Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανατροπή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανατροπή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Εμμονές

Για τούτο το απόγευμα της Κυριακής σας δίνω μία ακόμη από τις... διεστραμμένες και Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου.

Του έχει γίνει έμμονη, παράφορη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε ώρα και στιγμή, τις σκέψεις και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του – ο μόνιμός του, ο γλυκός βραχνάς. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα μέσα του ζωγράφιζε. Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την αποκτήσει, να την κερδίσει, να καταβάλει τις άμυνές της και να την κάνει δική του για πάντα. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι στ’ αλήθεια το αφεντικό, να της επιβάλει τη θέλησή του, να την κάνει να καταλάβει πόσα ο ίδιος αξίζει.
Το πάθος και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον έχουν καταλάβει πλήρως, να τον τρελαίνουν. Όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, που και που, αμίλητα τον παρατηρούν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα πολύ είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, να τον ακολουθήσουν στο τρελό του ταξίδι, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν απ’ την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις. Θα απέρριπταν την πρότασή του και θα κινούσανε γι’ αλλού χαρούμενοι και με μικρά πηδηματάκια.
Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε! τους κατηγορεί ξανά και ξανά αυτός. Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένα καθώς, το ξέρουν δα πολύ καλά, πώς δεν υπάρχει τίποτα για να νιώσουν, τίποτα να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο καλός τους φίλους άρχισε να χάνει τα λογικά του. Τι να του πουν και τι να κάνουν; Πώς να τον βγάλουν από τη θολούρα των ψευδαισθήσεών του;
Πολλές φορές, αργά πολύ το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μοναχός, λες παραπεταμένος, και κλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, μια λαχτάρα κι ένας φόβος του καίνε τα σωθικά, του κλέβουν τις ανάσες και κάθε μικρή χαρά. Τη θέλω! λέει από μέσα του και ραγίζει. Τη θέλω, ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει παγερά αδιάφορα την καλά γραμμένη στα παλιά κιτάπια του χρόνου πορεία του.
Τη θέλει, κι ας μην την ξέρει! Η αλήθεια είναι ότι την είδε πολλές φορές, αλλά μόνο από μακριά. Δεν της μίλησε. Δεν την αγκάλιασε. Δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Αλλά, είναι τόσο όμορφη. Απίστευτα όμορφη. Αυτοκρατορικά ωραία. Βγαλμένη λες από κάποιο παλιό μύθο ή ένα ινδικό παραμύθι. Την ακολουθεί συχνά πυκνά, κάθε που την εντοπίζει. Την παρακολουθεί από απόσταση. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί γι’ αυτήν. που ζει, πως ζει, αν έχει οικογένεια. Πάντως γκόμενο έχει. Αυτό το ξέρει στα σίγουρα αφού τους πήρε το μάτι του τις προάλλες να τσιλημπουρδίζουν. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τους πλησιάσει την ώρα εκείνη κρυφά, να κτυπήσει αλύπητα και να σκοτώσει τον άθλιο εραστή και με το έτσι θέλω να την κάνει δική του. Ωστόσο, δεν έκανε τίποτα, ούτε καν κινήθηκε, ήταν άοπλος, φοβόταν. Την άφησε μία ακόμη φορά να ξεγλιστρήσει σαν αερικό απ’ το οπτικό του πεδίο και να χαθεί.
Όσο περνά ο καιρός το δράμα του μεγαλώνει κι η ψυχολογική του κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Δε μιλά πια σε κανένα και για τίποτα, με το ζόρι απαντά στις ερωτήσεις των φίλων του που πολύ ανησυχούν, τρώει λίγο, πίνει πολύ, σπάνια κοιμάται. Τα γένια πήραν να θεριεύουν στο χλωμό του πρόσωπο, το δέρμα του άρχισε να παίρνει ένα όλο και πιο κόκκινο της φωτιάς χρώμα, καθώς κάθε μέρα-όλη μέρα, με ήλιο και βροχή, περιπλανιέται σαν επαίτης της ζωής εδώ κι εκεί, αναζητώντας την και προκαλώντας την νοητικά σ’ ένα παιχνίδι ισχύος. Θα γίνεις δικιά μου! της φωνάζει άηχα, σιωπηλά. Θα γίνεις δικιά μου, όποιο κι αν είναι το τίμημα, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω.
Όσο για εκείνη μοιάζει να επιδίδεται σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων, να υιοθετεί μια στάση αλαζονικής ανωτερότητας. Δείχνει να αγνοεί εντελώς την ύπαρξή του, αν και δεν είναι τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού κάθε τόσο τη συλλαμβάνει να κοιτά με το διαπεραστικό της βλέμμα προς το μέρος που κρύβεται, λες και δε βλέπει αλλά διαισθάνεται την παρουσία του εκεί.
Υπομονή κι επιμονή! Αυτό είναι το μάντρα του. Αν επιμείνει και υπομείνει, δεν μπορεί, θα το κερδίσει το παιχνίδι.
Οι μέρες του καλοκαιριού σιγά σιγά θα σβήσουν και θα καταφθάσει σιγοπατώντας στο ξεραμένο χορτάρι το φθινόπωρο. Οι φίλοι του θα φύγουν -δεν μπορούν πια να τον περιμένουν, αλλά ούτε και καμία διάθεση έχουν να ανεχτούν άλλο τα σκέρτσα του- και θα τον αφήσουν μόνο. Η μοναξιά αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τον ενοχλεί – ίσα ίσα που του φουντώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία, του υποδαυλίζει τη φωτιά του πόθου, τον φιλοδωρεί με πείσμα.
Είναι μια βροχερή και άναστρη νύχτα, προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν επιτέλους η τύχη αποφασίζει να του χαμογελάσει, δίνοντάς του την ευκαιρία που για τόσο πολύ καιρό και τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε. Τη βλέπει να τριγυρνά μοναχή κι αγέρωχη στο δάσος, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα λεπτό σύννεφο ψυχρής ομίχλης, πιο μεγαλοπρεπή και μαγευτική από κάθε άλλο πλάσμα που πάτησε ποτέ το πόδι του στον πανέμορφο ετούτο πλανήτη. Αρχίζει να την πλησιάζει αργά, αθόρυβα, σιγοπατώντας, προσπαθώντας ν’ αποσιωπήσει κι αυτόν ακόμη τον ήχο της ανάσας του. Απόψε θα σε κατακτήσω, καλή μου. Απόψε θα γίνεις δικιά μου! της ψιθυρίζει με τη φωνή της ψυχής του. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά, από άκρατη και σιωπηλή ικανοποίηση. Οι κόρες τους μπάλες φλόγινες φωτίζουν τη μέσα του πλάση. Επιτέλους!
Πόσο όμορφη είσαι! Σαν οπτασία. Σαν όνειρο. Πόσο όμορφη...
Καθώς σηκώνει με αποφασιστικότητα το ντουφέκι κι ετοιμάζεται να την πυροβολήσει, ακούει με κάποια δυσπιστία στην αρχή και έκδηλο φόβο στη συνέχεια, τον καλπασμό κάποιου άγνωστου κι ακόμη αόρατου ζώου να τον πλησιάζει με φοβερή ταχύτητα. Προτού καν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη και να εντοπίσει την κατεύθυνση απ’ όπου τον προσεγγίζει ο πιθανός θανάσιμος εχθρός, νιώθει τα δόντια ενός άγριου και αιμοβόρου ζώου να χώνονται με πείνα, δύναμη κι οργή στα πόδια, κι αμέσως μετά στα χέρια και το κορμί του, να τον κατασπαράζουν. Ξαπλωμένος, ξεψυχισμένος, λουσμένος στο αίμα, καθώς βρίσκεται στη νοτισμένη γη, νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα παράπονο πικρό, αφού δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, ποιος τον σκότωσε. Η τελευταία εικόνα που αντικρίζουν τα θολά από δάκρια και πόνο μάτια του, λίγο πριν αφήσει την πιο αδύναμη, τη στερνή του την πνοή, είναι αυτή της τίγρης, να τον κοιτά από κοντινή απόσταση, κάπως λυπημένα, λίγο θριαμβευτικά, σχεδόν ανθρώπινα, λες με συμπόνια, αλλά και με μια δόση περηφάνιας. Περηφάνιας; Κατάλαβε. Τώρα, κατάλαβε! Της χαρίζει ένα χαμόγελο απ’ το περίσσεμα των δυνάμεών του και ξεψυχά.Ο γκόμενος, ήταν οι λέξεις που δεν πρόλαβαν να γλιστρήσουν έξω απ’ τα χείλη του.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Η απολογία της Μήδειας

