλαβαίνει τη μοναξιά του, διαβάζει την απόγνωση στο βλέμμα του, νιώθει τον πόνο του και την απέλπιδα προσπάθειά του να κρατηθεί από τη ζωή. Εδώ και τέσσερις μήνες βρίσκεται εκεί. Πηγαίνει μέρα παρά μέρα, κάθεται στην πιο απόμακρη και σκοτεινή πλευρά του μπαρ και πίνει σιγά-σιγά, αμίλητα, τα ποτά του. Σαν έκπτωτος άγγελος και σαν κλοσάρ της αγάπης.
Κάτι την σπρώχνει να τον πλησιάσει, να του μιλήσει, να τον ακούσει, ακριβώς όπως έκανε παλιά ένας άλλος άγνωστος για κείνη, κάποιος που την έσωσε. Αλλά, πώς να το κάνει αυτό; Πώς; Μοιάζει τόσο απρόσιτος, που λίγο την τρομάζει. Όχι, δεν είναι κακός άνθρωπος, από δαύτους γνώρισε πολλούς, αυτό το καταλαβαίνει, αλλά, να, σα να μη θέλει να βγει από τη μοναξιά του, σα να τρέφει τον πόνο του εθελοντικά, πεισματικά. Και, σα να μη βλέπει τους άλλους ανθρώπους. Τα μάτια του λες και κοιτάν μόνο προς τα μέσα.
Μια φορά μόνο προσπάθησε να τον πλησιάσει, αλλά όχι πολύ, μια φορά που είδε τα μάτια του σχεδόν να αιμορραγούν από τον πόνο. Πέρασε από πίσω του αλαφροπατώντας σαν αερικό και του ψιθύρισε στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! κι απομακρύνθηκε. Όταν γύρισε σε λίγο το βλέμμα της προς τα κει, της φάνηκε ελαφρά έκπληκτος και μετά κάπου απογοητευμένος, λες και του είχε μιλήσει κάποιο φάντασμα.
Από τότε, τίποτα. Δεν προσπάθησε ξανά να βρεθεί κοντά του, κι ούτε καν να του ρίξει κάποιο βλέμμα στα φανερά. Σκέφτηκε ότι όσο δεν το αποφάσιζε ο ίδιος να βγει απ’ το ματωμένο του κλουβί, κανείς δε θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Μα, να που απόψε... Απόψε της φαντάζει κάπως διαφορετικός. Λίγο πιο ζωντανός. Κι ας μη φαίνεται να το καταλαβαίνει. Μια μικρή σπίθα, τοσοδούλα, πάει να του φωτίσει το βλέμμα, αν και η θλίψη εξακολουθεί να του χαράζει το πρόσωπο.
«Βγαίνει στο φως!» σκέφτεται μ’ ένα κρυφό χαμόγελο η Νάζια. «Επιτέλους, βγαίνει στο φως...»
Κι η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συμβαίνει. Για πρώτη φορά από τη μέρα που πάτησε το πόδι του στα Χανιά νιώθει κάπως διαφορετικά. Το μέσα του ελαφρά χαμογελά. Και δεν ξέρει καν το γιατί. Αλλά, δε χρειάζεται να το ξέρει κιόλας. Απλά, η αρρώστια πάντα έρχεται γρήγορα κι οδυνηρά, κι η γιατρειά αργά κι αβίαστα.
Θέλει! Θέλει να χαμογελάσει πλατιά στη ζωή εδώ και τώρα, αλλά δεν μπορεί. Είναι ακόμη νωρίς. Μα, έγινε η αρχή. Το νιώθει μέσα του, του το λένε τα σωθικά του.
Ξαφνικά νιώθει μια σκιά δίπλα του, από πάνω του. Ανασηκώνει το βλέμμα. Βλέπει δυο φωτισμένα μάτια να τον παρατηρούν, ένα χέρι να του προτείνει ένα σφηνάκι ρακή. Το παίρνει. Κρατά κι εκείνη ένα. Τα τσουγκρίζουν.
«Στο αύριο!» εύχεται εκείνη και του χαμογελά, παίρνει τα άδεια ποτηράκια και νωχελικά απομακρύνεται.
Εκείνος παραμένει εκεί, στη θέση του, ακίνητος, για λίγο σαστισμένος. Σύντομα, όμως, βγαίνει απ’ το τριπάκι του, σηκώνεται σιγά-σιγά και φεύγει.
Σε λίγα λεπτά βρίσκεται στο δωματιάκι του, ξαπλωμένος σ’ ένα παλιό κρεβάτι που τρίζει. Φοβάται πως από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστούν τα φαντάσματά του, αλλά δεν το κάνουν. Γαληνεύει.
«Στο αύριο!» σκέφτεται και σύντομα αποκοιμιέται. Βλέπει όνειρα πολύχρωμα που δεν καταλαβαίνει.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2

