Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Τρεις λέξεις


«Όταν φεύγεις είναι σαν να πεθαίνεις λίγο»,
Έγραψε η Μαργαρίτα Καραπάνου.
Και συμφωνώ μαζί της.
Και, φυσικά, διαφωνώ μαζί της.
Η φυγή είναι άλλοτε πόνος,
Άλλοτε λύτρωση,
Κι άλλοτε απλά μια λέξη.
Εξαρτάται πάντα από το τι αφήνεις πίσω σου,
Από ποιον και ποιαν αφήνεις πίσω σου φεύγοντας:
Μιαν αγάπη, δυο δουλειές, τρεις φίλους;
Μισή ή ολόκληρη ζωή;
Και εξαρτάται σχεδόν πάντα από το σε ποιον
Θα πεις τις τρεις τις μαγικές τις λέξεις:
«Θα μου λείψεις».
Αν δεν τις πεις σε κανένα αυτό πάει να πει ότι
Ποτέ δεν ανήκες εκεί.
Αν τις πεις σε πολλούς σημαίνει πως
Δεν τις εννοείς.
Αν τις πεις σε λίγους ίσως
Να είσαι ειλικρινής.
Αν τις πεις σε μια και μοναδική ψυχή,
Τότε…
Τότε αγάπησες τυφλά, με πάθος περισσό,
Και για ν’ αποφασίσεις να φύγεις
Είναι ξεκάθαρο
Ότι έπεσες απ’ του έρωτα τα σύννεφα,
Στων μαύρων σκυλιών την αγκαλιά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Της ζωής το ποτάμι


Έτσι είναι η ζωή. Κυλάει σαν ποτάμι. Στην αρχή κυλάει αργά, έπειτα γίνεται χείμαρρος, καταρράκτης. Μαργαρίτα Καραπάνου

Έτσι είναι όντως η ζωή; αναρωτιόταν.
Ακριβώς έτσι;
Κι αν ναι, γιατί όχι γι’ αυτήν;
Γιατί παρέμεινε στο πέρασμα των χρόνων
Και παραμένει ακόμη, ένα γαλήνιο ποτάμι,
Ούτε καν ποτάμι παρά ένα ρυάκι;
Ήθελε να γνωρίσει την άλλη της πλευρά,
Την πιο άγρια, τη συναρπαστική,
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ τάχατες αυτό;
Είμαι αιχμάλωτη του είναι μου, σκεφτόταν.
Και ήταν.
Ποτέ της δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’
Τα μονοπάτια της εκ των άνωθεν επιβεβλημένης σιγουριάς,
Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει
Τη φωνή της να ΑΚΟΥΣΤΕΙ.
Ποτέ…
Και τώρα ζει καθημερινά τα ίδια και τα ίδια,
Κόβει βόλτες κατ’ επανάληψη στα αδιέξοδά της.
Και οργίζεται σιωπηλά και σκέφτεται ότι,
Αν εκραγώ κάποια μέρα θα θρηνήσουνε πολλά θύματα.
Θα θρηνήσουνε αφού, αν εκραγεί, μετά
Δεν θα έχει άλλη επιλογή από το
Να τα παρατήσει όλα και να φύγει,
Από το να μετατρέψει το ρυάκι της σε χείμαρρο
Και καταρράκτη και να ξεχυθεί ορμητικά εκεί έξω,
Κατακλύζοντας τον κόσμο με την όμορφη
Πλην καταπιεσμένη και καταφρονημένη μέχρι τώρα
Παρουσία της.
Αν εκραγεί…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ματαιότης


Προσπαθώ να φτιάξω το ολόγραμμα
Του μελλοντικού εαυτού μου
Αλλά μου βγαίνει θολό
Σχεδόν σαν ένα όνειρο της μέρας που
Διαλύεται στο πρώτο φύσημα του
Ανέμου μιας ζεστής νύχτας.
Σκέφτομαι, κοιτώ μπροστά, σχεδιάζω,
Επιστρέφω στο σήμερα απογοητευμένος
Αλλά έχοντας κάθε φορά επίγνωση:
Δεν θα αλλάξω ποτέ,
Όχι όσο το επιδιώκω.
Η αλλαγή είναι εύκολη μόνο στα λόγια.
Οι εξωτερικές συνθήκες διαφοροποιούνται συχνά
Αλλάζουν δέρμα και υφή αλλά
Οι εσωτερικές παραμένουν πάντα οι ίδιες.
Λες:
Δεν είμαι λυπημένος επειδή είμαι μονάχος
Είμαι μονάχος επειδή είμαι λυπημένος.
Κι αυτή η λύπη μοιάζει ανίκητη.
Αναζητώ αυτό που δεν μπορώ να βρω,
Βρίσκω αυτό που δεν αναζητώ,
Της ζωής μου η ιστορία εν συντομία,
Αλλά και της κάθε ζωής.
Ξανά και ξανά λέω τα ίδια λόγια
Σε διαφορετικούς ανθρώπους,
Ξανά και ξανά ακούω τα ίδια λόγια,
Από διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο κύκλος της ζωής;
Η ζωή δεν κινείται σε κύκλους,
Αλλά ανάλογα με το άτομο ακολουθεί
Εντελώς διαφορετικές πορείες:
Πάνω, κάτω και ζιγκ-ζαγκ και η σκέψη
Ότι θα μπορούσε κανείς να της
Αλλάξει φορά παραμένει μονάχα αυτό:
Μια σκέψη.
Η ζωή γράφει τους κανόνες,
Αυτή τους εφαρμόζει.
Κι η κάθε προσπάθεια για ανατροπή τους
Αποδεικνύεται μάταιη.
Όπως κι η ζωή η ίδια,
Θα προσέθεται κάποιος απαισιόδοξος.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Τ' όνομά της είναι Θλίψη


Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Αχ, αυτές οι σκέψεις...


Πού και πού προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, αλλά μάταια, αφού με βάζουν σε τάξη αυτές. Με αναγκάζουν να μην ψάχνω τις λύσεις, αλλά να δημιουργώ όλο και πιο συχνά νέα ερωτήματα. Με κάνουν να θέλω να τα παρατήσω όλα, κι ας το γνωρίζω πια πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό, αφού αποκλείεται να με παρατήσουν εκείνα.
Λένε κάποιοι ότι το μόνο που κάνουμε στη ζωή είναι να παλεύουμε με τους δαίμονές μας. Εκείνο που δεν λένε είναι ότι οι δαίμονες αυτοί είμαστε εμείς.
Θ’ αλλάξω, σκεφτόμαστε, θ’ αλλάξω. Λες και δεν ξέρουμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ, τουλάχιστον όταν το προσπαθούν.
Κι είναι κι αυτές οι ταμπέλες που μας τυραννάνε: μονόχνοτος, εκκεντρικός, μισάνθρωπος, μοναχικός, ενδοστρεφής, κοινωνικά ασθενής. Το πλήθος μοιάζει να είναι ο κανόνας, και όποιος δεν θέλει είτε από επιλογή είτε απλά επειδή δεν ανήκει εκεί, να ενσωματωθεί σ’ αυτό, εξοστρακίζεται εξ’ ολοκλήρου. Ίσως να μη μένει απόλυτα μόνος, αλλά πού και πού νιώθει να ξεμένει από επιλογές. Ωστόσο αυτή του η στάση δεν του αποφέρει μονάχα ζημιές, αλλά και κάποια κέρδη, όπως εκείνη την ιδιότυπη μορφή ελευθερίας που λίγοι μόνο άνθρωποι μπορούν να απολαύσουν. Μιαν ελευθερία που τον βγάζει στους δρόμους, που τον κάνει να τριγυρνά για χρόνια πολλά στις γειτονιές του κόσμου, που του ανοίγει τα μάτια στις αλήθειες των άλλων. Και που, τέλος, τον κάνει να καταλάβει τους πολλούς. Τότε ακριβώς είναι που σταματά να τους επικρίνει σιωπηλά, αλλά και που κηρύσσει κάποιου είδους εκεχειρία με τους δαίμονές του, αφού στο τέλος της ημέρας εκείνοι ήταν που τον οδήγησαν στη μέσα του ολοκλήρωση.
Η κόλασή μας δεν είναι οι άλλοι, όπως διακήρυξε ο Σαρτρ, αλλά ο εαυτός μας. Αν ανέβουμε στις πιο ψηλές κορφές του και εξερευνήσουμε τα πιο σκοτεινά του σπήλαια, τότε θα ανακαλύψουμε τον παράδεισό μας. Ή τουλάχιστον θα αποδεχτούμε ότι αυτός δεν υπάρχει και θα συμφιλιωθούμε με τη ζωή, όπως αυτή είναι. Μα, ίσως και όχι, αφού η απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Τι και αν...;

Τι και αν μας κορόιδεψαν;
και δεν υπάρχει παράδεισος
και δεν υπάρχει κόλαση
και δεν υπάρχει θεός
και δεν υπάρχει διάβολος
κι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα
κι η ψυχή σαπίζει με το σώμα
κι όλοι οι πόνοι
κι όλες οι θυσίες
κι όλες οι στερήσεις
κι όλες οι προσευχές
κι όλες οι θρησκείες
όλα είναι μάταια.
Τότε τι;

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ένα σημείωμα…


Περνάνε τα χρόνια, αλλάζουν οι καιροί, και μαζί τους αλλάζουμε κι εμείς. Κάνουμε πράγματα που ούτε καν θα φανταζόμασταν, προδίδουμε κατ’ επανάληψη τα πιστεύω μας, ανεβαίνουμε σε κορυφές και πέφτουμε με πάταγο, χάνουμε τον εαυτό μας και τον ξαναβρίσκουμε.
Σαν τον τροχό της ρουλέτας είναι η ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις που θα κάτσει η μπίλια, κι αυτό είναι ακριβώς που της δίνει αξία.
Όταν είμαστε μικροί λέμε: «Όταν μεγαλώσω θέλω να κάνω αυτό… να κάνω εκείνο… να κάνω το άλλο…», μα η αλήθεια είναι ότι πολύ λίγοι ξέρουν σε τέτοια ηλικία τα Θέλω τους. Τα Θέλω αλλάζουν κι αυτά με τον καιρό, ακριβώς όπως και τα Μπορώ.
Το ξέρω ότι η ζωή δε θα είχε σχεδόν καμία αξία δίχως τα μεγαλεπήβολα σχέδιά μας, χωρίς τα όνειρα, αλλά όπως ανακαλύπτω με μια δόση έκπληξης κάθε μέρα, τα μεγαλύτερα ίσως όνειρα είναι αυτά που δεν κάναμε, τα μεγαλύτερα σχέδια αυτά που δεν καταστρώσαμε, αλλά πραγματοποιούμε.
Ερχόμενος πριν λίγες μέρες για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι είχα συγκεκριμένα σχέδια στο μυαλό μου. «Θα κάνω αυτό… Θα κάνω εκείνο… Και θα κάνω κι εκείνο…» σκεφτόμουνα. Τελικά ένα τηλεφώνημα και μια τυχαία συνάντηση, μου ανέτρεψαν όμορφα κι ουσιαστικά τα σχέδια, μου άλλαξαν το δρόμο, χωρίς να μου αλλάξουν πορεία. Ίσως να συνέβηκε τελικά αυτό ακριβώς που χρειαζόμουνα, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ. Το τι ήταν αυτό θα φανεί, λίγο-πολύ ξεκάθαρα, στην πορεία. Μέχρι τότε δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο από το χαίρομαι τη στιγμή και ό,τι έχει να μου προσφέρει αυτή.
Το μέσα μου χορεύει στους ρυθμούς του Τζιμ Μόρισον και των Ντορς:

Take it easy baby, take it as it comes…

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Το παράπονό της

Κι είναι το παράπονο που τώρα σε πνίγει.
Ποτέ δεν έχεις χρόνο για τον εαυτό σου λες
Ποτέ!
Αλλά εσύ δεν ήσουνα που διάλεξες αυτή τη φυλακή;
Εσύ δεν ήσουνα που πήρες πεισματικά ετούτο το δρόμο;
Τότε, γιατί παραπονιέσαι;
Γιατί;
Ναι, ξέρω, σε καταλαβαίνω,
Δίνεις πολλά, θέλεις και κάτι να πάρεις, αλλά…
Αλλά παίρνεις και το ξέρεις καλά.
Το παράπονο ωστόσο…
Το παράπονο!
Τυχερή είσαι όμως, σκέφτομαι εγώ, τυχερή,
Επειδή μπορείς!
Η φυλακή σου είναι αυτή που σε κάνει να ξεχωρίζεις,
Αυτή που αναδεικνύει εκείνο που
Από τον κόσμο μας πια τόσο λείπει,
Την ανθρωπιά.
Δύσκολος ο δρόμος που διάλεξες και μοναχικός,
Αλλά εσύ τουλάχιστον φεύγοντας
Θ’ αφήσεις πίσω σου κάτι,
Ενώ οι άλλοι…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Η θυσία

Ακολουθεί η δεύτερη γραφή της ιστορίας "Η θυσία", την πρωτότυπη μορφή της οποίας μπορείτε να διαβάσετε δίπλα, στη στήλη με τα διηγήματά:

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα, περισσότερο απ’ το καθετί. Αν δεν ήταν κι αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουν, σκέφτεται, καθώς στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα ανήσυχο και γαλήνιο ταυτόχρονα την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω απ’ τα πόδια του, καθώς θαυμάζει με μάτια υγρά, βουρκωμένα, το ξεβαμμένο λες στο χρόνο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια εδώ και χρόνια πολλά ήταν η ζωή του, από τότε που συνέβηκε το μοιραίο, από τότε που… Τώρα πια όμως κι αυτά θα λάβουν τέλος, ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο…

«Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλη λύση».
«Ναι, ρε συ. Το έψαξα. Τόσο καιρό το ψάχνω, αλλά τίποτα. Μόνο λόγια. Μόνο υποσχέσεις…».
«Καλά. Δε μου λες και κάτι καινούριο, αλλά έλπιζα…»
«Εγώ δεν ελπίζω τίποτα πια».
«Έλα τώρα, όλο και κάτι μπορεί να γίνει. Θα βοηθήσω κι εγώ όσο μπορώ».
«Σ’ ευχαριστώ, Μελίνα, σ’ ευχαριστώ καλή μου, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι αυτή τη φορά. Τα λεφτά που απαιτούνται είναι πολλά. Δεν έχουμε και κάνα σπίτι να βάλουμε υποθήκη βλέπεις. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε».
Χαμογελά. Πικρά. Κι εκείνη απλά κάθεται εκεί και τον κοιτάει. Δεν ξέρει με τι λόγια, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο, πώς να σηκώσει το βάρος απ’ τους ώμους του. Είναι δυνατός, πάντα ήταν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το τελευταίο χτύπημα της μοίρας του έκοψε τα πόδια, τον έκανε να χάσει οριστικά πια τη θέλησή του για ζωή. Αν… Αν του έλεγε τότε πόσο τον αγαπούσε; Αν δεν τον άφηνε να της φύγει; Αν… Θα ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα; Μάλλον όχι. Ίσως να τον έσωζε την πρώτη φορά, αφού η ιστορία θα γραφόταν σίγουρα αλλιώς, αλλά αυτή τη δεύτερη... Τώρα θέλει να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει γλυκά στο στόμα, όπως πάντα ονειρευόταν, όμως γι’ αυτό είναι πια αργά. Βρήκε κάποιον άλλον άντρα, τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, έχει και δύο μικρά παιδιά μαζί του, δεν μπορεί, δε θα μπορούσε ποτέ να τον απατήσει. Έτσι κι αλλιώς το σεξ τίποτα δε θ’ άλλαζε, θα ξεδιψούσε μοναχά τους δικούς της πόθους, αλλά σ’ εκείνον δε θα προσέφερε ποτέ αυτό που ζητούσε. Τελικά…
«Πάμε να πιούμε. Κερνάω εγώ», του λέει χαμογελώντας λυπημένα.
«Πάμε», απαντάει εκείνος.
Είναι καλοκαίρι. Η νύχτα υγρή και ζεστή, αλλά πού και πού ένα αεράκι φυσάει τη δροσιά του, χαρίζοντάς τους το δικό του χάδι. Κάθονται στην ταρατσούλα ενός παλιού μπαρ και παρατηρούν σχεδόν αμίλητοι τον κόσμο να περνάει κάτω απ’ τα πόδια τους και τους άλλους θαμώνες. Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται, σκέφτεται εκείνος, και δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το δάκρυ προτού γλιστρήσει απ’ τα μάτια του. Το σκουπίζει αβίαστα. Φέρνει τα δάχτυλα στο στόμα και το γεύεται. Αυτή είναι η γεύση του θανάτου, αναρωτιέται. Νιώθει ένα χέρι να παίρνει απαλά το δικό του, ακούει τη φωνή της να του ψιθυρίζει στ’ αυτί, εγώ είμαι εδώ, και τα δάκρυα τρέχουν και πάλι. Λύγισε. Λύγισε πια για τα καλά.
Η Μελίνα του, η μελένια του, αφουγκράζεται τις μέσα του κραυγές, τις νιώθει να της διαπερνούν σώμα και ψυχή, να την κατακλύζουν και θυμάται. Θυμάται τότε που ήταν παιδιά. Τότε που τον πρωτογνώρισε. Η ευαισθησία του, εκείνο ήταν εκείνο το κάτι που την έκανε να τον προσέξει, κι η αγάπη του για τους άλλους. Ήτανε σκληρός στο σώμα, αλλά στα λόγια, στην πράξη όχι. Ποτέ του δε χαλούσε χατίρι σε κανένα. Ποτέ δεν μπλέχτηκε σε καυγάδες. Ποτέ δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Με άγιο έμοιαζε. Μ’ ένα άγιο έφηβο, μα ποτέ οργισμένο. Μ’ ένα άγιο…
«Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Θυμόμουνα τα παλιά. Τότε που γνωριστήκαμε. Ο ίδιος είσαι, όπως και τότε. Εσύ δεν έχεις αλλάξει καθόλου».
«Άλλαξα, Μελίνα. Πώς δεν άλλαξα! Όλοι αλλάξαμε. Γίναμε λίγο πιο σοφοί, κάναμε περισσότερα λάθη, πάθαμε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι μάθαμε».
«Για την ψυχή σου μιλώ».
«Μαύρη είναι τώρα, ενώ τότε…»
«Η ίδια είναι, μοναχά ρούχα άλλαξε. Και τότε ήσουνα πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τους άλλους, το ίδιο και τώρα. Εσένα η ζωή δε σ’ έκανε σκληρό, κυνικό σαν κι εμάς».
«Η ζωή με σκότωσε…»
«Κι όμως είσαι ακόμη εδώ!»
«Όχι για πολύ…»
Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν κι αμέσως μετάνιωσε για τις τρεις αυτές λέξεις. Γιατί; Γιατί της το έκανε αυτό; Γιατί της φόρτωνε τον πόνο του;
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα…»
Έβαλε το δείχτη του δεξιού της χεριού στα χείλη του, δεν τον άφησε να συνεχίσει. Δεν έπρεπε να απολογείται για τίποτα, δεν έκανε κάτι κακό. Άφησε τα δάκρυά της να κυλούν ελεύθερα στα μάγουλα, να της ποτίζουν με αλμύρα το μπλουζάκι, και κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του να τυμπανίζουν μέσα της.
«Είσαι τρελή, το ξέρεις;» τη ρώτησε με το που σήκωσε το κεφάλι της.
«Όχι όσο θα ήθελα», απάντησε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. «Όχι όσο θα ήθελα. Και τώρα μετανιώνω…»
«Για τι;»
«Για όλ’ αυτά που δεν έκανα!»
«Μα νόμιζα ότι ήσουν ευτυχισμένη».
«Είμαι. Αλλά όπως σου είπα και πιο πριν, όχι όσο θα ήθελα. Αν ήμουνα πιο τρελή, σε εισαγωγικά, θα ήμουνα και πιο ευτυχισμένη. Αλλά…»
«Ο Κώστας;»
«Μια χαρά είναι ο Κώστας. Καλός άνθρωπος, καλός σύζυγος, καλός πατέρας. Αλλά… Αλλά… Κάτι του λείπει, ή ίσως και κάτι να λείπει σε μένα. Κάτι που δεν μπορώ να ορίσω. Ίσως να φταίει το ότι είναι άνθρωπος της συνήθειας. Ίσως να φταίει και το ότι εγώ δεν έζησα αρκετά προτού τρέξω να παντρευτώ και ν’ αποκτήσω οικογένεια».
«Μετάνιωσες;»
«Και ναι και όχι. Από τη μια είμαι μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο, με τον οποίο έχω αποκτήσει δυο πανέμορφα παιδιά, αλλά από την άλλη…»
«Ίσως θα μπορούσαν να περιμένουν;»
«Ναι!»
«Είναι παράξενη η ζωή, Μελίνα, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Ίσως, στην τελική, το σωστό και το λάθος να μην υπάρχουν. Ίσως τα πράγματα να είναι όπως είναι, απλά επειδή έτσι πρέπει να είναι».
«Εσύ δε μετανιώνεις για κάτι;»
«Περισσότερο γι’ αυτά που μου πήρε η ζωή και γι’ αυτό που δε θα προλάβει να μου πάρει, παρά γι’ αυτά που δεν έζησα ή που δεν έκανα».
Τον κοιτάει για λίγο αμίλητη. Παρατηρεί το ραγισμένο καστανό των ματιών του. Βλέπει τη φλόγα να καίει ακόμη μέσα εκεί, αλλά πιο αδύναμη παρά ποτέ. Μοιάζει έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να σβήσει. Θα της φύγει, της το λέει, τον πιστεύει, θα της φύγει κι ας μην ήτανε δικός της ποτέ. Πώς θα είναι η ζωή μετά από αυτόν; Πώς; Η εικόνα του και μόνο κάποτε την έκανε να χαμογελά, η απουσία του πόσα δάκρυα θα της χαρίσει; Μείνε, θέλει να του φωνάξει. Μείνε. Αλλά, ο χρόνος κυλά αμείλικτος και ξέρει ότι δε θα την ακούσει. Πρέπει να φύγει. Πρέπει. Αλλά, γιατί διάολε, γιατί;

Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν ερμητικά τα μάτια σ’ ετούτο τον κόσμο τον απτό, τον σκληρό, του θυμίζουν χαμόγελα πλατιά και παλιά, εμπειρίες υπέροχα μοναδικές. Ναι, ήταν τυχερός, όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά όμορφη. Έζησε πολλά, πολλά έκανε, πήγε σε πολλά μέρη και γνώρισε ανθρώπους πολλούς. Ανάμεσά τους ήταν κι Εκείνη. Εκείνη! Ο μεγάλος του έρωτας, ο ονειρικός, που του χάρισε στιγμές ευτυχίας αφάνταστης, ο οποίος όμως δεν κράτησε για πολύ – ήταν μια νύχτα της Άνοιξης, μια από τις πιο όμορφες, που μύριζαν νέα ζωή, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε βιαστικά στο διάβα του, στέλνοντας Εκείνη στον άλλο κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα. Ωστόσο, επιβίωσε…