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά πίστευα ότι είχα ανεβάσει εδώ αυτό το κείμενο, κάτι όμως το οποίο δεν έκανα. Από τη στιγμή, όμως, που κυκλοφορεί σε διάφορα φόρουμ και συζητιέται (χωρίς να ξέρω τι λένε, μια και δεν είμαι μέλος) θεώρησα ότι έφτασε η στιγμή να σας "χαρίσω" τη δική μου εκδοχή του μύθου της Μήδειας, που γράφτηκε αρχικά υπό τη μορφή θεατρικού μονόλογου πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Δεν είναι ακόμη στην τελική της μορφή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς αυτή είναι με τον τρόπο της ανατρεπτική - ακόμη και βλάσφημη θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς. Περιμένω μ' ενδιαφέρον τις αντιδράσεις και τις επισημάνσεις σας. Ίσως με βοηθήσουν να αποδώσω καλύτερα στην τελική γραφή του κειμένου.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μονάχα για να υποφέρουν. Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαι κι εγώ, η Μήδεια, αλλά θα απείχε πολύ απ’ την αλήθεια. Όσοι από σας, περιμένουν να διαβάσουν εδώ, πως μια γυναίκα απολογείται, πως ταπεινώνεται, μάλλον θ’ απογοητευθούν. Όσο τραγική φιγούρα κι αν φαντάζω στα μάτια σας, τόσο τραγική φιγούρα δεν είμαι - ο Προμηθέας μάλιστα, αυτός υπήρξε τραγικός, ο πιο τραγικός. Όχι, λοιπόν, εγώ δεν γράφω για να απολογηθώ, απλά θέλω να πω την αλήθεια, εκείνη που δεν κατέγραψαν, αλλά μονάχα διαστρέβλωσαν οι αρχαίοι τραγωδοί, κάνοντάς με την πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο. Τον κόσμο, ξέρετε, το δημιούργησαν οι γυναίκες. Οι άντρες, απλά αρκέστηκαν στο να γράψουν την ιστορία του καταπώς τους άρεσε, και να τα χάλια μας. Πω πω, σάς έχω ταράξει λίγο, ε; Μη βιάζεστε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Πολλά θα διαβάσετε ακόμη. Πολλά και τρελά, θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά, τα όρια της λογικής με την τρέλα είναι πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα, όπως και κείνα μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Γι’ αυτό άλλωστε, για αιώνες τώρα σάς δίδασκαν τη λάθος ιστορία. Πάντως, σάς προειδοποιώ, όσο κρατά η απολογία μου, ίσως μερικές φορές να σας προκαλέσω οργή και αγανάκτηση, ίσως κάποιες άλλες να σας κάνω να γελάσετε, πολλές φορές θα σας αναγκάσω να σκεφθείτε πως είμαι βλάσφημη. Ακούω ήδη να τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων σας.

Αλλά, ας μην προστρέχω. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ η ιστορία μου στη χώρα της Κολχίδος είναι γνωστή, και δίχως πολλές παραποιήσεις από τα χέρια και τη φαντασία των διαφόρων ανιστόρητων ιστορικών, αν και η αντιμετώπιση που είχα από τους διάφορους γραφιάδες, μάλλον με αδικεί. Ήμουνα όντως η ιέρεια της τρομερής Θεάς Εκάτης και γι’ αυτό πανίσχυρη. Μόνο εγώ, ανάμεσα σε όλες τις θνητές, μπορούσα να μιλήσω μαζί της, να της ζητήσω κάτι, να κατευνάσω το θυμό της, και γι’ αυτό οι άνθρωποι με σέβονταν, με αγαπούσαν, με μισούσαν, πολλοί μάλιστα με φοβούνταν. Κανείς δεν τολμούσε να με πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη, αφού ήμουν ένας ζωντανός μύθος, η πιο τρομερή μάγισσα που υπήρχε τότε στον γνωστό κόσμο. Στο γνωστό τους κόσμο, θα έπρεπε να πω, αφού κάπου πολύ μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου, η μαγεία ανθούσε. Ήμουν όμορφη, όμορφη πολύ, ένας πειρασμός γλυκός, αλλά πολύ επικίνδυνος για τα λάγνα βλέμματα και τα ανείπωτα όνειρα των αντρών, αλλά και των γυναικών. Ο μύθος με θέλει να είμαι αμόλυντη, όμως ο μύθος δεν είναι παρά ένας μύθος, το λέει κι η λέξη. Κάθε άλλο παρά αμόλυντη ήμουνα. Δε θυμάμαι καν πόσοι άντρες και γυναίκες γεύτηκαν τις χάρες μου και μου χάρισαν τις δικές τους. Όποιον ήθελα τον αποκτούσα, κανείς δεν μπορούσε να με αρνηθεί. Γεύονταν μαζί μου τις ηδονές και μετά ξεχνούσαν, τίποτα πιο εύκολο για μένα απ’ το να τους χαρίζω τη λήθη…

Χρόνια πολλά υπηρέτησα πιστά την τριπλή Θεά, για χρόνια πολλά γευόμουνα αμέτρητα κορμιά, την ομορφιά και τους παλμούς της φύσης. Α, ναι, είναι και το Χρυσόμαλλο Δέρας… Τέρας, μάλλον. Εγώ το δημιούργησα, ξέρετε, οι υπόλοιποι φρόντισαν να διαδοθεί ο μύθος που μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός, αν και ψεύτικος, όπως πολλά σημεία αυτής της ιστορίας άλλωστε. Βλέπετε, την ιστορία, όπως είπα και πιο πάνω, τη γράφουν οι άντρες, κι αυτοί φροντίζουν με κάθε ευκαιρία να μειώνουν τις γυναίκες σαν χαρακτήρες και να τις ανυψώνουν σαν στοιχεία ομορφιάς, σαν αντικείμενα, σαν διακοσμητικά. Δέστε τι έκαναν με την κακόμοιρη την Ελένη. Αγάπησε η καημένη έναν άντρα κι έφυγε μαζί του. Κι οι άλλοι δήθεν οργάνωσαν ολόκληρο Τρωικό Πόλεμο για να την πάρουν πίσω. Ποια; Την Ελένη. Ποιοι; Εκείνοι, που πιότερο προτιμούσαν να συνευρίσκονται μεταξύ τους, παρά με γυναίκες. Κι ο παππούλης ο Όμηρος σαν κάθε συνεπές σερνικό ανέλαβε να γράψει τη λάθος ιστορία, που μιλούσε για ένα φουστάνι, κι όχι για εμπορικά συμφέροντα και επίδειξη ισχύος. Αλλά, ας αφήσουμε την Ελένη στο μνήμα που της έχουν τόσο περίτεχνα φτιάξει. Πίσω στο Χρυσόμαλλο Δέρας. Ένα δέρμα χωρίς καμιά απολύτως αξία, αλλά ένα σύμβολο για την Κολχίδα. Ο κάθε άρχοντας όφειλε τότε να κυβερνά το λαό του λέγοντάς του παραμύθια, το ίδιο έκανε κι ο πατέρας μου ο Αιήτης. Άρχοντας με τα όλα του, κτυπούσε τα ρέστα του στη μυθοπλασία, αν και νοημοσύνη δε διέθετε και πολλή. Το ίδιο θαρρώ συμβαίνει και σήμερα με τους κυβερνώντες, έτσι; Ο πατέρας μου, που λέτε, ανέθεσε σε μένα και σ’ ένα δήθεν τρομερό φίδι φύλακα να φυλάμε το Δέρας. Ε, καλά, αυτό δα δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Απλά διαδώσαμε το μύθο του φοβερού φύλακα και της Παρθένας Κόρης που συνομιλεί με την Εκάτη και ξοφλήσαμε. Είχαμε να κάνουμε με κουτορνίθια και όλοι χάψανε το παραμύθι. Εγώ, λοιπόν, έκανα ό,τι ήθελα ευτυχισμένη μέσα στο μύθο που με περιέβαλλε και ο πατέρας μου, διοικούσε το λαό του χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Απλά, που και που, για να σπάει η μονοτονία οργάνωνα καμιά θυσία προς τιμήν της θεάς, αφού την προηγούμενη μέρα τρομοκρατούσα τον κόσμο με κάποια δήθεν τρομερά φαινόμενα. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοναδική ουσιαστική μου διασκέδαση αν εξαιρέσει κανείς τις ερωτικές συνευρέσεις…

