Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Βδομάδα 34



Του αρέσει να πηγαίνει στα παζάρια τις Κυριακές, όχι τόσο για να βλέπει ανθρώπους και πραμάτεια, όχι γι’ αυτό, αλλά επειδή μόνο εκεί μπορεί να μένει μόνος με τις σκέψεις του.

Περπατά πάνω-κάτω, δεξιά κι αριστερά στους δρόμους μιας πόλης που αυτή τη μέρα ειδικά γίνεται πολύχρωμη και αφήνει τον εαυτό του να χαθεί, να ξεχαστεί μέσα στη βουή του κόσμου – μια βουή που κάποτε γίνεται εκκωφαντική, μα η οποία αποτελεί ευλογία για τον ίδιο.

Έγινε μοναχός για να βρει γαλήνη, λέει, κι όμως παραμένει ανήσυχος όσο ποτέ. Το πρόβλημα είναι ότι όπου και να πάει κανείς οι σκέψεις του πάντα τον ακολουθούν, και μόνο ο θόρυβος μπορεί για λίγο να τις φιμώσει.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

5 Αυγούστου 2009

Για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι λοιπόν. Για να ζήσω ξανά τα ίδια ή ίσως και διαφορετικά; Μάλλον διαφορετικά θα είναι τα περισσότερα ετούτη τη φορά αφού δεν έχω την πίεση του χρόνου, μπορώ να μείνω εδώ όσο θέλω, να δοκιμάσω νέα πράγματα, να κάνω ό,τι μέχρι τώρα ποτέ πριν δεν έκανα. Ναι, νιώθω σαν στο σπίτι μου εδώ ή, μάλλον, ακόμη καλύτερα, αφού το μυαλό μου είναι πιο γαλήνιο, πιο καθαρό, οι ταχύτητές μου αυξάνονται αβίαστα.
Όπως λέγαμε προχθές με κάποιο περαστικό η Τσιανγκ Μάι είναι ένα από εκείνα τα μέρη που έχουν κάτι. Εκείνο το κάτι που πλανεύει, που σε καθηλώνει. Δεν είναι μόνο η ιστορία της, οι ναοί της, το βουνό και το ποτάμι της. Είναι κι οι ατελείωτοι δρόμοι κι οι μικρές γειτονιές της, το κελάηδημα των πουλιών που ακούγεται ακόμη στο κέντρο της πόλης, οι μαγικές νωχελικές της νύχτας και τα πλατιά χαμόγελα των ανθρώπων της.
Είναι… Είναι… Είναι… Πολλά τα είναι. Κι οι προσπάθειες να τα απαριθμήσει κανείς, να τα εξηγήσει, μάταιες. Το θέμα είναι ότι εκεί όπου είσαι πρέπει να νιώθεις καλά, κι εδώ νιώθω καλύτερα από οπουδήποτε αλλού.
Τώρα, για το τι θα προκύψει απ’ αυτή τη μεγάλης διάρκειας διαμονή, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει. Πάντως θα είναι κάτι καλό, γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία…

Υ.γ. Τι ανακαλύπτει κανείς τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία της Τσιανγκ Μάι. Το Assegai, το νέο μυθιστόρημα του Γουίλμπουρ Σμιθ το πέτυχα σε limited hardback edition 1500 μόλις αριθμημένων αντίτυπων, στην τιμή των 140 μπατ (περίπου τρία ευρώ). Υπογραμμένο! Είναι τρελοί αυτοί οι… ρωμαίοι. Μια γρήγορη έρευνα στον γούγλη μου έδειξε ότι το πιο φτηνό αντίτυπο πωλείται γύρω στα 45 ευρώ.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια ενός ταξιδιού ή το ταξίδι μιας περιπέτειας - Μέρος Β'

