Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Ένα αντίο

Έχασε τα πάντα μου έλεγε
Και τα μάτια της έσταζαν δάκρυα
Εγκαρτέρηση και πίκρα.
Αλλιώς περίμενε να ζήσει τη ζωή της
Άλλα της έτυχαν.
Όταν ήτανε νέα ήταν όμορφη και πλούσια πολύ
Ο δρόμος της έμοιαζε στρωμένος μ’ αστέρια
Μα οι μοίρες είχαν άλλα σχέδια γι’ αυτήν.
Έτσι τη μία μετά την άλλη της τις πήραν όλες
Τις χαρές της.
Μέχρι που κάποια μέρα ξέμεινε σχεδόν μόνη
Σε μια ξένη χώρα.
Τρεις φορές πρόσφυγας
Δυο στη γη και μια στην αγάπη
Τρεις φορές χαμένη.
Τα σκυλιά της
Μονάχα αυτά μπορούσαν πια να της χαρίσουν ένα χαμόγελο
Να κάνουν την καρδιά να ξαλαφρώσει για λίγο.
Αλλά κι εκείνα της πέθαναν.
Και τώρα πια ένιωθε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.
Γι’ αυτό αφέθηκε
Στα χέρια της μοίρας και του χρόνου.
Άφησε το σώμα της να μαρανθεί
Της ψυχής της τη φλογα να τρεμοσβήσει.
Έφυγε μια μέρα του Σεπτέμβρη υγρή
Και λυπημένη πολύ
Ωστόσο, η εικόνα της απ’ τις μνήμες των ανθρώπων
Που άγγιξε δε θα χαθεί ποτέ.

Καλό ταξίδι στην απέναντι όχθη…

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Η θυσία

Ακολουθεί η δεύτερη γραφή της ιστορίας "Η θυσία", την πρωτότυπη μορφή της οποίας μπορείτε να διαβάσετε δίπλα, στη στήλη με τα διηγήματά:

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα, περισσότερο απ’ το καθετί. Αν δεν ήταν κι αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουν, σκέφτεται, καθώς στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα ανήσυχο και γαλήνιο ταυτόχρονα την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω απ’ τα πόδια του, καθώς θαυμάζει με μάτια υγρά, βουρκωμένα, το ξεβαμμένο λες στο χρόνο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια εδώ και χρόνια πολλά ήταν η ζωή του, από τότε που συνέβηκε το μοιραίο, από τότε που… Τώρα πια όμως κι αυτά θα λάβουν τέλος, ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο…

«Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλη λύση».
«Ναι, ρε συ. Το έψαξα. Τόσο καιρό το ψάχνω, αλλά τίποτα. Μόνο λόγια. Μόνο υποσχέσεις…».
«Καλά. Δε μου λες και κάτι καινούριο, αλλά έλπιζα…»
«Εγώ δεν ελπίζω τίποτα πια».
«Έλα τώρα, όλο και κάτι μπορεί να γίνει. Θα βοηθήσω κι εγώ όσο μπορώ».
«Σ’ ευχαριστώ, Μελίνα, σ’ ευχαριστώ καλή μου, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι αυτή τη φορά. Τα λεφτά που απαιτούνται είναι πολλά. Δεν έχουμε και κάνα σπίτι να βάλουμε υποθήκη βλέπεις. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε».
Χαμογελά. Πικρά. Κι εκείνη απλά κάθεται εκεί και τον κοιτάει. Δεν ξέρει με τι λόγια, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο, πώς να σηκώσει το βάρος απ’ τους ώμους του. Είναι δυνατός, πάντα ήταν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το τελευταίο χτύπημα της μοίρας του έκοψε τα πόδια, τον έκανε να χάσει οριστικά πια τη θέλησή του για ζωή. Αν… Αν του έλεγε τότε πόσο τον αγαπούσε; Αν δεν τον άφηνε να της φύγει; Αν… Θα ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα; Μάλλον όχι. Ίσως να τον έσωζε την πρώτη φορά, αφού η ιστορία θα γραφόταν σίγουρα αλλιώς, αλλά αυτή τη δεύτερη... Τώρα θέλει να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει γλυκά στο στόμα, όπως πάντα ονειρευόταν, όμως γι’ αυτό είναι πια αργά. Βρήκε κάποιον άλλον άντρα, τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, έχει και δύο μικρά παιδιά μαζί του, δεν μπορεί, δε θα μπορούσε ποτέ να τον απατήσει. Έτσι κι αλλιώς το σεξ τίποτα δε θ’ άλλαζε, θα ξεδιψούσε μοναχά τους δικούς της πόθους, αλλά σ’ εκείνον δε θα προσέφερε ποτέ αυτό που ζητούσε. Τελικά…
«Πάμε να πιούμε. Κερνάω εγώ», του λέει χαμογελώντας λυπημένα.
«Πάμε», απαντάει εκείνος.
Είναι καλοκαίρι. Η νύχτα υγρή και ζεστή, αλλά πού και πού ένα αεράκι φυσάει τη δροσιά του, χαρίζοντάς τους το δικό του χάδι. Κάθονται στην ταρατσούλα ενός παλιού μπαρ και παρατηρούν σχεδόν αμίλητοι τον κόσμο να περνάει κάτω απ’ τα πόδια τους και τους άλλους θαμώνες. Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται, σκέφτεται εκείνος, και δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το δάκρυ προτού γλιστρήσει απ’ τα μάτια του. Το σκουπίζει αβίαστα. Φέρνει τα δάχτυλα στο στόμα και το γεύεται. Αυτή είναι η γεύση του θανάτου, αναρωτιέται. Νιώθει ένα χέρι να παίρνει απαλά το δικό του, ακούει τη φωνή της να του ψιθυρίζει στ’ αυτί, εγώ είμαι εδώ, και τα δάκρυα τρέχουν και πάλι. Λύγισε. Λύγισε πια για τα καλά.
Η Μελίνα του, η μελένια του, αφουγκράζεται τις μέσα του κραυγές, τις νιώθει να της διαπερνούν σώμα και ψυχή, να την κατακλύζουν και θυμάται. Θυμάται τότε που ήταν παιδιά. Τότε που τον πρωτογνώρισε. Η ευαισθησία του, εκείνο ήταν εκείνο το κάτι που την έκανε να τον προσέξει, κι η αγάπη του για τους άλλους. Ήτανε σκληρός στο σώμα, αλλά στα λόγια, στην πράξη όχι. Ποτέ του δε χαλούσε χατίρι σε κανένα. Ποτέ δεν μπλέχτηκε σε καυγάδες. Ποτέ δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Με άγιο έμοιαζε. Μ’ ένα άγιο έφηβο, μα ποτέ οργισμένο. Μ’ ένα άγιο…
«Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Θυμόμουνα τα παλιά. Τότε που γνωριστήκαμε. Ο ίδιος είσαι, όπως και τότε. Εσύ δεν έχεις αλλάξει καθόλου».
«Άλλαξα, Μελίνα. Πώς δεν άλλαξα! Όλοι αλλάξαμε. Γίναμε λίγο πιο σοφοί, κάναμε περισσότερα λάθη, πάθαμε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι μάθαμε».
«Για την ψυχή σου μιλώ».
«Μαύρη είναι τώρα, ενώ τότε…»
«Η ίδια είναι, μοναχά ρούχα άλλαξε. Και τότε ήσουνα πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τους άλλους, το ίδιο και τώρα. Εσένα η ζωή δε σ’ έκανε σκληρό, κυνικό σαν κι εμάς».
«Η ζωή με σκότωσε…»
«Κι όμως είσαι ακόμη εδώ!»
«Όχι για πολύ…»
Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν κι αμέσως μετάνιωσε για τις τρεις αυτές λέξεις. Γιατί; Γιατί της το έκανε αυτό; Γιατί της φόρτωνε τον πόνο του;
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα…»
Έβαλε το δείχτη του δεξιού της χεριού στα χείλη του, δεν τον άφησε να συνεχίσει. Δεν έπρεπε να απολογείται για τίποτα, δεν έκανε κάτι κακό. Άφησε τα δάκρυά της να κυλούν ελεύθερα στα μάγουλα, να της ποτίζουν με αλμύρα το μπλουζάκι, και κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του να τυμπανίζουν μέσα της.
«Είσαι τρελή, το ξέρεις;» τη ρώτησε με το που σήκωσε το κεφάλι της.
«Όχι όσο θα ήθελα», απάντησε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. «Όχι όσο θα ήθελα. Και τώρα μετανιώνω…»
«Για τι;»
«Για όλ’ αυτά που δεν έκανα!»
«Μα νόμιζα ότι ήσουν ευτυχισμένη».
«Είμαι. Αλλά όπως σου είπα και πιο πριν, όχι όσο θα ήθελα. Αν ήμουνα πιο τρελή, σε εισαγωγικά, θα ήμουνα και πιο ευτυχισμένη. Αλλά…»
«Ο Κώστας;»
«Μια χαρά είναι ο Κώστας. Καλός άνθρωπος, καλός σύζυγος, καλός πατέρας. Αλλά… Αλλά… Κάτι του λείπει, ή ίσως και κάτι να λείπει σε μένα. Κάτι που δεν μπορώ να ορίσω. Ίσως να φταίει το ότι είναι άνθρωπος της συνήθειας. Ίσως να φταίει και το ότι εγώ δεν έζησα αρκετά προτού τρέξω να παντρευτώ και ν’ αποκτήσω οικογένεια».
«Μετάνιωσες;»
«Και ναι και όχι. Από τη μια είμαι μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο, με τον οποίο έχω αποκτήσει δυο πανέμορφα παιδιά, αλλά από την άλλη…»
«Ίσως θα μπορούσαν να περιμένουν;»
«Ναι!»
«Είναι παράξενη η ζωή, Μελίνα, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Ίσως, στην τελική, το σωστό και το λάθος να μην υπάρχουν. Ίσως τα πράγματα να είναι όπως είναι, απλά επειδή έτσι πρέπει να είναι».
«Εσύ δε μετανιώνεις για κάτι;»
«Περισσότερο γι’ αυτά που μου πήρε η ζωή και γι’ αυτό που δε θα προλάβει να μου πάρει, παρά γι’ αυτά που δεν έζησα ή που δεν έκανα».
Τον κοιτάει για λίγο αμίλητη. Παρατηρεί το ραγισμένο καστανό των ματιών του. Βλέπει τη φλόγα να καίει ακόμη μέσα εκεί, αλλά πιο αδύναμη παρά ποτέ. Μοιάζει έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να σβήσει. Θα της φύγει, της το λέει, τον πιστεύει, θα της φύγει κι ας μην ήτανε δικός της ποτέ. Πώς θα είναι η ζωή μετά από αυτόν; Πώς; Η εικόνα του και μόνο κάποτε την έκανε να χαμογελά, η απουσία του πόσα δάκρυα θα της χαρίσει; Μείνε, θέλει να του φωνάξει. Μείνε. Αλλά, ο χρόνος κυλά αμείλικτος και ξέρει ότι δε θα την ακούσει. Πρέπει να φύγει. Πρέπει. Αλλά, γιατί διάολε, γιατί;

Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν ερμητικά τα μάτια σ’ ετούτο τον κόσμο τον απτό, τον σκληρό, του θυμίζουν χαμόγελα πλατιά και παλιά, εμπειρίες υπέροχα μοναδικές. Ναι, ήταν τυχερός, όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά όμορφη. Έζησε πολλά, πολλά έκανε, πήγε σε πολλά μέρη και γνώρισε ανθρώπους πολλούς. Ανάμεσά τους ήταν κι Εκείνη. Εκείνη! Ο μεγάλος του έρωτας, ο ονειρικός, που του χάρισε στιγμές ευτυχίας αφάνταστης, ο οποίος όμως δεν κράτησε για πολύ – ήταν μια νύχτα της Άνοιξης, μια από τις πιο όμορφες, που μύριζαν νέα ζωή, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε βιαστικά στο διάβα του, στέλνοντας Εκείνη στον άλλο κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα. Ωστόσο, επιβίωσε…

«Μην το κάνεις, και στο υπόσχομαι, θα βρω εγώ τη λύση».
«Δε με παίρνει ο χρόνος, Μελίνα».
«Πόσο καιρό έχεις;»
«Το πολύ ένα μήνα, μετά δε γίνεται τίποτα. Θα είναι πια πολύ αργά».
«Ένα μήνα;»
Παρέμεινε να τον κοιτάει με απορία. Ένα μήνα; Πώς να βρει τόσα λεφτά σ’ ένα μήνα; Ίσως αν… Αλλά όχι. Όχι! Αυτό δεν είναι σωστό. Αλλά, πώς άλλως; Είναι μεγάλη ανάγκη. Θα τα ζητήσει απ’ τον Κώστα. Σίγουρα δε θα της πει όχι. Αν της πει όμως; Αν της πει; Τότε… Ω, δε θέλει να σκέφτεται το τότε. Φοβάται. Τώρα φοβάται όχι μόνο για κείνον, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Θα τον σκοτώσω αν μ’ αρνηθεί, σκέφτεται, θα τον σκοτώσω. Ναι, μέχρι και στο φόνο θα έφτανα για σένα φίλε μου. Αγάπη μου. Φίλε μου…
«Θα ζητήσω τα λεφτά απ’ τον Κώστα. Δε νομίζω να μου αρνηθεί».
«Δε θέλω να φορτώνομαι στους άλλους, Μελίνα. Γιατί να τον φέρεις σε δύσκολη θέση; Και γιατί να μπεις σε τέτοια θέση εσύ; Δικό μου είναι το πρόβλημα. Δε θέλησα να σε συναντήσω για να μου το λύσεις, αλλά απλά για να πω ό,τι έχω πω, για να εξηγήσω τα γιατί μου προτού…»
«Σκάσε, βλάκα. Να σε βοηθήσω θέλω, όχι να σε ακούσω. Τις δικαιολογίες σου τις ξέρω και είναι, δυστυχώς, σοβαρές, απλά δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου μετά».
«Έκανα λάθος που σε κάλεσα, καλή μου. Δεν έπρεπε. Τώρα το βλέπω. Είναι που είσαι η καλύτερή μου φίλη, πάντα ήσουνα. Περίμενα να με καταλάβεις».
«Μα σε κατάλαβα. Σε καταλαβαίνω. Απλά σου λέω ότι το πρόβλημά σου θα μπορούσε ίσως να λυθεί διαφορετικά. Δεν υπάρχει λόγος να φτάσεις στα άκρα».
«Λόγος υπάρχει. Αν υπάρχει ωστόσο μια εναλλακτική επιλογή ευχαρίστως να την επιλέξω αυτή. Ξέρεις ποιο είναι το αστείο της υπόθεσης;»
«Το αστείο; Ποιο αστείο;» Παρέμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά απορημένη, κι είδε για μια στιγμή να εμφανίζεται στα χείλη του ένα αχνό, φευγαλέο χαμόγελο.
«Ότι είτε έτσι είτε αλλιώς εσύ είσαι αυτή που θα σώσει την κατάσταση. Αν δε με έπειθες τότε να…»
«Μη μου το θυμίζεις. Μη! Με κάνεις να νιώθω χειρότερα τώρα. Αν ήξερα…»
«Κανείς δεν ήξερε. Να όμως που τόσα χρόνια μετά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό».
«Καλό το αποκαλείς αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις».
«Ναι, καλό. Και μην ξεχνάς ότι σκέφτομαι να το κάνω, δεν το έκανα ακόμη. Θα ήθελα να μου υποσχεθείς κάτι όμως».
«Τι;»
«Υποσχέσου μου πρώτα».
«Μα πώς να σου υποσχεθώ αν δεν ξέρω τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Υποσχέσου…»
«Όχι!»
«Υποσχέσου, Μελίνα μου. Υποσχέσου. Σε παρακαλώ…» Οι λέξεις του μοιάζουν να στάζουν ικεσία κι αυτή δεν μπορεί πια να του κάνει τη δύσκολη. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα έβρισκε τρόπο να την πείσει.
«Καλά. Υπόσχομαι. Τι, όμως;»
«Ότι αν τελικά δε βρεθεί άλλη λύση, αν δε βρεθούν τα χρήματα, θα βάλεις αμέσως, με το που θα μάθεις τα νέα, μπροστά τις διαδικασίες. Αλλιώς θα πάνε όλα χαμένα…»
Την παγίδεψε! Την παγίδεψε ο μπαγάσας, την παγίδεψε. Και τώρα τι; Και τώρα πώς; Πώς να πάρει το λόγο της πίσω; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί. Αδύνατον. Θέλει να του βάλει τις φωνές, να τον βρίσει, να σηκωθεί απ’ την καρέκλα και με οργή και δύναμη πολλή να τον χτυπήσει. Αλλά, δε θα το κάνει. Τον αγαπάει τόσο. Και τον ξέρει τόσο καλά. Δεν υπάρχει λόγος να του εναντιώνεται. Ο Κώστας, μόνο αυτός μπορεί να σώσει την κατάσταση. Μα τώρα, ας του πει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Μου την έφερες, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Στο υπόσχομαι. Θέλω κι εγώ να μου υποσχεθείς όμως ότι δε θα κάνεις κάτι βιαστικά. Περίμενε, αν μπορείς, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ίσως γίνω η από μηχανής θεά σου…» Του χαμογέλασε λυπημένα.
«Μα είσαι ήδη η θεά μου, ή η μάγισσα με τα δώρα. Το φωτεινό αστέρι μου…»
«Πάψε. Μη μιλάς άλλο…»
«Ό,τι θέλει η κυρία», της είπε εκείνος πειραχτικά, για να σκάσουν και οι δύο μεμιάς στα γέλια, ανασηκώνοντας για μια στιγμή το σκοτεινό πέπλο της θλίψης τους.
Πέρασε η ώρα. Πέρασε βαρύθυμα και γοργά. Πήραν το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Για να πάρει εκείνη το δρόμο για το σπίτι της, για την οικογένειά της, κι εκείνος, ποιος ξέρει για πού. Πάντως στο σπίτι δε θέλει να πάει. Νιώθει να πνίγεται εκεί, λες και είναι μικρό και αποπνιχτικό σαν μπουντρούμι. Μάλλον θα πάρει τους δρόμους. Κι όπου τον βγάλει.
«Τι σκέφτεσαι;» τον βγάζει εκείνη απ’ το μέσα του.
«Ω, τίποτα. Απλά, το που θα πάω μετά».
«Πού;»
«Δεν ξέρω. Θα πάρω το δρόμο και…»
«Γιατί δεν πας…»
«Όχι, δεν μπορώ να πάω στο σπίτι. Είναι…»
«Καλά. Κατάλαβα. Όπου σε βγάλει λοιπόν».
«Τον Κώστα δεν τον πειράζει που ήρθες νυχτιάτικα να με συναντήσεις;»
«Όχι. Με εμπιστεύεται. Και σ’ εμπιστεύεται και σένα. Μού το είπε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισε. Είναι καθαρό το βλέμμα σου, είπε. Αν το έβλεπε τώρα…»
«Και τώρα στο βάθος καθαρό είναι, Μελίνα. Απλά το περίβλημά του είναι κάπως υγρό, λίγο θολό».
«Η ομίχλη της ζωής;»
«Ποιητικό!»
Τον κρατάει απ’ το χέρι καθώς περπατάνε με το ίδια αργόσυρτα βήματα για το σταθμό. Γύρω τους ακούγονται χαρούμενες φωνές, μουσικές, ψίθυροι, ενώ ένα χλωμό φεγγάρι προσπαθεί απεγνωσμένα να προβάλει ανάμεσα απ’ τα κτήρια που όλο και πληθαίνουν. Το χέρι του είναι ιδρωμένο, αλλά το άγγιγμα του απαλό, εφαρμόζει λες τέλεια στην παλάμη της. Του ρίχνει κλεφτές ματιές. Τα μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά του, το μουσάκι του που πήρε να μεγαλώνει, τα μάτια που μοιάζουν να κοιτάνε στο πουθενά. Είναι δικός μου, σκέφτεται, αλλά δεν είναι, και το ξέρει. Δε μοιάζει πια να ανήκει εκεί, δε φαίνεται να περπατά σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνος σταματά απότομα να περπατά, φρενάροντας κι αυτή και τις σκέψεις της, και της δείχνει κάτι.
«Για δες», της λέει μ’ ένα βλέμμα ξάφνου φωτεινό, θαυμαστικό. Ένα ζευγάρι γερόντων κάθεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος των νέων, κι ο άντρας αγκαλιάζει τη γυναίκα προστατευτικά καθώς απολαμβάνουν το παγωτό τους. «Θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι έτσι ακριβώς με φανταζόμουνα να είμαι κάποια μέρα; Να γεράσω δηλαδή μ’ αυτήν που αγαπώ και να κάνω ό,τι ακριβώς κάνουν τώρα αυτοί οι δύο!»
Δάκρυσε η Μελίνα και τα μελένια μάτια της πήραν φωτιά. Τόση αγάπη! Γυρνά προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει σφικτά, αποφασιστικά. Τον κλείνει στην αγκαλιά της, χάνεται στη δική του και από μέσα της παρακαλεί η γη να σταματήσει στη στιγμή να γυρίζει. Αλλά, η προσευχή της δεν εισακούεται. Το πάντα της δεν παίρνει σάρκα και οστά. Σε λίγο βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τις γλυκές της συνήθειες. Όσο για κείνον, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και χάνεται μέσα στη βουή των δρόμων. Αποφάσισε που θέλει να πάει. Στην ακροθαλασσιά. Να ξοδέψει όλη τη νύχτα συντροφιά με τον ήχο και την ηχώ τον κυμάτων. Ν’ αντικρίσει τον ήλιο να βγαίνει πυρακτωμένος μέσα από τη θάλασσα, σα φλεγόμενη ελπίδα.