Όλα κυλούσαν ωραία κι ήρεμα για πολλά χρόνια. Με φοβόντουσαν και με λάτρευαν σα θεά, και στον τόπο επικρατούσε η ευημερία που φυσικά οφειλόταν στην εύνοια της Εκάτης, αν και μεταξύ μας περισσότερο είχε να κάνει με την εύφορη γη και την τυραννία του Αιήτη. Κάποια μέρα ο πατέρας μου με κάλεσε στο παλάτι και μου ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έπρεπε να επισκεφθώ μια γριά μάγισσα, που ζούσε σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Καυκάσου. Όπως και έγινε. Ένας βουνίσιος ήρθε στο παλάτι και ανέλαβε να με οδηγήσει στον προορισμό μου, όπου φτάσαμε το επόμενο πρωί, αφού περάσαμε το βράδυ σ’ ένα χωριατόσπιτο. Η γριά μάγισσα μόλις με είδε, αν και δε με ήξερε, με αναγνώρισε και μου είπε: “Τι να πω σε σένα κόρη μου που είσαι η πρώτη απ’ όλες μας;” Μιλήσαμε πολύ με τη γριούλα, της αποκάλυψα κάποια από τα μυστικά μου, και κείνη μου χάρισε συμβουλές. Την αποχαιρέτησα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη…

Όταν έφτασα στο παλάτι του Αιήτη, εκείνος με ρώτησε ποια ήταν η προφητεία της γριάς. Του είπα πως προφήτεψε ότι θα ζούσα πολλά χρόνια και θα γερνούσα στο πλάι του. Τι να έλεγα στο γέροντα; ότι δεν υπήρχε προφητεία; ή ότι η κόρη του γνώριζε περισσότερα από τη γριά μάντισσα; Ε, ό,τι δεν είπε η γριά, ό,τι δεν μπορούσα να σκεφτώ εγώ, το είπε ένα κακόμοιρο γεροντάκι που ζητούσε την προσοχή των αντρών, υποβιβάζοντας τις γυναίκες. “Θα γίνεις η πιο αποκρουστική γυναίκα στη γη…”, μάντεψε στα καλά καθούμενα ο παππούς, και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται στα χαρτιά η μοίρα μου. Αλλά το χαρτί δεν είναι ζωή! Ή είναι;

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη στη γριά, κι αφού βαρέθηκα να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να με πλακώνει η πλήξη. Βλέπετε, δεν είχε μείνει και κάνας άντρας της προκοπής στην Κολχίδα. Όλες οι μέρες μου φάνταζαν οι ίδιες, οι νύχτες μονότονες μέχρι σκασμού. Παρακαλούσα λοιπόν κι εγώ την Εκάτη, να κάνει να συμβεί κάτι συναρπαστικό στη ζωή μου. Ε, καθώς ήμασταν φίλες κολλητές για τόσα χρόνια, είπε να μη μου χαλάσει το χατίρι. Κι έτσι έστειλε στη ζωή μου τον Ιάσονα, ένα πανέμορφο άντρα, που τράβηξε μεμιάς την προσοχή μου. Δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν από τους άντρες που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Το αγαλματένιο του κορμί, η αυτοπεποίθησή του, τα μάτια του που έλαμπαν σαν ήλιοι έτοιμοι να σε κάψουν, άναψαν μέσα μου τον πόθο. “Αυτόν τον άντρα θα τον ακολουθούσα ως το τέλος του κόσμου”, σκέφτηκα απ’ τις πρώτες στιγμές που βρέθηκα αντίκρυ του. Η διαφορά μου τότε από τις άλλες γυναίκες - αλλά και σήμερα θαρρώ - είναι ότι όλες ζητούσαν κάτι, ενώ εγώ ζητούσα κάτι παραπάνω. Θα το έβρισκα στο πρόσωπο, στα λόγια, στο κορμί του Ιάσονα; Ήμουνα σίγουρη πως ναι, γνώριζα απ’ την πρώτη στιγμή πως το τίμημα θα ήταν ακριβό κι όμως έκανα μακροβούτι στη φωτιά. Αλλά ας μη βιαζόμαστε…

Ο Ιάσονας, το αγαπημένο αυτό παιδί και εραστής, δε δυσκολεύτηκε να εντυπωσιάσει τους πάντες στην Κολχίδα με την τόλμη και τις γνώσεις του. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή δήλωσε στον Αιήτη ότι πήγε εκεί για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, διηγήθηκε με τη βοήθεια ενός γέρο τροβαδούρου, του Ορφέα, τις περιπέτειές του, περιέγραψε πως κατάφερε να διασχίσει τις Συμπληγάδες - πιστέψτε με κάτι πανεύκολο για ναυτικούς που διαθέτουν έστω κοινή νοημοσύνη -, και δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι όλ’ αυτά τα έκανε στην προσπάθειά του να ανακτήσει το χαμένο του βασίλειο. Ο Ορφέας με το τραγούδι του σαγήνεψε τους πάντες, αλλά εμένα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον όμορφο ξένο. Στα μάτια του διέκρινα κάτι τρομακτικό, τον έρωτά μου για κείνον που γεννήθηκε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και τη γνώση, τη γνώση ότι θα έκανα τα πάντα για να τον αποκτήσω, θα θυσίαζα τα πάντα στο βωμό του έρωτα, θα έχανα την κάθε εξουσία, θα διέλυα όλους τους μύθους. Πολλοί στο μέλλον σκέφτηκαν πως έκανα ό,τι έκανα από απερισκεψία - γυναικεία αδυναμία, λένε, αλλά δε θα μπορούσαν να πέφτουν περισσότερο έξω. Αγάπησα φίλοι μου, αγάπησα, και όποια γυναίκα αγαπά και δεν ακολουθεί την καρδιά της δεν είναι γυναίκα, είναι μόνο μια εν αναμονή νεκρή. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, κι όποιος δεν το βλέπει, είναι εκ γενετής τυφλός στα θαύματα της ζωής, ανίκανος να χαρεί τις ομορφιές της, ανήμπορος μπροστά στη δημιουργία της…