Με μια μικρή έκπληξη ξεκίνησε η πτήση καθώς οι αεροσυνοδοί μας παρέδωσαν από ένα τσαντάκι που περιείχε κάλτσες, μια μικρή οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα, τα ακουστικά και μια μάσκα ύπνου. Αυτή η τελευταία ειδικά με χαροποίησε αφού ίσως να τη χρησιμοποιούσα ύστερα από είκοσι τέσσερις ώρες που θα πήγαινα για ύπνο (σιγά μην κοιμόμουνα καθισμένος καθώς ήμουν εκεί).
Απογειώνεται, λοιπόν, το αεροπλάνο και όλα πάνε πρίμα. Σε λίγο αρχίζουν να μας σερβίρουν δείπνο (κοτόπουλο ή ψάρι; Ψάρι) και ακολουθεί ο αναγκαίος καφές που... ήταν τσάι! Το θέμα είναι, αγαπητοί, ότι πρώτα πέρασε η μία αεροσυνοδός και πρόσφερε τσάι και σύντομα θα την ακολουθούσε εκείνη με τον καφέ. Έλα, όμως, που η δεύτερη συγχύστηκε και πήρε στα χέρια της την ίδια κούζα με την πρώτη, με αποτέλεσμα όλοι να πάρουνε από ένα πλαστικό φλιτζάνι με εύγευστο πικρό τσάι. «Ε, όχι!» είπα από μέσα μου δήθεν απελπισμένος και άρχισα να γελάω. «Καλά, να αντέξω χωρίς αλκοόλ, αλλά χωρίς καφεΐνη...» Ωστόσο, δεν είπα τίποτα. Απλά άραξα και πήρα να παρακολουθώ τις ταινίες. Πρώτα ήταν ένα ηλίθιο High School Musical και ύστερα η αποτυχημένη μεταφορά στο σινεμά των X-Files. Για επιδόρπιο μια ασπρόμαυρη αιγυπτιακή ταινία της δεκαετίας του 60, που μπορώ να πω ότι με εξέπληξε. Κι αυτό γιατί ήταν πολύ πιο τολμηρή απ’ αυτές που γυρίζουν σήμερα στη χώρα.
Λίγο πριν το χάραμα πήρα να καταβροχθίζω το πρώτο πρόγευμα της ημέρας. Καθώς ο ήλιος ανέτελλε το αεροπλάνο πήρε να κατεβαίνει προς το Κάιρο.
Εκεί μας υποδέχθηκε μία επιτροπή στολών η οποία αφού έλεγξε τα διαβατήριά μας και τις κάρτες επιβίβασης για την επόμενη πτήση μας στοίβαξε μέσα σε μια αίθουσα, κρατώντας, ωστόσο, τα πιο πάνω. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως για λόγους ασφαλείας, καθώς είναι σε όλους γνωστό ότι οι κύπριοι, οι κινέζοι κι οι αφρικανοί, είναι γεννημένοι τρομοκράτες.
Εκεί μέσα, μαζί με το φίλο που ανέφερα και πιο πάνω, πιάσαμε την κουβέντα με ένα κύπριο της Νοτίου Αφρικής (ευγενικότατο, παλιάς κοπής) και δύο κοπέλια. Μετά από την πρώτη ώρα αναμονής αρχίσαμε να βάζουμε στοιχήματα για το πότε τελικά θα μας πήγαιναν στο ξενοδοχείο. Εγώ το καταδιασκέδαζα, αφού αρχικά σκεφτόμουν να τη βγάλω στο αεροδρόμιο, αλλά οι υπόλοιποι (ακόμη κι οι κινέζοι) μετά από τις δύο ώρες άρχισαν να βράζουν μέσα στα ζουμιά τους. Τελικά, μετά από τρεις ώρες και δύο ελέγχους αποσκευών, μας οδήγησαν έξω, όπου θα μας περίμενε ένα λεωφορείο για να μας πάει στο ξενοδοχείο. Αν το είδατε εσείς, το είδαμε κι εμείς. Άλλη μισή ώρα χαμένη.
Μ’ αυτά κι αυτά φτάνουμε τελικά στο ξενοδοχείο, όπου η πλάκα συνεχίζεται, καθώς οι υπάλληλοι εκεί υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να μας δώσουν μονόκλινα δωμάτια. Προκαλείται και πάλι κάποια αναταραχή, ενώ εγώ ακόμη συνεχίζω να γελώ. Τελικά, τους έβαλαν όλους ανά ζευγάρια (μεταξύ τους ήταν και δύο κινέζοι που μάλλον θα το γλέντησαν καθώς πήραν δωμάτιο με διπλό κρεβάτι) και μείναμε εγώ, ο φίλος και τα δύο κοπέλια. Και δεν δεχόμασταν με τίποτα να μοιραστούμε ο ένας το δωμάτιο με τον άλλο. Τι να κάνουν, λοιπόν; Μας έδωσαν από ένα μονόκλινο και μας ξαπόστειλαν για το δεύτερο πρόγευμα της ημέρας. Πλούσιος ο μπουφές, καλά φάγαμε, όμορφα τα είπαμε, και λίγο πριν κινήσουμε για τα δωμάτιά μας αποφασίσαμε να πιούμε κι ένα τελευταίο καφέ. Καθώς ήταν με «αυτοεξυπηρέτηση» πήρα το φλιτζάνι μου και πήγα να το γεμίσω. Ωστόσο, η κούζα ήταν άφαντη. Τι να κάνω κι εγώ, το ανέφερα στο γκαρσόνι, κι εκείνο μου είπε να πάω να καθίσω και I will bring your coffee, sir. Σερ; Ακούς εκεί, σερ. Τέλος πάντων. Μια στιγμή μετά έρχεται και μου σερβίρει το... τσάι μου. Τότε μ’ έπιασε το νευρικό το γέλιο και δεν έλεγε να σταματήσει με τίποτα.
