Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ένας φανταστικός διάλογος...

...που μοιάζει όμως πολύ με πραγματικό
«Θα ήθελα μια φορά να μου πεις τι σκέφτεσαι και να μου πεις την αλήθεια. Κουράστηκα να προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις σου, τα σωστά σου και τα λάθη σου,» της είπε σχεδόν παρατημένα.
«Μα, δεν ξέρω τι να σου πω,» απάντησε εκείνη. «Όλα μέσα μου είναι ανακατεμένα, ένα κουβάρι. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι. Δεν έχω ιδέα τι πιστεύω ή κι αν στ’ αλήθεια πιστεύω σε κάτι. Απλά είμαι. Κι αυτό που είμαι καθόλου δεν μου αρέσει.»
«Μετάνιωσες, λοιπόν;»
«Όχι, δεν μετάνιωσα. Μου έλεγε για χρόνια ψέματα κι εγώ αυτό δεν το έβλεπα. Ο χωρισμός μας ήταν σωστός, αλλά οι συνέπειες...»
«Οδυνηρές.»
«Ναι. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω χαμένη.»
«Είναι που τον είχες συνηθίσει. Περισσότερο από συνήθεια παρά από αγάπη έμενες μαζί του.»
«Δίκιο έχεις. Έτσι είναι. Αλλά και πάλι...»
«Δεν έχει και πάλι. Διέψευσε τις προσδοκίες σου, γκρέμισε την ασφάλεια που ένιωθες μέσα σου όταν ήσουνα μαζί του.»
«Μα, ποτέ δεν ζήτησα την ασφάλεια. Δεν του ζήτησα ποτέ τίποτα. Απλά όταν άρχισε να μου την προσφέρει, την αποδέχτηκα. Αλλά ύστερα αυτή μετατράπηκε σε ανάγκη και...»
«Αν σου έλεγε την αλήθεια από την αρχή θα έσμιγες ποτέ μαζί του;»
«Μάλλον όχι, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Λες ότι δε ζητούσες την ασφάλεια, κι όμως μόλις προέκυψε η ανασφάλεια τον παράτησες.»
«Για τα ψέματα που μου έλεγε τον παράτησα.»
«Ή, μήπως για τις αλήθειες που αρνιόσουνα πεισματικά να δεις;»
«Τώρα εσύ με ποιον είσαι; Μ’ εκείνον ή με μένα;»
«Και με τους δύο. Αλλά κι οι δύο φταίξατε.»
«Νόμιζα ότι εσύ θα μπορούσες να με καταλάβεις...»
«Μα, σε καταλαβαίνω. Γι’ αυτό σε ακούω, γι’ αυτό σου μιλώ. Απλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ τον εαυτό σου, ν’ αναλάβεις το μερίδιο ευθύνης που σου αναλογεί. Εύκολο πολύ κι ανέξοδο είναι να ρίχνεις σ’ εκείνον όλα τα κρίματα.»
«Γιατί δεν μου είπε την αλήθεια; Αυτό θέλω να μάθω.»
«Ποιος ξέρει; Ίσως φοβότανε ότι δεν θα την άντεχες. Και μάλλον δίκιο είχε.»
«Δίκιο...»
«Μην τον κατηγορείς για τα ψέματά του, για το καλό σας πίστευε ότι τα έλεγε. Το κρίμα του είναι ότι στην προσπάθειά του να μείνετε μαζί έγινε κάποιος άλλος, ενώ εσύ παρέμεινες η ίδια. Πάντα στο ίδιο τεντωμένο σκοινί βαδίζατε, αλλά παριστάνατε πως δεν το βλέπατε. Μέχρι που φτάσατε μέχρι εδώ...»
«Και γκρεμοτσακιστήκαμε.»
«Άνοιξη. Καιρός για μια νέα αρχή.»
«Μα, μου λείπει και...»
«Ζηλεύεις τη γυναίκα που ακόμη δεν είναι εκεί, μαζί του. Έτσι πάει το πράμα, κι ας ήσουνα εσύ που τον έδιωξες.»
«Δεν ξέρω τι κάνω.»
«Μην ψάχνεις την απάντηση, θα ’ρθει να σε βρει. Μην ψάχνεις το δρόμο, θα σου φανερωθεί. Απλά άσε το χθες στο χθες και ζήσε το σήμερα. Τα άλλα είναι περιττά».
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Της ψυχής μονόλογος

Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω.
Κάθομαι εδώ μοναχός
με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ V