Ο Αιήτης είπε στον Ιάσονα ότι για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας θα έπρεπε να περάσει κάποιες σκληρές δοκιμασίες. “Κανένα πρόβλημα,” του απάντησε εκείνος, χαμογελώντας. Όλα θα συνέβαιναν την επόμενη μέρα. Τη νύχτα όμως συνάντησα τον Ιάσονα να τριγυρνά στο αγαπημένο μου δάσος, του εξομολογήθηκα τον έρωτά μου, και του είπα πως θα τον βοηθούσα φτάνει να μου υποσχόταν ότι φεύγοντας θα με έπαιρνε μαζί του, όπως και έγινε. Την επομένη πέρασε χωρίς καμιά δυσκολία όλες τις δοκιμασίες και το βράδυ, με τη βοήθειά μου, έκλεψε το πανάσχημο Δέρας. Ήταν όλα ένα παιχνίδι. Ο πατέρας μου θα έχανε το λάβαρο της ισχύος του, κι εγώ θα αποκτούσα τη συναρπαστική ζωή που πάντα ονειρευόμουν στην αγκαλιά του θεϊκού μες στην ομορφιά του Ιάσονα. Καθώς ετοιμαζόμασταν να μπαρκάρουμε με την Αργώ έφτασ’ ο Άψυρτος, ο ετεροθαλής μου αδερφός - ένα παράπτωμα της φύσης -, με οδηγίες από τον πατέρα μου να εμποδίσει τον απόπλου. Ένα χαζό παιδί, αυτό ήταν. Κρατούσε το σπαθί σα ξυλαράκι κι έτρεχε, μπέρδεψε τα πόδια του, έπεσε, το σπαθί διαπέρασε το στήθος του. Οι στρατιώτες που έστειλε ο Αιήτης μαρμαρωμένοι από το συμβάν μάς παρατηρούσαν να φεύγουμε, ανίκανοι να κάνουν κάτι…

Τώρα, θα σκέφτεστε, πλήγωσες τον πατέρα σου, στάθηκες η αιτία να πεθάνει ο αδελφός σου, δε νιώθεις τύψεις; Να σας πω την αλήθεια, όχι. Λυπάμαι για τη λύπη που πότισα τον πατέρα μου, αλλά δεν μπορώ να λυπηθώ, πόσο μάλλον να νιώσω τύψεις για το θάνατο κάποιου που με ήθελε νεκρή. Αυτό άλλωστε το λέει κι ο μύθος που διαβάσατε, το πόσο πολύ δηλαδή με μισούσε ο Άψυρτος…

Η Αργώ… Η Αργώ ήταν ένα καλοτάξιδο καράβι, αλλά δεν ένιωθα καλά μια γυναίκα ανάμεσα σε τόσους άντρες. Ήμουνα ερωτευμένη κι είχα μάτια μόνον για κείνον, τον ένα, το μοναδικό. Εκείνον που τα κρύα βράδια του ταξιδιού με έκλεινε στη ζεστή αγκαλιά του, με φιλούσε στα μαλλιά, με χάιδευε με την ανάσα του. Έρωτα; όχι δεν κάναμε έρωτα όσο κρατούσε αυτό το ταξίδι. Ήταν αδύνατο. Αλλά η φλόγα μέσα μου φούντωνε όλο και πιο πολύ, μια φωτιά μου έκαιγε τα σωθικά, μου πυρπολούσε την ψυχή, αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω ελεύθερη, έμενε ανέκφραστη. Είχα κι ένα μύθο να διατηρήσω, αυτόν της Αμόλυντου Παρθένας, κι ας είχε πολλάκις λατρευτεί σα ναός το κορμί μου. Όσο ο πόθος φούντωνε τόσο πιο δύσκολο γινόταν για μένα το ταξίδι. Κοιμόμουνα κι ονειρευόμουν το κορμί του, ήμουν ξύπνια έκλεινα τα μάτια και το έβλεπα. Μοναδική παρηγοριά τα τραγούδια του Ορφέα. Σαν τα άκουα ξεχνιόμουνα για λίγο, έκαιγε λιγότερο οδυνηρά η φλόγα. Ταξίδευα με τη γλυκιά φωνή σε μέρη ανονείρευτα, έλουζα το κορμί στα γαλανά νερά της λήθης, που φευ δεν κρατούσε για πολύ. Έμαθα πολλά απ’ το γέρο Ορφέα, μα ένα μόνο μου χαράχτηκε στη μνήμη. Μια ιστορία που μιλούσε για κάποιο νησί όπου ζούσαν μοναχά γυναίκες, που το μόνο που ζήτησαν ποτέ ήταν ένα σερνικό για να μπει στα χωράφια των κορμιών τους και να τα καλλιεργήσει…

Κάποτε, μετά από πολύ καιρό, δέσαμε σ’ ένα από τα πιο φιλόξενα λιμάνια, στο νησί των Φαιάκων, όπου είχε ήδη φθάσει η φήμη του γενναίου Ιάσονα και του μεγάλου του άθλου. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον θαυμάσουν, ν’ ακούσουν απ’ τα χείλια του, πως απ’ όλους τους θνητούς αυτός έγινε ο αγαπημένος των θεών κι απόκτησε το Δέρας. Όλοι θαύμαζαν την ομορφιά μου δίπλα του, τη μεγαλοπρέπειά μου, αλλά μιλούσαν για μένα στα κρυφά, με μισόλογα. Είχε βλέπετε και μένα, η φήμη μου, της μεγάλης μάγισσας, προηγηθεί και κάπου με φοβόντουσαν. Κανείς δε διανοήθηκε να συνδέσει την επιτυχία του Ιάσονα με τη δική μου παρουσία. Έτσι δε γίνεται πάντα; Οι γυναίκες δημιουργούν, κι οι άντρες περηφανεύονται γι’ αυτά που δεν τους ανήκουν.

Ένας άλλος αγαπημένος των θεών, ο δίκαιος βασιλιάς Αλκίνοος, ο αφέντης της αρχοντικής Κέρκυρας, μας υποδέχθηκε με τιμές στο παλάτι του. Φημισμένος για τη φιλοξενία του έκανε τα πάντα για να μας κάνει να νιώσουμε την ευδαιμονία που επικρατούσε στη χώρα του, κι η γυναίκα του η Αρήτη, στάθηκε η σωτήρας μας. Οι Κόλχες που μας ακολουθούσαν όλο αυτό τον καιρό, έφθασαν λίγο μετά από εμάς στο λιμάνι. Ζητούσαν να με πάρουν μαζί τους. Με τη μεσολάβηση της Αρήτης, το ίδιο εκείνο βράδυ παντρεύτηκα τον Ιάσονα, και σε μια μεγαλοπρεπή κάμαρα - κι όχι μέσα σε μια σπηλιά, όπως επιμένει ο γέρο παραμυθάς-, πάνω σ’ ένα χρυσοστόλιστο κρεβάτι, του χάρισα τη φτιαγμένη από βότανα παρθενία μου. Καημένο μου παιδί, άντρα μου, πίστευες ότι ήσουν ο πρώτος, έτσι; Πάντα αυτό θέλετε να πιστεύετε εσείς οι άντρες, πως είστε οι πρώτοι και ακαταμάχητοι… Ας είναι. Μετά που χορτάσαμε από πιοτό και έρωτα, ο μέγας ήρως αποκοιμήθηκε, κι εγώ μη έχοντας τι άλλο να κάνω αποφάσισα να… ναι, αυτό είναι ειπωμένο σωστά… αποφάσισα να διαβάσω το μέλλον μου. Δέκα χρόνια, τόσο θα κρατούσε η ζωή μου με τον Ιάσονα. Δέκα χρόνια ευτυχίας δεν είναι και μικρό πράμα, σκέφτηκα. Η ευτυχία θα κρατούσε βέβαια λιγότερο, αλλά εγώ ήμουνα αποφασισμένη να τη ρουφήξω ως την τελευταία της στάλα. Δε με έκανε ο έρωτας τυφλή, είχα επίγνωση, γνώριζα ότι όλα γεννιούνται και πεθαίνουν, κι ήθελα όσο μπορούσα πιο πολύ να ζήσω τα όμορφα. Και πιστέψτε με, είναι μεγάλη ομορφιά η αγκαλιά του αντρός και όλα τα δώρα που έχει να σου προσφέρει…