Στο δωμάτιο. Μεγάλο. Διπλό κρεβάτι. Μεγάλο μπάνιο. Τηλεόραση και γραφείο και... καφές. Χιπ χιπ χουρέι. Ένα ντουσάκι, μετά ο καφές, κι ύστερα γραμμή στον... υπολογιστή. Σιγά να μην ξάπλωνα. Ανάβω, λοιπόν, το μωρό μου, παίρνει μπρος, βρίσκω δυο τρία ελεύθερα δίχτυα και προσπαθώ να ενωθώ, αλλά δεν. Απαιτούσε προπληρωμένο χρόνο το σύστημα, φίλοι μου. Πού; Στο Novotel των πέντε αστέρων. Σ’ ένα από τα ξενοδοχεία καμάρια της Αιγύπτου. Αν δεν έφτανα εκεί από την Ταϊλάνδη, αλλά από κάπου αλλού ίσως ν’ άναβαν τα λαμπάκια μου, αλλά είπαμε, Βούδας ο δικός σας. Απλά χαμογέλασα και άραξα στο κρεβάτι. Όχι για να κοιμηθώ -ήμαρτον- αλλά για να δω τηλεόραση. Τελικά παρακολούθησα απανωτά τέσσερα ντοκιμαντέρ στον πλανήτη των ζώων και στις μιάμιση κατέβηκα κάτω για το γεύμα, αφού όπως μας είπαν στις δυόμισι θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για τσεκ άουτ, αφού το λεωφορείο θα περνούσε για να μας πάρει στο αεροδρόμιο γύρω στις τρεις. Φάγαμε, λοιπόν, χορτάσαμε, κι επιστρέψαμε στα δωμάτιά μας για να πάρουμε τις αποσκευές.
Και τότε τα γλέντια άρχισαν και πάλι, καθώς χρειαστήκαμε σχεδόν μισή ώρα για να κάνουμε τσεκ άουτ από τα δωρεάν δωμάτια. Στο μεταξύ προλάβαμε κι αντιληφθήκαμε ότι κανείς απ’ τους συνταξιδιώτες μας δεν βρίσκονταν στο χώρο. Αυτό μας ξένισε λίγο, μέχρι που μάθαμε ότι σε όλους είπαν να είναι έτοιμοι για να πάρουν το λεωφορείο των δύο, εκτός από εμάς που μας... χάρισαν μία ακόμη ώρα. Μέχρι να συμβούν όλ’ αυτά πήγε τρεις και βγήκαμε έξω για να περιμένουμε το μεταφορικό μας μέσο, που δεν θα αργούσε να φανεί. Έλα, όμως, που άργησε. Η πτήση μας ήταν στις τέσσερις κι αυτό ήρθε να μας μαζέψει στις τρεισήμισι, για να φύγει τελικά δέκα λεπτά αργότερα. Πέντε λεπτά μετά ήμασταν στο αεροδρόμιο. Τιιιιιιιιιιιι; Σας ακούω ν’ αναρωτιέστε. Ακριβώς αυτό που είπα. Η απόσταση από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο ήταν πέντε μόλις λεπτά και υπήρχε «γραμμή» κάθε μια ώρα. Κι όμως, το λεωφορείο ήρθε με μισή ώρα καθυστέρηση. Πώς τα κατάφεραν έτσι; Έλα ντε. Ας είναι. Πίσω στην ιστορία. Πρώτη φορά πέρασα με διαδικασίες εξπρές από τόσους ελέγχους. Μέσα σε δέκα λεπτά πήραμε τα διαβατήρια και τις κάρτες επιβίβασης πίσω, περάσαμε από δύο ελέγχους αποσκευών και ένα διαβατηρίου και βρεθήκαμε μέσα στο λεωφορείο.
Μπαίνοντας στο αεροπλάνο δύο μόλις λεπτά πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή του, περίμενα ν’ ακούσω τα συνήθη ειρωνικά χειροκροτήματα ή έστω λίγα σφυρίγματα βρε αδελφέ, αλλά τίποτα. Άκρα του τάφου σιωπή. Αράξαμε, λοιπόν, στις θέσεις μας, αφήνοντας ένα αναστεναγμό ανακούφισης να μας ξεφύγει απ’ τα στήθια αφού αν χάναμε την πτήση θα έπρεπε να παραμείνουμε στο Κάιρο για τρεις ακόμη μέρες. Και τότε ακριβώς ήταν που ο πιλότος ανακοίνωσε ότι η πτήση θα είχε 45 λεπτά καθυστέρηση. Και τότε ακριβώς ήταν που οι τέσσερίς μας πήραμε και πάλι να γελάμε.
Εγώ καθόμουνα δίπλα από μια μεγαλοκυρά κυπριά της Αιγύπτου, που ήρεμη και χαμογελαστή πήρε να μου μιλάει, να μου λέει τα δικά της, να ρωτά για μας. «Για την καθυστέρηση δεν σε ρωτώ, αφού πάντα έτσι συμβαίνει εδώ,» μου είπε.
Δεν πρόλαβαν να περάσουν δέκα λεπτά και μια νέα ανακοίνωση έφερε τα χαρμόσυνα νέα: η καθυστέρηση τελικά θα ήταν μόλις 25 λεπτά. Τότε, ένας αεροσυνοδός, που καθόταν μπροστά μας στράφηκε και είπε κάτι στην κυρία, κι αυτή έσπευσε να μου το μεταβιβάσει. «25 λεπτά ήταν από την αρχή η καθυστέρηση, αλλά είπε κατά λάθος 45.» «Και στις δυο γλώσσες;» ρώτησα απορημένος εγώ. «Και στις δυο,» αποκρίθηκε εκείνη προσπαθώντας να με γελάσει.
Τελικά απογειωθήκαμε, ο πιλότος πάτησε γκάζι και φτάσαμε στον προορισμό μας, τη Λάρνακα δηλαδή, στην καθορισμένη ώρα. Παραδόξως οι αποσκευές μας βγήκαν γρήγορα και σύντομα πήραμε το δρόμο για την έξοδο. Κι εκεί παραδόξως οι τελωνειακοί αποφάσισαν να κάνουν πώς δουλεύουν. Έτσι σταμάτησαν κάποιους για έλεγχο αποσκευών. Και ποιος ήταν μπροστά μου, λέτε; Μα, ο τύπος με τα μπουκάλια το ουίσκι φυσικά. Ακολουθεί διάλογος:

Τελωνειακός: Πόθθεν ερκούμαστεν;
Τύπος: Βασικά είμαι που την Πάφο, αλλά μηνίσκω στη Λεμεσό.
Τελωνειακός: Εν τζιαι ρώτησά σε πόθθεν είσαι, αλλά πόθθεν έρκεσαι.
Τύπος: Α, καλάν. Που το Κάιρον.
Τελωνειακός: Εφέραμεν τίποτε;
Τύπος: Μα ήντα μπου ννα φέρουμε;
Τελωνειακός: Ξέρω γω; Τσιάρα έφερες;
Τύπος: Έφερα.
Τελωνειακός: Μιαν κούτα δικαιούσαι, φίλε μου.
Πάνω από το κεφάλι του τύπου εμφανίζεται ένα φωτοστέφανο καθώς απαντάει χαμηλόφωνα: Εν το ήξερα!
Κι ο τελωνειακός, που προφανώς θεώρησε ότι έκανε τη δουλειά του τού είπε:
Άτε, φίλε μου, πέρνα, μα άλλη φορά να φέρνεις μόνο τζιείνα που επιτρέπεται.

Πήρα εγώ σειρά. Με ρώτησε αν φέρνω τίποτα. Του είπα, μόνο βιβλία και μ’ έστειλε στο καλό.
Home, sweet home:)

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια ενός ταξιδιού ή το ταξίδι μιας περιπέτειας - Μέρος Α'