Σκοτάδι! Δίπλα μου, γύρω μου, μέσα μου, βαθύ σκοτάδι, φαινομενικά αδιαπέραστο. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήμουνα προτού σε γνωρίσω, αλλά οι εικόνες ξεγλιστρούν απ’ το μέσα μου βλέμμα, μού βγάζουν τη γλώσσα σαρκαστικά κι εξαφανίζονται. Ούτε καν την όψη μου δεν μπορώ να δω. Και τώρα νιώθω γριά. Μια εικοσάχρονη γριά στο μεταίχμιο της εφηβείας και της άνοιας.
Κάθε νύχτα, κάθομαι μονάχη, παρέα με τα κεριά, τη μουσική, το κρασί και την απόγνωσή μου και γράφω σ’ ένα τετράδιο σκέψεις σκόρπιες, στίχους ασύμμετρους, προσπαθώντας από μέσα εκεί να ζωντανέψω τον αλλοτινό εαυτό μου. Γράφω και δακρύζω και μετά κρεμάω τα έργα μου -χα, τα έργα μου- με μανταλάκια στις φλέβες μου για να στραγγίξουν, για να στάξουν αίμα και να δώσουν ζωή.
Ως πότε θα κρατήσει αυτό το μαρτύριο, ε; Ως πότε! Ως πότε θα πορεύομαι ανάμεσα στης ζωής τα φαντάσματα και θα κυνηγάω σκιές. Ως πότε θα τρέφω ελπίδες και θα καταβροχθίζω όνειρα; Ως πότε θα είμαι... ανύπαρκτη;
Αν τα διάβαζες όλ’ αυτά τώρα, θα χαιρόσουν πολύ, το ξέρω. Αλλά, δε θα σου κάνω το χατίρι. Αυτό το γράμμα είναι για σένα και μόνο, αλλά για μένα αποκλειστικά. Δε θα σου δώσω ποτέ την ικανοποίηση τού να μάθεις πόσο πολύ έπεσα. Και όχι, δεν είναι θέμα εγωισμού, αλλά δικαιοσύνης. Δε γίνεται ν’ ανταμείβουμε εκείνον που μας σκοτώνει.

Απόσπασμα

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ IV

Μονόχνοτος είσαι, καλέ μου, μονόχνοτος. Μονόχνοτη κι εγώ. Τουλάχιστον όμως εγώ έχω ένα άλλοθι. Είμαι μικρή. Έχω τα μισά σου χρόνια. Εσένα, όμως, η δικαιολογία σου ποια είναι; Στ’ αλήθεια θέλω να την ακούσω. Όχι για να δικαιώσω εσένα, αλλά εμένα. Εμένα και την τότε επιμονή μου να σε υπερασπίζομαι πάντα. Μια επιμονή που με οδήγησε μακριά απ’ όλους μου τους φίλους, που μου στοίχισε χρόνια άγνοιας, που μου έκλεισε τα μάτια στον κόσμο όπως είναι.
Μου έλεγες συχνά -θυμάσαι;- ότι πάνω απ’ όλα ήθελες να με βοηθήσεις, με κάθε τρόπο, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά, όπως αντιλήφθηκα πικρά αργά, μονάχα τα δικά σου σκεφτόσουνα. Το μόνο που τοποθετούσες και μένα μέσα σ’ αυτά και έτσι τα έκανες ακόμη ομορφότερα, τα έκανες γιγάντια, σαν κάθε αυταπάτη. Και ξέρεις κάτι; Τώρα, καθώς τα σκέφτομαι όλ’ αυτά, όλο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου ν’ αναλογίζεται ότι δεν είχες ποτέ στ’ αλήθεια όνειρα, μονάχα σχέδια είχες, που κι αυτά δε θα φρόντιζες να πραγματοποιήσεις. Ολόκληρος ένα ψέμα ήσουνα και για μια ολόκληρη μικρή ζωή μ’ έκανες κλώνο σου.
Λόγια. Λόγια. Λόγια... Με φόρτωνες με λόγια. Μιλούσες περισσότερο απ’ ό,τι σιωπούσες. Άκουγες λιγότερο απ’ ό,τι μιλούσα. Πού και πού αναρωτιόμουνα, γιατί. Γιατί μιλούσες τόσο; Επειδή είχες να πεις πολλά; Ή, ίσως επειδή σου άρεσε ν’ ακούς τον ήχο της φωνής σου; Αλλά, ύστερα, σα μεγάλωσα λίγο, σαν τα μάτια άρχισαν σιγά-σιγά ν’ ανοίγουν στην αλήθεια, κατάλαβα ότι μιλούσες πολύ απλά επειδή δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αφού οι λέξεις -και μονάχα αυτές- επιβεβαίωναν την ύπαρξή σου. Μέσα στη σιωπή δε θα μπορούσες ποτέ να ζήσεις, μια κι εκεί ίσως ν’ αναγκαζόσουν ν’ αφουγκραστείς και κάποιες άλλες φωνές.