Η Τριπλή Θεά ήταν μαζί μου, συνέχεια, στο μυαλό μου, αλλά και στο χώρο. Με ακολουθούσε παντού, επικροτούσε τις πράξεις μου, γι’ αυτό και δεν έχασα ούτε στιγμή τα χαρίσματά μου, τα οποία ήταν δήθεν άμεσα συνδεδεμένα με την παρθενία μου. Σε κείνους τους παγανιστικούς χρόνους, γέρο τραγωδέ, όλα επιτρέπονταν… Ρώτα και τους νεαρούς σου συντρόφους… Αλλά, ας αφήσω τον πλαστογράφο στην όμορφη σαρκοφάγο του. Η μέρα που ξημέρωσε ήταν η πιο γιορτινή της ζωής μου. Ο Αλκίνοος οργάνωσε για μας μια μεγαλόπρεπη γιορτή, κι ο Ορφέας έγραψε και τραγούδησε τα πιο όμορφα τραγούδια του, ενώ οι γυναίκες του νησιού, ω, οι γυναίκες, ύμνησαν με μια φωνή τον έρωτά μας. Δύσκολο, δύσκολο πολύ είναι για μένα να σας περιγράψω εκείνη τη μέρα… Κλείστε τα μάτια κι αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει… Βλέπετε; Ακούτε; Γυναίκες με αγαλματένια σώματα, ελάχιστα κρυμμένα κάτω από ένα λευκό διάφανο πανί, ψάλλουν τους ύμνους τους έχοντας το φλογισμένο βλέμμα τους στον ουρανό… Μια ευτυχισμένη μέθη πλημμυρίζει το χώρο… Ο χρόνος σταματά για να κρατήσει ζεστά μέσα του τη μαγική στιγμή… Οι θεές της ομορφιάς ευλογούν με χαμόγελα το συμπόσιο ετούτο της ζωής… Ω, τα θυμάμαι όλ’ αυτά και χαμογελώ, και δακρύζω. Ζήσατε ποτέ εσείς αυτή την ευτυχία; Αν όχι, τότε δεν αγαπήσατε σωστά, δοθήκατε λάθος. Μα τη θεά, αλήθεια σας λέω… Διάβηκα πολλούς αιώνες για να σας φέρω αυτό το μήνυμα… Εκείνη η μέρα χαράχτηκε σαν μια δεύτερη ψυχή μέσα μου… Δε με άφησε ποτέ, δε μ’ αφήνει ποτέ… Κάθε φορά που κάτι κακό συναντούσα στο δρόμο μου, που ένιωθα τη ζωή να με παίρνει από κάτω, επέστρεφα με τη σκέψη σε κείνη τη μέρα, την ξαναζούσα κι αυτή μου έδινε κουράγιο για να συνεχίσω… Βλέπετε, δεν είμαι εκείνη η αναίσθητη σκύλα που θέλουν να παρουσιάζουν οι γέρο παράλυτοι, που μέσα στη αδυναμία τους να τα βάλουν μαζί μου στα ίσια, με σκοτώνουν με τα λόγια. Είμαι γυναίκα, πηγή και θάλασσα, μάνα και παιδί, κι έχω τις αδυναμίες μου. Κανείς δεν είναι άτρωτος, κανείς υπεράνω, απλά εγώ είχα περισσότερα όπλα αντίστασης, περισσότερη δύναμη απ’ τους συγκαιρινούς μου γι’ αυτό μισήθηκα τόσο, κι όχι γιατί σκότωσα τα παιδιά μου. Κι αν με κατηγοράτε γι’ αυτό το τελευταίο, θυμηθείτε ότι κάποιος πολέμαρχος θυσίασε την κόρη του για να φυσήξει ο άνεμος και να κινήσει να πάει να σκοτώσει… Αλλά, κι αυτός από άλλη ιστορία είναι βγαλμένος. Απλά, σας λέω, μη με σκέφτεστε με μίσος, μη με κρίνετε με προκατάληψη, όχι προτού διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία μου. Ας ξαναπιάσω, όμως, το νήμα…

Λίγες μέρες μετά τον περίφημό μας γάμο, σαλπάραμε για την Ιωλκό, τη γη που δικαιωματικά ανήκε στον Ιάσονα, την οποία όμως είχε σφετεριστεί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, ο Πελίας. Ο τελευταίος του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το θρόνο μόνο αν του παράδιδε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Γι’ αυτό το λόγο έγινε, λέει, όλη η εκστρατεία. Αλλά ο Πελίας δεν κράτησε το λόγο του, κι εγώ, που με το που πάτησα το πόδι μου στην Ιωλκό, έγινα ο φόβος και τρόμος των κατοίκων, το αντικείμενο ενός άνευ λόγου μίσους, ανέλαβα να πάρω εκδίκηση για τα δεινά του καλού μου. Έτσι, προτού περάσει καιρός, ο άθλιος σφετεριστής έπεφτε νεκρός απ’ τα χέρια των ίδιων του των θυγατέρων, που τον σκότωσαν ακολουθώντας άθελά τους ένα σατανικό σχέδιο που τους είχα υποβάλει. Αλλά, ο Ιάσονας δεν έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο Άκαστος, ο γιος του Πελία, ανέλαβε την εξουσία κι αμέσως μας εξόρισε. Φύγαμε για την Κόρινθο…

Η Κόρινθος! Μια από τις πιο όμορφες, τις πιο ζωντανές πόλεις της εποχής εκείνης, ένα σταυροδρόμι των λαών όπου συνυπήρχαν αρμονικά το εμπόριο κι οι τέχνες, ο αθλητισμός και το πνεύμα. Μια πόλη διαμάντι, όπου έζησα μερικά από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Εκεί δεν ένιωθα σαν ξένη, παρά σαν ένα μικρό μέρος ενός τεράστιου μωσαϊκού, όπου όλοι χωρούσαν, όσο διαφορετικοί κι αν ήταν αυτοί. Ο Ιάσονας αμέσως μετά την άφιξή μας έγινε σύμβουλος του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα, σε θέματα ναυτιλίας…

Δυστυχώς κάποτε η ευτυχία μου έφτασε στο τέλος της. Όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, θα σκέφτεστε εσείς. Δε συμφωνώ. Έγινα δυστυχισμένη όταν κάποια μέρα ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Δεν ήμουν πια η Μήδεια. Είχα γίνει κι εγώ, η αλλοτινή τρελή κι επαναστάτρια, μια απλή γυναικούλα. Ζούσα στη σκιά του Ιάσονα, που όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ έλειπε απ’ το σπίτι. Εγώ που κάποτε μιλούσα τη γλώσσα των πουλιών, που διάβαζα τη φύση σαν ανοικτό βιβλίο, που ένιωθα τους παλμούς της γης, έγινα μια μαλθακή, ένα τίποτα. Χρειαζόμουνα τον άντρα μου, αλλά εκείνος όλο και απομακρυνόταν. Κάποιες νύχτες ξεδιψούσα τους πόθους μου με κάποιον απ’ τους δούλους, αλλά όσο κι αν το κορμί χόρταινε η ψυχή άδειαζε. Τον αγαπούσα τον Ιάσονα, κι ας ήξερα ότι κάθε μέρα κούρσευε άλλων γυναικών τα κορμιά. Όταν έφτασα στο ως εδώ και μη παρέκει, το πήρα απόφαση, κι έμεινα έγκυος. Ήξερα ότι μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να τον φέρει πίσω κοντά μου. Όπως και έγινε. Όσο μεγάλωνε η κοιλιά, τόσο μεγάλωνε, κι άναβε, η αγάπη του για μένα. Με φλογισμένο το βλέμμα μου ορκιζότανε αιώνια αγάπη, έλεγε πως θα έμενε για πάντα μαζί μου, αλλά εγώ που γνώριζα μονολογούσα: Θα με αφήσεις Ιάσονα, θα με προδώσεις. Στη ζωή μου, όχι, σπάραζ’ εκείνος. Λόγια. Το παιδί έγινε η άμυνά μου, “τουλάχιστον όταν φύγει, θα έχω ένα ενθύμιο απ’ την αγάπη του”, σκεφτόμουνα. Και τι ενθύμιο…