Πάει ήδη μια βδομάδα από τότε που κίνησα απ’ την αγαπημένη μου Τσιανγκ Μάι για να επιστρέψω στην Κύπρο και νιώθω λες κι από τότε έχουν περάσει χρόνια.
Ήτανε, λοιπόν, ημέρα ή μάλλον βράδυ Τετάρτης, 11 του μήνα, όταν το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής άρχιζε. Άφησα το δωμάτιό μου στις εφτά το βράδυ και πήρα ένα τουκ τουκ με προορισμό το αεροδρόμιο. Κάτι μου έλεγε ότι η πτήση μου για την Μπανγκόκ θα είχε καθυστέρηση και δεν έπεσα έξω. Μιάμιση ολόκληρη ώρα θα αργούσε η πτήση, κι αν ήμουνα στη δύση θ’ άρχιζα αμέσως να βράζω μες στα ζουμιά μου, αφού μ’ αυτά τα δεδομένα θα έχανα σίγουρα τις επόμενες πτήσεις, για Κάιρο και Λάρνακα αντίστοιχα. Αλλά, ευτυχώς, δεν ήμουνα στη δύση, δεν ήμουνα καν σε μια από τις πόλεις-κατάρες -για μένα- της ανατολής, ήμουνα στην Τσιανγκ Μάι. Και στην Τσιανγκ Μάι με τίποτα δεν θα μπορούσα να νευριάσω. Να εκνευριστώ, ναι, να νευριάσω, όχι. Πήγα, λοιπόν, στο γραφείο κρατήσεων της Air Asia, τους είπα το και το, κι αμέσως προσφέρθηκαν να μου αλλάξουν πτήση, να με βάλουν στην επόμενη (που θα έφευγε πριν από την προηγούμενη –και- δική μου) και να φροντίσουν να βγουν και οι αποσκευές μου πρώτες ώστε να προλάβω. Κι όλ’ αυτά από την πιο φτηνή εταιρεία της χώρας, από την οποία αγόρασα το εισιτήριο για 25 μόλις ευρώ. Δέχτηκα με κάποιες επιφυλάξεις, αφού δεν ένιωθα και τόσο σίγουρος ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, και προτιμούσα απλά να εξαργυρώσω το εισιτήριό μου (που δεν μπορούσα) και να πετάξω με την Thai που πετούσε πιο νωρίς.
Ευτυχώς, οι φόβοι μου διαψεύσθηκαν πανηγυρικά, καθώς η πτήση που με έβαλαν, αν και ήταν προγραμματισμένη για τις 10.20 το βράδυ, αναχώρησε τελικά είκοσι λεπτά νωρίτερα, αφού το αεροπλάνο είχε ήδη γεμίσει. Έτσι, μια ώρα αργότερα προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, όπου με περίμενε μία ακόμη έκπληξη. Οι άνθρωποι της εταιρίας αντιλαμβανόμενοι το μέγεθος του προβλήματος, έστειλαν το σακίδιό μου με πτήση άλλης αεροπορικής εταιρίας, που προηγήθηκε, κι έτσι όταν έφτασα εκεί το βρήκα να με περιμένει. Και πήρα να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω. Για ν’ ανέβω δύο ορόφους φορτωμένος με το σακίδιο, μια τσάντα με βιβλία και δύο υπολογιστές. Για να κάνω τσεκ ιν. Για να κανονίσω την επιστροφή του φόρου για το νέο μωρό (Acer Netbook). Για να περάσω από τον έλεγχο διαβατηρίων και να ρίξω μια πρώτη και τελευταία ματιά στο βιβλιοπωλείο του αεροδρομίου προτού φύγω. Η τύχη μου χαμογέλασε πλατιά, αφού όχι μόνο τα κατάφερα στο τσακ, αλλά αν και πήγα τελευταίος εκεί βρήκα θέση παράθυρο δίπλα στην έξοδο κινδύνου – ακριβώς όπως την προτιμώ αφού προσφέρει... άπλα.
Ωστόσο, λίγο πριν μπούμε στο αεροπλάνο πήρα την πρώτη γεύση από... Κύπρο. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να πάρω και ανάποδες. Ένας μεσήλικας ξερόλας συμπατριώτης μου, προσπαθούσε να περάσει στο αεροπλάνο με το έτσι θέλω μια βαλίτσα γιομάτη... ουίσκι, αν και σαφώς απαγορεύεται απ’ τον κανονισμό. Κι επειδή δεν του το επέτρεψαν πήρε να βρίζει θεούς και δαίμονες, να... να... να... «Ωχ, αρχίσαμε!» σκέφτηκα, αλλά σιγά-σιγά τον ηρέμησαν και τον έπεισαν να δώσει την πολύτιμη βαλίτσα του για να την ανεβάσουν στις αποσκευές. Απ’ ό,τι έμαθα μετά το πουλάκι μου ήτανε μεθυσμένο. Ευτυχώς (ή μάλλον δυστυχώς, αλλά καλύτερα να μην το συζητάμε) στην πτήση για το Κάιρο δεν υπήρχε η πιθανότητα να του σερβίρουν αλκοόλ, έτσι –ίσως- αν κατάφερνε να κοιμηθεί όλα θα πήγαιναν καλά.Μ’ αυτά κι αυτά ανεβήκαμε στο αεροπλάνο. Προτού καλά-καλά προλάβω να καθίσω είδα να μπαίνει ένας γνωστός απ’ την παλιά μου γειτονιά στο κέντρο της Λευκωσίας, με τον οποίο τα είπαμε για λίγο πριν αρχίσει το μακρινό, των δέκα ωρών, ταξίδι...