«Μην το κάνεις, και στο υπόσχομαι, θα βρω εγώ τη λύση».
«Δε με παίρνει ο χρόνος, Μελίνα».
«Πόσο καιρό έχεις;»
«Το πολύ ένα μήνα, μετά δε γίνεται τίποτα. Θα είναι πια πολύ αργά».
«Ένα μήνα;»
Παρέμεινε να τον κοιτάει με απορία. Ένα μήνα; Πώς να βρει τόσα λεφτά σ’ ένα μήνα; Ίσως αν… Αλλά όχι. Όχι! Αυτό δεν είναι σωστό. Αλλά, πώς άλλως; Είναι μεγάλη ανάγκη. Θα τα ζητήσει απ’ τον Κώστα. Σίγουρα δε θα της πει όχι. Αν της πει όμως; Αν της πει; Τότε… Ω, δε θέλει να σκέφτεται το τότε. Φοβάται. Τώρα φοβάται όχι μόνο για κείνον, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Θα τον σκοτώσω αν μ’ αρνηθεί, σκέφτεται, θα τον σκοτώσω. Ναι, μέχρι και στο φόνο θα έφτανα για σένα φίλε μου. Αγάπη μου. Φίλε μου…
«Θα ζητήσω τα λεφτά απ’ τον Κώστα. Δε νομίζω να μου αρνηθεί».
«Δε θέλω να φορτώνομαι στους άλλους, Μελίνα. Γιατί να τον φέρεις σε δύσκολη θέση; Και γιατί να μπεις σε τέτοια θέση εσύ; Δικό μου είναι το πρόβλημα. Δε θέλησα να σε συναντήσω για να μου το λύσεις, αλλά απλά για να πω ό,τι έχω πω, για να εξηγήσω τα γιατί μου προτού…»
«Σκάσε, βλάκα. Να σε βοηθήσω θέλω, όχι να σε ακούσω. Τις δικαιολογίες σου τις ξέρω και είναι, δυστυχώς, σοβαρές, απλά δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου μετά».
«Έκανα λάθος που σε κάλεσα, καλή μου. Δεν έπρεπε. Τώρα το βλέπω. Είναι που είσαι η καλύτερή μου φίλη, πάντα ήσουνα. Περίμενα να με καταλάβεις».
«Μα σε κατάλαβα. Σε καταλαβαίνω. Απλά σου λέω ότι το πρόβλημά σου θα μπορούσε ίσως να λυθεί διαφορετικά. Δεν υπάρχει λόγος να φτάσεις στα άκρα».
«Λόγος υπάρχει. Αν υπάρχει ωστόσο μια εναλλακτική επιλογή ευχαρίστως να την επιλέξω αυτή. Ξέρεις ποιο είναι το αστείο της υπόθεσης;»
«Το αστείο; Ποιο αστείο;» Παρέμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά απορημένη, κι είδε για μια στιγμή να εμφανίζεται στα χείλη του ένα αχνό, φευγαλέο χαμόγελο.
«Ότι είτε έτσι είτε αλλιώς εσύ είσαι αυτή που θα σώσει την κατάσταση. Αν δε με έπειθες τότε να…»
«Μη μου το θυμίζεις. Μη! Με κάνεις να νιώθω χειρότερα τώρα. Αν ήξερα…»
«Κανείς δεν ήξερε. Να όμως που τόσα χρόνια μετά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό».
«Καλό το αποκαλείς αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις».
«Ναι, καλό. Και μην ξεχνάς ότι σκέφτομαι να το κάνω, δεν το έκανα ακόμη. Θα ήθελα να μου υποσχεθείς κάτι όμως».
«Τι;»
«Υποσχέσου μου πρώτα».
«Μα πώς να σου υποσχεθώ αν δεν ξέρω τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Υποσχέσου…»
«Όχι!»
«Υποσχέσου, Μελίνα μου. Υποσχέσου. Σε παρακαλώ…» Οι λέξεις του μοιάζουν να στάζουν ικεσία κι αυτή δεν μπορεί πια να του κάνει τη δύσκολη. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα έβρισκε τρόπο να την πείσει.
«Καλά. Υπόσχομαι. Τι, όμως;»
«Ότι αν τελικά δε βρεθεί άλλη λύση, αν δε βρεθούν τα χρήματα, θα βάλεις αμέσως, με το που θα μάθεις τα νέα, μπροστά τις διαδικασίες. Αλλιώς θα πάνε όλα χαμένα…»
Την παγίδεψε! Την παγίδεψε ο μπαγάσας, την παγίδεψε. Και τώρα τι; Και τώρα πώς; Πώς να πάρει το λόγο της πίσω; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί. Αδύνατον. Θέλει να του βάλει τις φωνές, να τον βρίσει, να σηκωθεί απ’ την καρέκλα και με οργή και δύναμη πολλή να τον χτυπήσει. Αλλά, δε θα το κάνει. Τον αγαπάει τόσο. Και τον ξέρει τόσο καλά. Δεν υπάρχει λόγος να του εναντιώνεται. Ο Κώστας, μόνο αυτός μπορεί να σώσει την κατάσταση. Μα τώρα, ας του πει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Μου την έφερες, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Στο υπόσχομαι. Θέλω κι εγώ να μου υποσχεθείς όμως ότι δε θα κάνεις κάτι βιαστικά. Περίμενε, αν μπορείς, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ίσως γίνω η από μηχανής θεά σου…» Του χαμογέλασε λυπημένα.
«Μα είσαι ήδη η θεά μου, ή η μάγισσα με τα δώρα. Το φωτεινό αστέρι μου…»
«Πάψε. Μη μιλάς άλλο…»
«Ό,τι θέλει η κυρία», της είπε εκείνος πειραχτικά, για να σκάσουν και οι δύο μεμιάς στα γέλια, ανασηκώνοντας για μια στιγμή το σκοτεινό πέπλο της θλίψης τους.
Πέρασε η ώρα. Πέρασε βαρύθυμα και γοργά. Πήραν το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Για να πάρει εκείνη το δρόμο για το σπίτι της, για την οικογένειά της, κι εκείνος, ποιος ξέρει για πού. Πάντως στο σπίτι δε θέλει να πάει. Νιώθει να πνίγεται εκεί, λες και είναι μικρό και αποπνιχτικό σαν μπουντρούμι. Μάλλον θα πάρει τους δρόμους. Κι όπου τον βγάλει.
«Τι σκέφτεσαι;» τον βγάζει εκείνη απ’ το μέσα του.
«Ω, τίποτα. Απλά, το που θα πάω μετά».
«Πού;»
«Δεν ξέρω. Θα πάρω το δρόμο και…»
«Γιατί δεν πας…»
«Όχι, δεν μπορώ να πάω στο σπίτι. Είναι…»
«Καλά. Κατάλαβα. Όπου σε βγάλει λοιπόν».
«Τον Κώστα δεν τον πειράζει που ήρθες νυχτιάτικα να με συναντήσεις;»
«Όχι. Με εμπιστεύεται. Και σ’ εμπιστεύεται και σένα. Μού το είπε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισε. Είναι καθαρό το βλέμμα σου, είπε. Αν το έβλεπε τώρα…»
«Και τώρα στο βάθος καθαρό είναι, Μελίνα. Απλά το περίβλημά του είναι κάπως υγρό, λίγο θολό».
«Η ομίχλη της ζωής;»
«Ποιητικό!»
Τον κρατάει απ’ το χέρι καθώς περπατάνε με το ίδια αργόσυρτα βήματα για το σταθμό. Γύρω τους ακούγονται χαρούμενες φωνές, μουσικές, ψίθυροι, ενώ ένα χλωμό φεγγάρι προσπαθεί απεγνωσμένα να προβάλει ανάμεσα απ’ τα κτήρια που όλο και πληθαίνουν. Το χέρι του είναι ιδρωμένο, αλλά το άγγιγμα του απαλό, εφαρμόζει λες τέλεια στην παλάμη της. Του ρίχνει κλεφτές ματιές. Τα μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά του, το μουσάκι του που πήρε να μεγαλώνει, τα μάτια που μοιάζουν να κοιτάνε στο πουθενά. Είναι δικός μου, σκέφτεται, αλλά δεν είναι, και το ξέρει. Δε μοιάζει πια να ανήκει εκεί, δε φαίνεται να περπατά σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνος σταματά απότομα να περπατά, φρενάροντας κι αυτή και τις σκέψεις της, και της δείχνει κάτι.
«Για δες», της λέει μ’ ένα βλέμμα ξάφνου φωτεινό, θαυμαστικό. Ένα ζευγάρι γερόντων κάθεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος των νέων, κι ο άντρας αγκαλιάζει τη γυναίκα προστατευτικά καθώς απολαμβάνουν το παγωτό τους. «Θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι έτσι ακριβώς με φανταζόμουνα να είμαι κάποια μέρα; Να γεράσω δηλαδή μ’ αυτήν που αγαπώ και να κάνω ό,τι ακριβώς κάνουν τώρα αυτοί οι δύο!»
Δάκρυσε η Μελίνα και τα μελένια μάτια της πήραν φωτιά. Τόση αγάπη! Γυρνά προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει σφικτά, αποφασιστικά. Τον κλείνει στην αγκαλιά της, χάνεται στη δική του και από μέσα της παρακαλεί η γη να σταματήσει στη στιγμή να γυρίζει. Αλλά, η προσευχή της δεν εισακούεται. Το πάντα της δεν παίρνει σάρκα και οστά. Σε λίγο βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τις γλυκές της συνήθειες. Όσο για κείνον, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και χάνεται μέσα στη βουή των δρόμων. Αποφάσισε που θέλει να πάει. Στην ακροθαλασσιά. Να ξοδέψει όλη τη νύχτα συντροφιά με τον ήχο και την ηχώ τον κυμάτων. Ν’ αντικρίσει τον ήλιο να βγαίνει πυρακτωμένος μέσα από τη θάλασσα, σα φλεγόμενη ελπίδα.

Συνέχισε να ζει όπως-όπως, κάπως λειψά, λίγο φτωχικά, κατά βάθος λυπημένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά όπως παλιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σα δώρο θεού, σαν ένα πραγματικό θαύμα, έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Αυτός της χάρισε το όνομά της, αφού πίστευε ότι της ταίριαζε, μαγική καθώς ήταν κι η ίδια. Εκείνη τον έφερε πίσω στο φως πεισματικά, με χαμόγελα και φωνές πολλές και με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ένιωσε να ξαναγεννιέται και κείνος. Κι από τότε, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δόθηκε, αφοσιώθηκε σ’ αυτή με την ψυχή του όλη. Έγινε της για πολύ καιρό θεοσκότεινης ζωής του ο φάρος. Λες και στο λευκό απαλό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα παιδικά της δάκρυα αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε. Και τα χρόνια πέρασαν…

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω, Μελίνα, θέλω και το ξέρεις, το πρόβλημα είναι ότι το ποσό που μου ζητάς είναι πολύ μεγάλο. Δεν έχουμε μόνο λεφτά, χρωστάμε κιόλας. Και όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν κάνει να παίρνουμε τέτοια ρίσκα».
«Αλλά…» Τι να του πει τώρα; Έχει δίκιο και το ξέρει. Και στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να ξηλωθεί εκείνος για το φίλο της. Αλλά…
«Τι αλλά; Πες μου τι σκέφτεσαι».
«Ε, να, ξέρεις ποιο είναι το τίμημα εδώ. Και ξέρεις ότι αν δεν ήσουν εσύ η τελευταία λύση δε θα σου ζητούσα βοήθεια. Είναι κρίμα να πάει χαμένη μια ζωή για τα άτιμα τα λεφτά. Αυτό ήθελα να πω».
«Τη ζωή τη δική μας την σκέφτηκες; Τις ζωές των παιδιών μας; Πες και βρήκα τα λεφτά. Πες και του τα δώσαμε. Λες να μπορέσει μετά να μας εξοφλήσει; Δεν είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι, απλά είναι τόσο μεγάλο το ποσό που απλά δε θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι σαν να υποθηκεύουμε το μέλλον των παιδιών μας, το καταλαβαίνεις αυτό;»
Το καταλαβαίνει, πώς δεν το καταλαβαίνει. Αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί και το κάνει. Ωστόσο ο χρόνος περνά αμείλικτα, παίρνοντας μαζί του τις όποιες λύσεις. Λες να προσπαθήσει να πάρει δάνειο απ’ τη δουλειά; Θα της το δώσουν όμως; Ίσως και ναι. Πάνε τόσα χρόνια που δουλεύει εκεί, έχει καλό μισθό, τους πήγε πολλούς πελάτες, ανάμεσά τους και κείνον. Ναι, αυτό θα κάνει.
«Συγγνώμη, Κώστα. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα. Μιλάς σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω κάποιο άλλο τρόπο να τον βοηθήσω».
«Το κράτος; Κάποια οργάνωση; Η εκκλησία; Δεν μπορεί να βάλει το χεράκι του κάποιος απ’ τους φορείς, ή όπως αλλιώς τους λένε τέλος πάντων;»
«Προσπάθησαν και προσπαθούν να βρουν βοήθεια εδώ και μήνες, αλλά μάταια. Ο ένας τον στέλνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Και τώρα έφτασαν στο αμήν. Αν δε βρεθεί κάτι πολύ σύντομα…»
Ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Καθόλου δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Τα άφησε να κυλούν έτσι γοργά, άηχα, οδυνηρά. Ο Κώστας έσπευσε να την αγκαλιάσει, να την καθησυχάσει, να την πείσει με λόγια που και στα δικά του αυτιά ακούγονταν ψεύτικα ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Στο τέλος, Κώστα, θέλει να τον ρωτήσει. Στο τέλος; Τελικά στο τέλος, είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο που είναι σίγουρο είναι το τέλος.
«Γιατί κλαις, μαμά;» Μια φωνούλα παιδική τη βγάζει απ’ τις σκέψεις, σκοτώνει με τρεις λέξεις προτού καλά-καλά γεννηθεί την οργή της. Σκουπίζει τα μάτια της και συνέρχεται λες αυτόματα. Ξεφεύγει απ’ την αγκαλιά του άντρα της και πηγαίνει σχεδόν τρέχοντας και σηκώνει στην αγκαλιά της την κόρη της, την ανεβάζει ψηλά και με μάτια υγρά της λέει ότι κλαίει από χαρά, απ’ τη χαρά της που τη βλέπει. Κι η μικρή παίρνει να γελά. Κι η θλίψη κρύβεται βιαστικά σ’ ένα ντουλάπι του μυαλού. Θα έρθει να την επισκεφθεί ξανά αργά το βράδυ, όταν θα ξαπλώνει άγρυπνη στο συζυγικό κρεβάτι, όταν θα έχει πια το χρόνο να σκεφθεί ελεύθερα όλ’ αυτά που την απασχολούν, να καταστρώσει τα σχέδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Η μικρή άρχισε αμετάκλητα να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, συνεχώς να ρωτά, χαριτωμένα να απαιτεί και πολλές φορές απ’ τη χαρά της να χορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο, όπως όλα τα παιδιά. Αλλά για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα θα ήταν η μικρή, πάντα θα ήταν η αγαπημένη του, όσος καιρός κι αν περνούσε, όσο κι αν η ζωή τον άλλαζε. Και δε θα ξεχνούσε ούτε και για μια στιγμή την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, μια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη μέσα στον πόνο και το οδυνηρό παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να ψιθυρίσει αδύναμα το όνομά του, Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι ολοκληρωτικά στη δίνη της αρρώστιας. Και τώρα… Και τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Και θα ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δε θα την αφήσει να περάσει το δικό της αυτή τη φορά, θα της τη φέρει πισώπλατα, ακριβώς όπως του την έφερε κι εκείνη, θα επιβάλει το δικό του δίκαιο νόμο. Εσύ έζησες πολλά Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και μιλά σε κάποιο ξένο. Εσύ έζησες πολλά, του ξαναλέει λες και προσπαθεί να τον πείσει, κι ας μην πολυπιστεύει ούτε κι ο ίδιος τα λόγια του. Εσύ έζησες πολλά, πεισμώνει, τώρα είναι η σειρά της…