Συνέχισε να ζει όπως-όπως, κάπως λειψά, λίγο φτωχικά, κατά βάθος λυπημένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά όπως παλιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σα δώρο θεού, σαν ένα πραγματικό θαύμα, έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Αυτός της χάρισε το όνομά της, αφού πίστευε ότι της ταίριαζε, μαγική καθώς ήταν κι η ίδια. Εκείνη τον έφερε πίσω στο φως πεισματικά, με χαμόγελα και φωνές πολλές και με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ένιωσε να ξαναγεννιέται και κείνος. Κι από τότε, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δόθηκε, αφοσιώθηκε σ’ αυτή με την ψυχή του όλη. Έγινε της για πολύ καιρό θεοσκότεινης ζωής του ο φάρος. Λες και στο λευκό απαλό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα παιδικά της δάκρυα αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε. Και τα χρόνια πέρασαν…

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω, Μελίνα, θέλω και το ξέρεις, το πρόβλημα είναι ότι το ποσό που μου ζητάς είναι πολύ μεγάλο. Δεν έχουμε μόνο λεφτά, χρωστάμε κιόλας. Και όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν κάνει να παίρνουμε τέτοια ρίσκα».
«Αλλά…» Τι να του πει τώρα; Έχει δίκιο και το ξέρει. Και στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να ξηλωθεί εκείνος για το φίλο της. Αλλά…
«Τι αλλά; Πες μου τι σκέφτεσαι».
«Ε, να, ξέρεις ποιο είναι το τίμημα εδώ. Και ξέρεις ότι αν δεν ήσουν εσύ η τελευταία λύση δε θα σου ζητούσα βοήθεια. Είναι κρίμα να πάει χαμένη μια ζωή για τα άτιμα τα λεφτά. Αυτό ήθελα να πω».
«Τη ζωή τη δική μας την σκέφτηκες; Τις ζωές των παιδιών μας; Πες και βρήκα τα λεφτά. Πες και του τα δώσαμε. Λες να μπορέσει μετά να μας εξοφλήσει; Δεν είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι, απλά είναι τόσο μεγάλο το ποσό που απλά δε θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι σαν να υποθηκεύουμε το μέλλον των παιδιών μας, το καταλαβαίνεις αυτό;»
Το καταλαβαίνει, πώς δεν το καταλαβαίνει. Αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί και το κάνει. Ωστόσο ο χρόνος περνά αμείλικτα, παίρνοντας μαζί του τις όποιες λύσεις. Λες να προσπαθήσει να πάρει δάνειο απ’ τη δουλειά; Θα της το δώσουν όμως; Ίσως και ναι. Πάνε τόσα χρόνια που δουλεύει εκεί, έχει καλό μισθό, τους πήγε πολλούς πελάτες, ανάμεσά τους και κείνον. Ναι, αυτό θα κάνει.
«Συγγνώμη, Κώστα. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα. Μιλάς σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω κάποιο άλλο τρόπο να τον βοηθήσω».
«Το κράτος; Κάποια οργάνωση; Η εκκλησία; Δεν μπορεί να βάλει το χεράκι του κάποιος απ’ τους φορείς, ή όπως αλλιώς τους λένε τέλος πάντων;»
«Προσπάθησαν και προσπαθούν να βρουν βοήθεια εδώ και μήνες, αλλά μάταια. Ο ένας τον στέλνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Και τώρα έφτασαν στο αμήν. Αν δε βρεθεί κάτι πολύ σύντομα…»
Ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Καθόλου δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Τα άφησε να κυλούν έτσι γοργά, άηχα, οδυνηρά. Ο Κώστας έσπευσε να την αγκαλιάσει, να την καθησυχάσει, να την πείσει με λόγια που και στα δικά του αυτιά ακούγονταν ψεύτικα ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Στο τέλος, Κώστα, θέλει να τον ρωτήσει. Στο τέλος; Τελικά στο τέλος, είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο που είναι σίγουρο είναι το τέλος.
«Γιατί κλαις, μαμά;» Μια φωνούλα παιδική τη βγάζει απ’ τις σκέψεις, σκοτώνει με τρεις λέξεις προτού καλά-καλά γεννηθεί την οργή της. Σκουπίζει τα μάτια της και συνέρχεται λες αυτόματα. Ξεφεύγει απ’ την αγκαλιά του άντρα της και πηγαίνει σχεδόν τρέχοντας και σηκώνει στην αγκαλιά της την κόρη της, την ανεβάζει ψηλά και με μάτια υγρά της λέει ότι κλαίει από χαρά, απ’ τη χαρά της που τη βλέπει. Κι η μικρή παίρνει να γελά. Κι η θλίψη κρύβεται βιαστικά σ’ ένα ντουλάπι του μυαλού. Θα έρθει να την επισκεφθεί ξανά αργά το βράδυ, όταν θα ξαπλώνει άγρυπνη στο συζυγικό κρεβάτι, όταν θα έχει πια το χρόνο να σκεφθεί ελεύθερα όλ’ αυτά που την απασχολούν, να καταστρώσει τα σχέδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Η μικρή άρχισε αμετάκλητα να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, συνεχώς να ρωτά, χαριτωμένα να απαιτεί και πολλές φορές απ’ τη χαρά της να χορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο, όπως όλα τα παιδιά. Αλλά για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα θα ήταν η μικρή, πάντα θα ήταν η αγαπημένη του, όσος καιρός κι αν περνούσε, όσο κι αν η ζωή τον άλλαζε. Και δε θα ξεχνούσε ούτε και για μια στιγμή την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, μια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη μέσα στον πόνο και το οδυνηρό παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να ψιθυρίσει αδύναμα το όνομά του, Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι ολοκληρωτικά στη δίνη της αρρώστιας. Και τώρα… Και τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Και θα ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δε θα την αφήσει να περάσει το δικό της αυτή τη φορά, θα της τη φέρει πισώπλατα, ακριβώς όπως του την έφερε κι εκείνη, θα επιβάλει το δικό του δίκαιο νόμο. Εσύ έζησες πολλά Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και μιλά σε κάποιο ξένο. Εσύ έζησες πολλά, του ξαναλέει λες και προσπαθεί να τον πείσει, κι ας μην πολυπιστεύει ούτε κι ο ίδιος τα λόγια του. Εσύ έζησες πολλά, πεισμώνει, τώρα είναι η σειρά της…

«Δώσε μου λίγο ακόμη χρόνο, Φώτη, και θα δεις. Θα δεις που θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρουμε. Είναι πολύ μεγάλο το ποσό που χρειάζεσαι κι όπως καταλαβαίνεις…»
Μιλάνε στο τηλέφωνο. Τον πήρε για να του πει τα ευχάριστα νέα. Συζήτησε με το αφεντικό της και μάλλον θα της εγκρίνουν το δάνειο που ζήτησε. Και μόλις γίνει αυτό θα του μεταβιβάσει αμέσως το ποσό. Κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
«Σε μεγάλους μπελάδες σε έβαλα Μελίνα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Κι εσύ δεν έπρεπε… Δεν έπρεπε…» Κομπιάζει. Οι λέξεις προσπαθούν μα δεν μπορούν να βγουν απ’ τα χείλη του. Δείχνει, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, έτοιμος να κλάψει. Ακούει την ανάσα του στο ακουστικό, την ακούει βαριά και της πλακώνει το στήθος. Αλλά, δεν του μιλά. Τον αφήνει να ηρεμήσει, να ’ρθει στα συγκαλά του. Προσπαθεί να μιλήσει και πάλι. Και προσπαθεί μάταια. «Δεν έπρεπε…» ψιθυρίζει και μένει ξανά σιωπηλός. Μα από μέσα του βράζει. Είναι οργισμένος πολύ με τις μοίρες, θέλει να τα βάλει με τους θεούς και τους δαίμονες που τον έφεραν ως εδώ, να ξεσπάσει, να βρίσει, να χτυπήσει, να χτυπηθεί. Ωστόσο, καταπίνει την οργή του. Σκέφτεται τα πυρετικά μάτια της Μάγιας του, τα φωτεινά της Μελίνας που πάντοτε τον τύλιγαν με τόση ζεστασιά και λίγο γαληνεύει. «Είσαι ο άγγελός μου», της ψιθυρίζει τελικά. «Είσαι ο άγγελός μου», της λέει, κι από τα βάθη της ψυχής του το εννοεί.
«Κι εσύ ο δικός μου, Φώτη. Κι εσύ ο δικός μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ. Πάντα σε αγαπούσα, αλλά όχι πάντα φιλικά», απαντά εκείνη σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, για να συνέλθει αμέσως και ν’ αφήσει ένα εκκωφαντικό, ωχ όχι, να ξεφύγει απ’ τα στήθια της. Ξεχάστηκε! Και καθώς ξεχάστηκε του είπε εκείνο που δεν τόλμησε, τουλάχιστον στον ίδιο, να παραδεχτεί ποτέ. Και τώρα. Τώρα τους πνίγουν οι σιωπές. Εκείνος κοιτάει αμήχανα τα χέρια του, εκείνη τον απέναντι τοίχο με το στερεότυπο καδραρισμένο λευκό οικοτοπίο κάποιου νησιού. Τους χωρίζουν τα χιλιόμετρα, τα σύρματα, τα γεγονότα. Τους ενώνουν η κοινή ζωή τους του χθες και τα κενά του χρόνου.
«Από πότε;» Μίλησε πρώτος εκείνος.
«Όπως σου είπα: από πάντα. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες…»
«Γιατί μήπως κατάλαβες εσύ;»
«Τότε…»
«Για τα γέλια είμαστε, Μελίνα, και για τα κλάματα. Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά εμείς οι βλάκες κοιτούσαμε δίχως να βλέπουμε. Κι έπρεπε να… Ω, διάολε, θέλω να χτυπήσω κάποιον, να σπάσω κάτι. Είμαι τόσο οργισμένος, ψυχή μου. Τόσο οργισμένος…»
«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ οργισμένη είμαι, αλλά όχι με τους άλλους. Με μένα την ίδια. Αν ήξερα… Ωστόσο τώρα είναι αργά. Μακάρι να ήτανε τα πράγματα αλλιώς, αλλά δεν είναι. Κάποια απ’ αυτά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν αυτά που μπορούμε. Τουλάχιστον…» Άφησε την πρότασή της στη μέση, αλλά εκείνος δεν την άφησε να πέσει κάτω. Την άρπαξε στον αέρα και της την επέστρεψε.
«Τουλάχιστον τι;»
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε. Θα μας μείνει όμως αιώνιος βραχνάς, το πώς θα ήταν αν… Αλήθεια, πώς θα ήταν; Δε σε ρωτώ, απλά αναρωτιέμαι».
«Ποιος μπορεί να πει; Κανείς! Κανείς δεν ξέρει. Έχω δει όλα τα δεδομένα στη ζωή μου να ανατρέπονται, όλες τις σιγουριές να συντρίβονται, τα όμορφα όλα να χάνονται. Δεν μπορώ να σου πω πώς θα ήταν, Μελίνα. Θα προσπαθούσα όμως, κι αυτό μπορώ να στο πω με σιγουριά, να κάνω το καλύτερο, να σου χαρίσω όλη την αγάπη που σου αξίζει».
«Γιατί δεν τόλμησα τότε;»
«Για τον ίδιο λόγο που δεν τόλμησα ούτε κι εγώ. Φοβήθηκες. Κι οι δυο φοβηθήκαμε. Φοβηθήκαμε ότι το όνειρο θα έβγαινε αληθινό και δε θα ξέραμε τι να κάνουμε μετά».
«Ξέρεις, όταν σε σκεφτόμουνα τότε, ή όταν ήμουνα κοντά σου μα δεν με παρατηρούσες, πού και πού έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να σε φανταστώ σαν τον πατέρα των παιδιών μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ήσουνα πολύ ελεύθερος εσύ, έδειχνες ατίθασος πολύ, δεν μπορούσα να σε φανταστώ οικογενειάρχη».
«Έτσι ήμουνα. Κι ίσως να είμαι τουλάχιστον λίγο έτσι ακόμη. Αλλά ο ερχομός της Μάγιας στη ζωή μου με άλλαξε, μ’ έκανε ν’ αγαπήσω όλα τα παιδιά στο πρόσωπό της και πήρα κι εγώ κάθε τόσο να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να γίνω πατέρας. Ο χρόνος, βλέπεις…»
«Ο χρόνος! Μπορεί να μη γιατρεύει τις πληγές, αλλά τουλάχιστον τις βγάζει στο φως, σου επιτρέπει να τις δεις καθαρά, να τις ξύσεις απαλύνοντας τον πόνο».
«Έτσι είναι. Ποιος να μου το έλεγε ότι κάποια μέρα θα είχα αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Το υποψιαζόμουνα, αλλά ανίδεος ήμουν, όπως κι εσύ».
«Όπως κι εγώ. Ίσως ν’ ακουστεί παράδοξο κάτω από τις παρούσες συνθήκες αυτό που θα σου πω, Φώτη, αλλά θα στο πω: χαίρομαι. Χαίρομαι που βγήκε το μυστικό στη φόρα. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου».
«Σε καταλαβαίνω. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν δεν ήταν αυτή η καταραμένη η μοίρα…»
«Μη λες τίποτ’ άλλο. Ας τ’ αφήσουμε εδώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πάρω τα λεφτά στα χέρια μου σύντομα και όταν περάσει η μπόρα είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να μιλήσουμε».
«Αν περάσει η μπόρα. Αν…»
«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα περάσει…»
«Μακάρι».

Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του και την κοιτάει για ώρα πολλή έντονα, επίμονα, με ένα βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη απέραντη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στο μοναχικό άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, ξεψυχισμένος, συνένοχος στη θλίψη του. Ναι, θα μπορούσε να είναι κόρη του, κόρη τους, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι, το πιο γλυκό ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί τους, και εδώ και καιρό κόβει βόλτες στο κατώφλι του θανάτου. Χαϊδεύει με δάχτυλα που τρέμουν απ’ το παράπονο και τη συγκίνηση το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, φιλά με τρυφερότητα περισσή το αποτυπωμένο στο χαρτί μέτωπο, ανασαίνει πάνω σ’ αυτό την αγάπη του, το αποχαιρετά, αποχαιρετά εκείνη: αντίο, Μαγιούλα μου. Αντίο και σ’ ευχαριστώ απ’ της ψυχής μου τα βάθη που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, τοποθετεί προσεκτικά εκείνο το πλάνο, το αλάνθαστο ντοκουμέντο μιας αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, και σηκώνει αποφασιστικά το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο, που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται καθώς το κοιτά με θαυμασμό. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά. Όπως κι εκείνη. Εκείνη. Η Μελίνα. Πρέπει να την πάρει τηλέφωνο. Θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της για τελευταία φορά. Όχι, δε θα της πει την αλήθεια. Όχι. Απλά θα της μιλήσει και θα την ακούσει. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και για μια στιγμή μένει ακίνητος, σα μαρμαρωμένος. Δεν πιάνει σήμα. Αλλά πώς να πιάσει κιόλας στην ερημιά που βρίσκεται; Ένα χαμόγελο πικρό, σαν γκριμάτσα, του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ακόμη και τώρα, ψιθυρίζει, μη μπορώντας κι ο ίδιος να το πιστέψει. Ακόμη και τώρα, οι μοίρες γελάνε στην πλάτη του…

Επιτέλους εγκρίθηκε το δάνειο. Εγκρίθηκε. Έχει την επιταγή στα χέρια της. Θέλει να πετάξει απ’ τη χαρά της, στ’ αλήθεια να πετάξει. Τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα! Πρέπει να πει τα νέα στον Φώτη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τρέξει να τον συναντήσει και να του δώσει τα λεφτά. Τον παίρνει τηλέφωνο. Δε χτυπά. Τον ξαναπαίρνει. Τον ίδιο. Πού να είναι άραγε, αναρωτιέται. Α, ναι, στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο. Θα έχει το κινητό του κλειστό. Αναστενάζει με ανακούφιση. Θα πάρει άδεια το απόγευμα και θα σπεύσει να τον συναντήσει εκεί. Ω, νιώθει τόσο χαρούμενη τώρα. Είναι τόσο ευτυχισμένη που θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.
Σκέφτεται. Τον σκέφτεται. Σκέφτεται τους δυο τους μαζί. Ελκυστική η εικόνα, αλλά… Αλλά δεν έχει σκοπό να διαλύσει την οικογένειά της. Τον αγαπούσε, τον αγαπά και θα τον αγαπά, αλλά μέχρι εκεί. Ο Κώστας… Ο Κώστας είναι ο άντρας της. Τα παιδιά της είναι και δικά του παιδιά. Δε λέει…
Ω, δεν αντέχει πια εκεί, νιώθει να πνίγεται. Πρέπει να φύγει αμέσως, να πάει στο νοσοκομείο και να τον συναντήσει στη στιγμή. Πετάγεται απ’ τη θέση της, σαν ελατήριο, και φεύγει τρέχοντας σχεδόν απ’ το γραφείο δίχως να πει τίποτα σε κανένα. Είναι ώρα αιχμής, δε θα πάρει το αμάξι της, καλύτερα με το μετρό. Κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά στο σταθμό του Συντάγματος και διασχίζει σα σίφουνας το χώρο. Δεν προσέχει τον κόσμο γύρω της, δε δίνει σημασία καμιά στα επιτιμητικά βλέμματα. Βιάζεται, και σ’ όποιον αρέσει.
Βγαίνει έξω σ’ έναν ήλιο εκκωφαντικό και μια ζέστη αφόρητη. Έχει πολύ περπάτημα ακόμη. Τα βήματά της γοργά, τη φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ εκείνον, στης αδελφής του τη σωτηρία.
Φτάνει επιτέλους στον προορισμό της. Την κατευθύνουν στο δωμάτιο που ψάχνει, όπου μπαίνει σιγοπατώντας. Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη πια. Κοιτάει γύρω της. Η μικρή, ένας άγγελος που κοιμάται αδύναμα στο κρεβάτι, η μάνα της κι ο πατέρας. Ο Φώτης πουθενά. Τους πλησιάζει.
«Γεια σας, η Μελίνα είμαι, αν με θυμάστε».
«Σε θυμόμαστε, κόρη μου. Σε θυμόμαστε», της απαντά ψιθυριστά η γυναίκα.
«Ο Φώτης;»
«Δεν ξέρουμε που είναι. Έχουμε να τον δούμε από χθες το βράδυ».
Δεν ξέρει τι άλλο να τους πει και τι να τους ρωτήσει. Έτσι, τους παραδίδει απλά το φάκελο με την επιταγή και κάνει να φύγει.
«Τι είν’ αυτό, Μελίνα μου», τη ρωτάει η μάνα.
«Τα λεφτά για την εγχείρηση της μικρής», απαντά μ’ ένα μικρό χαμόγελο, τους γυρνά αβίαστα την πλάτη και παίρνει γρήγορα να απομακρύνεται. Επιφωνήματα χαράς μεγάλης ακολουθούν για λίγη ώρα το κάθε της βήμα.

Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του, την ξεκινά και παίρνει να κατεβαίνει το βουνό σαν οργισμένος βοριάς, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε μια στροφή του δρόμου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χάνει τον έλεγχό της κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να έχει πάρει μορφή ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του κι αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά. εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει! Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του από την ασφάλεια ζωής που του έκανε χρόνια πριν η Μελίνα, θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στο εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που έχει ανάγκη. Αρκετά για ν’ αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό! Η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Έρωτας στη Βενετία

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τα διηγήματα που έχω ανεβάσει εδώ ανακάλυψα ότι άφησα έξω την πρώτη ιστορία που έγραψα πριν δεκατρία τόσα χρόνια, τον Έρωτα στη Βενετία. Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν την ανεβάζω σήμερα. Και μια σημείωση: Αφού τα (ογδόντα!!!) διηγήματά μου δεν προβλέπεται να εκδοθούν στο άμεσο ή και το απόμακρο μέλλον τα μάζεψα όλα σε μια στήλη εδώ δίπλα, μαζί με την Απολογία της Μηδείας. Διαβάστε (αν θέλετε τυπώστε), σκουπίστε, τελειώσατε.

“Ραντεβού στη Βενετία, κάθε δέκα χρόνια”. Αυτή ήταν η συμφωνία, τρελή γλυκιά συμφωνία, που ’κλεισα με τη Φωτεινή, πριν τρεις - τόσες - δεκαετίες, καθώς αποφοιτούσαμε από το Λύκειο.
Με τη Φωτεινή είχαμε σμίξει στην τρέλα μας, τα θρυλικά εκείνα χρόνια, τα μαθητικά. Πάντα μαζί. Σιαμαίους μας αποκαλούσαν τα άλλα παιδιά και οι καθηγητές, και γελούσαν. “ Αυτοί μια μέρα θα παντρευτούν και θα κάνουν παιδιά ”, έλεγαν εκείνοι που νόμιζαν πως γνώριζαν. Οι αιώνιοι παντογνώστες των ξένων ζωών.
Εμείς, απλά αδιαφορούσαμε για όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δε δίναμε δεκάρα για κανένα και τίποτα. Είχαμε φτιάξει το δικό μας κόσμο, τον ιδανικό, τον αμόλυντο, τον ουτοπικό.
Για τρία χρόνια ήμασταν μαζί στις κοπάνες, μαζί στις πλάκες, μαζί στις αποβολές, μαζί καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο, μαζί γίναμε για πρώτη φορά λιώμα απ’ το πολύ ποτό. Τελικά η Φωτεινή έγινε ασυγχώρητα φανατική καπνίστρια, μόνο και μόνο για να βλέπει: “ Το μόνο πράγμα που καίγεται για μένα ”.
Πριν να τη γνωρίσω, εγώ ήθελα να γίνω παπάς κι εκείνη γραμματέας. Μετά από τρία χρόνια επώδυνης, και - γιατί όχι; - γλυκιάς, σχολικής συμβίωσης, αποφασίσαμε κι οι δυο, με μια φωνή, να γίνουμε δημοσιογράφοι. Τι σιαμαίοι θα ήμασταν άλλωστε αν δεν ακολουθούσαμε τους ίδιους επαγγελματικούς δρόμους; Κι αυτά, ενώ οι βαθμοί μας μετά βίας περνούσαν τη βάση. Σύμφωνα με κάποιο σοφό καθηγητή, με τέτοιους βαθμούς, θα ήμασταν τυχεροί αν γινόμασταν ρακοσυλλέκτες.
Σαν τελειώσαμε το σχολείο, είδαμε με αληθινό πόνο, τη γλυκιά συμβίωσή μας στην τρέλα, να φτάνει στο τέλος της. Οδυνηρή, σαν αόρατο μαχαίρι που ξεσκίζει τα σωθικά, ήταν εκείνη η ώρα, εκείνη η μέρα.
Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι των τελειοφοίτων ήμασταν σα χαμένοι. Ήμασταν εκεί, αλλά και κάπου αλλού, σε κόσμους που δεν μπορεί να δει το μάτι. Με τη σκέψη, με τα λόγια, με το άγγιγμά μας, ταξιδεύαμε μοναχοί, δίχως έγνοιες, σ’ άλλα μέρη, μακρινά, εξωτικά, ονειρικά. Δίναμε φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης. Μαζί, δώσαμε, και την υπόσχεση που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μας, που θα μας στοίχειωνε: “Όπου κι αν μας βγάλει το μονοπάτι της ζωής, ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν γίνουμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, και να ανανεώνουμε κάθε δέκα χρόνια τη γνωριμία μας, τον έρωτά μας στη Βενετία, στη γνωστή Πλατεία του Αγίου Μάρκου ”. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, γιατί ήταν η μόνη που ξέραμε στα σίγουρα ότι υπάρχει.
Για μας η Βενετία τότε ταυτιζότανε με ό,τι το πιο ωραίο, το πιο ρομαντικό. Ήταν κάτι, σαν ένα όνειρο απόμακρο, αλλά όχι άπιαστο. Σαν το μάθανε τα άλλα παιδιά βαλθήκανε να μας δουλεύουν. Έλεγαν πως, πολύ πριν να περάσουν τα δέκα χρόνια θα παντρευτούμε ο καθένας με κάποιον άγνωστο, και θα ξεχάσουμε όλες τις υποσχέσεις και τους όρκους για παντοτινή αγάπη. Οι άλλοι! Αυτοί πάντα νομίζουνε πως ξέρουν κάτι παραπάνω.
Μετά από λίγα χρόνια συνάντησα τη Φωτεινή στο γάμο μιας από τις παλιές μας συμμαθήτριες, στην Αθήνα. Η καρδιά μου σκίρτησε, χάρηκε, πόνεσε, μόλις την αντίκρυσα. Ήτανε τόσο πολύ αλλαγμένη, τόσο όμορφη, τόσο θλιμμένη. Τόσο προσιτή κι απόμακρη. Κάπνιζε σα φουγάρο και φαινόταν να πίνει πολύ. Είχε γίνει γραμματέας. Εγώ δημοσιογράφος.
Δε μιλήσαμε πολύ. Ήταν με τον πατέρα της, ένα αμίλητο στρατιωτικό, που σαν τον έβλεπες ανατρίχιαζες και σκεφτόσουνα: “ Αμάν Θεούλη μου, τι γίγαντας είναι αυτός; ”. Στο πρόσωπο είχε μια έκφραση που σαν να φώναζε από μακρυά:
“ Προσέξτε σκουλήκια να μη σας πατήσω ”.
Ζούσε, μου ’χε πει, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά ούτε και είχε ξεχάσει για μια στιγμή την υπόσχεση που ’χαμε δώσει. Πριν να φύγει υπό τη συνοδεία του στρατηγού Πινοσέτ, με τράβηξε παράμερα και μου ’σκασε ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. “ Θα σε δω ”, ήταν τα τελευταία της λόγια. Θα σε δω...
Μιλώντας με τα υπόλοιπα παιδιά ανακάλυψα πως η μεγάλη πλειοψηφία ήταν ήδη παντρεμένοι. Μερικοί είχαν και παιδιά. Πολλοί δούλευαν σε τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες, κι άλλοι σε γραφεία, κάποιοι ξεζούμιζαν ακόμη την τσέπη του μπαμπά. Είχαν ενσωματωθεί για τα καλά στο σύστημα. Απόκτησαν πιστωτικές κάρτες, κύρος, αυτοκίνητα με δόσεις, διαμερίσματα μ’ ενοίκιο. Πιάσαν την καλή! Με δυο λόγια ξόδευαν περισσότερα απ’ όσα είχαν. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Νόμιζαν κι αυτοί πως ζούσαν.
Ίσως να ’μουν ο μόνος που διατήρησε την τρέλα του, τη γλυκιά εφηβική τρέλα. Ο μόνος που δεν είχε γίνει ακόμη “ ασφαλής ”, “ κύριος ”, βολεμένος. Απολάμβανα την ελευθερία της δωρεάν στέγης, μιας συναρπαστικής δουλειάς, ατέλειωτων ταξιδιών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ζούσα.
Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα, όσο γρήγορα κυλάει κι η ζωή μας και χάνεται, και στα 28 μου πια, στις 10 του Σεπτέμβρη του 19--, λίγο μετά το μεσημέρι, μέρα Σαββάτο, βρέθηκα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Πρώτη φορά είχα νιώσει τόσο μεγάλη αγωνία μέσα μου. “Δε θα ’ρθει ”, σκεφτόμουνα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η σκέψη μου πάει πάντα προς το χειρότερο. “ Δε θα ’ρθει ”, επέμενα, κι ας γνώριζα βαθιά μέσα μου πως ήταν ήδη εκεί, πως θα την έβλεπα, θα την κρατούσα, θα τη φιλούσα.
Έκανα το γύρο της πλατείας δυο φορές, σχεδόν τρέχοντας. Πριν αρχίσω για την τρίτη διαδρομή την είδα. Παρακολουθούσε ατάραχη ένα συρφετό τουριστών, που σχημάτιζε ατέλειωτες ουρές για να μπει στο μεγαλοπρεπή ναό. Την πλησίασα χωρίς να με αντιληφθεί. Κοντοστάθηκα κι άρχισα να μελετώ απ’ το πλάι το πρόσωπό της. Θέ μου, πόσο όμορφη φάνταζε στα μάτια μου, πόσο ξεχώριζε μέσα στο πλήθος, με τα μακριά, ολόισια, παράφορα μαύρα μαλλιά της, αφημένα στη σιγουριά των ώμων και της πλάτης, στο φύσημα του αγέρα, με το αφηρημένο βλέμμα της ανυπομονησίας, με εκείνη την υπέροχη ορθή κορμοστασιά. Αυτή ήταν η Φωτεινή μου, ο μεγάλος, ο ασίγαστος έρωτας από τα χρόνια της αθωότητας, ο έρωτάς μου.
Δεν ξέρω για πόση ώρα παρέμεινα εκεί μαρμαρωμένος να την κοιτάω, να θαυμάζω τη μεγαλειώδη της χάρι, δίχως να τολμώ να της μιλήσω, για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Κάποτε, όμως, την πλησίασα και τη φιλοδώρησα μ’ ένα ζεστό της αγάπης φιλί, στο δεξί μάγουλο. Γύρισε αμέσως προς το μέρος μου και ρίχτηκε στην αγκαλιά μου. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ήμασταν και πάλι μαζί. Οι δυο μας μόνο. Οι δύο τρελοί, οι αμετανόητοι, οι ρομαντικοί, οι…σιαμαίοι.
Τριγυρνούσαμε με τα πόδια, για ώρα πολλή στους στενόμακρους δρόμους και τα σοκάκια της Βενετίας ψάχνοντας για ξενοδοχείο, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και στο άλλο, το ελεύθερο, τις λιλιπούτειες αποσκεύες μας. Θα μέναμε μαζί για ένα μόλις Σαββατοκύριακο.
Η αναζήτηση στέγης για τον έρωτά μας, στάθηκε δύσκολη υπόθεση, μια και η Βενετία το Σεπτέμβρη μοιάζει με μια τεράστια, βρεγμένη τουριστοπολιτεία. Όλα τα ξενοδοχεία και οι πανσιόν γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία και το Κανάλε Γκράντε, ήταν καταλημμένα από πλήθη τουριστών...βρετανούς, γαλλούς, γερμανούς, έλληνες και γιαπωνέζους. Τελικά, καταλήξαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Κάλλε ντελ Κρίστο, όπου ο συμπαθής καραφλός ιδιοκτήτης μιλούσε και “λίγκα ελληνικά”.