Ο Μέρμερος, τους πρώτους μήνες μετά τη γέννησή του, έγινε αντικείμενο λατρείας για τον Ιάσονα. Τον κρατούσε για ώρες στα χέρια του, του έλεγε ιστορίες, τον κανάκευε… Τότε ήμουν και πάλι ευτυχισμένη, αλλά εκείνος, κυκλοθυμικός σαν άνεμος των μεγάλων θαλασσών, δεν άργησε να χάσει το ενδιαφέρον του για το παιδί. Χαρίστηκε και πάλι στις εταίρες, που προφανώς είχαν γίνει από καιρό πια το στεριανό λιμάνι του. Εγώ, βούλιαξα και πάλι στη μοναξιά και την απελπισία, αν κι αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο οδυνηρή αφού είχα ένα όμορφο μουτράκι να με αποσπά με τα γελάκια του, να μου θυμίζει το θαύμα της ζωής με τα δάκρυά του. Ωστόσο το άδειο κρεβάτι, παρέμενε άδειο, το κορμί αλάτρευτο - και ήταν όμορφο πολύ το σώμα μου, σμιλεμένο με τέχνη -, μέχρι που, σε μια από τις αραιές μέσα στο χρόνο συνευρέσεις μας, ο σπόρος του κάρπισε μέσα μου και πάλι, κι άρχισαν ξανά οι τρυφερότητες, τα χάδια, οι όρκοι, σε σημείο που με όργισε. “Μη λες μεγάλα λόγια άντρα, γιατί σαν ξεχαστούν θα γνωρίσεις την οργή μου”, του είπα. Γέλασε, του φάνηκε αστείο. Εκείνος ήταν ο μεγάλος και τρομερός Ιάσονας, και δε φοβόταν κανένα, νόμιζε πως είναι άτρωτος. Δεν ήξερε το αιώνιο παιδί ότι εκείνα που πιο πολύ μας πονάνε είν’ αυτά που δε μας αγγίζουν…

Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Ο μέγας Ιάσων μες στην τρελή χαρά, που λένε. Του έδωσα δυο γιους κι ήταν περήφανος για το σπόρο του. Ξεχνούσε πως ο σπόρος χρειάζεται την κατάλληλη γη για να καρπίσει. Η χαρά δεν κράτησε και πολύ, αλλά είχα τα παιδιά μου μαζί και δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σα φύλλα τσαγιού, μόλις έχαναν τη γεύση της. Κανείς δεν ήταν σαν και κείνον, κι ας το ’ξερα πως οι μέρες μας λιγόστευαν, πως σε λίγο καιρό θα έπαυε πια έστω και λίγο να μου ανήκει. Δεν ήξερα πως, δεν ήξερα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από κοντά μου, απλά ήμουνα σίγουρη πως θα συνέβαινε, οι χρησμοί μου ποτέ δεν έπεφταν έξω. Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, και οι παντρεμένοι, -άντρες και γυναίκες-, περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, οπόταν… το κέρατο έπεφτε σύννεφο…

Όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και θυμόμουνα τον παλιό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, την τέχνη μου που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους μήνες κάθε που γιόμιζε το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, κοιτούσα το λαμπερό πρόσωπο της Εκάτης και την εκλιπαρούσα να δώσει ένα σημάδι, να μου πει αν είναι ακόμη κοντά μου. Κι εκείνη δεν αρνιόταν το κάλεσμά μου, διάφοροι παράξενοι ήχοι έφταναν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους στο νυχτερινό αεράκι, ένιωθα μια ευδαιμονία να μου τυλίγει το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Ήξερα ότι εφόσον η θεά είναι κοντά μου δεν υπάρχει τίποτα, κανείς, που να μπορεί να μου κάνει κακό. Κι όσο κι αν το δικό μου πεπρωμένο ήταν φυγείν αδύνατον, τόσο σίγουρη ήμουνα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου…

Χαμογελώ και πονώ, παράξενο δεν είναι. Τον αγάπησα τόσο πολύ τον Ιάσονα, μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζα ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί, αλλά μάταια. Κάντε λίγο ακόμα υπομονή, και θα μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Θα σας σοκάρει ίσως λίγο η σκληρότητά μου, αλλά στο τέλος τέλος πιστεύω πως θα με νιώσετε, θα με νιώσετε σα μάνες, σαν κόρες, σαν αδερφές. Όσο για τους άντρες, όσοι δε σκέφτονται με το κάτω κεφάλι θα με καταλάβουν…

Ξέρετε, αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Το να περιμένεις κάτι να σου συμβεί και να μην ξέρεις πότε κι από που θα σου ’ρθει; Έζησα για πολύ καιρό αγνοώντας μιαν αλήθεια, κάτι που ήξεραν όλοι για τη ζωή μου, εκτός από εμένα. Ο Ιάσονας όταν χανόταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, όχι τον τελευταίο καιρό, καθόλου. Είχε επίσημη αγαπημένη, και σαν σπουδαίος που ήταν δε θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια, έτσι αυτή δε θα μπορούσε να είναι άλλη από την κόρη του Κρέοντα, μια όμορφη νέα, το στολίδι της Κορίνθου, όπως έλεγαν, αλλά όχι περισσότερο όμορφη από μένα, που όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια που κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Το ανακάλυψα τυχαία, ανακρίνοντας ένα τρομαγμένο γεροντάκι στην αγορά. Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνη τη στιγμή, όχι επειδή δεν το περίμενα, αλλά για τη διπλή του προδοσία. Πρόδωσε τους όρκους που μου χάρισε όταν γέννησα τους γιους του, τους όρκους στο βωμό της Εκάτης όπου μου υποσχέθηκε αιώνια αγάπη, αλλά και, το χειρότερο, μου απέδειξε πόσο τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν πολέμησε για κάτι. Προτιμούσε πάντα να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, φήμη μέσω του χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, παιδιά για να ριζώσει η σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, τελικά, παρθένα νύφη και κληρονομημένο βασίλειο σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η αυταπάτη μου. Κάποιος που γινόταν άντρας μέσα από τη γυναίκα και περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλα αυτά τα σκέφτηκα σε μια στιγμή, μέσα σε μια έκλαμψη, κι ορκίστηκα σιωπηλά: όχι, δε θα σου περάσει αυτή τη φορά Ιάσονα, όχι δε θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις κι άλλες καρδιές…

Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, δίχως να βλέπω που πηγαίνω, χωρίς προορισμό. Οι άνθρωποι που όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που με βρήκε, δε μ’ ενόχλησαν καθόλου, δε μου μίλησαν, δε θέλησαν να μου ειπούν τα λόγια της παρηγοριάς. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα, κι όλοι φαίνονταν να με νιώθουν σιωπηλά. Βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν στην άσκοπη περιπλάνησή μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, η οργή αντί να καταλαγιάζει θέριευε. Πόσο τον μισούσα, πόσο τον αγαπούσα! Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό, ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του και να πονέσει, να περάσει ολόκληρή του τη ζωή μες στον πόνο και πάλι να μη βρίσκει την εξιλέωση. Αυτό ήθελα… αλλά μετά…

Πως μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μέσα στον πόνο. Ήξερα ότι αν του έκανα κακό θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε, πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου κι άλλο πόνο. Είχα ήδη ραγίσει. Η ομορφιά μου που τόσα χρόνια είχα κρατήσει ανέπαφη, ένιωθα τώρα να γλιστρά από το πρόσωπό μου και να χάνεται, γινόμουν και πάλι ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο, κάπου ζεστά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ, άλλο τόσο ήθελα να τον συγχωρέσω. Μου χάρισε αμέτρητες χαρές κι άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μου έλεγε κτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα… Τι θα χάσω αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα…

Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, παρόμοιες καταστάσεις. Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή; Ε, λοιπόν, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, αν και ο θυμός μέσα μου έβραζε σα λάδι σε καζάνι στο ’ργαστήρι του Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχυνόταν σαν λάβα και θα παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του…