«Δώσε μου λίγο ακόμη χρόνο, Φώτη, και θα δεις. Θα δεις που θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρουμε. Είναι πολύ μεγάλο το ποσό που χρειάζεσαι κι όπως καταλαβαίνεις…»
Μιλάνε στο τηλέφωνο. Τον πήρε για να του πει τα ευχάριστα νέα. Συζήτησε με το αφεντικό της και μάλλον θα της εγκρίνουν το δάνειο που ζήτησε. Και μόλις γίνει αυτό θα του μεταβιβάσει αμέσως το ποσό. Κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
«Σε μεγάλους μπελάδες σε έβαλα Μελίνα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Κι εσύ δεν έπρεπε… Δεν έπρεπε…» Κομπιάζει. Οι λέξεις προσπαθούν μα δεν μπορούν να βγουν απ’ τα χείλη του. Δείχνει, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, έτοιμος να κλάψει. Ακούει την ανάσα του στο ακουστικό, την ακούει βαριά και της πλακώνει το στήθος. Αλλά, δεν του μιλά. Τον αφήνει να ηρεμήσει, να ’ρθει στα συγκαλά του. Προσπαθεί να μιλήσει και πάλι. Και προσπαθεί μάταια. «Δεν έπρεπε…» ψιθυρίζει και μένει ξανά σιωπηλός. Μα από μέσα του βράζει. Είναι οργισμένος πολύ με τις μοίρες, θέλει να τα βάλει με τους θεούς και τους δαίμονες που τον έφεραν ως εδώ, να ξεσπάσει, να βρίσει, να χτυπήσει, να χτυπηθεί. Ωστόσο, καταπίνει την οργή του. Σκέφτεται τα πυρετικά μάτια της Μάγιας του, τα φωτεινά της Μελίνας που πάντοτε τον τύλιγαν με τόση ζεστασιά και λίγο γαληνεύει. «Είσαι ο άγγελός μου», της ψιθυρίζει τελικά. «Είσαι ο άγγελός μου», της λέει, κι από τα βάθη της ψυχής του το εννοεί.
«Κι εσύ ο δικός μου, Φώτη. Κι εσύ ο δικός μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ. Πάντα σε αγαπούσα, αλλά όχι πάντα φιλικά», απαντά εκείνη σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, για να συνέλθει αμέσως και ν’ αφήσει ένα εκκωφαντικό, ωχ όχι, να ξεφύγει απ’ τα στήθια της. Ξεχάστηκε! Και καθώς ξεχάστηκε του είπε εκείνο που δεν τόλμησε, τουλάχιστον στον ίδιο, να παραδεχτεί ποτέ. Και τώρα. Τώρα τους πνίγουν οι σιωπές. Εκείνος κοιτάει αμήχανα τα χέρια του, εκείνη τον απέναντι τοίχο με το στερεότυπο καδραρισμένο λευκό οικοτοπίο κάποιου νησιού. Τους χωρίζουν τα χιλιόμετρα, τα σύρματα, τα γεγονότα. Τους ενώνουν η κοινή ζωή τους του χθες και τα κενά του χρόνου.
«Από πότε;» Μίλησε πρώτος εκείνος.
«Όπως σου είπα: από πάντα. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες…»
«Γιατί μήπως κατάλαβες εσύ;»
«Τότε…»
«Για τα γέλια είμαστε, Μελίνα, και για τα κλάματα. Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά εμείς οι βλάκες κοιτούσαμε δίχως να βλέπουμε. Κι έπρεπε να… Ω, διάολε, θέλω να χτυπήσω κάποιον, να σπάσω κάτι. Είμαι τόσο οργισμένος, ψυχή μου. Τόσο οργισμένος…»
«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ οργισμένη είμαι, αλλά όχι με τους άλλους. Με μένα την ίδια. Αν ήξερα… Ωστόσο τώρα είναι αργά. Μακάρι να ήτανε τα πράγματα αλλιώς, αλλά δεν είναι. Κάποια απ’ αυτά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν αυτά που μπορούμε. Τουλάχιστον…» Άφησε την πρότασή της στη μέση, αλλά εκείνος δεν την άφησε να πέσει κάτω. Την άρπαξε στον αέρα και της την επέστρεψε.
«Τουλάχιστον τι;»
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε. Θα μας μείνει όμως αιώνιος βραχνάς, το πώς θα ήταν αν… Αλήθεια, πώς θα ήταν; Δε σε ρωτώ, απλά αναρωτιέμαι».
«Ποιος μπορεί να πει; Κανείς! Κανείς δεν ξέρει. Έχω δει όλα τα δεδομένα στη ζωή μου να ανατρέπονται, όλες τις σιγουριές να συντρίβονται, τα όμορφα όλα να χάνονται. Δεν μπορώ να σου πω πώς θα ήταν, Μελίνα. Θα προσπαθούσα όμως, κι αυτό μπορώ να στο πω με σιγουριά, να κάνω το καλύτερο, να σου χαρίσω όλη την αγάπη που σου αξίζει».
«Γιατί δεν τόλμησα τότε;»
«Για τον ίδιο λόγο που δεν τόλμησα ούτε κι εγώ. Φοβήθηκες. Κι οι δυο φοβηθήκαμε. Φοβηθήκαμε ότι το όνειρο θα έβγαινε αληθινό και δε θα ξέραμε τι να κάνουμε μετά».
«Ξέρεις, όταν σε σκεφτόμουνα τότε, ή όταν ήμουνα κοντά σου μα δεν με παρατηρούσες, πού και πού έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να σε φανταστώ σαν τον πατέρα των παιδιών μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ήσουνα πολύ ελεύθερος εσύ, έδειχνες ατίθασος πολύ, δεν μπορούσα να σε φανταστώ οικογενειάρχη».
«Έτσι ήμουνα. Κι ίσως να είμαι τουλάχιστον λίγο έτσι ακόμη. Αλλά ο ερχομός της Μάγιας στη ζωή μου με άλλαξε, μ’ έκανε ν’ αγαπήσω όλα τα παιδιά στο πρόσωπό της και πήρα κι εγώ κάθε τόσο να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να γίνω πατέρας. Ο χρόνος, βλέπεις…»
«Ο χρόνος! Μπορεί να μη γιατρεύει τις πληγές, αλλά τουλάχιστον τις βγάζει στο φως, σου επιτρέπει να τις δεις καθαρά, να τις ξύσεις απαλύνοντας τον πόνο».
«Έτσι είναι. Ποιος να μου το έλεγε ότι κάποια μέρα θα είχα αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Το υποψιαζόμουνα, αλλά ανίδεος ήμουν, όπως κι εσύ».
«Όπως κι εγώ. Ίσως ν’ ακουστεί παράδοξο κάτω από τις παρούσες συνθήκες αυτό που θα σου πω, Φώτη, αλλά θα στο πω: χαίρομαι. Χαίρομαι που βγήκε το μυστικό στη φόρα. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου».
«Σε καταλαβαίνω. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν δεν ήταν αυτή η καταραμένη η μοίρα…»
«Μη λες τίποτ’ άλλο. Ας τ’ αφήσουμε εδώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πάρω τα λεφτά στα χέρια μου σύντομα και όταν περάσει η μπόρα είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να μιλήσουμε».
«Αν περάσει η μπόρα. Αν…»
«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα περάσει…»
«Μακάρι».

Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του και την κοιτάει για ώρα πολλή έντονα, επίμονα, με ένα βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη απέραντη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στο μοναχικό άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, ξεψυχισμένος, συνένοχος στη θλίψη του. Ναι, θα μπορούσε να είναι κόρη του, κόρη τους, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι, το πιο γλυκό ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί τους, και εδώ και καιρό κόβει βόλτες στο κατώφλι του θανάτου. Χαϊδεύει με δάχτυλα που τρέμουν απ’ το παράπονο και τη συγκίνηση το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, φιλά με τρυφερότητα περισσή το αποτυπωμένο στο χαρτί μέτωπο, ανασαίνει πάνω σ’ αυτό την αγάπη του, το αποχαιρετά, αποχαιρετά εκείνη: αντίο, Μαγιούλα μου. Αντίο και σ’ ευχαριστώ απ’ της ψυχής μου τα βάθη που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, τοποθετεί προσεκτικά εκείνο το πλάνο, το αλάνθαστο ντοκουμέντο μιας αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, και σηκώνει αποφασιστικά το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο, που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται καθώς το κοιτά με θαυμασμό. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά. Όπως κι εκείνη. Εκείνη. Η Μελίνα. Πρέπει να την πάρει τηλέφωνο. Θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της για τελευταία φορά. Όχι, δε θα της πει την αλήθεια. Όχι. Απλά θα της μιλήσει και θα την ακούσει. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και για μια στιγμή μένει ακίνητος, σα μαρμαρωμένος. Δεν πιάνει σήμα. Αλλά πώς να πιάσει κιόλας στην ερημιά που βρίσκεται; Ένα χαμόγελο πικρό, σαν γκριμάτσα, του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ακόμη και τώρα, ψιθυρίζει, μη μπορώντας κι ο ίδιος να το πιστέψει. Ακόμη και τώρα, οι μοίρες γελάνε στην πλάτη του…

Επιτέλους εγκρίθηκε το δάνειο. Εγκρίθηκε. Έχει την επιταγή στα χέρια της. Θέλει να πετάξει απ’ τη χαρά της, στ’ αλήθεια να πετάξει. Τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα! Πρέπει να πει τα νέα στον Φώτη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τρέξει να τον συναντήσει και να του δώσει τα λεφτά. Τον παίρνει τηλέφωνο. Δε χτυπά. Τον ξαναπαίρνει. Τον ίδιο. Πού να είναι άραγε, αναρωτιέται. Α, ναι, στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο. Θα έχει το κινητό του κλειστό. Αναστενάζει με ανακούφιση. Θα πάρει άδεια το απόγευμα και θα σπεύσει να τον συναντήσει εκεί. Ω, νιώθει τόσο χαρούμενη τώρα. Είναι τόσο ευτυχισμένη που θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.
Σκέφτεται. Τον σκέφτεται. Σκέφτεται τους δυο τους μαζί. Ελκυστική η εικόνα, αλλά… Αλλά δεν έχει σκοπό να διαλύσει την οικογένειά της. Τον αγαπούσε, τον αγαπά και θα τον αγαπά, αλλά μέχρι εκεί. Ο Κώστας… Ο Κώστας είναι ο άντρας της. Τα παιδιά της είναι και δικά του παιδιά. Δε λέει…
Ω, δεν αντέχει πια εκεί, νιώθει να πνίγεται. Πρέπει να φύγει αμέσως, να πάει στο νοσοκομείο και να τον συναντήσει στη στιγμή. Πετάγεται απ’ τη θέση της, σαν ελατήριο, και φεύγει τρέχοντας σχεδόν απ’ το γραφείο δίχως να πει τίποτα σε κανένα. Είναι ώρα αιχμής, δε θα πάρει το αμάξι της, καλύτερα με το μετρό. Κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά στο σταθμό του Συντάγματος και διασχίζει σα σίφουνας το χώρο. Δεν προσέχει τον κόσμο γύρω της, δε δίνει σημασία καμιά στα επιτιμητικά βλέμματα. Βιάζεται, και σ’ όποιον αρέσει.
Βγαίνει έξω σ’ έναν ήλιο εκκωφαντικό και μια ζέστη αφόρητη. Έχει πολύ περπάτημα ακόμη. Τα βήματά της γοργά, τη φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ εκείνον, στης αδελφής του τη σωτηρία.
Φτάνει επιτέλους στον προορισμό της. Την κατευθύνουν στο δωμάτιο που ψάχνει, όπου μπαίνει σιγοπατώντας. Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη πια. Κοιτάει γύρω της. Η μικρή, ένας άγγελος που κοιμάται αδύναμα στο κρεβάτι, η μάνα της κι ο πατέρας. Ο Φώτης πουθενά. Τους πλησιάζει.
«Γεια σας, η Μελίνα είμαι, αν με θυμάστε».
«Σε θυμόμαστε, κόρη μου. Σε θυμόμαστε», της απαντά ψιθυριστά η γυναίκα.
«Ο Φώτης;»
«Δεν ξέρουμε που είναι. Έχουμε να τον δούμε από χθες το βράδυ».
Δεν ξέρει τι άλλο να τους πει και τι να τους ρωτήσει. Έτσι, τους παραδίδει απλά το φάκελο με την επιταγή και κάνει να φύγει.
«Τι είν’ αυτό, Μελίνα μου», τη ρωτάει η μάνα.
«Τα λεφτά για την εγχείρηση της μικρής», απαντά μ’ ένα μικρό χαμόγελο, τους γυρνά αβίαστα την πλάτη και παίρνει γρήγορα να απομακρύνεται. Επιφωνήματα χαράς μεγάλης ακολουθούν για λίγη ώρα το κάθε της βήμα.

Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του, την ξεκινά και παίρνει να κατεβαίνει το βουνό σαν οργισμένος βοριάς, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε μια στροφή του δρόμου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χάνει τον έλεγχό της κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να έχει πάρει μορφή ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του κι αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά. εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει! Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του από την ασφάλεια ζωής που του έκανε χρόνια πριν η Μελίνα, θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στο εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που έχει ανάγκη. Αρκετά για ν’ αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό! Η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

5 Αυγούστου 2009

Για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι λοιπόν. Για να ζήσω ξανά τα ίδια ή ίσως και διαφορετικά; Μάλλον διαφορετικά θα είναι τα περισσότερα ετούτη τη φορά αφού δεν έχω την πίεση του χρόνου, μπορώ να μείνω εδώ όσο θέλω, να δοκιμάσω νέα πράγματα, να κάνω ό,τι μέχρι τώρα ποτέ πριν δεν έκανα. Ναι, νιώθω σαν στο σπίτι μου εδώ ή, μάλλον, ακόμη καλύτερα, αφού το μυαλό μου είναι πιο γαλήνιο, πιο καθαρό, οι ταχύτητές μου αυξάνονται αβίαστα.
Όπως λέγαμε προχθές με κάποιο περαστικό η Τσιανγκ Μάι είναι ένα από εκείνα τα μέρη που έχουν κάτι. Εκείνο το κάτι που πλανεύει, που σε καθηλώνει. Δεν είναι μόνο η ιστορία της, οι ναοί της, το βουνό και το ποτάμι της. Είναι κι οι ατελείωτοι δρόμοι κι οι μικρές γειτονιές της, το κελάηδημα των πουλιών που ακούγεται ακόμη στο κέντρο της πόλης, οι μαγικές νωχελικές της νύχτας και τα πλατιά χαμόγελα των ανθρώπων της.
Είναι… Είναι… Είναι… Πολλά τα είναι. Κι οι προσπάθειες να τα απαριθμήσει κανείς, να τα εξηγήσει, μάταιες. Το θέμα είναι ότι εκεί όπου είσαι πρέπει να νιώθεις καλά, κι εδώ νιώθω καλύτερα από οπουδήποτε αλλού.
Τώρα, για το τι θα προκύψει απ’ αυτή τη μεγάλης διάρκειας διαμονή, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει. Πάντως θα είναι κάτι καλό, γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία…

Υ.γ. Τι ανακαλύπτει κανείς τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία της Τσιανγκ Μάι. Το Assegai, το νέο μυθιστόρημα του Γουίλμπουρ Σμιθ το πέτυχα σε limited hardback edition 1500 μόλις αριθμημένων αντίτυπων, στην τιμή των 140 μπατ (περίπου τρία ευρώ). Υπογραμμένο! Είναι τρελοί αυτοί οι… ρωμαίοι. Μια γρήγορη έρευνα στον γούγλη μου έδειξε ότι το πιο φτηνό αντίτυπο πωλείται γύρω στα 45 ευρώ.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Ο περιττός

Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, που δεν μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της κι αργά ή γρήγορα να χάνονται.
Τον ήξερα προτού τον γνωρίσω. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, τα οποία αντί να τρομάζουν αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δε βαρυγκωμούσε. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη πήγαιν’ αυτός κι εγώ κάπου έφτασα να τον ζηλεύω.
Τον ζήλευα επειδή δεν τον ήξερα. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, πήρα να τον θαυμάζω. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δυο αδέλφια μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Όλα στη ζωή του έμοιαζαν ν’ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε, θα έπιανε μια δουλειά, θα γινόταν κάποιος. Αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.
Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, όλες του οι βεβαιότητες έγιναν συντρίμμια και τα έχασε. Το μυαλό του σάλεψε. Κάποια νύχτα, οδηγώντας πιωμένος το αυτοκίνητο του πατέρα του, σκότωσε κατά λάθος μια νέα γυναίκα, κι η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.
Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του άρχισε να παίζει παράξενα παιχνίδια, να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη μοιραία νύχτα και να τον τυραννά, και πήρε να τραυλίζει. Το δικαστήριο αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, αφού δεν πέρασε από κανενός το νου η σκέψη ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν με χάπια και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά ν’ αναρρώνει, να ανακτά την επικοινωνία του με τον κόσμο. Κάποτε αντιλήφθηκαν ότι δε θα γινόταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.
Η μητέρα του στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Πάντα τον φρόντιζε, και όσο περνούσε απ’ το χέρι της, δεν του χάλαγε χατίρι. Πίστευε ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.
Προτού όμως περάσουν λίγοι μήνες η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, είν’ η αλήθεια, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του πήρε να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον «τρελό». Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στα άλλα δυο παιδιά του. Εκείνος θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι με τη μητέρα του, αλλά μόνο αυτό.
Με λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κάνει ευτυχισμένο, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν.
Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά δεν κατάφερε να τον γιατρέψει εντελώς, αφού κάποτε πέθανε κι αυτή. Ο Γιάννης ήταν στα τριάντα του και τώρα πια στον κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν παράσιτο, σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς περιττός. Μάζεψε λοιπόν τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.
Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει. Το σοβάτισε, το έβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα, μπάλωσε όπως-όπως και τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του.
Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, σύντομα ξέμεινε από λεφτά. Μη έχοντας άλλη επιλογή πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, δεν υπήρχε κάποιος πρόθυμος, ή έστω καλόψυχος αρκετά, ώστε να προσλάβει τον «τρελό». Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε με παράπονο εκείνος. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει κανείς. Κανένας δε θα κλάψει για μένα.
Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια για κείνον, έτσι κάποια μέρα καθώς περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους της πόλης άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του. Αυτός υπάκουσε και όταν εκείνος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να δουλέψει για λίγες ώρες, για πρώτη φορά άφησε να εμφανιστεί στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. Θέλω, απάντησε συνεσταλμένα. Ξόδεψε τις επόμενες λίγες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της μέρας πήρε στα χέρια του τον πρώτο μισθό. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένα καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του αποφέρουν πολλά λεφτά αλλά που θα είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Από το τίποτα..
Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά φίλος του δεν έγινε κανένας. Δεν ήθελαν και πολλά πάρε-δώσε μαζί του οι «αξιοπρεπείς». Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή σαλτάρισε, δίχως κανένα απολύτως λόγο τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά αυτός δεν κράτησε κακία. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν, οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.
Κάποια μέρα, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.
Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι κι έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του βρήκε ένα φάκελο γεμάτο λεφτά κι ένα σημείωμα: «Για μένα και τη μητέρα μου», έγραφε. Κατάλαβαν. Προέβλεψε το θάνατό του κι η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.


Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Έρωτας στη Βενετία

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τα διηγήματα που έχω ανεβάσει εδώ ανακάλυψα ότι άφησα έξω την πρώτη ιστορία που έγραψα πριν δεκατρία τόσα χρόνια, τον Έρωτα στη Βενετία. Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν την ανεβάζω σήμερα. Και μια σημείωση: Αφού τα (ογδόντα!!!) διηγήματά μου δεν προβλέπεται να εκδοθούν στο άμεσο ή και το απόμακρο μέλλον τα μάζεψα όλα σε μια στήλη εδώ δίπλα, μαζί με την Απολογία της Μηδείας. Διαβάστε (αν θέλετε τυπώστε), σκουπίστε, τελειώσατε.

“Ραντεβού στη Βενετία, κάθε δέκα χρόνια”. Αυτή ήταν η συμφωνία, τρελή γλυκιά συμφωνία, που ’κλεισα με τη Φωτεινή, πριν τρεις - τόσες - δεκαετίες, καθώς αποφοιτούσαμε από το Λύκειο.
Με τη Φωτεινή είχαμε σμίξει στην τρέλα μας, τα θρυλικά εκείνα χρόνια, τα μαθητικά. Πάντα μαζί. Σιαμαίους μας αποκαλούσαν τα άλλα παιδιά και οι καθηγητές, και γελούσαν. “ Αυτοί μια μέρα θα παντρευτούν και θα κάνουν παιδιά ”, έλεγαν εκείνοι που νόμιζαν πως γνώριζαν. Οι αιώνιοι παντογνώστες των ξένων ζωών.
Εμείς, απλά αδιαφορούσαμε για όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δε δίναμε δεκάρα για κανένα και τίποτα. Είχαμε φτιάξει το δικό μας κόσμο, τον ιδανικό, τον αμόλυντο, τον ουτοπικό.
Για τρία χρόνια ήμασταν μαζί στις κοπάνες, μαζί στις πλάκες, μαζί στις αποβολές, μαζί καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο, μαζί γίναμε για πρώτη φορά λιώμα απ’ το πολύ ποτό. Τελικά η Φωτεινή έγινε ασυγχώρητα φανατική καπνίστρια, μόνο και μόνο για να βλέπει: “ Το μόνο πράγμα που καίγεται για μένα ”.
Πριν να τη γνωρίσω, εγώ ήθελα να γίνω παπάς κι εκείνη γραμματέας. Μετά από τρία χρόνια επώδυνης, και - γιατί όχι; - γλυκιάς, σχολικής συμβίωσης, αποφασίσαμε κι οι δυο, με μια φωνή, να γίνουμε δημοσιογράφοι. Τι σιαμαίοι θα ήμασταν άλλωστε αν δεν ακολουθούσαμε τους ίδιους επαγγελματικούς δρόμους; Κι αυτά, ενώ οι βαθμοί μας μετά βίας περνούσαν τη βάση. Σύμφωνα με κάποιο σοφό καθηγητή, με τέτοιους βαθμούς, θα ήμασταν τυχεροί αν γινόμασταν ρακοσυλλέκτες.
Σαν τελειώσαμε το σχολείο, είδαμε με αληθινό πόνο, τη γλυκιά συμβίωσή μας στην τρέλα, να φτάνει στο τέλος της. Οδυνηρή, σαν αόρατο μαχαίρι που ξεσκίζει τα σωθικά, ήταν εκείνη η ώρα, εκείνη η μέρα.
Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι των τελειοφοίτων ήμασταν σα χαμένοι. Ήμασταν εκεί, αλλά και κάπου αλλού, σε κόσμους που δεν μπορεί να δει το μάτι. Με τη σκέψη, με τα λόγια, με το άγγιγμά μας, ταξιδεύαμε μοναχοί, δίχως έγνοιες, σ’ άλλα μέρη, μακρινά, εξωτικά, ονειρικά. Δίναμε φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης. Μαζί, δώσαμε, και την υπόσχεση που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μας, που θα μας στοίχειωνε: “Όπου κι αν μας βγάλει το μονοπάτι της ζωής, ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν γίνουμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, και να ανανεώνουμε κάθε δέκα χρόνια τη γνωριμία μας, τον έρωτά μας στη Βενετία, στη γνωστή Πλατεία του Αγίου Μάρκου ”. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, γιατί ήταν η μόνη που ξέραμε στα σίγουρα ότι υπάρχει.
Για μας η Βενετία τότε ταυτιζότανε με ό,τι το πιο ωραίο, το πιο ρομαντικό. Ήταν κάτι, σαν ένα όνειρο απόμακρο, αλλά όχι άπιαστο. Σαν το μάθανε τα άλλα παιδιά βαλθήκανε να μας δουλεύουν. Έλεγαν πως, πολύ πριν να περάσουν τα δέκα χρόνια θα παντρευτούμε ο καθένας με κάποιον άγνωστο, και θα ξεχάσουμε όλες τις υποσχέσεις και τους όρκους για παντοτινή αγάπη. Οι άλλοι! Αυτοί πάντα νομίζουνε πως ξέρουν κάτι παραπάνω.
Μετά από λίγα χρόνια συνάντησα τη Φωτεινή στο γάμο μιας από τις παλιές μας συμμαθήτριες, στην Αθήνα. Η καρδιά μου σκίρτησε, χάρηκε, πόνεσε, μόλις την αντίκρυσα. Ήτανε τόσο πολύ αλλαγμένη, τόσο όμορφη, τόσο θλιμμένη. Τόσο προσιτή κι απόμακρη. Κάπνιζε σα φουγάρο και φαινόταν να πίνει πολύ. Είχε γίνει γραμματέας. Εγώ δημοσιογράφος.
Δε μιλήσαμε πολύ. Ήταν με τον πατέρα της, ένα αμίλητο στρατιωτικό, που σαν τον έβλεπες ανατρίχιαζες και σκεφτόσουνα: “ Αμάν Θεούλη μου, τι γίγαντας είναι αυτός; ”. Στο πρόσωπο είχε μια έκφραση που σαν να φώναζε από μακρυά:
“ Προσέξτε σκουλήκια να μη σας πατήσω ”.
Ζούσε, μου ’χε πει, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά ούτε και είχε ξεχάσει για μια στιγμή την υπόσχεση που ’χαμε δώσει. Πριν να φύγει υπό τη συνοδεία του στρατηγού Πινοσέτ, με τράβηξε παράμερα και μου ’σκασε ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. “ Θα σε δω ”, ήταν τα τελευταία της λόγια. Θα σε δω...
Μιλώντας με τα υπόλοιπα παιδιά ανακάλυψα πως η μεγάλη πλειοψηφία ήταν ήδη παντρεμένοι. Μερικοί είχαν και παιδιά. Πολλοί δούλευαν σε τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες, κι άλλοι σε γραφεία, κάποιοι ξεζούμιζαν ακόμη την τσέπη του μπαμπά. Είχαν ενσωματωθεί για τα καλά στο σύστημα. Απόκτησαν πιστωτικές κάρτες, κύρος, αυτοκίνητα με δόσεις, διαμερίσματα μ’ ενοίκιο. Πιάσαν την καλή! Με δυο λόγια ξόδευαν περισσότερα απ’ όσα είχαν. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Νόμιζαν κι αυτοί πως ζούσαν.
Ίσως να ’μουν ο μόνος που διατήρησε την τρέλα του, τη γλυκιά εφηβική τρέλα. Ο μόνος που δεν είχε γίνει ακόμη “ ασφαλής ”, “ κύριος ”, βολεμένος. Απολάμβανα την ελευθερία της δωρεάν στέγης, μιας συναρπαστικής δουλειάς, ατέλειωτων ταξιδιών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ζούσα.
Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα, όσο γρήγορα κυλάει κι η ζωή μας και χάνεται, και στα 28 μου πια, στις 10 του Σεπτέμβρη του 19--, λίγο μετά το μεσημέρι, μέρα Σαββάτο, βρέθηκα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Πρώτη φορά είχα νιώσει τόσο μεγάλη αγωνία μέσα μου. “Δε θα ’ρθει ”, σκεφτόμουνα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η σκέψη μου πάει πάντα προς το χειρότερο. “ Δε θα ’ρθει ”, επέμενα, κι ας γνώριζα βαθιά μέσα μου πως ήταν ήδη εκεί, πως θα την έβλεπα, θα την κρατούσα, θα τη φιλούσα.
Έκανα το γύρο της πλατείας δυο φορές, σχεδόν τρέχοντας. Πριν αρχίσω για την τρίτη διαδρομή την είδα. Παρακολουθούσε ατάραχη ένα συρφετό τουριστών, που σχημάτιζε ατέλειωτες ουρές για να μπει στο μεγαλοπρεπή ναό. Την πλησίασα χωρίς να με αντιληφθεί. Κοντοστάθηκα κι άρχισα να μελετώ απ’ το πλάι το πρόσωπό της. Θέ μου, πόσο όμορφη φάνταζε στα μάτια μου, πόσο ξεχώριζε μέσα στο πλήθος, με τα μακριά, ολόισια, παράφορα μαύρα μαλλιά της, αφημένα στη σιγουριά των ώμων και της πλάτης, στο φύσημα του αγέρα, με το αφηρημένο βλέμμα της ανυπομονησίας, με εκείνη την υπέροχη ορθή κορμοστασιά. Αυτή ήταν η Φωτεινή μου, ο μεγάλος, ο ασίγαστος έρωτας από τα χρόνια της αθωότητας, ο έρωτάς μου.
Δεν ξέρω για πόση ώρα παρέμεινα εκεί μαρμαρωμένος να την κοιτάω, να θαυμάζω τη μεγαλειώδη της χάρι, δίχως να τολμώ να της μιλήσω, για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Κάποτε, όμως, την πλησίασα και τη φιλοδώρησα μ’ ένα ζεστό της αγάπης φιλί, στο δεξί μάγουλο. Γύρισε αμέσως προς το μέρος μου και ρίχτηκε στην αγκαλιά μου. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ήμασταν και πάλι μαζί. Οι δυο μας μόνο. Οι δύο τρελοί, οι αμετανόητοι, οι ρομαντικοί, οι…σιαμαίοι.
Τριγυρνούσαμε με τα πόδια, για ώρα πολλή στους στενόμακρους δρόμους και τα σοκάκια της Βενετίας ψάχνοντας για ξενοδοχείο, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και στο άλλο, το ελεύθερο, τις λιλιπούτειες αποσκεύες μας. Θα μέναμε μαζί για ένα μόλις Σαββατοκύριακο.
Η αναζήτηση στέγης για τον έρωτά μας, στάθηκε δύσκολη υπόθεση, μια και η Βενετία το Σεπτέμβρη μοιάζει με μια τεράστια, βρεγμένη τουριστοπολιτεία. Όλα τα ξενοδοχεία και οι πανσιόν γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία και το Κανάλε Γκράντε, ήταν καταλημμένα από πλήθη τουριστών...βρετανούς, γαλλούς, γερμανούς, έλληνες και γιαπωνέζους. Τελικά, καταλήξαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Κάλλε ντελ Κρίστο, όπου ο συμπαθής καραφλός ιδιοκτήτης μιλούσε και “λίγκα ελληνικά”.