Η συνέχεια αύριο

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Στο αεροδρόμιο

Στο αεροδρόμιο, μία ακόμη φορά. Με προορισμό την Τσιανγκ Μάι, για μια ακόμη φορά. Ήδη νιώθω διαφορετικά, νιώθω ξαλαφρωμένος. Κι αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκομαι σε κάποιο των φυλών σταυροδρόμι. Μου αρέσει το πόσο αλλιώτικοι είμαστε και πόσο ίδιοι μοιάζουμε εδώ (όπως και παντού), εμείς οι άνθρωποι. Είτε ερχόμαστε είτε φεύγουμε για μια στιγμή τα μονοπάτια μας συναντιούνται. Κλέβουμε λίγες ματιές, μιαν ανάσα ο ένας από τον άλλο και συνεχίζουμε το δρόμο μας, όποιος κι αν είναι αυτός. Χαρά, κατήφεια, προσδοκία και ματαίωση συνυπάρχουν αρμονικά σ’ αυτό το χώρο. Και ήχοι ανόμοιοι, που μοιάζουν σαν φυσήματα του ανέμου. Προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις των ανθρώπων που αντικρίζω, να φτιάξω με τα από μέσα μου μάτια και να δω τις προσωπικές τους ιστορίες. Δύσκολη η εισβολή στο μυαλό τους, έως αδύνατη, έτσι αφήνομαι στη φαντασία. Κρύβομαι στη σιωπή που εμπεριέχει όλος αυτός ο θόρυβος, μέχρι που...
Ένα κοριτσάκι με ξανθά τρελούτσικα μαλλιά με πλησιάζει και μ’ ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο με ρωτά:
«Έχει κι εσένα καθυστέρηση η πτήση σου;»
«Δεν ξέρω!» της απαντώ.
«Μα πώς γίνεται να μην ξέρεις;» επιμένει.
«Επειδή δεν ξέρω τίποτα...» ομολογώ.
Τρέχει προς τη μαμά της, με δείχνει και της λέει:
«Εκείνος εκεί δεν ξέρει τίποτα!»
Η μαμά με κοιτάει, χαμογελά και ξανασκύβει στο περιοδικό της.
Ο χρόνος για το ταξίδι προς το όνειρο όλο και λιγοστεύει...

Γραμμένο προχθές, Δευτέρα, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Τώρα, εβρισκόμενος στην Τσιανγκ Μάι για μια μέρα, το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να ξαναπιάσω τους ρυθμούς της πόλης. Στη φωτογραφία, τα φωταγωγημένα τείχη της Πύλης Τα Πάε, στη διάρκεια της Γιορτής των Φώτων το 2004.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Όλα Καλά