Τις δυο εκείνες μέρες τις ζήσαμε, σαν σε... παραμύθι. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ανακαλύψαμε την έννοια της λέξης ευτυχία. Τρέχαμε στα δρομάκια, απολαμβάναμε σα μαγεμένοι, σα μωρά παιδιά, τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, δακρύζαμε απ’ τη χαρά, απ’ τη συγκίνηση του να είμαστε μαζί.
Βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες - μέρα και νύχτα - στην Πόντε ντε Ριάλτο, αρμενίσαμε με τη συνοδεία τροβαδούρων και κιθάρας μέσα από τα όχι και τόσο βρώμικα τότε κανάλια, σταθηκαμε στην ουρά για να δούμε το λαμπρό ναό του Σάντο Μάρκο, και μετά, φιλέψαμε με καλαμπόκι και φωτογραφηθήκαμε με τα κυπριακά - σύμφωνα με την παράδοση - περιστέρια της πλατείας, απολαύσαμε τον εσπρέσο και τον καπουτσίνο μας, στο Καφέ Φλοριάν, υπό τη σκιά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Έζρα Πάουντ, πήγαμε στο Λίντο. Κι όλα αυτά μέσα σε δυο μόνο μέρες, τις πιο ωραίες της ζωής μας, όπως μονολογούσαμε.
Τα όνειρα δυστυχώς δεν κρατούν ποτέ πολύ. Ειδικά τα όμορφα όνειρα. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες, που μας κυνηγάνε μια ζωή.
Το δεύτερο βράδυ της τόσο εφήμερης ευτυχίας μας, δεν κλείσαμε μάτι. Μετά τα μεσάνυχτα, που η Βενετία παρουσίαζε την όψη μιας σιωπηλής πολιτείας, φροντίσαμε να χαθούμε στα δρομάκια και τα στενά της, κάτι που δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού είτε το θέλαμε είτε όχι, βρισκόμασταν σ’ ένα τεράστιο λαβύρινθο.
Το βράδυ εκείνο ανοίξαμε τις καρδιές μας. Μιλήσαμε για τους τόσο διαφορετικούς δρόμους που πήραμε στη ζωή, για τα ωραία και τ’ άσχημα, τις πίκρες και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις, για τον παιδικό - εφηβικό μας έρωτα, που δεν έφτασε ποτέ στο αποκορύφωμά του. “ Θύμασαι τότε…”, λέγαμε, μια εγώ, μια κείνη, κι αναστενάζαμε βαθιά με θλίψη ή σκάγαμε στα γέλια.
Μου ’πε πως η ζωή της ήταν ένα καθημερινό μαρτύριο, ότι ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που η ίδια ήθελε, ότι ήθελε να είναι διαφορετική, αλλά δεν την άφηναν οι προκαταλήψεις του κύκλου που την περιέβαλε να ενεργήσει, ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι λίγο ξεχωριστό, κάτι δικό της, η οικογένειά της τής έφραζε το δρόμο (μεγάλη σκλαβιά η οικογένεια). Μου ’πε ακόμη πως ήταν απογοητευμένη απ’ τους ανθρώπους γενικά, που θεωρούν σα δίκαιο μόνο το δικό τους…Τότε ήταν που έσκασε κι η βόμβα: “Μόλις γυρίσω στη Θεσσαλονίκη θα παντρευτώ μ’ ένα αξιωματικό του στρατού, στον οποίο έχει δώσει το λόγο του ο γέρος μου”.
Ένιωσα ολόκληρο τον από μέσα μου κόσμο να γκρεμίζεται σα χάρτινος πύργος, και τα κομμάτια του να σκορπούν σαν αναμνήσεις στον άνεμο. Μια μαύρη σκιά, σαν το θάνατο, σκέπασε την ψυχή μου. Παρέμεινα να την κοιτάω σαν αποβλακωμένος. Θα’ πρεπε να μιλήσω, να πω κάτι, αλλά τι; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι άκουσα εκείνα τα λόγια να βγαίνουν σα μαχαίρι και να με σφάζουν, απ’ τα μοναδικά χείλη που αγάπησα.
“Βαρέθηκα να με κατατρέχουν. Θα κάνω ό,τι θέλουν, φτάνει να με αφήσουν επιτέλους ήσυχη”, είπε σε λίγο σπώντας τη θανατερή σιωπή. Κι εγώ απορημένος, αγανακτισμένος, διάβαζα με πόνο στο πρόσωπό της την απόλυτη εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη του ονείρου, της χαράς, της ζωής. Ανταριασμένος άρχισα να καταριέμαι τον κόσμο τούτο, για τους χίλιους, μύριους τρόπους που βρίσκει για να σκοτώνει τα παιδιά του.
Καθώς η εξομολόγησή της συνεχιζόταν, την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, φοβόμουνα μη μου φύγει. Τη φιλούσα στα μαλλιά, της στέγνωνα τα δάκρυα που φαίνονταν να ρέουν απ’ το πιο βαθύ της θλίψης πηγάδι. Καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι, σε μια από τις πολλές μικρές πιάζας της πόλης, και γύρω μας επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Λες κι ο χρόνος εκείνες τις στιγμές είχε σταματήσει. Λες κι ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη, ήταν το τραγούδι των λυγμών της.
Αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι, με δάκρυα στα μάτια και πόνο στην ψυχή, είδαμε το θανατηφόρα μαύρο χρώμα τ’ ουρανού να ξεβάφει, και να δίνει τη θέση του στον ορίζοντα, σ’ ένα ελαφρύ στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονο στη συνέχεια, ροζ μοτίβο. Τότε, αφήσαμε το παγκάκι μας, που είχε τώρα μια ακόμη ιστορία να θυμάται, και πήγαμε στην πανσιόν. Εκεί ολοκληρώσαμε με δέκα χρόνια καθυστέρηση, το μεγάλο μας έρωτα.
Πόσο γλυκειά κι αδύνατη φάνταζε, έτσι εκτεθιμένη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά μου! Πόσο απροστάτευτη! Αυτή, που κάποτε ήταν σωστό αγρίμι, δυνατή, αποφασισμένη για όλα, έτοιμη να σαλπάρει με καράβι την τρέλα και να κατακτήσει τον κόσμο όλο. Πόσο μας αλλάζουν, πόσο μας φθείρουν, πόσο σκοτώνουν την ψυχή και τα όνειρά μας ο χρόνος και οι άλλοι ανθρώποι!
Φύγαμε από την πανσιόν αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, τυλιγμένοι μέσα στο ανάλαφρο μαγικό πέπλο της πρόσκαιρης ευτυχίας. Τη συνόδευσα μέχρι το σταθμό της Σάντα Λουτσία. Θα ’παιρνε το τρένο για την Αγκώνα και μετά καράβι για την Ηγουμενίτσα, ενώ εγώ θα πετούσα για Βεγγάζη, μέσω Ρώμης, για μια διάσκεψη αραβικών κρατών. Η ζωή μας έστελνε και πάλι σε δρόμους μοναξιάς, διαφορετικούς.
Αποχαιρετώντας με μου χάρισε το πιο γλυκό της φιλί, το πιο υπέροχο χαμόγελο. “Σε δέκα χρόνια λοιπόν;”, ρώτησε, αλλά δεν περίμενε να πάρει απάντηση, αφού ήδη τη γνώριζε. Τα θλιμμένα μάτια, το βεβιασμένο χαμογέλο, οι νευρικές κινήσεις, τα έλεγαν όλα. Σε δέκα χρόνια! Παρέμεινα στο σταθμό, μέχρι που είδα το τρένο να φεύγει και σιγά σιγά να χάνεται από τα μάτια μου, παίρνοντας μαζί του ό,τι πιο πολύτιμο είχα - μα δεν είχα - στη ζωή μου.

Μετά την επιστροφή μου από τη Λιβύη παραιτήθηκα από την εφημερίδα. Αισθανόμουνα άσχημα με τον εαυτό μου. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που “έκανα επανάσταση μόνος στο δωμάτιό μου”. Μάζεψα λοιπόν όλες τις οικονομίες μου, πούλησα όσα - όσα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα και το’ ριξα στα ταξίδια. Έπαιρνα μεγάλα ρίσκα γιατί πάντα μου άρεσε να πέφτω με πάταγο. Αίγυπτος, Ινδία, Πακιστάν, Αυστραλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία… Ήμουνα αλήτης και χαιρόμουνα εκείνη την απόλυτη ελευθερία της έλλειψης προορισμού.
Κάποτε όμως γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα αναγεννημένος. Βρήκα αμέσως δουλειά σ’ ένα κινηματογράφο σα βοηθός οπερατέρ. Σαν έμαθα τη δουλειά μ’ αφήσανε μόνο. Ήμουν μοναχός σ’ ένα σινεμά γιομάτο κόσμο, και το απολάμβανα.
Τίποτα όμως στη ζωή μου δεν κράτησε ποτέ πολύ. Κάποιο βράδυ, δυο χρόνια μετά, κι αφού είχα ήδη βαρεθεί κι αυτή τη δουλειά, είδα την πομπίνα με την ταινία να πέφτει απ’ τη μηχανή προβολής και να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Είχα ξεχάσει να κλείσω μια μικρή ασφάλεια, ένα λάθος ασυγχώρητο. Αρκετά μέτρα ταινίας καταστράφηκαν, η παράσταση έμεινε στη μέση, μέχρι να μοντάρω και πάλι τα δύο μη καταστρεμμένα άκρα, κι άκουσα τη μεγαλύτερη ποικιλία βρισιών που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Καλά, ακόμη διερωτούμαι, τόσο πολύ τους πείραξε το ότι θα έβλεπαν δέκα λεπτά λιγότερα από το “Pulp Fiction”; Τι σου είναι ο άνθρωπος! Πάντα έλεγα ότι ήμουνα ευσυνείδητος υπάλληλος. Έτσι, μετά από όλ’ αυτά, αποφάσισα να παραιτηθώ για λόγους… ευθιξίας.
Μετά απ’ την παραίτηση αποφάσισα ότι η Αθήνα ήτανε πολύ μεγάλη για μένα, και πολύ θορυβώδης. Νέφος, φασαρία, φραπέ. Μπούχτισα. Έτσι προτού αλέκτωρ λαλήσει, πήρα τα ομάτιά μου και κίνησα για το Ρέθυμνο. Βρήκα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο. Δούλευα τα βράδυα, και έμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που μου παραχώρησαν τα αφεντικά - καλά γεροντάκια. Έτσι τα έξοδά μου ήταν ελάχιστα.
Για τρία ολόκληρα χρόνια παρέμεινα εκεί, γνωρίζοντας κόσμο και κοσμάκη - περισσότερους γαλλογερμανούς παρά έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν και η Χλόη, μια γερμανίδα που ήρθε στην Ελλάδα με ώτο στοπ. Δούλευε σ’ ένα μπαράκι, για να τα κονομήσει λίγο και να συνεχίσει τις περιπλανήσεις της. Σχεδίαζε να πάει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη Μπανγκόκ. Την άκουγα να μου μιλάει για τα σχέδιά της με τόσο ενθουσιασμό, που μονολογούσα: “ Αχ και να’ μουν 15 χρόνια νεώτερος ”. Αλλά δεν ήμουν. Ήμουνα 38 τόσων χρόνων - φωτιά στα μπατζάκια μου - είχα ήδη υποβάλει μια ακόμη μεγαλοπρεπή παραίτηση, και σε λίγες βδομάδες θα βρισκόμουνα στη Βενετία.
Παρασκευή βράδυ, της πρώτης βδομάδας του Αυγούστου, έφυγα απ’ το Ρέθυμνο. Σάββατο βράδυ βρέθηκα πάνω σε ένα καράβι που εκτελούσε τη γραμμή Πάτρα - Μπρίντιζι. Τέσσερις ολόκληρες βδομάδες περιπλανήθηκα στην Ιταλία: Σικελία, Καζέρτα, Πεσκάρα, Ρώμη, Ασίζη, Φλωρεντία, Μιλάνο, Μπολώνια. Στη Μπολώνια επισκέφθηκα και μια φίλη μου απ’ τα παλιά, τη Γιώτα. Η κακομοίρα προσπαθούσε εδώ και κάτι αιώνες να γίνει γιατρός. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Αίγιο, γεγονός που δικαιολογεί και τους μετέπειτα σεισμούς. Πάντα διακρινόταν για τα φιλοζωικά της αισθήματα και όπως μου εξομολογήθηκε τότε, για τρία χρόνια περίμενε τη στείρα γάτα της να γεννήσει. Την άφησα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη…Ακριβώς, επειδή την άφησα.