«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...
Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1

Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»
Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα ΙΙ

Ένα ακόμη απόσπασμα από την πρώτη εκδοχή της νουβέλας "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα"

Μόνο όταν κάναμε έρωτα ένιωθα ότι ζω πραγματικά, έπαιρνα ζωή απ’ τη ζωή του, φλόγα απ’ τη φλόγα του και απελευθερωνόμουν, έσβηνα το παρόν και το παρελθόν, απλά ήμουνα εγώ, και ήμουνα ευτυχισμένη. Τι όμορφο, τι θεϊκό πράγμα είναι το να σβήνει κανείς μέσα στον άλλο, να παίρνει φως απ’ το φως του, ανάσα απ’ την ανάσα του! Θύμησες, γλυκιές μου αναμνήσεις. Αλλά, μη νομίζει κανείς ότι ήταν όλα πάντα μέλι γάλα μεταξύ μας. Είχαμε και τους καυγάδες μας, καυγάδες μυθικούς - μα, κάπως ψεύτικούς θαρρώ - για πράγματα σημαντικά κι ασήμαντα, για τον τρόπο που έβλεπε ο καθένας μας απ’ τη δικιά του σκοπιά τη ζωή. Εκείνος πάντα αισιόδοξος, γαλήνιος, επέμενε με πάθος ότι η ζωή είναι ωραία, ένα ποίημα. Εγώ, αντίθετα δεν την έβλεπα με ρόδινα χρώματα. Οργιζόμουνα για χίλια δυο πράγματα, ήμουνα απαισιόδοξη. ‘Για δες που μας πάνε ρε οι άνθρωποι,’ κραύγαζα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την παγκοσμιοποίηση, έβγαζα παθιασμένους λόγους για τη φτώχεια που επικρατεί αλλού… Εκείνος; Εκείνος με κοιτούσε μ’ ένα λιγάκι συγκαταβατικό χαμόγελο και μου έλεγε: ‘Εύκολο είναι να διαμαρτύρονται οι βολεμένοι, με τα κινητά τους τηλέφωνα, τους υπολογιστές, τα αυτοκίνητά τους και τις καταθέσεις στην τράπεζα, ειδικά όταν έχουν μπροστά τους ένα πιάτο γεμάτο φαϊ, ποτό, και οργίζονται μ’ αυτά που βλέπουν στη μικρή οθόνη…’ Ω, πόσο σε μισούσα - πόσο τον μισούσα - εκείνες τις στιγμές. Με κτυπούσε εκεί που πονούσα, αλλά πονούσα στ’ αλήθεια; δεν ξέρω. Του άρεσε να μιλά συνέχεια για τους επαγγελματίες επαναστάτες του σήμερα, τους βολεμένους του αύριο. Μου άνοιγε τα μάτια, αλλά με εξόργιζε. Τον αγαπούσα με πάθος, αλλά έτρεμα στην ιδέα ότι μπορούσε κάθε στιγμή, με τα πιο απλά του λόγια να με πληγώσει, και μάλιστα χωρίς να το θέλει. Τρελό, δεν είναι; Δεν μπορώ να πω με σιγούρια αν μαζί του πέρασα πιότερο καλές ή άσκημες στιγμές, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι καλύτερες μου αναμνήσεις είναι απ’ την εποχή που ήμασταν ένα. Την εποχή εκείνη που μου χάριζε απλόχερα την αγάπη του, χωρίς να ζητά τίποτα από μένα, την εποχή που είχα δίπλα μου κάποιο στον οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να μιλήσω για να με καταλάβει, που μπορούσε να με παρηγορήσει δίχως λόγια, να ζεστάνει την ψυχή μόνο και μόνο με την παρουσία του. Δεν ξέρω πόσοι και πόσες έχουν ζήσει κάτι τέτοιο, αλλά λέω με το χέρι στην καρδιά ότι, αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, δε θα έκανα τα ίδια λάθη, δε θα τον έδιωχνα, δε θα τον έχανα. Τις στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν τις αλλάζω με τίποτα, αλλά μετανοιώνω για τις στιγμές που έχασα τόσο καιρό μακριά του.


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα

Για κάποιο λόγο που δεν θέλω ν' αναφέρω θυμήθηκα αυτή την ανέκδοτη νουβέλα και είπα ν' αναρτήσω ένα κεφάλαιο. Ίσως και να το έχω ανεβάσει ξανά, αλλά δεν έχει σημασία.