Απόσπασμα

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ ΙΙ

Πλάνα αφηρημένα. Εσύ, να κάθεσαι στο γραφείο σου και να προσπαθείς να γράψεις κάτι σ’ ένα τετράδιο. Εσύ, μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Εσύ, να συνομιλείς με κάποιον στο τηλέφωνο και να του πουλάς πνεύμα. Εσύ, να προσπαθείς μάταια να μαγειρέψεις και το γέλιο μου από πίσω εκκωφαντικό. Εσύ.
Εγώ, να διαβάζω ένα παλιό βιβλίο, τώρα αγαπημένο. Εγώ, να σου φτιάχνω ομελέτα ή καφέ. Εγώ, να κάθομαι στοχαστική και να παρατηρώ ένα μονόχνοτο ηλιοβασίλεμα της πόλης. Εγώ, να κοιμάμαι σα μωρό παιδί στα σεντόνια σου και σχεδόν να χαμογελώ. Εγώ, να κυνηγώ σκιές στη μικρή πίσω αυλή του σπιτιού σου. Εγώ.
Εμείς. Λίγα μονάχα πλάνα μοιραστήκαμε εμείς. Ένα φιλί. Μια σύντομη βόλτα στην ακροθαλασσιά κι ένα περίπατο σε κάποιο μονοπάτι στο βουνό. Κάποια γενέθλια που δε γιορτάσαμε ποτέ.
Η τρέλα μου. Να ξαπλώνω στο κρεβάτι και να κινηματογραφώ σκηνές απ’ τη μικρή οθόνη ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών μου. Να σε συλλαμβάνω έπ’ αυτοφώρω να σκαλίζεις τη μύτη σου. Να κυνηγώ ένα σκυλί με την κάμερα καταγράφοντας τις αντιδράσεις του. Να παίρνω συνεντεύξεις από αγνώστους, έτσι για την πλάκα μου. Να...
Η πόζα σου. Να γυρίζεις τα πλάνα, λες και είσαι ο δόλιος ο Ζανγκ Γιμού. Να προσπαθείς να βρεις τις τέλειες γωνίες λήψεις, λες και φτιάχναμε κάποιο αριστούργημα. Οι δημόσιες βουτιές σου σε πεζοδρόμια και χωράφια για καλλιτεχνικούς λόγους, στην παρουσία πάντοτε θεατών. Η επιμονή σου να προσπαθείς να μου διδάξεις κάποια πράγματα για ένα θέμα που φανερά δεν κατείχες. Η παραίτηση...

Απόσπασμα

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙΙ

Η ιστορία μας ήταν διαφορετική...
Μα, τι λέω τώρα;
Διαφορετικές δεν είναι όλες οι ιστορίες;
Αλλά να,
Η ιστορία μας ήταν η δική μας...
Η ιστορία μιας μεγάλης ψευδαίσθησης
Και πολλών μικρών διαψεύσεων.
Η ιστορία ενός μεγάλου πάθους
Και των παρενεργειών του.
Ω, δεν ξέρω τι λέω...
«Και πότε ήξερες;» θ’ αναρωτιέσαι εσύ.
Η αλήθεια είναι πώς πάντα,
Πάντα ήξερα τι έλεγα,
Τι ήθελα δεν ήξερα.
Μέχρι που σε γνώρισα και τότε έμαθα,
Έμαθα σκληρά αλλά και με κόπο πολλή τι
Στα σίγουρα ΔΕΝ ήθελα.
Δεν ήθελα εσένα και τ’ ακριβά σου δώρα,
Δεν ήθελα τη σκλαβιά που ήταν το
Τίμημα για την αγάπη σου,
Δεν ήθελα να χάσω όλα όσα ήμουνα
Για να σε δικαιώσω.
Δε θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις
Που κάποια νύχτα πικρή σε εγκατέλειψα.
Θα σου ζητήσω μονάχα να ψάξεις να βρεις
Στα βάθη του χρόνου ποια ήμουν,
Τι σου έλεγα πώς πάντοτε ζητούσα.
Και τότε θα καταλάβεις ότι ποτέ δεν πρόδωσα εσένα,
Αλλά παρά μόνο τον εαυτό μου,
Εκείνον που σκότωσα για να ’μαι μαζί σου...