Το πρώτο Σαββατοκυρίακο του Σεπτέμβρη βρέθηκα στη Βενετία, στην ίδια πολυαγαπημένη πανσιόν, που δέκα χρόνια πριν είχε φιλοξενήσει τον έρωτα, και τη μοναξιά μας. Είχα φτάσει πρώτος. Πήρα ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, ανέβηκα πάνω και την περίμενα. “ Όπου να’ ναι θα’ ρθει ”, καθησύχαζα τον εαυτό μου, καθώς η αγωνία μου σιγόκαιε τα σωθικά.
Σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Φωτεινή τρόμαξα να την αναγνωρίσω. Είχε γίνει λεπτή σα βέργα, τα μάτια είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το πρόσωπό της μου φάνηκε χλωμό, εγκαταλειμμένο από ζωή, τα τόσο πλούσια άλλοτε μακριά της μαλλιά ήτανε τώρα άτσαλα κομμένα στο ύψος του ώμου. Όχι, αυτή δεν ήταν η Φωτεινή που ήξερα. Όχι η Φωτεινή μου. Ήταν η σκιά του παλιού καλού της εαυτού, εκείνου που αγάπησα, μα σκότωσε ο χρόνος.
Προτού προλάβω καλά καλά να συνέλθω απ’ την έκπληξη, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να κλαίει. Όλο της το είναι φαίνονταν να υποφέρει, συνταραζόταν απ’ τους λυγμούς, κι εγώ, σα σιωπηλός παρηγορητής την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, την κουνούσα πέρα δώθε σα με πατρική στοργή, ένιωθα, ζούσα τον πόνο της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον απαλύνω. “ Θεέ μου, πόσο πολύ θα έχει υποφέρει τα δέκα αυτά χρόνια! ”, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα απ’ τα μάτια μου. Κάτι σαν παρηγοριά για τον παρηγορητή.
Σαν πέρασε το πρώτο ξέσπασμα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, μ’ ένα τόσο πονεμένο βλέμμα, που ένιωσα την καρδιά μου μεμιάς να ραγίζει. “ Τι… ”, δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Το ικετευτικό της βλέμμα μου επέβαλε τη σιωπή.
Με τα τρεμάμενα λεπτά της δάκτυλα, άρχισε να ψαχουλεύει, να εξερευνά το πρόσωπό μου, σα να έψαχνε σ’ αυτό τα σημάδια του χρόνου. Πόσο αγαπούσα τότε, κάποτε, εκείνο το κορίτσι! Πόσο αγαπούσα τώρα αυτή τη γυναίκα! Έσφιξε το πρόσωπό μου στα αδύναμα χέρια της, το τράβηξε κοντά στο δικό της. Άρχισε να με φιλά με τόσο πολύ πάθος, με τόση δίψα. Έκπεμπε κάποιου είδους ενέργεια, ενέργεια που φαίνονταν να είχε καταπιέσει μέσα της τα τελευταία δέκα χρόνια. Ναι, αυτή ήταν η Φωτεινή μου, το αγρίμι μου, της ψυχής μου το άλλο μισό, το εγώ μου. Με φιλούσε και δάκρυζε, αυτή τη φορά - μου φάνηκε - από ευτυχία.
Αργότερα, σα βγήκαμε για να περπατήσουμε και πάλι στα γνωστά της αγάπης δρομάκια, να σεριανίσουμε με γόνδολα μες απ’ τα φημισμένα κανάλια, να γελάσουμε κάτω απ’ τη Γέφυρα των Στεναγμών, να δειπνήσουμε στο φως των κεριών με μουσική και κρασί… Τότε, γίναμε και πάλι παιδιά. Εκείνες τις ώρες έπαψα να είμαι ένα από τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας, κι εκείνη δεν ήτανε πια μια δυστυχισμένη γραμματέας - νοικοκυρά. Ήμασταν και πάλι εκείνα τα ανώριμα, αθώα παιδιά, που είκοσι χρόνια πριν έδιναν την πιο τρελή υπόσχεση.
Τελικά, η αγάπη ίσως να μην πεθαίνει ποτέ. Η αληθινή αγάπη.
Τις δυο εκείνες μέρες, μου ’πε τα πάντα για τη ζωή της, για τη δυστυχία της. Σα βρισκόταν στο σπίτι με τον άντρα της ένιωθε φυλακισμένη, καταπιεσμένη. Δεν τον αγαπούσε, δεν ήθελε να μένει μαζί του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν τη ρώτησα ποτέ “ γιατί; ”. Κάπνιζε πολύ. Έπινε ακόμη περισσότερο. Δεν είχε πια το θάρρος να αντιμετωπίσει τη ζωή. Όλα της τα όνειρα είχαν μείνει όνειρα. Πως μπόρεσε να ανταλλάξει τα όνειρα με τη ζωή;
Προσπαθούσα να την παρηγορήσω, να της δώσω κουράγιο, να της ζωντανέψω τα όνειρα και τις ελπίδες της, ξεχνώντας πως οι μάταιες ελπίδες γεννάνε μονάχα περισσότερο πόνο. Λόγια… Λόγια που λέγονται, μόνο και μόνο για να το σκάσουν ευθύς απ’ το παράθυρο, μαζί με τον αγέρα.
Με άκουγε μονάχα. Εκείνη δε μιλούσε. Μόνο σα σώπαινα μου ’λεγε, πως την ενδιέφερε μονάχα εκείνη η μία και μοναδική στιγμή που ’ταν μαζί μου, ευτυχισμένη. Για μια φορά στα δέκα χρόνια, αληθινά ευτυχισμένη. Τα μάτια της μου ’λεγαν πως ήταν η αλήθεια, κι εγώ τα ’βαζα κρυφά, μέσα μου, με τον εαυτό μου: “ Γιατί εγώ να κάνω ό,τι θέλω στη ζωή κι αυτή να είναι δυστυχισμένη; Τι έχει κάνει για να της αξίζει μια τέτοια τύχη; Και τι έχω κάνει εγώ, για να μου αξίζει μια τόσο καλύτερη; ”.
Δεν της μίλησα γι’ αυτά που σκεφτόμουνα. Το μόνο που θα της πρόσφερα ήταν μια σταγόνα ακόμη πόνο, κι είχε ήδη πονέσει αρκετά, η ψυχή της είχε ματώσει. Απολαύσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε την ευτυχία που βρισκόταν εκεί και μας προσφερόταν απλόχερα. Αδράξαμε το χρόνο και δεν αφήσαμε στιγμή να πάει χαμένη. Λες και η κάθε στιγμή που περνούσε θα ’ταν η τελευταία. Ανανεώσαμε τον έρωτα και την υπόσχεσή μας, κόντρα στο χρόνο, κόντρα στις περιστάσεις και την επερχόμενη φθορά.
Της πρότεινα να ταξιδέψουμε για λίγο μαζί στην Ελλάδα, αλλά αρνήθηκε. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τη συνόδευσα και πάλι, όπως δέκα χρόνια πριν, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία. Για μια ακόμη φορά σ’ όλη τη διαδρομή, παραμείναμε σιωπηλοί. Ανταλλάξαμε της αγάπης τις τελευταίες ματιές, του έρωτα το στερνό παθιασμένο φιλί. Την είδα να μου κουνάει το χέρι με θλίψη σε αποχαιρετισμό, καθώς το τρένο ξεμάκραινε με το είδωλό της. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Τα χρόνια πέρασαν, και στα σαράντα κάτι μου, με βρήκε μια μικρή κληρονομιά, που αν τη διαχειριζόμουνα σωστά θα μου επέτρεπε να αφυπηρετήσω δια παντώς. Να κάτσω δηλαδή στα βραστά μου και να ζω από τους τόκους. “ Θα περάσω όλα τα χρόνια που μου απομένουν, παρέα με το κρασί, θυμούμενος τις παλιές μου δόξες ”, σκεφτόμουνα, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Δεν ήξερα τότε πως η Φωτεινή, η Φωτεινή μου, η μόνη γυναίκα που αγάπησα στ’ αλήθεια στη ζωή μου όλη, είχε πεθάνει από καρκίνο. Έτσι ήμουνα για μια ακόμη φορά συνεπής, στο βενετσιάνικο ραντεβού μας. Στο καφέ Φλοριάν θα γινόταν αυτή τη φορά η συνάντηση. Μόνο, που το βρήκα έρημο, κλειστό. Καθόμουνα στα σκαλοπάτια, χαζεύοντας τους τουρίστες, όταν είδα μια νεαρή πανέμορφη γυναίκα να με πλησιάζει. “Ο κ. Γιώργος; ”, ρώτησε. “ Ναι ”, της αποκρίθηκα, ξαφνιασμένος. Τότε, μου’ δωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα. Ήταν ένα γράμμα από τη Φωτεινή μου. Το είχε γράψει λίγες μέρες προτού ξεψυχίσει. Έλεγε, πως… μπροστά μου στεκόταν, η 19χρονη κόρη μας.
Ο έρωτάς μας είχε αφήσει πίσω το σημάδι του...
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ...

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Η θυσία

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα. Δίχως αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουνα σκέφτεται, καθώς βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα γαλήνιο την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω από τα πόδια του, καθώς θαυμάζει το ξεβαμμένο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια είναι η ζωή του, ή μάλλον ήταν, αφού ετούτο δα θα είναι το στερνό του.
Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν τα μάτια στον κόσμο τον απτό, του θυμίζουν χαμόγελα παλιά και εμπειρίες μοναδικές. Όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά απλά όμορφη. Πολλά έζησε, πολλά έκανε, σε πολλά μέρη πήγε. Κάποτε γνώρισε κι εκείνο το μεγάλο έρωτα, τον ονειρικό, που όμως δεν κράτησε για πολύ. Ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε στο διάβα του, παίρνοντας εκείνη στον άλλον κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα.
Ωστόσο, επιβίωσε. Και συνέχισε να ζει όπως-όπως, λίγο λειψά, λίγο θλιμμένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σαν δώρο θεού έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Όνομα μαγικό, σαν και την ίδια. Αυτή τον έφερε πίσω στο φως με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή.
Από την ημέρα που γεννήθηκε της δόθηκε, της αφοσιώθηκε με την ψυχή του όλη. Λες και στο λευκό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα δάκρυά της αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε.
Και τα χρόνια πέρασαν. Κι η μικρή άρχισε να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, να ψευτοχορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο. Μα για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα ήταν η αγαπημένη του. Και ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, κάποια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη, μέσα στο παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να πει το όνομά του: Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι στη δίνη της αρρώστιας.
Τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δεν θα την αφήσει να της περάσει αυτή τη φορά, θα επιβάλει το δικό του νόμο, το δίκαιο. Εσύ έζησες πολλά, Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του κι ας μην το πολυπιστεύει αυτό. Εσύ έζησες πολλά, τώρα είναι η σειρά της.
Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του, την κοιτάει για ώρα πολλή, επίμονα, με βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στον άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, συνένοχος στη θλίψη του. Θα μπορούσε, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι -ένα όμορφο ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί του- και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Χαϊδεύει το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, το φιλά στο μέτωπο από χαρτί απαλά, αναπνέει πάνω σ’ αυτό την τρυφερότητά του, το αποχαιρετά: αντίο, Μαγιούλα μου, και σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, βάζει εκείνο το πλάνο από μια αλλοτινή, χαρούμενη ζωή, και σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά με θαυμασμό.
Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και παίρνει να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Σε μια στροφή χάνει, ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, τον έλεγχό της, χτυπάει με βία σ’ ένα κιγκλίδωμα κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να διακρίνεται ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του και αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά - εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει!
Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του απ’ την ασφάλεια ζωής θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στον εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που της χρειάζεται. Αρκετά για να αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, έκανε το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό; Η θυσία του δεν θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Χαμόγελο

Μια και δεν μπορώ να γράψω τίποτα καινούριο σας δίνω μια νέα, κάπως εμπλουτισμένη έκδοση, μιας εγκληματικής ιστορίας που πρωτοδημοσιεύθηκε -αν θυμάμαι καλά- στο περιοδικό "να ένα μήλο"