Από που ν’ αρχίσω και πώς να προχωρήσω; Ιδού η απορία. Τα νέα μου; Μα, τίποτα το συνταρακτικό δε συμβαίνει στη ζωή μου. Κι αυτό ίσως επειδή δεν το επιδιώκω. Κι αυτό ίσως επειδή στ’ αλήθεια άλλαξα. Ναι, είναι παράξενο πολύ το συναίσθημα του να ξέρεις για πρώτη φορά στα σίγουρα τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, να έχεις ένα στόχο και να τον κυνηγάς συνεχώς, ακούραστα, χωρίς σταματημό.
Όλα καλά! Ναι, είναι όλα καλά, από την ημέρα που επέστρεψα στην Κύπρο, κι ακόμη πιο πριν, προτού εγκαταλείψω την Τσιανγκ Μάι. «Όλα αλλάζουν!» έτσι σκεφτόμουνα, έτσι ένιωθα αφήνοντας την αγαπημένη πόλη. Έτσι νιώθω και τώρα. Μια παράξενη αίσθηση μοναχικής ευδαιμονίας έχει καταλάβει το είναι μου όλο και δε λέει να το εγκαταλείψει με τίποτα. Κι αυτό ξενίζει τους άλλους. «Ακόμη δεν ήρθες και κλείστηκες στο σπίτι!» με κακίζουν οι φίλοι. Τώρα, πώς να τους εξηγήσω το γιατί; Πώς να τους κάνω να καταλάβουν ότι το να είμαι «κλεισμένος» στο σπίτι αυτή την εποχή είναι το καλύτερο για μένα; ότι για να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου πρέπει να δουλέψω σκληρά και μόνος και όχι ν’ αμπελοφιλοσοφώ σε κάποιο μπαράκι;
Λες και βρίσκομαι σ’ ένα αγώνα δρόμου με το χρόνο κι αυτό πολύ μου αρέσει. «Τρέξε,» του λέω, «τρέξε, αλλά θα έρθεις δεύτερος.»
Ναι, παράξενα πολύ είναι αυτά που μου συμβαίνουν. Τόσο παράξενα που με κάνουν και χαμογελώ συνεχώς. Δεν έχω σκοτούρα καμιά, εδώ και έξι μέρες.
Όλα ξεκίνησαν φυσικά μ’ εκείνη την προδοτική έλλειψη ύπνου, πριν την αναχώρηση απ’ την Τσιανγκ Μάι. Ήθελα να κοιμηθώ οκτώ ώρες, κοιμήθηκα τρεισήμισι και ξύπνησα μες στην τρελή χαρά, χωρίς να ξέρω το γιατί. Η υπόλοιπη ημέρα πέρασε σα μέσα σ’ ένα χαμογελαστό νυσταγμένο όνειρο. Ένιωθα ότι όλα θα πήγαιναν καλά, κι απλά πήγαν. Η πρώτη πτήση είχε μια μικρή καθυστέρηση, μ’ αποτέλεσμα να τρέχω για να φτάσω τη δεύτερη. Επειδή όμως πήγα τελευταίος δε βρήκα ουρά στον έλεγχο και σε δυο λεπτά έγιν’ η δουλειά μου. Προχωρώντας βιαστικά προς την πύλη εξόδου είδα το βιβλιοπωλείο, μπήκα μέσα βιαστικά, διάλεξα στα γρήγορα οκτώ βιβλία και προχώρησα. Αμέσως άρχισε η επιβίβαση. Γλύκα.
Στο Μπαχρέιν είχα δυόμισι ώρες αναμονή που κύλησαν σα νερό με... κρασί, ανάγνωση και ίντερνετ. Το χαμόγελο πάντα εκεί ζωγραφισμένο στα χείλη μου. Κι έγινε πλατύτερο, σχεδόν γέλιο, όταν επιβιβαζόμενος στο αεροπλάνο των Κυπριακών Αερογραμμών, οι αεροσυνοδοί πήραν να μου μιλάνε στα αγγλικά. Με είδανε, βλέπετε, φορτωμένο με βιβλία και σκέφτηκαν ότι αποκλείεται να μην είμαι ξένος. Έπαιξα για λίγο το παιχνίδι τους, αλλά όταν ήρθε η ώρα μια απ’ αυτές να με ρωτήσει: «Would you like something to drink, sir?» με τη γνωστή κυπριακή προφορά, της απάντησα με την καλύτερη οξφορδιανή δικιά μου: «Ένα καφέ ρε κορού, σε παρακαλώ!». Όπως λέμε στα κυπριακά: «Έμεινε βουνάρι.»
Όπως και νάχει, είδα κι έπαθα να πείσω και τη δεύτερη αεροσυνοδό ότι είμαι όντως κύπριος.
Η πτήση προς την Κύπρο, μέσω Ντουμπάι, είχε μια κάποια μεγάλη καθυστέρηση, αλλά δε στάθηκε ικανή, παρόλη την αϋπνία και την κούραση, να μου χαλάσει τα κέφια, όπως και τίποτα άλλο μετά και μέχρι τώρα, άλλωστε.
Όλα καλά, λοιπόν. Όλα ήσυχα, όλα όμορφα, όλα όπως -αυτή τη στιγμή- τα θέλω. Εύχομαι τα ίδια και για σας.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

12 Ιουνίου 2008. Πρωί...

Αγαπητέ Κανένα,
Το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής έχει αρχίσει. Σου γράφω από το αεροδρόμιο της Τσιανγκ Μάι σ’ ένα από τα μαγαζιά του οποίου – σε μια καφετέρια για να ’μαι πιο συγκεκριμένος – υπάρχει ένας καταρράκτης. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, δεν είναι αυτό το πιο απίστευτο. Το απίστευτο είναι ότι οι τιμές είναι οι ίδιες με την πόλη, δηλαδή πολύ χαμηλές.
Τώρα, αφήνοντας πίσω το παρόν θέλω να επιστρέψω στο άμεσο παρελθόν. Σήμερα έβαλα τα ξυπνητήρια για τις εννιά το πρωί και ξύπνησα στις πέντε. Κι εγώ, ο αισιόδοξος, που χαιρόμουνα πώς θα ταξίδευα για μια φορά ξεκούραστος, έμεινα χάσκοντας. Όχι ακριβώς χάσκοντας δηλαδή, αλλά κάτι σα χάσκοντας. Αδύναμος και λίγος άκεφος καθώς ήμουνα δεν είχα όρεξη για να κάνω κάτι ουσιαστικό έτσι τόριξα στα μπλογκς και στο Facebook. Διάβασα και έπαιξα όσο μπορούσα κι η ώρα γρήγορα πέρασε.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε νυσταγμένη αναμονή. Και θα βρεθώ σ’ αυτή τη θέση τρεις ακόμη φορές αφού μόλις χθες το βράδυ αντιλήφθηκα ότι θα περάσω κι απ’ το αεροδρόμιο του Ντουμπάι, οπότε καταντά πλέον σιδηρόδρομος αυτή η διαδρομή: Τσιανγκ Μάι – Μπανγκόκ – Μπαχρέιν – Ντουμπάι – Λάρνακα – Λευκωσία. Είκοσι τρεις ώρες συνολικά υπολογίζω να διαρκέσει το ταξίδι, εκτός κι αν χάσω την τρίτη πτήση και ξεμείνω στο Μπαχρέιν (σημείωση: δυστυχώς δεν την έχασα).
Κατά τα άλλα, υγιαίνομε και ανυπομονούμε να βρεθούμε και πάλι στην μπαμπά πατρίδα, με τους 35 βαθμούς θερμοκρασία (χαμηλή για την εποχή είν’ η αλήθεια) και το 80% υγρασία – να στάζει ιδρώτα ο γονιός και του παιδιού να μην του δίνει.
Αυτά! Λέμεν τα...