Τις δυο εκείνες μέρες τις ζήσαμε, σαν σε... παραμύθι. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ανακαλύψαμε την έννοια της λέξης ευτυχία. Τρέχαμε στα δρομάκια, απολαμβάναμε σα μαγεμένοι, σα μωρά παιδιά, τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, δακρύζαμε απ’ τη χαρά, απ’ τη συγκίνηση του να είμαστε μαζί.
Βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες - μέρα και νύχτα - στην Πόντε ντε Ριάλτο, αρμενίσαμε με τη συνοδεία τροβαδούρων και κιθάρας μέσα από τα όχι και τόσο βρώμικα τότε κανάλια, σταθηκαμε στην ουρά για να δούμε το λαμπρό ναό του Σάντο Μάρκο, και μετά, φιλέψαμε με καλαμπόκι και φωτογραφηθήκαμε με τα κυπριακά - σύμφωνα με την παράδοση - περιστέρια της πλατείας, απολαύσαμε τον εσπρέσο και τον καπουτσίνο μας, στο Καφέ Φλοριάν, υπό τη σκιά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Έζρα Πάουντ, πήγαμε στο Λίντο. Κι όλα αυτά μέσα σε δυο μόνο μέρες, τις πιο ωραίες της ζωής μας, όπως μονολογούσαμε.
Τα όνειρα δυστυχώς δεν κρατούν ποτέ πολύ. Ειδικά τα όμορφα όνειρα. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες, που μας κυνηγάνε μια ζωή.
Το δεύτερο βράδυ της τόσο εφήμερης ευτυχίας μας, δεν κλείσαμε μάτι. Μετά τα μεσάνυχτα, που η Βενετία παρουσίαζε την όψη μιας σιωπηλής πολιτείας, φροντίσαμε να χαθούμε στα δρομάκια και τα στενά της, κάτι που δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού είτε το θέλαμε είτε όχι, βρισκόμασταν σ’ ένα τεράστιο λαβύρινθο.
Το βράδυ εκείνο ανοίξαμε τις καρδιές μας. Μιλήσαμε για τους τόσο διαφορετικούς δρόμους που πήραμε στη ζωή, για τα ωραία και τ’ άσχημα, τις πίκρες και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις, για τον παιδικό - εφηβικό μας έρωτα, που δεν έφτασε ποτέ στο αποκορύφωμά του. “ Θύμασαι τότε…”, λέγαμε, μια εγώ, μια κείνη, κι αναστενάζαμε βαθιά με θλίψη ή σκάγαμε στα γέλια.
Μου ’πε πως η ζωή της ήταν ένα καθημερινό μαρτύριο, ότι ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που η ίδια ήθελε, ότι ήθελε να είναι διαφορετική, αλλά δεν την άφηναν οι προκαταλήψεις του κύκλου που την περιέβαλε να ενεργήσει, ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι λίγο ξεχωριστό, κάτι δικό της, η οικογένειά της τής έφραζε το δρόμο (μεγάλη σκλαβιά η οικογένεια). Μου ’πε ακόμη πως ήταν απογοητευμένη απ’ τους ανθρώπους γενικά, που θεωρούν σα δίκαιο μόνο το δικό τους…Τότε ήταν που έσκασε κι η βόμβα: “Μόλις γυρίσω στη Θεσσαλονίκη θα παντρευτώ μ’ ένα αξιωματικό του στρατού, στον οποίο έχει δώσει το λόγο του ο γέρος μου”.
Ένιωσα ολόκληρο τον από μέσα μου κόσμο να γκρεμίζεται σα χάρτινος πύργος, και τα κομμάτια του να σκορπούν σαν αναμνήσεις στον άνεμο. Μια μαύρη σκιά, σαν το θάνατο, σκέπασε την ψυχή μου. Παρέμεινα να την κοιτάω σαν αποβλακωμένος. Θα’ πρεπε να μιλήσω, να πω κάτι, αλλά τι; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι άκουσα εκείνα τα λόγια να βγαίνουν σα μαχαίρι και να με σφάζουν, απ’ τα μοναδικά χείλη που αγάπησα.
“Βαρέθηκα να με κατατρέχουν. Θα κάνω ό,τι θέλουν, φτάνει να με αφήσουν επιτέλους ήσυχη”, είπε σε λίγο σπώντας τη θανατερή σιωπή. Κι εγώ απορημένος, αγανακτισμένος, διάβαζα με πόνο στο πρόσωπό της την απόλυτη εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη του ονείρου, της χαράς, της ζωής. Ανταριασμένος άρχισα να καταριέμαι τον κόσμο τούτο, για τους χίλιους, μύριους τρόπους που βρίσκει για να σκοτώνει τα παιδιά του.
Καθώς η εξομολόγησή της συνεχιζόταν, την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, φοβόμουνα μη μου φύγει. Τη φιλούσα στα μαλλιά, της στέγνωνα τα δάκρυα που φαίνονταν να ρέουν απ’ το πιο βαθύ της θλίψης πηγάδι. Καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι, σε μια από τις πολλές μικρές πιάζας της πόλης, και γύρω μας επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Λες κι ο χρόνος εκείνες τις στιγμές είχε σταματήσει. Λες κι ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη, ήταν το τραγούδι των λυγμών της.
Αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι, με δάκρυα στα μάτια και πόνο στην ψυχή, είδαμε το θανατηφόρα μαύρο χρώμα τ’ ουρανού να ξεβάφει, και να δίνει τη θέση του στον ορίζοντα, σ’ ένα ελαφρύ στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονο στη συνέχεια, ροζ μοτίβο. Τότε, αφήσαμε το παγκάκι μας, που είχε τώρα μια ακόμη ιστορία να θυμάται, και πήγαμε στην πανσιόν. Εκεί ολοκληρώσαμε με δέκα χρόνια καθυστέρηση, το μεγάλο μας έρωτα.
Πόσο γλυκειά κι αδύνατη φάνταζε, έτσι εκτεθιμένη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά μου! Πόσο απροστάτευτη! Αυτή, που κάποτε ήταν σωστό αγρίμι, δυνατή, αποφασισμένη για όλα, έτοιμη να σαλπάρει με καράβι την τρέλα και να κατακτήσει τον κόσμο όλο. Πόσο μας αλλάζουν, πόσο μας φθείρουν, πόσο σκοτώνουν την ψυχή και τα όνειρά μας ο χρόνος και οι άλλοι ανθρώποι!
Φύγαμε από την πανσιόν αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, τυλιγμένοι μέσα στο ανάλαφρο μαγικό πέπλο της πρόσκαιρης ευτυχίας. Τη συνόδευσα μέχρι το σταθμό της Σάντα Λουτσία. Θα ’παιρνε το τρένο για την Αγκώνα και μετά καράβι για την Ηγουμενίτσα, ενώ εγώ θα πετούσα για Βεγγάζη, μέσω Ρώμης, για μια διάσκεψη αραβικών κρατών. Η ζωή μας έστελνε και πάλι σε δρόμους μοναξιάς, διαφορετικούς.
Αποχαιρετώντας με μου χάρισε το πιο γλυκό της φιλί, το πιο υπέροχο χαμόγελο. “Σε δέκα χρόνια λοιπόν;”, ρώτησε, αλλά δεν περίμενε να πάρει απάντηση, αφού ήδη τη γνώριζε. Τα θλιμμένα μάτια, το βεβιασμένο χαμογέλο, οι νευρικές κινήσεις, τα έλεγαν όλα. Σε δέκα χρόνια! Παρέμεινα στο σταθμό, μέχρι που είδα το τρένο να φεύγει και σιγά σιγά να χάνεται από τα μάτια μου, παίρνοντας μαζί του ό,τι πιο πολύτιμο είχα - μα δεν είχα - στη ζωή μου.

Μετά την επιστροφή μου από τη Λιβύη παραιτήθηκα από την εφημερίδα. Αισθανόμουνα άσχημα με τον εαυτό μου. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που “έκανα επανάσταση μόνος στο δωμάτιό μου”. Μάζεψα λοιπόν όλες τις οικονομίες μου, πούλησα όσα - όσα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα και το’ ριξα στα ταξίδια. Έπαιρνα μεγάλα ρίσκα γιατί πάντα μου άρεσε να πέφτω με πάταγο. Αίγυπτος, Ινδία, Πακιστάν, Αυστραλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία… Ήμουνα αλήτης και χαιρόμουνα εκείνη την απόλυτη ελευθερία της έλλειψης προορισμού.
Κάποτε όμως γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα αναγεννημένος. Βρήκα αμέσως δουλειά σ’ ένα κινηματογράφο σα βοηθός οπερατέρ. Σαν έμαθα τη δουλειά μ’ αφήσανε μόνο. Ήμουν μοναχός σ’ ένα σινεμά γιομάτο κόσμο, και το απολάμβανα.
Τίποτα όμως στη ζωή μου δεν κράτησε ποτέ πολύ. Κάποιο βράδυ, δυο χρόνια μετά, κι αφού είχα ήδη βαρεθεί κι αυτή τη δουλειά, είδα την πομπίνα με την ταινία να πέφτει απ’ τη μηχανή προβολής και να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Είχα ξεχάσει να κλείσω μια μικρή ασφάλεια, ένα λάθος ασυγχώρητο. Αρκετά μέτρα ταινίας καταστράφηκαν, η παράσταση έμεινε στη μέση, μέχρι να μοντάρω και πάλι τα δύο μη καταστρεμμένα άκρα, κι άκουσα τη μεγαλύτερη ποικιλία βρισιών που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Καλά, ακόμη διερωτούμαι, τόσο πολύ τους πείραξε το ότι θα έβλεπαν δέκα λεπτά λιγότερα από το “Pulp Fiction”; Τι σου είναι ο άνθρωπος! Πάντα έλεγα ότι ήμουνα ευσυνείδητος υπάλληλος. Έτσι, μετά από όλ’ αυτά, αποφάσισα να παραιτηθώ για λόγους… ευθιξίας.
Μετά απ’ την παραίτηση αποφάσισα ότι η Αθήνα ήτανε πολύ μεγάλη για μένα, και πολύ θορυβώδης. Νέφος, φασαρία, φραπέ. Μπούχτισα. Έτσι προτού αλέκτωρ λαλήσει, πήρα τα ομάτιά μου και κίνησα για το Ρέθυμνο. Βρήκα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο. Δούλευα τα βράδυα, και έμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που μου παραχώρησαν τα αφεντικά - καλά γεροντάκια. Έτσι τα έξοδά μου ήταν ελάχιστα.
Για τρία ολόκληρα χρόνια παρέμεινα εκεί, γνωρίζοντας κόσμο και κοσμάκη - περισσότερους γαλλογερμανούς παρά έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν και η Χλόη, μια γερμανίδα που ήρθε στην Ελλάδα με ώτο στοπ. Δούλευε σ’ ένα μπαράκι, για να τα κονομήσει λίγο και να συνεχίσει τις περιπλανήσεις της. Σχεδίαζε να πάει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη Μπανγκόκ. Την άκουγα να μου μιλάει για τα σχέδιά της με τόσο ενθουσιασμό, που μονολογούσα: “ Αχ και να’ μουν 15 χρόνια νεώτερος ”. Αλλά δεν ήμουν. Ήμουνα 38 τόσων χρόνων - φωτιά στα μπατζάκια μου - είχα ήδη υποβάλει μια ακόμη μεγαλοπρεπή παραίτηση, και σε λίγες βδομάδες θα βρισκόμουνα στη Βενετία.
Παρασκευή βράδυ, της πρώτης βδομάδας του Αυγούστου, έφυγα απ’ το Ρέθυμνο. Σάββατο βράδυ βρέθηκα πάνω σε ένα καράβι που εκτελούσε τη γραμμή Πάτρα - Μπρίντιζι. Τέσσερις ολόκληρες βδομάδες περιπλανήθηκα στην Ιταλία: Σικελία, Καζέρτα, Πεσκάρα, Ρώμη, Ασίζη, Φλωρεντία, Μιλάνο, Μπολώνια. Στη Μπολώνια επισκέφθηκα και μια φίλη μου απ’ τα παλιά, τη Γιώτα. Η κακομοίρα προσπαθούσε εδώ και κάτι αιώνες να γίνει γιατρός. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Αίγιο, γεγονός που δικαιολογεί και τους μετέπειτα σεισμούς. Πάντα διακρινόταν για τα φιλοζωικά της αισθήματα και όπως μου εξομολογήθηκε τότε, για τρία χρόνια περίμενε τη στείρα γάτα της να γεννήσει. Την άφησα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη…Ακριβώς, επειδή την άφησα.