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.
Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.
Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της τής ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.
Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω..., επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς; Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε εκείνη πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.
Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα, σκεφτόταν, Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...
Και όντως δεν ήταν, αφού παρόλη τη φαινομενική τους ευτυχία, τα πράγματα δεν ήταν στ’ αλήθεια ρόδινα στη σχέση τους. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί όσο θα ήθελαν, να μοιράζονται όσο συχνά ποθούσαν τις στιγμές μαγείας που τους αναλογούσαν, αφού οι γονείς της Στέλλας παρακολουθούσαν με άγρυπνο μάτι την κάθε της κίνηση. Ελάχιστες φορές την άφηναν να ξενυχτήσει, κι εκείνες με το μάτι στο ρολόι. Έτσι, οι στιγμές της ευδαιμονίας της, της ευδαιμονίας τους, ήταν ελάχιστες, λειψές, σχεδόν κλεμμένες. Ζούσαν τον πόθο, το πάθος, τον πόνο του έρωτα, αλλά ουσιαστικά δεν ζούσαν! Κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Φύγε απ’ το σπίτι σου, να ζήσουμε μαζί, της πρότεινε ο Χρήστος, αλλά εκείνη αρνήθηκε, κατηγορηματικά. Φοβόταν τους γονιούς της. Φοβόταν ν’ αφήσει τη φυλακή της! Όχι, δεν πρέπει να γίνει έτσι. Όχι έτσι... επέμενε ξανά και ξανά. Και πώς πρέπει να γίνει; Τη ζωή αν δεν τη ζεις, απλά φεύγει και χάνεται – κι αυτό κι οι δυο τους το γνώριζαν πολύ καλά.
Ο χρόνος θα έδινε -όπως πάντα- τη λύση, καθώς όσο περνούσε τόσο φούντωνε ο έρωτάς τους, τόσο πυρακτώνονταν τα κορμιά απ’ τον πόθο. Δεν μπορούσαν πια να ζούνε χώρια, να μη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, δεν άντεχε ο ένας την απουσία του άλλου. Τότε, ακριβώς τότε, ήταν που του πρότεινε η Στέλλα να επισημοποιήσουνε τη σχέση τους. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ’ναι για πάντα μαζί. Κι εκείνος, ο δηλωμένος εργένης, ο φανατικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, απλά δέχτηκε την πρότασή της. Κι ας το μέσα του κραύγαζε Όχι. Κι ας το ένστικτό του τον προειδοποιούσε. Ο έρωτας του είχε κλείσει τα μάτια. Ακόμη και τη φίλη του, την καλύτερή του φίλη, δε θέλησε να την ακούσει όταν του είπε ότι η Στέλλα στο πρόσωπό του δε συνάντησε τον έρωτα, αλλά ένα σωσίβιο, ένα κλειδί που θα άνοιγε τις πόρτες του χρυσού της κλουβιού. Αλλά ούτε και τον Κώστα, τον παιδικό του φίλο δεν τον αφουγκράστηκε, κι ας πέρασαν μαζί τόσα πολλά. Ο Κώστας δεν τη συμπαθούσε καθόλου τη Στέλλα, αφού πίστευε πως είχε άσχημη επίδραση πάνω του, πως τον χαλούσε, τον μετάλλαζε σε κάποιον άλλο. Το πάθος σου θα γίνει το μεγάλο λάθος σου! του έλεγε πικρά χαμογελώντας.
Παρόλες, λοιπόν, τις αντιδράσεις των φίλων, παρόλες τις προειδοποιήσεις του είναι του, σύντομα βρέθηκαν αρραβωνιασμένοι και σιγά σιγά τα πράγματα πήραν να αλλάζουν. Απέκτησαν μια ελευθερία κουτσή, μισή, που δε στηριζόταν σχεδόν καθόλου στα δικά τους πόδια, παρά σ’ εκείνα των γονιών της. Εξάλλου, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ζούσαν τότε. Ο Χρήστος ήταν αποφασισμένος να κάνει το καθετί, να υπομείνει το καθετί για κείνη, να δουλέψει σκληρά για να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της, για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το κάθε της όνειρο πραγματικότητα.
Κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο δικό τους σπίτι. Και τότε ήρθε η σκληρή πραγματικότητα να τους χτυπήσει, ή μάλλον να χτυπήσει εκείνου, την πόρτα. Από την πρώτη κιόλας εκείνη ημέρα, αργά αλλά σταθερά, η Στέλλα άρχισε ν’ αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Δεν ήθελε πια να είναι εκείνο το κορίτσι που αγάπησε ο Χρήστος, ήθελε να είναι κάποια άλλη – μια καθώς πρέπει γυναίκα, που θα ζει μια καθώς πρέπει ζωή, κάνοντας καθώς πρέπει πράγματα. Στις αρχές εκείνος σκέφτηκε πως ήταν μια κρίση και θα της περνούσε, αλλά δεν.
Την είδε να πετάει τα σκισμένα τζιν και τα μακό μπλουζάκια και να τ’ αντικαθιστά με καθώς πρέπει μπλουζόφουστες, να παρατάει τη ροκ μουσική και να το ρίχνει στα λαϊκά, να θέλει να αλλάξει παρέες, να μισά πια τα ξενύχτια, και σαν επιστέγασμα όλων αυτών να ξεχνά όλα της τα όνειρα για μακρινά ταξίδια σε απέραντους ουρανούς και γαλάζιες θάλασσες.
Ο Χρήστος δεν μπορούσε, δεν ήθελε να πιστέψει αυτά που συνέβαιναν. Την αγαπούσε, αλλά τον έκανε και πονούσε. Ωστόσο, ήταν η ψυχούλα του, της καρδιάς του το άλλο μισό, ήταν σίγουρος πως δε θα τον απογοήτευε. Όλα θα άλλαζαν και πάλι, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αλλά, δεν άλλαξαν, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, αφού σύντομα η ζωή τους κατάντησε μια απ’ τα ίδια. Μια συνεχόμενη επανάληψη, διακοπτόμενη από μερικές μονάχα εκλάμψεις, όπως κάποιες εκδρομές στα βουνά και σε παραθαλάσσιες πόλεις. Της άρεσε, λέει, να ταξιδεύει με τ’ αυτοκίνητο, της άρεσε η ταχύτητα, της άρεσε η αίσθηση του κινδύνου όταν οδηγούσε με τέρμα τα γκάζια. Πάλι καλά που σ’ αρέσει και κάτι, μονολογούσε από μέσα του ο Χρήστος, που άλλοτε ήταν ένα γελαστό παιδί, που κανείς δεν μπορούσε να το κάνει να εκνευριστεί, αλλά που τώρα όλο και πιο σπάνια χαμογελούσε, καθώς του φτώχαινε η ζωή. Δεν είναι αυτά που ήθελα. Δεν είναι αυτά που ονειρευόμουνα! μάλωνε συχνά πυκνά τον εαυτό του, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να κάνει και κάτι για ν’ αλλάξει την κατάσταση. Ένιωθε παγιδευμένος σε μια φάκα που είχε ο ίδιος περίτεχνα στήσει.
Ο χρόνος περνούσε αμείλικτος απομακρύνοντας όλο και περισσότερο τον ένα απ’ τον άλλο. Ο άλλοτε μεγάλος τους έρωτας, ο γάμος τους, είχε καταντήσει μια απλή συμβίωση. Σύντομες συναντήσεις στο τραπέζι το μεσημέρι, ελάχιστα περάσματα από κάποιες παραλίες, κάποιες σπάνιες νυχτερινές έξοδοι. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια για τα καλά απ’ το πρόσωπο κι απ’ τη ζωή του Χρήστου. Μόνο όταν έπινε, κι έπινε όλο και πιο πολύ, χαμογελούσε, αλλά κι εκείνα το χαμόγελα ήταν πικρά, για τη ζήση που τον προσπερνούσε σφυρίζοντας αδιάφορα, για τα όνειρα που σβήνονταν από το χάρτη της.
Όλα έμοιαζαν να καταρρέουν, να καταρρέουν οριστικά, να γκρεμίζονται με πάταγο μες στην ψυχή του, όταν η Στέλλα έμεινε έγκυος. Εκείνος ήταν σίγουρος πως κι αυτήν ακόμη την εγκυμοσύνη την είχε προγραμματίσει. Είχε καταλάβει προφανώς ότι εκείνος θα έφευγε και μάλλον δεν ήθελε να χάσει την ασφάλειά της, αφού στο τέλος-τέλος μόνο αυτή μετρούσε για κείνη.
Και γεννήθηκε η Σόνια. Και το χαμόγελο άνθισε και πάλι στο σπιτικό τους, αλλά όχι για πολύ, αφού η κυρά είχε άλλα σχέδια. Έτσι, με το που γέννησε και φρόντισε για λίγο το κοριτσάκι, θεώρησε ότι είχε κάνει το καθήκον της και προσέλαβε μια αλλοδαπή οικιακή βιηθό για να το προσέχει. Δεν ήθελε να χάσει καθόλου χρόνο στον μακρύ κι επίμονό της αγώνα για μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Δούλευε, τότε, σε μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία όπου, ως συνήθως, ο ένας προσπαθούσε -με τρόπους καλούς κι ευγένεια περισσή- να βγάλει το μάτι του άλλου, κι αυτή δε θα τους έκανε το χατίρι. Γι’ αυτό και η Σόνια πέρασε κατ’ ευθείαν από το κορμί της Στέλλας στο περιθώριο της ζωής της.
Αντίθετα μ’ εκείνη, ο Χρήστος αγάπησε με πάθος την κόρη του, αφού αυτή με τη γέννησή της ξύπνησε και πάλι μέσα του την ελπίδα, την προσμονή για μια καλύτερη μέρα. Ωστόσο, όσο μεγάλωνε η αγάπη του για το κορίτσι, τόσο θέριευε το μίσος του για τη μητέρα του. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά! μονολογούσε, κι όταν συναντούσε τον φίλο του τον Κώστα επέμενε: Θα τη σκοτώσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα τη σκοτώσω! Κι εκείνος τον άκουγε σιωπηλός. Τι να του πει άλλωστε; Τον είχε προειδοποιήσει χρόνια πριν. Αλλά, η αλήθεια είναι πως φοβόταν. Φοβόταν πως ο φίλος του θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Το διάβαζε στο βλέμμα του. Τα μάτια του έσταζαν μίσος και τρέλα. Θα την σκότωνε. Και μετά τι; Τι θα γινόταν η Σόνια; Πώς θα άντεχε εκείνος ακόμη να ζει;
Μαύρο, άσπρο και πάλι μαύρο πήγαινε η ζωή του Χρήστου, μέχρι που ένα καλοκαίρι, τρία χρόνια μετά, η Στέλλα του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν για διακοπές σε κάποιο ορεινό θέρετρο, που ήταν απ’ ό,τι φαίνεται πολύ της μόδας, αφού όλο γι’ αυτό της μιλούσαν οι συνάδελφοί της, κι εκεί θα πηγαίναν όλοι. Δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, όπου και να πήγαιναν για κείνον ήταν το ίδιο. Φτάνει που θα είχε μαζί τη μικρή, την κορούλα του.
Έτσι κι έγινε, λοιπόν. Πήγαν στο περιβόητο θέρετρο. Και κάθε πρωί, ενώ εκείνη ακόμη κοιμόταν, αυτός έπαιρνε το κορίτσι και πήγαιναν για μακρινές βόλτες στο δάσος ή στα γύρω μικρά βουνοχωριά, που ήταν στ’ αλήθεια όμορφα, σαν παραμύθι. Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, πατέρας και κόρη απέκτησαν φίλους στη γύρω περιοχή. Όλοι θαύμαζαν τη χαριτωμένη ομορφιά της μικρής, αλλά χαίρονταν και την καλή καρδιά και τους ανυπόκριτους τρόπους του πατέρα. Όσο για τη Στέλλα, εκείνη ήταν στον κόσμο της. Κοιμόταν σχεδόν μέχρι το μεσημέρι, μετά τιμούσε την οικογένεια με την παρουσία της στο γεύμα σε κάποια καλή ταβέρνα, το απόγευμα μια βόλτα ή τηλεόραση και τη νύχτα, αναγκαστική έξοδος, για να δούνε οι συνάδελφοι ότι ναι, βγαίνει.
Ο Χρήστος δεν την ακολουθούσε στις νυχτερινές της εξόδους, αφού προτιμούσε να ξοδεύει τα βράδια του με τη μικρή, μιλώντας της, διαβάζοντάς της παραμύθια, τραγουδώντας της μέχρι να κοιμηθεί. Αν ήθελε μπορούσε κι εκείνος να βγει, αφού ήταν μαζί τους και η αναγκαία βοηθός, αλλά δεν το έκανε. Δυο-τρεις μόνο φορές εγκατέλειψε το προσκεφάλι της Σόνιας, κι αυτές αφού είχε ήδη παραδοθεί στου ύπνου την αγκάλη, για να βγει με κάποιους απ’ τους νέους του φίλους, για να πάνε σ’ ένα ήσυχο ταβερνάκι και να πιούνε κρασάκι βαρελίσιο, μακριά απ’ τα φώτα και τις φωνές των εκδρομέων.
Δύο βράδια πριν την αναχώρησή τους η Στέλλα του είπε ότι την επόμενη μέρα θα ήθελε να σκαρφαλώσουν ένα μονοπάτι ψηλά στα βουνά, για να πάνε να δούνε τον πανέμορφο καταρράκτη που υπήρχε εκεί, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους της. Ο Χρήστος δεν είπε όχι. Δεν είχε λόγο να το κάνει άλλωστε, αφού οι περίπατοι στη φύση ήταν πάντοτε μια από τις πλέον αγαπημένες του ασχολίες. Όταν ξημέρωσε το άλλο πρωί, ωστόσο, λίγο έλειψε να τη χτυπήσει απ’ τα νεύρα του, καθώς την είδε να φοράει τακούνια για ν’ ανέβει στο βουνό. Επειδή θα είμαστε στην ερημιά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε καθώς πρέπει, πήγε να δικαιολογηθεί εκείνη. Έχεις δίκιο! σάρκασ’ αυτός. Μ’ αυτά κι αυτά ξεκίνησαν για το μακρινό τους περίπατο.
Τρεις αμίλητες ώρες κράτησε η διαδρομή αφού η κυρία, λόγω τακουνιού, δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα. Ωστόσο ο Χρήστος δεν γκρίνιαζε. Κάθε άλλο. Κάπου ένιωθε χαρούμενος, καθώς άφηνε το μυαλό του ελεύθερο, γαλήνιο, να ρουφάει εικόνες απ’ το μεγαλείο της φύσης, και με της φαντασίας του τα μάτια έπαιρνε να ταξιδεύει μακριά, στους κόσμους που πάντοτε ονειρευόταν. Όταν έφτασαν σιγά-σιγά στο τέλος της ανηφορικής και κουραστικής εκείνης πορείας αντίκρισαν ένα μαγευτικό θέαμα. Βρίσκονταν πάνω από ένα δίδυμο καταρράκτη που από το ύψος των είκοσι-είκοσι πέντε μέτρων, έριχνε τα νερά του με ορμή σε μια λιμνούλα, όπου θα μπορούσε άνετα να κολυμπήσει κανείς. Καθώς κοιτούσαν σιωπηλοί το μοναδικό εκείνο θέαμα, καθώς τα μάτια του Χρήστου παραδίδονταν ονειροπόλα στα παγωμένα νερά, η Στέλλα γλίστρησε, κι έπεσε στο κενό.
Εκείνος, βλέποντας την πτώση της, έτρεξε αλαφιασμένος προς τα κάτω, προς τη λιμνούλα, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τη βιασύνη του να χάσει το βηματισμό του και να χαθεί. Αλλά, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε. Έφτασε ασφαλής στον προορισμό του κι ανέσυρε αμέσως τη Στέλλα απ’ τα παγωμένα νερά για να εξακριβώσει απλά και μόνο ότι ήταν ήδη νεκρή. Πρέπει να χτύπησε το κεφάλι της στα βράχια, καθώς ένα ρυάκι από αίμα πήρε να της λούζει τα μαλλιά και να της χαρακώνει τα μαγούλα. Ο Χρήστος προσπάθησε να τηλεφωνήσει απ’ το κινητό του για βοήθεια, αλλά δεν υπήρχε σήμα. Έτσι, αφήνοντάς την ξαπλωμένη εκεί, σ’ ένα βράχο, πήρε να σκαρφαλώνει μ’ αργόσυρτα βήματα το μονοπάτι που θα τον έπαιρνε στην κορυφή του καταρράκτη. Σαν έφτασε εκεί, έπιασε σήμα και τηλεφώνησε σ’ ένα από τους φίλους του στο χωριό και του είπε τι είχε συμβεί.
Η βοήθεια έφτασε δυο ώρες μετά. Οι άντρες που έσπευσαν εκεί, τον βρήκαν ένα ψυχικό ράκος, να κλαίει με λυγμούς πάνω απ’ το σώμα της γυναίκας που είχε κάποτε τόσο πολύ αγαπήσει. Τύλιξαν με περισσή προσοχή το άψυχο κορμί σ’ ένα σεντόνι και το μετέφεραν στο χωριό, αλλά όχι στο σπίτι που νοίκιαζαν, καθώς ο Χρήστος δεν ήθελε να δει η Σόνια του, τόσο μικρή, το πρόσωπό του θανάτου. Το πήγαν στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο να το παραλάβει και να ξεμπερδέψουν και με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας. Θα υπήρχαν ανακρίσεις, δε γινόταν διαφορετικά, αν και κανείς δεν είχε την απόλυτη αμφιβολία ότι επρόκειτο για ατύχημα. Αχ, κι αυτή η δόλια τι τόθελε ν’ ανέβει με τα τακούνια στο βουνό; αναρωτιόντουσαν όλοι φωναχτά, για να προσθέσουν από μέσα τους, Τι ψώνιο, θεέ μου!
Με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας, τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων και το αλκοόλ, έτσι κύλησε το υπόλοιπο της ημέρας. Έπινε για να μην καταρρεύσει ο Χρήστος, κι έπινε πολύ, κι ας τόξερε πως το κρασί είναι ο χειρότερος παρηγορητής για τις ώρες της θλίψης. Ήταν πολύ αργά το βράδυ όταν κίνησε, τρεκλίζοντας, για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί κατευθύνθηκε αμέσως προς το δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Κάθισε για ώρα πολλή δίπλα της, παρατηρώντας το αγγελικό της προσωπάκι, χαϊδεύοντας τα τρυφερά της μαγουλάκια, φιλώντας την στα μαλλιά.
Τελικά, πήγε για ύπνο. Προτού, όμως, αφεθεί για τα καλά στην αγκαλιά του Μορφέα είδε, λέει, μια εικόνα να αποκτά ζωή στο μυαλό του, μια εικόνα πρόσφατη: Τη Στέλλα να στέκεται πάνω απ’ τον καταρράκτη, μια στιγμή μόλις πριν την σπρώξει ο ίδιος προς το θάνατό της, προς τη σωτηρία του!
Αν τον παρατηρούσε κανείς εκείνη τη νύχτα καθώς κοιμόταν, θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή είδε να σχηματίζεται στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο.


Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Η Επιθυμία

Εξακολουθώ να μην μπορώ να γράψω τίποτα αυτές τις μέρες, ακόμη και για κείνα που ζω. Αλλά για να μη σας αφήσω παραπονεμένους/νες ορίστε μία ακόμη ιστορία από τη συλλογή Εγκληματικά Ασύστολα, που είχα αναρτήσει για πρώτη φορά πριν καμιά δεκαριά μήνες στα διηγήματά μου. Μιλά για το μέχρι που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η αληθινή αγάπη. Καλή ανάγνωση.

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι της αγαπημένης ήσυχος, σιωπηλός, κι ακούει την ανάσα της καθώς εκείνη κοιμάται. Αργή, σχεδόν άηχη, ξεψυχισμένη, μοιάζει να βγαίνει απ’ το μαραζωμένο της κορμί. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά κι αγιάτρευτα, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, με κάθε αναπνοή, όλο και πιο γρήγορα, με κάθε δικό του δάκρυ, πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με μάτια εύθραυστα, κλαμένα, παρακολουθεί με πόνο ψυχής τη γαληνεμένη της μορφή να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Ποτέ! Δεν περίμενε ότι η γυναίκα του, της ζωής του όλης η γλυκιά σύντροφος, θα πέθαινε πριν από κείνον. Δεν το περίμενε, γι’ αυτό και τώρα νιώθει τόσο χαμένος, τόσο χαμένος στο μέσα του, στις έγνοιες για το άχρωμο αύριο που θα ξημερώσει.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό, ψυχή μου; τη ρωτά σιωπηλά, αλλά εκείνη δε βγαίνει απ’ το ναρκωμένο της λήθαργο για να του απαντήσει. Τι να του πει άλλωστε; Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Ετούτη η μάχη, η στερνή, η πιο δύσκολη είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις της. Όχι πώς δεν πολέμησε. Φυσικά και πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ και για πολλή καιρό με την αρρώστια, όμως το έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του επερχόμενου θανάτου, να τη συνηθίζει, άρχισε να παρακαλεί να ’ρθει ο μαύρος άγγελος μια στιγμή νωρίτερα για να την πάρει στη στοργική του αγκάλη, να τη λυτρώσει απ’ τον καθημερινό πόνο, τα βάσανα του σώματος και της ψυχής της. Ναι, πεθαίνει, αλλά μέσα της είναι καλά. Σε αντίθεση μ’ εκείνον, με τον άντρα της, που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Τον αγαπά τόσο, τον λυπάται τόσο. Θα της λείψει άραγε εκεί που θα πάει; Θα έχει κάποια ανάμνηση από τη ζωή της μαζί του όλα αυτά τα χρόνια, τα τριάντα και βάλε που μοιράστηκαν οι δυο τους; Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση. Μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά...
Κλείνει τα μάτια, τα κλείνει πεισματικά, αλλά δεν κοιμάται ο Παναγιώτης. Δεν κοιμάται, αλλά θυμάται. Φέρνει στο νου του εικόνες από τη μακρινή εκείνη εποχή που ήταν ακόμη νέοι. Θυμάται τα σφριγηλά τους κορμιά να πάλλονται ξανά και ξανά στους βίαια νωχελικούς ρυθμούς του έρωτα. Θυμάται το πρώτο φτωχικό τους σπιτάκι. Τους δύσκολους αγώνες για να τα φέρουν βόλτα. Τη μεγάλη ευλογία: τη γέννηση των παιδιών τους. Το πολύ που έζησαν. Το λίγο και το πολύ που λαχτάρησαν. Όλα! Όλα περνούν μπροστά από τα μέσα του μάτια και στριφογυρίζουν στο μυαλό του σαν πλάνα από μια παλιά σαρακοφαγωμένη ταινία, σαν ένα παιδικό καρουσέλ δίχως χρώματα, αλλά με μουσική υπόκρουση τους ήχους της γλυκερής νοσταλγίας.
Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια και την βλέπει να τον κοιτάει. Να τον κοιτάει ικετευτικά, διαπεραστικά, μ’ ένα ίχνος παράπονου στο βλέμμα. Τα μάτια μοιάζουν να στάζουν μια επιθυμία, μια επιθυμία ανείπωτα οδυνηρή, τη στερνή της, εκείνη που ο ίδιος φοβάται, τρέμει στην ιδέα και μόνο, να πραγματοποιήσει, μα που η ίδια όσο οτιδήποτε στον κόσμο πιότερο λαχταρεί.
Δεν μπορώ, Γιάννα μου. Δεν μπορώ... της λέει με μάτια ρυάκια που ξεχειλίζουν και νοτίζουν μ’ αλμύρα τα σεντόνια και το μαξιλάρι της, απλά δεν μπορώ. Τον κοιτάει με οίκτο τρυφερό, ωστόσο τα σινιάλα των ματιών της ξεχειλίζουν από αποφασιστικότητα, μια αποφασιστικότητα που δεν μπορεί να αγνοήσει. Πρέπει να το κάνεις, μοιάζει τον εκλιπαρεί επιτακτικά, πρέπει να το κάνεις, για μένα!
Τίποτα δεν πρέπει, καλή μου, σκέφτεται, αλλά δεν της το λέει. Δεν τολμά να της το πει. Μεγάλη είναι η χάρη που του ζήτησε, σουβλιά στο στήθος του η τελευταία της επιθυμία. Θα έπρεπε να την παρακούσει. Θα έπρεπε για πρώτη και στερνή φορά να της πει Όχι. Έλα όμως που τη βλέπει τόσο να υποφέρει, που του ραγίζει η καρδιά.
Σηκώνεται απ’ τη σκληρή πλαστική καρέκλα, περπατά πάνω κάτω μέσα στο άχρωμο μικροσκοπικό δωμάτιο του νοσοκομείου, πηγαίνει και κάθεται και πάλι, αυτή τη φορά στο κρεβάτι, στο προσκεφάλι της. Τής χαϊδεύει απαλά τα γκρίζα μαλλιά, που άλλοτε ήταν μαύρα σαν του κορακιού, παρατηρεί το ρυτιδωμένο πρόσωπο, που ώρα την ώρα, όλο και πιο πολύ, παίρνει ν’ αποκτά το χρώμα του θανάτου, κοιτάει βαθιά στο ραγισμένα απέραντο μπλε των ματιών της και για μια ακόμη φορά βουρκώνει.
Δε θέλω να σε χάσω. Είσαι η ζωή μου. Μόνο εσένα έχω, της λέει. Κι εκείνη; Εκείνη που τώρα πια δεν έχει τη δύναμη καν να μιλήσει, κάνει μια απέλπιδα απόπειρα ν’ απλώσει τα χέρια της, να τον αγκαλιάσει. Μα, ούτε κι αυτό, δυστυχώς δεν το μπορεί. Αυτή και μόνο, η τόσο μικρή προσπάθεια την καταβάλλει. Αφήνεται απογοητευμένη, παραιτημένη, να πέσει και πάλι στο λευκό των ξεπλυμένων σεντονιών της και με το βλέμμα τού λέει όλ’ αυτά που θέλει να του πει, τα τελευταία, τα αμίλητά της λόγια. Τον παρακαλεί με όλη την ξεψυχισμένη δύναμή της, του επιβάλλει με σιωπηλή πειθώ την επιθυμία της. Δεν αντέχει πια, δεν μπορεί να φυτοζωεί. Όχι άλλο. Πρέπει να πεθάνει. Τώρα! Πρέπει τα βάσανά της να πάρουν ένα τέλος.
Σκύβει θλιμμένα ο Παναγιώτης. Φιλάει στοργικά το μέτωπο και τα στεγνά της χείλη. Της χτενίζει με τα ροζιασμένα γέρικά του δάχτυλα τα μαλλιά, για να ’ναι όμορφη – όπως ήταν πάντα. Της χαμογελάει με χείλη που ψιθυρίζουν αγάπη και φωνάζουν έρωτα, κι εκείνη αδύναμα του χαμογελάει τη δική της αφοσίωση. Παίρνει στα χέρια του ένα μαξιλάρι. Τα μάτια της ξαφνικά χρωματίζονται με μια απόκοσμη λάμψη. Επιτέλους, σκέφτεται, κι αφήνει ένα αναστεναγμό ανακούφισης να της ξεφύγει απ’ τα στήθια. Επιτέλους! Χαμηλώνει το μαξιλάρι στο πρόσωπό της και πιέζει με δύναμη.


Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Η Καλή Πεθερά

Την πιο κάτω ιστορία την είχα ανεβάσει στο μπλογκ με τα διηγήματά μου, το οποίο έχει βγει στη σύνταξη. Σήμερα είπα να την ανεβάσω κι εδώ ώστε να σας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσετε τον άλλο, τον σκοτεινό μου εαυτό. Καλή ανάγνωση...

Μου τόλεγε η καλή μου η πεθερά, αλλά εγώ ο βλάκας που να την ακούσω. Μην την παντρευτείς, παιδάκι μου, μου έλεγε. Μην την παντρευτείς. Αυτή είναι τρελή και θα σε τρελάνει και σένα. Κανείς δε γλίτωσε ποτέ απ’ τα νύχια της... Στ’ αλήθεια τότε πίστευα πώς με αντιπαθούσε η άγια εκείνη γυναίκα, πώς δεν ήθελε την αφεντιά μου για γαμπρό της και γι’ αυτό μου τα τσαμπουνούσε αυτά, για να ακυρώσει το γάμο μου με την κόρη της. Μα, έπεσα τόσο έξω, απόλυτα. Και τώρα, καθώς φέρνω στο νου μου τα παλιά, σκέφτομαι ξανά και ξανά πόσο στ’ αλήθεια πρέπει να μ’ αγαπούσε η καλή μου -ελαφρύ ας είναι το χώμα που τη σκεπάζει- για να προσπαθήσει να με προστατεύσει απ’ το βλαστάρι της.
Αλλά πλατειάζω. Το θέμα, το μόνο θέμα, είναι ότι είχε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. Η Χριστιάνα ήταν τρελή, για δέσιμο, απλά εγώ ο ηλίθια στραβωμένος απ’ τη γλύκα του έρωτα, δεν είχα μάτια για να το δω. Με είχε αποπλανήσει, απόλυτα. Με είχε κάνει ένα ψυχαναγκαστικό δούλο του σπαρταριστού της κορμιού, ένα πιόνι στα ευχάριστα άνομα παιχνίδια της λαγνείας της, τα οποία εγώ αντιμετώπιζα σαν τις αντανακλάσεις μιας όλο πάθος αγάπης που δεν ήταν εκεί. Όχι, ποτέ της δε μ’ αγάπησε, τώρα το ξέρω, παρ’ όλα όσα ζήσαμε μαζί, παρ’ όλα όσα μοιραστήκαμε, παρά το ότι η μοίρα, η μεγάλη εκείνη μπαγαπόντισσα, μας ευλόγησε με δύο υπέροχα παιδιά.
Ό,τι και να συνέβαινε, ό,τι κι αν έχει συμβεί, η Χριστιάνα ήταν πάντοτε η Χριστιάνα. Και είναι ακόμη. Ακόμη και τώρα που φτάσαμε στο μέχρι εδώ και μη παρέκει. Όλα όσα έγιναν, όλα όσα θα γίνουν, είμαι σίγουρος ότι τα προέβλεψε, πώς αποτελούν μέρος του σατανικού της σχεδίου. Όλα τα προετοίμαζε από καιρό, με κάθε λεπτομέρεια, θέλοντας να μου δώσει ύστερα από τόσους αιώνες μίσους και μίζερης ζωής τη χαριστική βολή, να με τιμωρήσει επειδή δεν ήμουν τελικά αυτός που ήθελε, επειδή δεν έγινα αυτός που υπολόγιζε. Λες και ήταν εκείνη το όνειρο που μου υποσχέθηκε.
Πέρασα δύσκολα χρόνια μαζί της. Πιο δύσκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Οι μοναδικές χαρές που μου χάρισε ήταν οι κορούλες μας, δύο άγγελοι με μια μέγαιρα για μάνα. Είναι και κάποιες στιγμές παθιασμένου έρωτα που αναπολώ με κάποια νοσταλγία. Αλλά, από κει και μετά, τίποτα. Απολύτως τίποτα. Η υπόλοιπη ζωή μου μαζί της ήταν ένα δράμα. Ένα δράμα κακογραμμένο και σ’ επανάληψη.
Με απατούσε. Κατ’ επανάληψη. Τη συγχωρούσα. Κατ’ επανάληψη. Με κτυπούσε και μ’ έβριζε. Κατ’ επανάληψη. Την ηρεμούσα. Κατ’ επανάληψη. Αυτοκτονούσε. Κατ’ επανάληψη. Αποτύγχανε. Κατ’ επανάληψη.
Πάντα έτσι ήταν αυτή, παιδάκι μου, που νάχει την κατάρα μου, μονολογούσε η δόλια η μάνα της. Μας έφερνε τους γκόμενους στο σπίτι απ’ τα δεκατρία της και δε σήκωνε κουβέντα. Και στα δεκαπέντε προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει, το βούρλο, μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Κατέβασε μια φούχτα ασπιρίνες, αλλά δε στάθηκαν αρκετές για να ξεκάνουν ετούτη την του διαόλου κάλτσα. Δεν ξέρω τι να σου πω, παιδάκι μου. Ίσως να ήταν της μοίρας σου γραφτό να δυστυχήσεις...
Ναι, έτσι ήταν. Της μοίρας μου γραφτό! Δέκα ολόκληρα κι οδυνηρά χρόνια ζήσαμε μαζί και στη διάρκειά τους δε θυμάμαι καν πόσες φορές προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει και με πόσους διαφορετικούς τρόπους. Τι χάπια υπνωτικά πήρε, τι βουτιές απ’ το μπαλκόνι έκανε, τι πτώσεις μπροστά από αυτοκίνητα, τι τις φλέβες της έκοψε... Η αλήθεια είναι ότι όντως προσπαθούσε πολύ να κόψει το νήμα της ζωής της, αλλά στο τέλος τέλος πάντα κάτι γινόταν και δεν τα κατάφερνε. Και για να σας πω το κρίμα μου, πρώτη φορά το εξομολογιέμαι αυτό, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πώς ήθελε στ’ αλήθεια να τα καταφέρει. Μάλλον για επίδειξη το έκανε, για να φωνάξει την τρέλα της, για να πει σε όλο τον κόσμο πόσο υπέφερε, πόσο πονεμένη ήταν, για να το παίξει μοιραία γυναίκα. Εντάξει, δεν είμαι κι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ετούτο το ξέρω στα σίγουρα: όταν κάποιος θέλει ν’ αυτοκτονήσει, απλά το κάνει. Έτσι δεν είναι;
Όπως και νάχει, έκανα υπομονή, για χάρη των παιδιών μας. Άντεχα την τρέλα της. Προσπαθούσα, όπως μπορούσα, με τα λειψά μου μέσα, να τη βοηθήσω, να την κάνω να έρθει στα συγκαλά της. Μα, που τέτοια τύχη. Δεν έπαιρνε από λόγια και παροτρύνσεις αυτή. Άσ’ την τρελή στην τρέλα της! με συμβούλευε η καλή μου η πεθερά, αλλά δεν την άκουγα. Την αγαπούσα ακόμη τη σιχαμένη. Όσα κι αν μου έκανε, όσα και αν υπέφερα εξ’ αιτίας της, και ήταν πολλά, ακόμη την αγαπούσα. Που θα πάει, θα της περάσει, σκεφτόμουνα, ηθελημένα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Ωστόσο, δεν της πέρασε. Κι έτσι -κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε η ίδια- πέτυχε το στόχο της. Έκανε το κόλπο γκρόσο της, μου κατάφερε το τελειωτικό κτύπημα.
Ήταν γύρω στις έντεκα χθες το βράδυ όταν καθόμουνα στο σαλόνι με μια μπύρα συντροφιά και παρακολουθούσα με αγωνία τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το παιχνίδι ήταν συναρπαστικό, αλλά στα ίσα του, στο μηδέν-μηδέν, μέχρι το τελευταίο σχεδόν λεπτό, όταν η ομάδα μου κέρδισε πέναλτι. Πάνω που ο παικταράς μου ήταν έτοιμος να το εκτελέσει, κόπηκε το ρεύμα. Ε, όπως ορθώς μαντέψατε, διαολίστηκα. Άρχισα να βρίζω τη ΔΕΗ, θεούς και δαιμόνους, την κυβέρνηση, τη μαύρη μου την τύχη, και τα λοιπά τραγικά, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι τα διπλανά διαμερίσματα είχαν φως και μόνο το δικό μας ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Πηγαίνω, λοιπόν, να ελέγξω μήπως έπεσε το αυτόματο και τι βλέπω λέτε; Τη Χριστιάνα ξαπλωμένη στο πάτωμα μ’ ένα κατσαβίδι στο χέρι, μπροστά από μια μαυρισμένη πρίζα. Προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει με ηλεκτροπληξία το βλαμμένο, αλλά για μία ακόμη φορά δεν τα κατάφερε. Ε, κι εγώ άνθρωπος είμαι, ηλίθιος αλλά άνθρωπος, τι κάνω, πήρα ανάποδες. Νιώθοντας να ξεχειλίζει από μέσα μου η οργή όλων αυτών των χρόνων, τη βούτηξα βίαια από χάμω κι άρχισα να την χτυπώ με δύναμη στον τοίχο. Μετά την έριξα και πάλι στο πάτωμα και την στραγγάλισα. Την σκότωσα για να ησυχάσω επιτέλους απ’ αυτήν, για να νιώσω κι εγώ ο δόλιος μιαν ώρα χαράς, για να λυτρωθώ απ’ την κατάρα της ύπαρξής της που με κατέτρεχε. Τι άλλο να έκανα, κυρ αστυνόμε; Τι άλλο; Τόσα χρόνια την ανέχτηκα, τόσα χρόνια υπέφερα για κείνη, τόσα παραστρατήματα της συγχώρεσα, ακόμη και τη ζωή μου της χάρισα, αλλά να χάσω τον τελικό; Να χάσω τον τελικό εξ’ αιτίας της; Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Πάρτε με, κυρ αστυνόμε! Βάλτε με στη φυλακή. Χειρότερη απ’ τη ζωή μου μαζί της αποκλείεται να είναι. Και αυτό που θα σας πω, γράψτε το στα κιτάπια: δεν μετανιώνω γι’ αυτό που έκανα. Καθόλου δε μετανιώνω. Τουλάχιστον δε θα μεγαλώσουν τα αγγελούδια, τα κοριτσάκια μου, έχοντας σαν ζωντανό παράδειγμα εκείνη τη μουρλή. Το ξέρω, βαρύ είναι το τίμημα, μα εδώ που μ’ έχει φέρει εκείνη η συφοριασμένη, είμαι περισσότερος από πρόθυμος να το πληρώσω.
Αχ, γιατί να μη σε άκουγα τότε, καλή μου πεθερούλα, γιατί να μη σε πίστευα!


Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Με πονάει ρε μαμά...

Ένα συγκλονιστικό κείμενο:

Μαμά , θέλω να σου μιλήσω απόψε ... Θέλω , να σου πω ό,τι απλά δεν μπορώ γιατί φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις ... Όπως , τότε στην Δ΄ δημοτικού ... Θυμάσαι ; Είμαι , σίγουρη πως όχι . Όμως , εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , αυτή η νύχτα θα μείνει καρφωμένη στον τοίχο του μυαλού μου για πάντα με το πιο έντονο χρώμα να μου θυμίζει ό,τι δεν θέλω να θυμάμαι μαμά ... Γιατί , θυμάμαι . Θυμάμαι , τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου στο σαλόνι να παρακολουθούν τηλεόραση κι εσένα στο δωμάτιό σου , καθιστή στην παλιά , ξύλινη καρέκλα της ραπτομηχανής ... Θυμάμαι και ΄μένα ... Με θυμάμαι , καθιστή στο κρεββάτι να σε κοιτώ και να θέλω να σου μιλήσω για ό,τι τότε φοβόμουν ... Τον θάνατο .

Η συνέχεια εδώ...

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Γαλανή και Λεύκιος

Ναι, ναι, και τούτο το παλιό μου "παραμύθι" πρέπει κάποια μέρα να ξαναγράψω...

«Άγγελος γιά ξωτικό, βλοημένο απ’ το Θεό ή το διάολο είν’ τούτο το κορίτσι;». Τούτο ρωτούσαν φωναχτά, μα απάντηση δεν παίρναν, γυναίκες κι άντρες, χωριανοί κι αλλομερήτες.
Τέτοιο μωρό, σα ζωγραφιά, δεν είχαν ξαναδεί ποτές τους. «Διαόλου έργο είν’ το παιδί», έλεε ο παπάς και προσεύχονταν σε Χριστοπαναγίες για να γλιτώσει το χωριό απ’ το κακό που παραμονεύει. Αλλά, κανείς δεν άκουε τον παπά κι όλοι τρέχαν μια και δυο να δούνε το παιδάκι. Ένα ξανθό μωρό και γελαστό, που δεν το άκουσαν ποτές να κλαίει.
Πέρφανη μάνα η Ειρηνιώ υποδέχονταν τους ξένους μ’ ένα χαμόγελο ζεστό και με αγάπη. «Ω, τι παιδάκι είν’ αυτό;», «Τύχη μεγάλη Ειρηνιώ», «Αγαπημένη των θεών», τέτοια της λέγαν όλοι. Κι η μάνα έχοντας με το παιδί κι εκείνη ξαναγεννηθεί, γλυκά ευχαριστούσε. Αλλά, ο κύρης του, ο Μιχαλιός, άντρας γερός, βαρύς κι ασήκωτος, καθότανε πίσω απ’ το σπίτι σκεφτικός και μονολοούσε: «Ευλογία γιά κατάρα είν’ το μωρό; Πως βγήκε έτσι τρυφερό; Σαν αμαρτία!»
Σαν κλείσαν οι μήνες οι εννιά πήγαν να το βαφτίσουν. Ο παπάς με το στανιό ήθελε να το βαφτίσει Βαγγελιώ ή Μαριγώ, να τιμηθεί η Παναγία. Άλλη σκέψη είχ’ όμως η Ειρηνιώ και είπε πως το μωρό θα το ’νομάσουν Γαλανή, σαν και το χρώμα των ματιών της. Ταράχτηκαν οι χωριανοί και κοίταξαν το Μιχαλιό να δούνε τι θα ειπεί. «Δουλειά με τ’ όνομα δεν έχω εγώ. Ό,τι η γυναίκα πει, αυτό θα γίνει».
Έτσι, το βαφτίσαν Γαλανή, μα άλλοι το φωνάζαν Γαλανιώ κι άλλοι Γαληνιώ, καταπώς στο χωριό το συνηθίζαν. Όλοι αγαπούσαν το μωρό, που μεγαλώνοντας όλο και πιότερη ομορφάδα αποχτούσε. Έφτασε ως και δυο χρονών και δεν είχε δακρύσει. Τα πρώτα λογάκια σαν νερό γλυκό έρεαν απ’ τα χείλη.