Εκείνο που από την αρχή πιότερο την εξέπληξε ήταν η ηρεμία του, που έμοιαζε ν’ αγγίζει τα όρια της αναισθησίας. Αλλά, όχι, δεν ήταν αναίσθητος, κι αυτό το είχε ήδη αποδείξει, γαλήνιος ήταν. Και η γαλήνη που διέτρεχε την ύπαρξή του όλη ήταν τόσο απτή, τόσο εκκωφαντική, που θα μπορούσε να σου σπάσει τα νεύρα. Α, ήταν και φευγάτος πολύ. Φευγάτος, μα εξολοκλήρου εκεί. Όλος ένα μυστήριο.
Περπατούσανε για ώρα σιωπηλοί. Δε τη ρωτούσε τίποτα, δεν έψαχνε να βρει καμία απάντηση στα ερωτηματικά που μέχρι τώρα όφειλαν να καρπίσουν μέσα του. Μάλλον δεν ενδιαφερόταν καθόλου να μάθει πώς βρέθηκε ένα βράδυ Σαββάτου-ξημέρωμα Κυριακής σ’ ένα πάρκο, μόνη και δακρυσμένη. Ή τουλάχιστον έτσι εκείνη πίστευε τότε, αφού όπως θα της ομολογούσε αργότερα, απλά την άφηνε να επιλέξει κατά πόσο ήθελε να του μιλήσει ή όχι. Δεν ήθελε να βιάσει τις απαντήσεις της. Έτσι κι αλλιώς το λόγο τον είχε μαντέψει, οπότε δεν παρέμεναν παρά μονάχα οι λεπτομέρειες. Λεπτομέρειες που δεν του έκανε το χατίρι ή την τιμή να του της πει, αφού λόγω της τότε φτωχής της πίστης στους ανθρώπους, δε θα μπορούσε να μιλήσει ποτέ σε κάποιον άγνωστο γι’ αυτά που τυραννάνε το μέσα της – όχι πως μπορεί τώρα, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.
Συνέχισαν, λοιπόν, σχεδόν αμίλητοι να διασχίζουν μαζί και μόνοι, βήμα το βήμα, τη δίχως συγκεκριμένο προορισμό διαδρομή τους, κλέβοντας φευγαλέες ματιές και σιωπές, και νοτισμένες ανάσες ο ένας απ’ τον άλλο.
Δεν ξέρει, δε θυμάται ακριβώς πόσο κράτησε εκείνη η βόλτα. όπως δεν ήξερε τότε πόσα πολλά θα σήμαινε για κείνη κάποια μέρα. αφού κάποτε, στο άμεσο μέλλον μάλιστα, θα της άνοιγε τις πύλες σε μια νέα ζωή. σε μια ζωή γιομάτη τρυφερότητα και αλήθεια, συγκρούσεις και φιλιώματα, έρωτα και αποστροφή.
Τώρα, κλείνει τα μάτια της σφικτά και τους ζωγραφίζει με μαεστρία πολλή στον καμβά του αναπόφευκτου χθες. Τους ζωγραφίζει να περπατάνε, γνωστοί και ξένοι μαζί, στους δρόμους της παλιάς πόλης. αφουγκράζεται τους ήχους της μέρας που ξυπνά, της νύχτας που ξεψυχά και το μέσα της γεμίζει ολόκληρο με τα χρώματα της ρόδινης αυγής και της ζεστής απρόσμενής του παρουσίας.
Όχι, δεν ήταν εκείνη η πιο ευτυχισμένη νύχτα-μέρα της ζωή της, αλλά να, ίσως να ήτανε τελικά η πιο σημαντική. Ήταν η αρχή. Η αρχή που θα την ακολουθούσαν πολλά τέλη. Η αρχή για τα πάντα και για το τίποτα. το τίποτα που τώρα ζει.
Όταν βρίσκομαι μακριά, είμαι πιο πολύ κοντά σου από ποτέ, της είπε κάποια φορά προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις τάσεις φυγής του, την ανάγκη του για συνεχή ταξίδια. Αν δε μου λείπεις δε θα μπορώ να σ’ αγαπώ όπως σου πρέπει, σαν το ιδανικό μου. Κι αυτή τώρα έτσι ακριβώς νιώθει, πιο πολύ κοντά του παρά ποτέ, έτσι όπως συνοδεύει αμετάκλητα τον ύπνο και τον ξύπνιο της, έτσι όπως αναδύεται γαλήνιος, οργισμένος, πεισματάρης και τρυφερός μέσα από τις αναμνήσεις της.
Μετανιώνει. μετανιώνει πικρά που τον έδιωξε, που της έφυγε, αλλά μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει. Αλλά, έπρεπε; Δεν είναι καθόλου σίγουρη γι’ αυτό, κι ας επιμένει εκείνος μέσα από τα γράμματά του ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, και πώς είναι καλύτερος ο πόνος του χωρισμού από τον καθημερινό θάνατο της ζωής, και άλλες ατάκες.