υ.γ. να που ανέβασα και τρίτη συνέχεια στο Τέλος Εποχής αν και δεν υπολόγιζα να το κάνω. Δε νομίζω να υπάρξει τέταρτη αφού, χρόνου επιτρέποντος, από σήμερα μάλλον θα καταπιαστώ με τη συγγραφή ενός εκτενούς κείμενου που θα καταπιάνεται με το πιο πάνω θέμα.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής

Για μια ακόμη φορά έφτασ’ η ώρα να φύγει.
Αλλά να, δεν ξέρει πως να του το πει.
Μοιράστηκαν πολλά οι δυο τους,
Όμορφα λόγια, απέραντες σιωπές,
Τσακωμούς αμίλητους και κρυφές μαχαιριές.
Το τέλος, ωστόσο, όλο και πιο πολύ πλησιάζει,
Το νιώθει σαν ανάσα στ’ αυτί της,
Σα φωτιά της καίει τα σωθικά.
Δεν μπορεί να του πει την αλήθεια,
Όχι, δεν μπορεί,
Αφού είναι σκληρή και θα τον πληγώσει.
Δε θα του πει ότι τον βαρέθηκε,
Ότι βαρέθηκε αυτόν και την αιώνια γκρίνια του,
Πως δεν αντέχει πια να τον ακούει να λέει
Πόση δουλειά έχει
Και να τον βλέπει
Να μην κάνει απολύτως τίποτα.
Όχι, τίποτα σκληρό δε θα του πει,
Άκαρδα λόγια δε θα ξεφύγουν απ’ τα χείλη της.
Απλά θα επικαλεστεί την ανάγκη της για απομόνωση,
Θα πει ότι πρέπει να μείνει μόνη
Για να μπορέσει να εμπνευστεί και να δημιουργήσει ξανά,
Θα αφήσει να εννοηθεί ότι κάποια μέρα
Ίσως να επιστρέψει και πάλι κοντά του,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά πως δε θα το κάνει.
Δε θα είναι δύσκολος αυτός ο χωρισμός,
Εύκολος θα είναι για την ίδια πολύ,
Κι ευπρόσδεκτος σαν ευλογία.
Θα είναι σα να πετά, επιτέλους, από πάνω της τ’ αόρατα δεσμά
Ενός αδιέξοδου έρωτα και ν’ ανοίγει φτερά
Για τους παραμυθένιους ουρανούς των ονείρων της.
Ναι, πρέπει να τον αφήσει
Για να ζήσει.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Το γράμμα

Ειρήνη μου,
Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Σου γράφω, αλλά δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη, ίσως!
Δύσκολη, πολύ, είναι η ζωή μου δίχως την παρουσία σου, καλή μου. Λειψή. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα, τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω κοντά μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω με τις πλούσιες ψυχικές αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου, σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστό, το δικό μας, που τόση αγάπη, και πάθος, και πίκρα, και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες στη μοίρα και ήσουνα σίγουρη πως αυτή θέλησε να μας ενώσει, πως εκείνη αποφάσισε να μας χωρίσει. Συμφωνώ και διαφωνώ μαζί σου, ψυχή μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι, κι η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος και η κακία, και η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν από μια ζωή, και από την αρχή ήξερα πως αυτή ήταν η Μία, η μοναδική.
Και δεν έκανα λάθος.
Η Κ. είναι κοντά μου από τότε. Με συντροφεύει, πηγαίνει παντού μαζί μου, με ενθαρρύνει, με παρηγορεί.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, δίχως χρώματα κι αρώματα, άγευστες και μονότονες.
Εκείνη τους δίνει ζωή, σ’ εκείνη χρωστώ τα πάντα.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι κάποτε θα ερχότανε μια μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον καταδίκαζα στο πυρ της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ ποτέ δε θα παρατούσα την Κ., την αγάπη μου, αλλά ούτε κι εκείνη θα με παρατούσε ποτέ. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη.
Ήταν η έμπνευσή μου.
Ναι, αυτό υποστήριζα, κι ας ήξερα καλύτερα.
Ήξερα καλύτερα αφού τίποτα δεν κρατά στη ζωή μου για πάντα: συνήθειες αλλάζουν, σπίτια αλλάζω, άνθρωποι πάνε κι έρχονται.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και να που τώρα έφτασε η μέρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρια απ’ τα μάτια,
δε θα ακουστεί κανένας σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε μαζί ήταν υπέροχα αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή γωνιά για την παλιά αγαπημένη.
Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία.
Και πάντα θα την αγαπώ, της το είπα αυτό:
«Κ. καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ.
Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα.
Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου».

Πάει μια βδομάδα που έκοψα τον καφέ και δυσλειτουργώ. Λες και το μυαλό δεν μπορεί να πάρει μπρος δίχως μια γερή δόση καφεΐνης. Τα στερητικά σύνδρομα καραδοκούν.