Το πρώτο Σαββατοκυρίακο του Σεπτέμβρη βρέθηκα στη Βενετία, στην ίδια πολυαγαπημένη πανσιόν, που δέκα χρόνια πριν είχε φιλοξενήσει τον έρωτα, και τη μοναξιά μας. Είχα φτάσει πρώτος. Πήρα ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, ανέβηκα πάνω και την περίμενα. “ Όπου να’ ναι θα’ ρθει ”, καθησύχαζα τον εαυτό μου, καθώς η αγωνία μου σιγόκαιε τα σωθικά.
Σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Φωτεινή τρόμαξα να την αναγνωρίσω. Είχε γίνει λεπτή σα βέργα, τα μάτια είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το πρόσωπό της μου φάνηκε χλωμό, εγκαταλειμμένο από ζωή, τα τόσο πλούσια άλλοτε μακριά της μαλλιά ήτανε τώρα άτσαλα κομμένα στο ύψος του ώμου. Όχι, αυτή δεν ήταν η Φωτεινή που ήξερα. Όχι η Φωτεινή μου. Ήταν η σκιά του παλιού καλού της εαυτού, εκείνου που αγάπησα, μα σκότωσε ο χρόνος.
Προτού προλάβω καλά καλά να συνέλθω απ’ την έκπληξη, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να κλαίει. Όλο της το είναι φαίνονταν να υποφέρει, συνταραζόταν απ’ τους λυγμούς, κι εγώ, σα σιωπηλός παρηγορητής την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, την κουνούσα πέρα δώθε σα με πατρική στοργή, ένιωθα, ζούσα τον πόνο της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον απαλύνω. “ Θεέ μου, πόσο πολύ θα έχει υποφέρει τα δέκα αυτά χρόνια! ”, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα απ’ τα μάτια μου. Κάτι σαν παρηγοριά για τον παρηγορητή.
Σαν πέρασε το πρώτο ξέσπασμα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, μ’ ένα τόσο πονεμένο βλέμμα, που ένιωσα την καρδιά μου μεμιάς να ραγίζει. “ Τι… ”, δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Το ικετευτικό της βλέμμα μου επέβαλε τη σιωπή.
Με τα τρεμάμενα λεπτά της δάκτυλα, άρχισε να ψαχουλεύει, να εξερευνά το πρόσωπό μου, σα να έψαχνε σ’ αυτό τα σημάδια του χρόνου. Πόσο αγαπούσα τότε, κάποτε, εκείνο το κορίτσι! Πόσο αγαπούσα τώρα αυτή τη γυναίκα! Έσφιξε το πρόσωπό μου στα αδύναμα χέρια της, το τράβηξε κοντά στο δικό της. Άρχισε να με φιλά με τόσο πολύ πάθος, με τόση δίψα. Έκπεμπε κάποιου είδους ενέργεια, ενέργεια που φαίνονταν να είχε καταπιέσει μέσα της τα τελευταία δέκα χρόνια. Ναι, αυτή ήταν η Φωτεινή μου, το αγρίμι μου, της ψυχής μου το άλλο μισό, το εγώ μου. Με φιλούσε και δάκρυζε, αυτή τη φορά - μου φάνηκε - από ευτυχία.
Αργότερα, σα βγήκαμε για να περπατήσουμε και πάλι στα γνωστά της αγάπης δρομάκια, να σεριανίσουμε με γόνδολα μες απ’ τα φημισμένα κανάλια, να γελάσουμε κάτω απ’ τη Γέφυρα των Στεναγμών, να δειπνήσουμε στο φως των κεριών με μουσική και κρασί… Τότε, γίναμε και πάλι παιδιά. Εκείνες τις ώρες έπαψα να είμαι ένα από τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας, κι εκείνη δεν ήτανε πια μια δυστυχισμένη γραμματέας - νοικοκυρά. Ήμασταν και πάλι εκείνα τα ανώριμα, αθώα παιδιά, που είκοσι χρόνια πριν έδιναν την πιο τρελή υπόσχεση.
Τελικά, η αγάπη ίσως να μην πεθαίνει ποτέ. Η αληθινή αγάπη.
Τις δυο εκείνες μέρες, μου ’πε τα πάντα για τη ζωή της, για τη δυστυχία της. Σα βρισκόταν στο σπίτι με τον άντρα της ένιωθε φυλακισμένη, καταπιεσμένη. Δεν τον αγαπούσε, δεν ήθελε να μένει μαζί του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν τη ρώτησα ποτέ “ γιατί; ”. Κάπνιζε πολύ. Έπινε ακόμη περισσότερο. Δεν είχε πια το θάρρος να αντιμετωπίσει τη ζωή. Όλα της τα όνειρα είχαν μείνει όνειρα. Πως μπόρεσε να ανταλλάξει τα όνειρα με τη ζωή;
Προσπαθούσα να την παρηγορήσω, να της δώσω κουράγιο, να της ζωντανέψω τα όνειρα και τις ελπίδες της, ξεχνώντας πως οι μάταιες ελπίδες γεννάνε μονάχα περισσότερο πόνο. Λόγια… Λόγια που λέγονται, μόνο και μόνο για να το σκάσουν ευθύς απ’ το παράθυρο, μαζί με τον αγέρα.
Με άκουγε μονάχα. Εκείνη δε μιλούσε. Μόνο σα σώπαινα μου ’λεγε, πως την ενδιέφερε μονάχα εκείνη η μία και μοναδική στιγμή που ’ταν μαζί μου, ευτυχισμένη. Για μια φορά στα δέκα χρόνια, αληθινά ευτυχισμένη. Τα μάτια της μου ’λεγαν πως ήταν η αλήθεια, κι εγώ τα ’βαζα κρυφά, μέσα μου, με τον εαυτό μου: “ Γιατί εγώ να κάνω ό,τι θέλω στη ζωή κι αυτή να είναι δυστυχισμένη; Τι έχει κάνει για να της αξίζει μια τέτοια τύχη; Και τι έχω κάνει εγώ, για να μου αξίζει μια τόσο καλύτερη; ”.
Δεν της μίλησα γι’ αυτά που σκεφτόμουνα. Το μόνο που θα της πρόσφερα ήταν μια σταγόνα ακόμη πόνο, κι είχε ήδη πονέσει αρκετά, η ψυχή της είχε ματώσει. Απολαύσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε την ευτυχία που βρισκόταν εκεί και μας προσφερόταν απλόχερα. Αδράξαμε το χρόνο και δεν αφήσαμε στιγμή να πάει χαμένη. Λες και η κάθε στιγμή που περνούσε θα ’ταν η τελευταία. Ανανεώσαμε τον έρωτα και την υπόσχεσή μας, κόντρα στο χρόνο, κόντρα στις περιστάσεις και την επερχόμενη φθορά.
Της πρότεινα να ταξιδέψουμε για λίγο μαζί στην Ελλάδα, αλλά αρνήθηκε. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τη συνόδευσα και πάλι, όπως δέκα χρόνια πριν, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία. Για μια ακόμη φορά σ’ όλη τη διαδρομή, παραμείναμε σιωπηλοί. Ανταλλάξαμε της αγάπης τις τελευταίες ματιές, του έρωτα το στερνό παθιασμένο φιλί. Την είδα να μου κουνάει το χέρι με θλίψη σε αποχαιρετισμό, καθώς το τρένο ξεμάκραινε με το είδωλό της. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Τα χρόνια πέρασαν, και στα σαράντα κάτι μου, με βρήκε μια μικρή κληρονομιά, που αν τη διαχειριζόμουνα σωστά θα μου επέτρεπε να αφυπηρετήσω δια παντώς. Να κάτσω δηλαδή στα βραστά μου και να ζω από τους τόκους. “ Θα περάσω όλα τα χρόνια που μου απομένουν, παρέα με το κρασί, θυμούμενος τις παλιές μου δόξες ”, σκεφτόμουνα, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Δεν ήξερα τότε πως η Φωτεινή, η Φωτεινή μου, η μόνη γυναίκα που αγάπησα στ’ αλήθεια στη ζωή μου όλη, είχε πεθάνει από καρκίνο. Έτσι ήμουνα για μια ακόμη φορά συνεπής, στο βενετσιάνικο ραντεβού μας. Στο καφέ Φλοριάν θα γινόταν αυτή τη φορά η συνάντηση. Μόνο, που το βρήκα έρημο, κλειστό. Καθόμουνα στα σκαλοπάτια, χαζεύοντας τους τουρίστες, όταν είδα μια νεαρή πανέμορφη γυναίκα να με πλησιάζει. “Ο κ. Γιώργος; ”, ρώτησε. “ Ναι ”, της αποκρίθηκα, ξαφνιασμένος. Τότε, μου’ δωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα. Ήταν ένα γράμμα από τη Φωτεινή μου. Το είχε γράψει λίγες μέρες προτού ξεψυχίσει. Έλεγε, πως… μπροστά μου στεκόταν, η 19χρονη κόρη μας.
Ο έρωτάς μας είχε αφήσει πίσω το σημάδι του...
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ...

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Μεταχρονολογημένο

Μετά από πεντέμισι μήνες σ’ ένα αεροδρόμιο ξανά λοιπόν. Με προορισμό και πάλι την αγαπημένη μου πόλη, την Τσιανγκ Μάι. Κατά ένα μεγάλο μέρος βασανιστικά παρά ευχάριστα πέρασε όλος αυτός ο καιρός στην Κύπρο. Από τη μια το άγχος και η ευγενής υποκρισία της Δύσης, από την άλλη η νοσταλγία για ένα πολιτισμό αλλιώτικο, γαλήνιο, πιο ανθρώπινο. Οι αναλαμπές με κράτησαν στο νησί μέχρι τώρα. Εκείνες οι όμορφες μικρές αναλαμπές που έσπαγαν λίγο τη μονοτονία, που έκαναν τη ζωή να μοιάζει πολύχρωμη. Μα οι αναλαμπές μού σώθηκαν, το ίδιο κι η υπομονή. Γι’ αυτό και αποφάσισα να πάρω το δρόμο το γνωστό, τον αβέβαιο, τον για μένα όσο κανέναν άλλο σίγουρο. Ίσως ετούτη τη φορά η απόφασή μου για φυγή να στεναχώρησε κάποιους – λυπάμαι, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Τα τελευταία τρία χρόνια ζωή χωρίς δημιουργία για μένα δε νοείται και δεν είμαι διατεθειμένος να απολογηθώ για το είναι μου. Κάθε φορά που πηγαίνω (έρχομαι) στην Τσιανγκ Μάι, προκύπτει κάτι καλό. Το ίδιο είμαι σίγουρος ότι θα συμβεί κι αυτή τη φορά. Και όχι μόνο ένα. Πολλά πράγματα έχω στο μυαλό μου, τα οποία θα χρειαστούν πολύ χρόνο για να πραγματοποιηθούν, τον οποίο είμαι πρόθυμος να διαθέσω. Όπως λένε, μια ζωή την έχουμε. Αν δεν τη ζήσουμε όπως θέλουμε, αν δεν την εκμεταλλευτούμε όπως μπορούμε, όταν το μπορούμε, τότε δε θα έχει καμία απολύτως αξία. Όπως καμία αξία δεν είχαν αυτές οι τελευταίες βδομάδες, οι στεγνές, οι λειψές από χαρά και έμπνευση εδώ (εκεί) στην Κύπρο. Στη διάρκειά τους ήταν που οι μέσα μου σιωπές άρχισαν να γίνονται κραυγές και να με πνίγουν. Έτσι, λίγο πριν την έκρηξη, αποφάσισα να φύγω. Για να πάω (έρθω) εκεί (εδώ) όπου οι κραυγές μεταμορφώνονται σε χαμόγελα και γαλήνια περισυλλογή.