Δεν είναι αυτή η ζωή μου. Δεν ανήκω εδώ. Σαν παραπεταμένος νιώθω. Σαν ένα της τύχης κλοτσοσκούφι. Είναι η μοναξιά που με σκοτώνει, είναι αυτή που μου παίρνει τις πνοές, αλλά ξέρω ότι αυτή είναι που θα μου τις φέρει κιόλας πίσω. Γεννήθηκα σε λάθος τόπο ή σε λάθος εποχή; Γιατί πιστεύω ότι όλα είναι μάταια; Τι είναι εκείνο μέσα μου που με σπρώχνει όλο και πιο συχνά, όλο και πιο μακριά απ’ τον κόσμο; «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, μονάχα ψάρι είσαι» μου είπε τις προάλλες ο γέρο Φώτης. Τι να ξέρει αυτός; Η αλήθεια είναι ότι μόνο στη θάλασσα και στις σπηλιές που εξερευνώ νιώθω ζωντανός. Εκεί βρίσκεται η ουσία μου. Αλλά, ποια ουσία είν’ αυτή; Και θα μπορέσει τάχα να με βγάλει απ’ το λαβύρινθο της μοναξιάς όπου χρόνια τώρα τριγυρίζω;
Πολλά τα ρωτήματα, λίγες οι απαντήσεις. Δε νομίζω να τις μάθω απ’ τους ανθρώπους. Πιο πιθανόν είναι να τις βρω ψάχνοντας στ’ αστέρια, ή ίσως να μου τις ψιθυρίσει μια βραδιά στα ανοικτά κάποια σειρήνα, ή - ποιος ξέρει; - ίσως και να τις δω στις ζωγραφιές κάποιας σπηλιάς προτού χαράξει.
Μα, ας αφήσω πια τις σκέψεις. Ας πάω να βρω το Φώτη να πιούμε κάνα τσίπουρο, να μου διηγηθεί καμιά ιστορία.

Ο καιρός περνούσε σα νερό, απαλά αφήνοντας πίσω του σημάδια. Η Γαλανή μεγάλωνε σαν η πριγκηπέσα του χωριού, κι ολονών δεχότανε τα χάδια. Και των ματιών της το χρώμα γίνονταν όλο και πιο γαλανό, «σαν του διαόλου» επέμενε ο παπάς, μα όλοι τον αγνοούσαν. Σαν πήγε πια και στο σκολειό ο κόσμος όλος φαίνονταν γύρω της να γυρίζει. Αγόρια, κορίτσια, δάσκαλοι, όλοι την αγαπούσαν. Πρώτη στα μαθήματα, πρώτη στη χαρά, με ένα βλέμμα, μια καρδιά, που στάζαν καλοσύνη.
Η μάνα της δόξαζε το θεό για το όμορφο εκείνο δώρο, αλλά ο Μιχαλιός κάπου φοβότανε για το τι μ’ αυτή τη μορφονιά τους περιμένει. Χαιρόταν για το βλαστάρι του και το αγαπούσε, μα ήξερε πως την εμορφιά πολλές φορές ακλουθεί η ασκήμια.
Κάποια μέρα μια φήμη διέτρεξε όλο το χωριό πως κάποιος είδε τη Γαλανή στην ακροθαλασσιά να μιλάει με τα ψάρια, και κάποιος άλλος πως μαζί με ένα δελφίνι την έκοψε το μάτι του να κολυμπά ως τα βαθιά. Οι πιότεροι γελάσανε μ’ αυτές τις ιστορίες, ο παπάς είπε πάλι τα δικά του, κι ο κύρης με το που ο ήλιος κρύφτηκε κίνησε για τα βράχια ν’ αφουγκραστεί τους βρουχηθμούς της θάλασσας, και να προσευχηθεί μην και τους έρτει το κακό που μέσα του καρτερούσε.

Παραμύθια αλλόκοτα ακούω απ’ το Φώτη. Τη μια μου λέει για μάγισσες και ξωτικά, την άλλη για ψάρια που μιλάνε. Και επιμένει: «Δεν είναι παραμύθια αυτά, είν’ θρύλοι, είν’ αλήθεια»! Χθες το βράδυ μου διηγήθηκε την ιστορία κάποιας Γαλανής, που έζησε, λέει, κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Ήτανε όμορφη σα ζωγραφιά, γλυκιά σαν Παναγία. Κάποια μέρα εξαφανίστηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Μονάχα ο κύρης της έλεγε πως γνώριζε που ήταν, αλλά όλοι πιστεύαν πως απ’ τον πόνο είχε τρελαθεί και κανείς καμιά δεν του ’δινε σημασία.
Μόλις τέλειωσε την αφήγηση άρχισα να γελώ, αλλά μετά καθώς κίνησα για το σπίτι, κι αυτά που λίγο πριν άκουσα σκεφτόμουνα, ένιωσα να με λούζει ολόκληρο κρύος ιδρώτας. Θυμήθηκα ένα όνειρο που είδα κάποτε, που μ’ είχε συνταράξει. Βρισκόμουνα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι και στεκόμουνα ακίνητος θαυμάζοντας τη γύρω φύση, όταν είδα ένα κορίτσι ψηλό, ξανθό και στα λευκά ντυμένο να προβάλλει ξαφνικά απ’ το πουθενά και να με πλησιάζει. Έμοιαζε σχεδόν διάφανο το πανέμορφο εκείνο πλάσμα, και σαν κοντά μου έφτασε είδα τα μάτια της δυο φλόγες γαλανές να με τυλίγουν. Μες στο γαλάζιο των ματιών της χάθηκα σα μέσα σε μια δίνη, και όταν ξύπνησα άκουσα μια φωνή, μες στο μυαλό σα φύσημα του αέρα απαλό να ψιθυρίζει: «Έλα μαζί να κολυμπήσουμε».

Στα δεκάξι της η Γαλανή ήταν στ’ αλήθεια μία καλλονή, που κι ας ήταν αγνή σαν κρίνο ολάνθιστο, άναβε τα πάθη. Όλοι οι νιοι του χωριού, μα κι όλης της περιοχής τη θέλανε δικιά τους. Στο σκολειό όλοι οι συμμαθητές τηνε κυνηγούσαν, αλλά κι οι δάσκαλοι σαν την αντίκριζαν δεν μπόρααν να κρύψουν την ταραχή τους.
Ήτανε ξύπνια, ξύπνια πολύ, κι όσο κι αν όλους τους έδιωχνε, όλοι την αγαπούσαν. Ποτέ δεν άκουσε κανείς άσκημο απ’ τα χείλη της λόγο να βγει για κάποιον. Σε όλους την αγάπη της τη μοίραζε, σε όποιον τη χρειαζότανε ένα χέρι έδινε βοήθειας. Ακόμη κι ο παπάς που μέσα της έβλεπε το διάολο κρυφά τη συμπαθούσε. Μονάχα μια γριά καρακάξα η Φραγκώ κάποια φορά ανακοίνωσε πως, φως φανάρι, η μικρή μαζί της κάποια κουβάλαε κατάρα.
Ίσως να ήταν όντως καταραμένη. Καταδικασμένη να μη γνωρίσει ποτέ τον έρωτα κι ας οι νιοι όλοι τηνε ποθούσαν.

Τι μου συμβαίνει; Μήπως στ’ αλήθεια τρελαίνομαι, ή με πείραξε η αϋπνία; Πώς να το εξηγήσω αλλιώς; Ν’ ακούω φωνές στον ύπνο μου, εντάξει. αλλά και στον ξύπνιο μου πια; και μάλιστα μέρα μεσημέρι! Και να βλέπω και… Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ούτε λεπτό ψες. Μάλλον με τάραξε υπερβολικά η ιστορία του Φώτη. Σκεφτόμουνα συνέχεια τη Γαλανή, και μόλις ένιωθα τον ύπνο να με παίρνει, τότε με τα μάτια κλειστά την έβλεπα, την ένιωθα κοντά μου. Κάποια στιγμή κιόλας ένιωσα το χέρι της να χαϊδεύει το δικό μου, και τινάχτηκα τρομαγμένος. Άγγιξα την παλάμη μου και μου φάνηκε απαλή, τη μύρισα κι ήταν αρωματισμένη. Μύριζε αλμύρα και αγριολούλουδα και το δικό μου φόβο.
Μόλις ξημέρωσε πήγα να εξερευνήσω μια θαλάσσια σπηλιά, λίγο έξω απ’ το μικρό λιμάνι. Μπήκα μέσα με το φανό κι έψαχνα στα τοιχώματα να βρω κάποια σχέδια και σχηματισμούς. Όλο και πιο βαθιά σιγά σιγά σκυφτός επροχωρούσα. Το νερό δεν ήτανε βαθύ. Σε λίγο, όμως, βρέθηκα σε αδιέξοδο κι έτσι αναγκαστικά, κίνησα πίσω για να γυρίσω. Με το που φτάνω όμως λίγο πριν την έξοδο μου κόπηκαν τα πόδια κι η ανάσα. Ένα φως λευκό, εκτυφλωτικό, κάλυπτε το στόμιο της σπηλιάς και στο κέντρο του μου φάνηκε πως διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα. Τότε άκουσα μια απαλή φωνή να με καλεί: «Λεύκιε, Λεύκιε…». Έκλεισα τα μάτια για μια στιγμή, και όταν τα ξανάνοιξα, είχαν όλα πια τελειώσει. Το φως είχε χαθεί, μα η φωνή συνέχισε να διατρέχει το είναι μου όλο. Όπως και τώρα.

Η φήμη για την ομορφιά της Γαλανής είχε εξαπλωθεί παντού, έως τη μακρινή πολιτεία, και κάποια μέρα ήρτε στο χωριό κάποιος πλούσιος έμπορος για να τηνε δει κι αν του άρεσε σε γάμο να τη ζητήσει. Το κορίτσι είχε πια μπει στα δεκαοκτώ δίχως τον έρωτα να γνωρίσει. Μόλις την είδε ο έμπορας, απ’ την ομορφάδα την πολλή εθαμπώθη, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό το χέρι της ζήτησε απ’ το Μιχαλιό, τάζοντας πλούτη μεγάλα. «Ας τη ρωτήσουμε», είπε εκείνος, «κι ό,τι ποθεί θα γίνει».
Μα, η Γαλανή αρνήθηκε. Δεν ήτανε εμπόρευμα για να την αγοράσουν, αλλά ούτε και πίστευε πως θα μπορούσε ποτέ τον έρωτα να βρει στον άντρα αυτό που η αύρα του ανάβλυζε κακία. Ο έμπορος, μαθημένος καθώς ήτανε ό,τι ζητούσε να το παίρνει, άσκημα πήρε την απόρριψη, κι είπε βρίζοντας δαιμόνους και θεούς, πως θα την έκανε δική του. Μπροστά σε τούτη την εξέλιξη ο Μιχαλιός τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον πέταξε όξω. Δε βρέθηκε ακόμη εκείνος που θα μπόραε μες στο δικό του σπιτικό τον μέγα νταή να κάνει. Μα, κι αν τον ξεφορτώθηκε μέσα του ένιωθε πως: «Άσκημα ξεμπερδέματα θα έχουμε μ’ αυτόνε». Θα ήτανε, όμως, αυτός εκεί, ασπίδα για τη Γαλανή, για όσο κρατάν οι πνοές του.

Είπα στο Φώτη για τη φωνή εκείνη που με συντάραξε, αλλά αντί να με κοροϊδέψει όπως περίμενα, έσκυψε το κεφάλι σκεφτικός δίχως να πει μια λέξη. Μετά από ώρα πολλή όταν το σήκωσε, αλλάζοντας κουβέντα, μου είπε ότι κάποιοι ψαράδες είδανε, να τριγυρνά στα ανοικτά ένα παράξενο δελφίνι. Λέγαν πως όπου βρισκότανε αυτό η θάλασσα ήταν ημερεμένη, και τα ψάρια μαζεύονταν σωρό για να το συντροφέψουν.
Το επόμενο πρωί πήγα και πάλι στη σπηλιά θέλοντας να διώξω τους μέσα μου δαιμόνους. Μα, πάλι συνέβηκε το ίδιο: λευκό φως, απαλή φωνή, να με καλεί. Τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της έβγαινε σαν ζεστή πνοή και έφτανε σε με σα χάδι. Σε λίγο χάθηκε και πάλι. Αλλά, αυτή τη φορά αντί να τρομάξω γι’ αυτό που μου συνέβαινε, ένιωσα παράξενα, κάτι πρωτόγνωρο, για λίγο ένιωσα πλήρης. Δεν ξέρω πως αλλιώς να περιγράψω εκείνο το συναίσθημα.

Κάποια νυχτιά αφέγγαρη ενώ όλο το χωριό είχε βυθιστεί στον ύπνο, κάποιες σκιές γλιστρήσανε αθόρυβα προς του Μιχαλιού το σπίτι, που σε λίγο τραντάχτηκε από δυο τουφεκιές και μια σπαρακτική κραυγή: «Όχιιιιι». Ξυπνήσανε οι χωριανοί και τρέξανε να δούνε τι συμβαίνει. Σαν έφτασαν εκεί αντίκρισαν τη φρίκη. Η μάνα, η Ειρηνιώ, κείτονταν νεκρή από μια σφαίρα φονική που δέχτηκε στο στήθος, ενώ ο Μιχαλιός, πνιμένος μες στα αίματα, ψυχορραούσε. Ψάξαν να βρουν τη Γαλανή, μα ήταν εξαφανισμένη.
Τρόμαξε όλο το χωριό απ’ το κακό, κι όλοι αναρωτιόνταν «Γιατί; Γιατί ετούτο το κακό;», καθώς ο θρήνος απλωνόταν. Ο Μιχαλιός επέζησε τελικά για να πιει το φαρμάκι όλο του πόνου. Σε μια μονάχα νύχτα έχασε αυτές που πιότερο αγαπούσε. αν και η Γαλανή, μέσα του βαθιά, πίστευε πως ζούσε.

Τα έχω παρατήσει όλα: τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τη ζωή μου. δηλαδή αυτό που αποκαλώ ζωή μου. Το μόνο που με νοιάζει πια είναι να πηγαίνω στη σπηλιά και ν’ ακούω τη φωνή της άγνωστης αγαπημένης. Ω, πόσο με γεμίζει! Πόσο με κάνει ζωντανό. Κάθε πρωί είναι εκεί. Κάθε πρωί με φωνάζει. «Λεύκιε, Λεύκιε… έλα», μου ψιθύρισε σήμερα. Ναι, μου ζήτησε να πάω κοντά της, αλλά μέχρι να την πλησιάσω χάθηκε. Μονάχα απ’ έξω άκουσα μια φωνή: «Είναι κανείς εκεί;» Ήταν ο Φώτης, που χαμογέλασε σαν με είδε να βγαίνω απ’ τη σπηλιά. «Ήμουνα σίγουρος πως θα σε βρω εδώ. Ήρθα να σου πω το τέλος εκείνης της ιστορίας. Της ιστορίας της Γαλανής»!

Λίγο καιρό μετά ξεβράστηκε στην παραλία του νησιού η σκισμένη νυχτικιά της Γαλανής, κι όλοι είχαν πια πειστεί πως σαν τη μάνα της κι αυτή, είχε πεθάνει. Μονάχα ο Μιχαλιός επέμενε πως είναι ακόμα ζωντανή. «Έγινε δελφίνι» έλεε, «και όλο ταξιδεύει». «Τρελάθηκε απ’ τον καημό» σκέφτονταν οι χωριανοί, και τον αντίκριζαν με οίκτο. «Ίσως να μην είναι τρελός», είπε μια μέρα φωναχτά, η καρακάξα η Φραγκώ, αλλά κανείς δε θέλησε να τηνε ακούσει. Κι όμως, πολλοί ψαράδες και κολυμπητές λέγαν πως τον τελευταίο καιρό, βλέπαν συχνά ένα δελφίνι παράξενο να σκίζει τα νερά της θάλασσάς τους.

Πολύ με τάραξε το τέλος αυτής της ιστορίας, αλλά μέσα μου πιστεύω πως κάτι ακόμη της λείπει. Είτε για μύθο πρόκειται, είτε για μια αλλόκοτη αλήθεια, δεν μπορεί να τελειώνει έτσι. Δεν ακούγεται σωστό στο μέσα αυτί μου. Αλλά, ας κινήσω τώρα, γλυκιά μου νύχτα πάλι, κάτω απ’ την εξαίσια τούτη της ψυχής μου φεγγαράδα, για τη σπηλιά όπου κρύβεται το μισό καλύτερό μου, που και σκιά να είναι εγώ το αγαπώ.

Κάποιοι λεν πως σ’ ετούτη τη σπηλιά ένας νιος, ο Λεύκιος, γνώρισε μια γοργόνα, που στην ψυχή του γέννησε τον έρωτα και γι’ αυτό στην αγκαλιά της επαραδόθη. Μα κάποιοι άλλοι υποστηρίζουνε πως δεν ήτανε γοργόνα, παρά μια άστεγη ψυχή που έψαχνε να βρει κορμί για να φωλιάσει, και διάλεξε το δικό του. Είναι και ένας εκατοχρονίτης γέροντας, ο Μιχαλιός, που ζει σε μια καλύβα φτωχική κι όλο μονολοάει: «Βρήκες την αγάπη Γαλανή, τον έρωτα τον ήβρες!» και καθώς με τη γέρικη ματιά τη θάλασσα γρικάει, δυο δελφίνια έρχονται απ’ τα βαθιά για να τον χαιρετίσουν. Τόνα έχει φωτεινά βαθιά γαλάζια μάτια, ενώ το άλλο λάμπει παράξενα, σκορπίζοντας τριγύρω του απόκοσμη γαλήνη.

υ.γ. Τα λέμε την Παρασκευή εκτός κι αν καταφέρω να βάλω ίντερνετ στο χωριό σε χρόνο μηδέν ή κι αν τύχει να...