Γύρισα στο σπίτι όταν είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Τα παιδιά μου κοιμόνταν αμέριμνα, δεν μπορούσαν να ξέρουν τι φουρτούνες ταράζανε την ψυχή της μάνας τους. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά για ώρα πολλή Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος φωτεινός, διασπούσε τα σύννεφα κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου θεά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χαθώ… να, αυτά την παρακαλούσα. Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της δίπλα μου όσο εκείνες τις στιγμές, σαν να ξαναδενόταν το λυμένο νήμα, λες κι άναβε πάλι η φλόγα που για χρόνια και χρόνια έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας και η οικογένεια για να τη σβήσουν…

Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη. Κλαίω, αλλά δε μετανιώνω, αυτό ποτέ… Στο κλουβί, μέσα εκεί έζησα, τυφλή η άμοιρη. Και τυφλή όπως ήμουν έφερα στον κόσμο αυτό τον υποκριτή δύο παιδιά, δύο παιδιά που θα αναγκάζονταν να ζήσουν μες στο ψέμα, να το υιοθετήσουν, να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Την αλήθεια ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απώλεια του εαυτού. Ναι, ξέρω, βλάσφημα ακούγονται αυτά στ’ αυτιά σας, αλλά κι εσείς αγαπητοί μου, δεν κάνετε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Αν το κάνατε τα μισά σωστά σας θα αποδεικνύονταν λάθη, και τα περισσότερα λάθη σας σωστά. Θα ανοίγατε τα φτερά της φαντασίας σας και θα πετούσατε, θα βλέπατε επιτέλους ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες της ζωής σας είστε οι ίδιοι εσείς. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς για να ’ρθω να σας πω αυτά τα λόγια. Αν θέλετε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε ξεχάστε τα όλα.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, μέσα μου δινόταν μια μεγάλη μάχη. Δύσκολο, δύσκολο πολύ ήταν να αποφασίσω τι να κάνω. Και τη λύση τη ζητούσα με το βλέμμα στο φεγγάρι. Έτσι με βρήκε ο Ιάσονας εκείνο το βράδυ. Με πλησίασε από πίσω χωρίς να τον καταλάβω, με αγκάλιασε και με έριξε στο πάτωμα, έχοντας προφανώς κέφια για ερωτικά παιχνίδια, αλλά του έκοψα την όρεξη με βρισιές. Α, τάμαθες βλέπω! λέει ο άλλος χαμογελώντας. Εκείνο το χαμόγελο, αλλά κι όσα μου είπε μετά, έδωσαν τη χαριστική βολή. Το έκανε για το καλό μας έλεγε, για να φροντίζει εμένα και τα παιδιά, για να μη στερηθούμε, λέει, τίποτα. Κάλλιο νάταν με μια γυναίκα της αγοράς παρά με μια βασιλοπούλα. Τότε θα τον δικαιολογούσα, τότε θα τον συγχωρούσα. Αλλά να μου λέει ότι με παρατάει για το καλό μου, όχι, αυτό δεν το δέχομαι. Μου απέδειξε πόσο αχρείος ήταν. Και τον έδιωξα με τις κλωτσιές. Είχα γίνει κουρέλι, μα ήμουν πιο δυνατή παρά ποτέ. Σερνόμουνα και βροντούσα. Το κορμί μου ένας ναός που γκρεμίστηκε κι αναστηλώθηκε σε μια νύχτα. Όχι, καμιά πια συγχώρεση. Θα τον κτυπούσα. Θα τον κτυπούσα ύπουλα, δίχως οίκτο. Θα εκδικιόμουνα για όλες τις γυναίκες που προδόθηκαν, για όλα τα κορμιά που λεηλατήθηκαν, για τις θηλυκές ψυχές που σπάραξε ο πόνος. Προτού ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα καταστρώσει το σχέδιο μου, ένα σχέδιο που θα έσπερνε τον πανικό σ’ όλη την πόλη, και θα έκανε όλους να μιλούν στο μέλλον, για τη χειρότερη των γυναικών, χάρη πάντα, βέβαια, στις παραφράσεις της ιστορίας. Ο θάνατος φυσικά δύο ατόμων δεν είναι και μικρό κρίμα, αλλά, απλά αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν τάβαλε μαζί μου, όταν για χάρη του Ιάσονα οδήγησα στο θάνατο τον Πελία. Τερτίπια των παραμυθάδων;…

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, προτού ο ήλιος χαράξει πάνω απ’ τα κοντινά βουνά, με επισκέφθηκε ο Κρέοντας, ναι, εκείνος ο δήθεν δίκαιος και φιλόξενος άρχοντας, και μου ανακοίνωσε ότι εγώ και τα παιδιά μου είμαστε εξόριστοι και πρέπει να φύγουμε αμέσως. Παράξενη αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είχε; Τον παρακάλεσα να μας δώσει μια μέρα για να ετοιμαστούμε. Με μισή καρδιά δέχτηκε. Ήταν το μοιραίο του λάθος. Έβαλα όλη τη γυναικεία πονηριά κι όλο το μίσος μου να δουλέψει σε εντατικούς ρυθμούς και προτού καλά καλά βραδιάσει θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Έστειλα στη νέα νύφη του Ιάσονα με τα παιδιά μου ένα χρυσό διάδημα, κι ένα υπέροχο κομμάτι ύφασμα ποτισμένα με τα πιο δυνατά δηλητήρια. Προτού περάσει ώρα πολλή αφότου τα φόρεσε, τα δήθεν μαγικά μου άρχισαν να ενεργούν. Φωτιές αρχίσανε να της καίνε το κορμί και το κεφάλι, κι όλα αυτά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ιάσονα, που παγωμένος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μονάχα ο Κρέοντας προσπάθησε να σώσει την κόρη του, αλλά το αποτέλεσμα γνωστό, πέθαναν κι οι δυο μέσα σε φρικτούς πόνους. Την κόρη ουσιαστικά την έσωσα από μια φριχτή ζωή δίπλα σ’ ένα ψεύτη άντρα, τον πατέρα τον τιμώρησα για τη ψεύτικη ζήση του, που περιέφερε δω και κει τόσα χρόνια, αποκαλώντας εαυτόν δίκαιο. Όσο για τον Ιάσονα… αυτός ήταν από εκείνη τη στιγμή ζωντανός-νεκρός. Η πιο μεγάλη κατάρα έπεσε πάνω του. Έχασε την όμορφη κόρη και το βασίλειο που ονειρευόταν, έχασε εμένα και τα παιδιά του. Όχι, δε θα τον δεχόμουνα πίσω ακόμη κι αν έπεφτε στα γόνατα και με παρακαλούσε. Η αγάπη και ο οίκτος δεν μπορούν να συνυπάρξουν…

Σας προκαλώ ακόμη φρίκη; Ακόμη και τώρα που μάθατε όλη σχεδόν την αληθινή μου ιστορία; Κάντε, σας παρακαλώ, λίγο υπομονή ακόμη, η αφήγηση πλησιάζει στο τέλος της, κι αυτό δε θα θέλατε να το χάσετε ε;…

Λοιπόν, μετά από τα φονικά, η μοναδική μου έγνοια ήταν τα παιδιά μου. Τα παιδιά που έκανα μέσα στην αθωότητά τους συνεργούς σ’ ένα έγκλημα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κρίμα μου. Γιατί να συνεχίσουν να ζούνε σε τέτοιο κόσμο; Τι καλό θα δούνε; Αφού, στο τέλος τέλος, θα φροντίσουν οι άλλοι να σβήσουν ό,τι αγαθό και όμορφο κρύβουν μέσα τους. Σάμπως και θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο όπου η μόνη αλήθεια είναι η μισή αλήθεια, κι όπου τιμιότητα θεωρείται το ψέμα. Λάθος, μέγα λάθος έκανα που τα έφερα σ’ αυτό τον κόσμο. Τα παιδιά μου, τα λουλούδια μου έπρεπε να ανθίσουν μες στην αγάπη… Αυτά σκεφτόμουνα για ώρες και ώρες. Ήξερα πως, και για κείνα και για μένα, δεν υπήρχε σωτηρία πουθενά. Και ξαφνικά, μια αστραπή φώτισε το νου μου, θυμήθηκα ένα τραγούδι που κάποτε μας απήγγειλε με πάθος πολύ ο Ορφέας, τότε που ο Ιάσονας κυνηγούσε την περιπέτεια κι όχι τις εταίρες. Το τραγούδι εκείνο μιλούσε για κάποιο νησί…