Αεροδρόμιο Λάρνακας. Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Τα χρυσά κλουβιά του μέλλοντος

Ώρες –ώρες νιώθω ότι είναι ο φόβος
Που ορίζει την κάθε μας κίνηση.
Αυτός αποφασίζει για όλα.
Μας δείχνει ή μας κρύβει το δρόμο
Μας κλέβει στιγμές απ’ τη ζωή.
Τι κι αν;
Ρωτάμε ξανά και ξανά και
Αρνιόμαστε πεισματικά να πάρουμε ρίσκα
Αφού το άγνωστο πολύ μας τρομάζει.
Ωστόσο σ’ αυτό το άγνωστο ίσως να κρύβεται
-όχι ίσως, εκείνη είναι κρυμμένη-
Όλης της πλάσης η ουσία.
Μια ουσία που αδυνατούμε να συλλάβουμε
Θεόκλειστοι καθώς είμαστε μέσα στα χρυσά
Κλουβιά του ασφαλούς μας μέλλοντος.
Ένα βήμα, μία λέξη, μια αγκαλιά,
Αυτή είναι συνήθως η απόσταση που μας χωρίζει
Απ’ το αλλιώτικο, απ’ το καλύτερο που πάντα ζητούμε
(ένα βήμα που δεν κάνουμε, μια λέξη που δεν λέμε, μια αγκαλιά που δεν χαρίζουμε)
Μα που δεν μπορούμε να πλησιάσουμε
Αφού μας είναι αδύνατον να κόψουμε τα
Δεσμά της συνήθειας που μας καθηλώνουν.
Τι κι αν;
Επιμένουμε να ρωτάμε
Καθώς η ζωή
-σαν τον χρόνο-
Συνεχίζει να κυλά και να χάνεται.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Η θυσία

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα. Δίχως αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουνα σκέφτεται, καθώς βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα γαλήνιο την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω από τα πόδια του, καθώς θαυμάζει το ξεβαμμένο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια είναι η ζωή του, ή μάλλον ήταν, αφού ετούτο δα θα είναι το στερνό του.
Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν τα μάτια στον κόσμο τον απτό, του θυμίζουν χαμόγελα παλιά και εμπειρίες μοναδικές. Όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά απλά όμορφη. Πολλά έζησε, πολλά έκανε, σε πολλά μέρη πήγε. Κάποτε γνώρισε κι εκείνο το μεγάλο έρωτα, τον ονειρικό, που όμως δεν κράτησε για πολύ. Ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε στο διάβα του, παίρνοντας εκείνη στον άλλον κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα.
Ωστόσο, επιβίωσε. Και συνέχισε να ζει όπως-όπως, λίγο λειψά, λίγο θλιμμένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σαν δώρο θεού έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Όνομα μαγικό, σαν και την ίδια. Αυτή τον έφερε πίσω στο φως με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή.
Από την ημέρα που γεννήθηκε της δόθηκε, της αφοσιώθηκε με την ψυχή του όλη. Λες και στο λευκό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα δάκρυά της αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε.
Και τα χρόνια πέρασαν. Κι η μικρή άρχισε να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, να ψευτοχορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο. Μα για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα ήταν η αγαπημένη του. Και ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, κάποια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη, μέσα στο παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να πει το όνομά του: Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι στη δίνη της αρρώστιας.
Τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δεν θα την αφήσει να της περάσει αυτή τη φορά, θα επιβάλει το δικό του νόμο, το δίκαιο. Εσύ έζησες πολλά, Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του κι ας μην το πολυπιστεύει αυτό. Εσύ έζησες πολλά, τώρα είναι η σειρά της.
Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του, την κοιτάει για ώρα πολλή, επίμονα, με βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στον άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, συνένοχος στη θλίψη του. Θα μπορούσε, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι -ένα όμορφο ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί του- και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Χαϊδεύει το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, το φιλά στο μέτωπο από χαρτί απαλά, αναπνέει πάνω σ’ αυτό την τρυφερότητά του, το αποχαιρετά: αντίο, Μαγιούλα μου, και σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, βάζει εκείνο το πλάνο από μια αλλοτινή, χαρούμενη ζωή, και σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά με θαυμασμό.
Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και παίρνει να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Σε μια στροφή χάνει, ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, τον έλεγχό της, χτυπάει με βία σ’ ένα κιγκλίδωμα κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να διακρίνεται ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του και αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά - εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει!
Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του απ’ την ασφάλεια ζωής θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στον εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που της χρειάζεται. Αρκετά για να αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, έκανε το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό; Η θυσία του δεν θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την ένοιαζα.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...
Για μια ακόμη φορά "περσινά ξινά σταφύλια", όπως μου αρέσει να λέω. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Τα Ημερολόγια της Τσιανγκ Μάι update

Όλο λέω ν’ αρχίσω να γράφω «εκείνο» το βιβλίο, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνω. Αλλά, δεν ανησυχώ. Παίρνω σημειώσεις, διαβάζω και ξαναδιαβάζω κάτι γράμματα παλιά -ακόμη και ηλεκτρονικές συνομιλίες- και προετοιμάζομαι. Σιγά-σιγά η ιστορία παίρνει να πλάθεται μέσα μου, ν’ αλλάζει μορφές, να επεκτείνεται στο χώρο και στο χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, το ξέρω. Όπως πολύ καλά ξέρω ότι το μέσα μου ανικανοποίητο δε θα γαληνέψει μέχρι να γράψω την πρώτη γραμμή.
Στα της Τσιανγκ Μάι τώρα. Κάποιοι εξακολουθούν να με ρωτάνε γιατί επέλεξα αυτή την πόλη για να ζω τη μισή ζωή μου. Κι εγώ επιμένω: επειδή είναι η πόλη μου. Κάθε μέρα την περπατώ, κάθε μέρα την αφουγκράζομαι, νιώθω τους παλμούς της. Με μεταμορφώνει αυτή η πόλη, σαν γυναίκα αγαπημένη, με κάνει καλύτερο άνθρωπο, με γαληνεύει, μου ανοίγει τα μάτια στις πιο απλές αλήθειες που μάλλον ξεχνώ όταν είμαι στη Δύση. Έρχομαι εδώ για τους αργούς ρυθμούς ζωής, για τα πλατιά χαμόγελα, για τη φύση, για τους φιλόξενους ανθρώπους που -αν και με μισθό δύο ευρώ την ημέρα- προσφέρονται να μοιραστούν μαζί σου το φαΐ τους!
Όλα καλά και άγια, λοιπόν; Φυσικά όχι. Απλά εδώ είναι πολύ καλύτερα από αλλού. Τόσο καλύτερα που οι μοναδικές φορές που εκνευρίζομαι είναι όταν οι ξένοι κοιτούν αφ’ υψηλού τους ντόπιους, όταν τους ειρωνεύονται και με σπαθί το χρήμα προσπαθούν να τους εξευτελίσουν. Ευτυχώς η συντριπτική πλειοψηφία των «ντόπιων» ξένων δεν είναι έτσι, οπότε οι παρεκτροπές είναι ελάχιστες.
Φυσικά σε πόλεις όπως η Μπανγκόκ, το Πουκέτ κι η εκτρωματική Πατάγια, τα πράγματα δεν είναι έτσι αλλά, όπως ανέφερα και σε προηγούμενες αναρτήσεις, προσωπικά θεωρώ την Τσιανγκ Μάι σαν την πρωτεύουσα της πραγματικής Ταϊλάνδης...

update: Οι διαδηλώσεις και οι φασαρίες της Μπανγκόκ καθόλου δεν αγγίζουν την Τσιανγκ Μάι. Λες και είμαστε σε μια άλλη χώρα

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Γράμμα από την Τσιανγκ Μάι


«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά...» εδώ στην Τσιανγκ Μάι.
Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην πόλη ένιωσα λίγο ελαφρύτερος -λες κι έφυγε από πάνω μου ένα περιττό βάρος- και πολύ πλουσιότερος σε ζωή. Αν και κουρασμένος απ’ το μακρινό ταξίδι και την αϋπνία δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή πώς έπρεπε να ξεκουραστώ. Αντίθετα, πήρα αμέσως τους δρόμους. Πρώτα για τα αναγκαία ψώνια για το «σπίτι», κι ύστερα για να νιώσω για πρώτη φορά από τον περασμένο Ιούνιο τους παλμούς της πόλης.
Άλλαξε η Τσιανγκ Μάι μου, άλλαξε, μα παρέμεινε η ίδια. Τι εννοώ; Να, είναι πιο ήσυχη από ποτέ. Από την 1η Νοεμβρίου πατροπαράδοτα αρχίζει η τουριστική περίοδος, αλλά οι ξένοι που είδα και βλέπω να τριγυρνούν είναι λιγοστοί. Το τσουνάμι, το πραξικόπημα, οι «φασαρίες» στην Μπανγκόκ, αλλά και η οικονομική κρίση, μοιάζουν να έχουν καταφέρει καίριο πλήγμα στον τουρισμό της χώρας. Ίσως οι παραλίες του νότου να ξεχειλίζουν από κόσμο, αλλά αυτές δεν τις θεωρώ μέρος της πραγματικής Ταϊλάνδης.
Όπως και να ’χει, πίσω στα της Τσιανγκ Μάι και στο τι δεν έχει αλλάξει. Οι ρυθμοί παραμένουν το ίδιο νωχελικοί, ο κόσμος χαμογελαστός κι ευγενικός και η φύση ολοζώντανη και χρωματιστή. Ο Πινγκ κυλάει γαλήνιος δίνοντας ζωή στις παραποτάμιες περιοχές. Το Ντόι Σουτέπ, αν και μικρό βουνό, στέκει μαγευτικό πάνω από την πόλη, τυλιγμένο πού και πού σε ένα πέπλο ομίχλης και τα κανάλια που περιτριγυρίζουν τα αρχαία τείχη δροσίζουν την πόλη. Η πλατεία Τα Πάε είναι ακόμη στολισμένη με τα χάρτινα φανάρια, απομεινάρια της Γιορτής των Φώτων και οι νυχτερινές αγορές γεμίζουν τον αέρα με χρώματα και μυρωδιές.
Το τελευταίο τριήμερο είχα την ευκαιρία να δω πολλούς φίλους από τα παλιά. Τα είπαμε, τα ήπιαμε, θυμηθήκαμε και τώρα νιώθω και πάλι «κάτοικος». Πλην «κάτοικος» περαστικός. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα κέφια είναι ανεβασμένα, και όταν συμβαίνει αυτό όλα τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν προς το καλύτερο.
Θα σας γράψω νεώτερα όταν προκύψουν, αλλά θα συνεχίσω να σας βομβαρδίζω με φωτογραφίες. Η σημερινή: αντανακλάσεις στον τοίχο ενός ναού.

υ.γ. Τσιανγκ Μάι σημαίνει Νέα Πόλη, κι έτσι δεν μπορεί κανείς να μιλά γι’ αυτήν αρχίζοντας με το... ΤΟ! Είδα να γίνεται πολλές φορές αυτό το λάθος, ακόμη και από επαγγελματίες δημοσιογράφους, γι’ αυτό και είπα να το επισημάνω. Εξάλλου, όποιος έρθει στην πόλη και τη ζήσει για λίγο θα φτάσει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι είναι Γυναίκα...

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Το ψεύτικο χαμόγελο

Ξεθαμμένο κι αυτό απ’ τα συρτάρια του χρόνου

Φόρεσε το ψεύτικο χαμόγελό της και κίνησε για την πόλη.
Σάββατο βράδυ κι οι σκιές πληθύνανε.
Βρήκε τις φίλες, έφαγαν, μίλησαν, πήγαν στους φίλους.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό και χορό
Μέχρι τελικής πτώσης – όπως πάντα.
Τα είπαν, τα ήπιαν και χόρεψαν με τα ξέκωλά τους
Πάνω στα φθαρμένα τραπέζια ενώ οι
Ματάκηδες κρατούσαν τσίλιες.
Και σαν όλα τέλειωσαν πήρε ο καθείς το δρόμο του.
Άλλοι προς τα κρεβάτια του έρωτα
Άλλοι προς τα δωμάτια της συνήθειας
Κι άλλοι προς εξόντωση κάθε πετούμενου στον ουρανό.
Εκείνη τράβηξε προς την κάμαρα της μοναξιάς
Έβγαλε τη μάσκα χαμογέλιου και
Βούλιαξε στο κρεβάτι των δακρύων.
Βαρύ πράμα η μοναξιά και θάνατος η συνήθεια,
Κι αυτή μάταια περιμένει το καλύτερο αύριο που
Μάλλον ποτέ δε θα ’ρθει.
Είναι Σάββατο βράδυ και πάλι και οι σκιές
Παίρνουν αβίαστα να πληθαίνουν.
Σε λίγο θα φορέσει το ψεύτικο χαμόγελό της
Και θα κινήσει για την πόλη.