Πολλές φορές το κεφάλι της παίρνει να θολώνει και συλλαμβάνει τον εαυτό της κάπου να τον μισεί, να τον απεχθάνεται, αλλά αμέσως μετά καθαρίζει ο νοητός της ουρανός, η ηρεμία -έστω κι απρόσκλητη- επανέρχεται, και τότε τον αγαπά και πάλι. Τον αγαπά με πάθος νωχελικό επειδή τη βοήθησε να βρει το δρόμο το δικό της, κι ύστερα χάθηκε -κι ας είναι εκεί έξω-, έσβησε σαν περαστική σκιά απ’ τη ζωή της.
Τώρα, βάζει συχνά σκληρά ερωτήματα στον εαυτό της, τον καταταλαιπωρεί. Τι θα έκανε αν δεν τον γνώριζε; Στ’ αλήθεια, τι; Ποια θα ήταν; Πού θα πήγαινε; Αυτές οι απορίες βαραίνουν τις σκέψεις της και οι απαντήσεις, που γνωρίζει πια πολύ καλά, τη σκοτώνουν απαλά. Τη λύτρωσε η αγάπη του. Τη λύτρωσε! Την έσωσε από εκείνη την ίδια και τα λάθος πάθη της. Την έσωσε από έναν εαυτό που δεν ήταν δικός της. Κι ευχαριστεί τους άγνωστους θεούς της τύχης γι’ αυτό, και τους κακίζει – για το δώρο που της έκαναν, για κείνο που της πήραν.
Είναι στ’ αλήθεια παράξενο πολύ που κάποια σαν κι εκείνη -κάποια που βγάζει τα προς την επιβίωση με την τέχνη του λόγου- δεν μπορεί να εκφράσει καθαρά στο χαρτί και στο πρώτο πρόσωπο, που δεν μπορεί να βάλει σε μια σειρά τις λέξεις, που θα περιγράψουν όσο καλύτερα γίνεται το πως ακριβώς νιώθει. Ίσως να φταίει το ότι όλα τα λόγια της ήταν για κείνον. Αλλά κι ίσως, στο βάθος-βάθος, να μην ξέρει πράγματι τι νιώθει αυτή την ώρα, κι έτσι να μην μπορεί να το περιγράψει.
Ωστόσο, είναι σίγουρη για ένα πράγμα: πώς τώρα νιώθει φτωχή, φτωχή και πλούσια πολύ. Φτωχή στο καθημέρα της νέας της ζωής, πλούσια σε αναμνήσεις από την παλιά.
Την έχει πια ολότελα τυλίξει μέσα του ένα πέπλο μελαγχολίας και δεν ξέρει κατά πόσο η ηθελημένη μοναξιά θα μπορούσε να γίνει το γιατρικό της. Αλλά, κι αν δε γίνει, το γεγονός παραμένει: δε θέλει να είναι με κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της. Έχει βαρεθεί -τους σιχάθηκε- τους ανθρώπους που έχουν αυτιά μα δεν ακούνε, που κοιτάνε μα δε βλέπουν. Τους έχει βαρεθεί και την έχουν βαρεθεί κι εκείνη, αφού κανείς δεν αντέχει πια να βρίσκεται κοντά σε τούτη τη μεγάλη μελαγχολική. Κανείς δεν μπορεί να τη νιώσει, να την καταλάβει. Κι η αλήθεια είναι ότι λυπάται. Λυπάται βαθιά, αλλά όχι και τόσο πειστικά, που δεν μπόρεσε να φορέσει για κείνους και πάλι το ψεύτικο, χαμογελαστό της προσωπείο. Λυπάται που δε βρίσκει πια τη χαρά, όπως παλιά, στα μικρά και τ’ ασήμαντα, και τα εφήμερα. Λυπάται που τώρα μισεί να δίνει φιλιά στον αέρα και ν’ ανταλλάζει μικρά κομπλιμέντα λουσμένα στο ψέμα, στα πλαίσια κάποιων κανόνων ζωής, που καθόλου δεν την εκφράζουν.
Ξεχειλίζει από οργή. Μιαν οργή που ώρα την ώρα της κλέβει τις στιγμές, τις ανάσες, που την κατασπαράζει. Μιαν οργή που ίσως κάποια μέρα κατασταλάξει, που ίσως ξεφτίσει στο πέρασμα του χρόνου και μετουσιωθεί σε γαλήνη. Αλλά αυτό, μάλλον, δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Εκτός κι αν επιστρέψει εκείνος κοντά της, εκτός κι αν συναντήσει ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, ένα ακριβές αντίγραφό του, κάποιον που θα τη γνωρίσει χωρίς να τη ρωτήσει.


Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.