Υ.γ. Η συνέχεια ύπνου θέλοντος και χρόνου επιτρέποντος, αύριο...

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Να που οι μέρες μου στην Τσιανγκ Μάι έφτασαν στο τέλος τους. Αύριο το πρωί την κάνω μ’ ελαφρά πηδηματάκια για Μπανγκόκ-Μπαχρέιν-Λάρνακα-Ύπνο!
Θα μου λείψει η αγαπημένη μου πόλη; Δεν μπορώ στ’ αλήθεια να πω. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο χρόνος μου εδώ κάθε άλλο παρά χαμένος πήγε. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, πήρα πολλές σημειώσεις, γνώρισα νέους και πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους, εμπλούτισα τις γνώσεις μου σ’ ένα θέμα που μ’ ενδιαφέρει, πήρα αποφάσεις κι... ευχάριστα νέα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς μετά την παραμονή του σε μια πόλη για δυο μήνες; Λιγότερη βροχή ίσως!
Πάντως, μιλώντας σε μια πιο προσωπική νότα, εδώ και αρκετές βδομάδες νιώθω έντονα πώς -όπως λέμε- «οι τροχοί γυρίζουν». Αν ήταν ένα φευγαλέο συναίσθημα δε θα του έδινα σημασία, αλλά όταν είναι τόσο έντονο και κρατάει για τόσο πολλή καιρό, δεν μπορώ να το αγνοήσω. Δεν είναι πώς η «τύχη μου» άρχισε ξαφνικά ν’ αλλάζει από μόνη της, είναι το πώς τη σπρώχνω συνεχώς, τη βοηθάω ν’ αλλάξει, εδώ και ένα σχεδόν χρόνο. Δεν ξέρω, αυτό ίσως και να είναι ένα σημάδι ότι επιτέλους ξεπέρασα την αιώνια εφηβεία μου, ότι τώρα πια ξέρω που πατώ και που πηγαίνω. Τώρα, καλό είν’ αυτό ή κακό; Θα δείξει.
Κατά τα άλλα, με τη βοήθεια της μαμάς Ζιβανίας, η κυρά γρίπη σχεδόν με εγκατέλειψε, αλλά και πάλι δεν μπορώ να γράψω. Ετούτη τη φορά, όμως, επειδή ξέμεινα από χρόνο. Τις λίγες ώρες που μου απομένουν σήμερα θα τις ξοδέψω τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία για τις τελευταίες αγορές (αν και ακόμη αναρωτιέμαι που θα στριμώξω 25 βιβλία, έξι από τα οποία αδιάβαστα), στο εστιατόριο του Μάρτιν για το καθιερωμένο τελευταίο δείπνο και στο μπαρ του Τζον για τη στερνή μπύρα Λίο. Αν βρω λίγο χρόνο ίσως εμπλουτίσω ακόμη περισσότερο το μπλογκ, όπου ήδη πρόσθεσα κάποιους νέους συνδέσμους, την ατάκα της ημέρας, καταλόγους με συγγραφείς και ποιητές και τη γαϊδουρο-ελεφαντο-φάτσα μου, όπως τη βλέπουν οι αθώοι περαστικοί περνώντας από το Facebook.
Αν είχα στον υπολογιστή κάποιους στίχους που έγραψα παλιά ίσως να τους ανέβαζα κι αυτούς για να σας τιμωρήσω που με διαβάζετεJ
Σε ό,τι αφορά τα της ανάγνωσης κατάφερα και τέλειωσα το “Blood Work” του Μάικλ Κόνελι και άρχισα το “Void Moon” του ίδιου. Θ’ ακολουθήσει το “The Sleeping Doll” του Τζέφρι Ντίβερ.
Μ’ αυτά κι αυτά... πάπαλα. Ό,τι είχα να πω το είπα, ό,τι είχα να γράψω το έγραψα. Αεροπορικών Εταιρειών Αδεία και Ύπνου Επιτρέποντος θα τα πούμε ξανά την Παρασκευή από τη Λευκωσία.
Μέχρι τότε, καλά ποτά!