Το ίδιο βράδυ σαλπάραμε με τα παιδιά μου για ένα θρυλικό μέρος, για κάπου που όπως λέγαν ζούσαν μονάχα γυναίκες. Γυναίκες που καρτερούσαν για χρόνια και χρόνια να πάει κάποιος άντρας κοντά τους, να τις αγαπήσει και να καρπίσει και πάλι το νησί. Το φοινικικό καράβι που μας μετέφερε μας άφησε στα ανοικτά πάνω σε μια μικρή σχεδία, γιατί οι ναυτικοί φοβόνταν τους θρύλους που έζωναν εκείνο το μαγεμένο μέρος. Δε μείναμε για πολύ ώρα στη θάλασσα, γυναίκες όμορφες σαν ξωτικά, μαγικές σα σειρήνες μας περισυνέλεξαν, μας έντυσαν με χάδια μες στις ζεστές αγκαλιές τους. Στα μέρη εκείνα του μύθου μεγάλωσαν οι γιοι μου, κι ευλογημένοι καθώς ήταν απ’ την Εκάτη είχαν την ομορφιά των θεών, κι αγαπήθηκαν από πολλές γυναίκες, ρίχνοντας το σπόρο για την καινούρια μέρα…

Όσο για τον Ιάσονα, έμαθα χρόνια μετά ότι μουρλάθηκε ο καημένος. Έχασε τα πάντα και μη έχοντας κανέναν να τον θαυμάζει έπεσε σε μια δίχως τελειωμό θλίψη. Τα απογιόματα μάλιστα σύχναζε στην κρήνη, εκεί στην αγορά, μαζί με τους γέρους της Κορίνθου, και τους έλεγε μια λυπητερή ιστορία. Μιλούσε για κάποιον ατρόμητο και πανούργο πολεμιστή και θαλασσοπόρο, που έφτασε να κατακτήσει τα πάντα με τη μαγκιά του, μέχρι που τον πρόδωσε η δόλια η γυναίκα, παίρνοντάς του ό,τι αγαπούσε, σκοτώνοντάς του τους γιους, τους οποίους έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Ανάμεσα στους ακροατές του κάποια μέρα βρισκόταν κι ένας σκυθρωπός νεαρός. Θα γινόταν μέγας συγγραφέας κάποια μέρα, λεγόταν…

Να, λοιπόν, που σιγά σιγά φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας. Δεν το περιμένατε έτσι, ε; Τι να γίνει; Ο καθένας συνήθως λέει ό,τι θέλει, και στο τέλος τέλος η αλήθεια φαντάζει απίστευτη σα ψέμα. Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο της υπόθεσης, όμως; Οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση δε θα μπορούν πια να μιλάνε για σύγχρονες Μήδειες, ενώ οι ψυχολόγοι χάνουν ένα αγαπημένο τους ήρωα. Σαν πρόσεχαν…
Όσο για μένα, θαρρώ πως έφτασε πια η ώρα να κρυφτώ και πάλι στους μυστικούς μου παραδείσους. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου, σας λατρεύω αν τη νιώσατε κιόλας. Ξέρετε τι έμαθα ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, δαμάζοντας τους αιώνες; Πως οι μόνες αλήθειες που ζουν για πάντα είναι εκείνες της καρδιάς. Ακούστε την καρδιά, μιλά με τα όνειρά σας, ίσως κάποια μέρα να σας οδηγήσει στον προσωπικό σας παράδεισο, αν της παραμείνετε πιστοί. Μα, τα λόγια εδώ τελειώνουν, να που προβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι, η Εκάτη με καλεί. Εσείς, εσείς, ζήστε, χαρείτε. Κι αν κάποτε με θυμηθείτε ψάξτε με στον ουρανό, ανάμεσα στ’ αστέρια, λίγο δεξιά και πάνω απ’ το πρόσωπο της Τριπλής Θεάς, ή, ακόμη, αφουγκραστείτε τα σπλάχνα της γης, κει μέσα γεννιέμαι, γεννώ και πεθαίνω…

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Η μέρα που θα τολμούσε

Όπως σας είχα υποσχεθεί χθες σήμερα ανεβάζω μία ακόμη από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου. Καλή σας... όρεξη!

Επιτέλους, έφθασε! Η μέρα που πάντα ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ κρυφά λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε όλα τα όρια, που θα παραβίαζε όλους τους κανόνες. Η μέρα που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός, μα όχι αδύναμος θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Απόλυτα. Το ξέρει. Το νιώθει βαθιά μέσα του. Αληθινά. Είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του όλα τα ψευδεπίγραφα όρια του πρέπει, να γευτεί με όλες του τις αισθήσεις τους γλυκούς απαγορευμένους καρπούς της πιο απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε, που ίδρωσε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την αφόρητα κρύα και σκοτεινή νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός και σκεφτικός, στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του πολύ προσεκτικά, σχεδόν επιτακτικά, την κάθε μία απ’ τις πολλές όμοιες και διαφορετικές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται σε βάθος όλα τα αν και τις ανατροπές που πιθανόν να προκύψουν. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη, καταναλώνει το είναι του όλο.
Ανυπομονεί πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, η ώρα της δικής του αλήθειας, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Καμία! Θα κάνει το όνειρο που κυνηγά, εκείνο που τον κατατρέχει, πραγματικότητα. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα που τον πλήγωσε πολύ, που τον χάραξε ανεξίτηλα, στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμού αντί οφθαλμού, κι οδόντα αντί οδόντος. Αλλά, όχι έτσι ακριβώς. Θα σκοτώσει μια πόρνη για να διαγράψει από μέσα του, για να σβήσει, το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της, σ’ ένα αόριστο τώρα, μακρινό παρελθόν – ένα παρελθόν που δεν μπορεί καν να τοποθετήσει χρονολογικά μέσα στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σχέδιό του. να της χαρακώσει αμείλικτα το σώμα, να της το στραγγίξει από αίμα, να την εξευτελίσει. Και ύστερα να τη σκοτώσει. Για να νιώσει κι αυτός, επιτέλους, σαν ένας μικρός μισερός θεός.
Στις δέκα ακριβώς ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι στο ρετιρέ της καταξιωμένης του, πλην μίζερης, ζωής. Ανοίγει την πόρτα σε μια ψηλή, καθ’ όλα εντυπωσιακή, γυναίκα που φοράει ξανθιά περούκα και φακούς επαφής, που δίνουν στα μάτια της το χρώμα μια πράσινης βαθιάς θάλασσας. Την κοιτά για μια στιγμή έκθαμβος, σιωπηλός, και μετά την προσκαλεί μέσα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
Πλήρωσε προκαταβολικά για να την έχει μαζί του ολόκληρο το βράδυ και καθώς του περισσεύει ο χρόνος, καθόλου δε βιάζεται.
Της προσφέρει ένα ποτό. Το δέχεται. Μιλάνε για λίγο. Λέει εκκωφαντικά ψέματα ο ένας στον άλλο, αγγίζονται δήθεν τυχαία κι αθώα, γελούν και χαμογελούν, κι η ώρα γλυκά περνά. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Το ένα ποτό απαιτεί ένα ακόμη, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία στροβιλίζονται στην αγκαλιά του τέταρτου και πάει λέγοντας, κι αυτός κάποια στιγμή αρχίζει ν’ απορεί. Ν’ απορεί με τον εαυτό του. Ν’ απορεί που απολαμβάνει τόσο πολύ τη συντροφιά μιας πόρνης, κάποιας που σχεδιάζει να σκοτώσει. Ναι, εντάξει, αυτό το βλέπει πολύ καθαρά, παρά το θολωμένο του μυαλό, είναι όλη ένα ψέμα μεγάλο, ένα αίσχος, αλλά... για δες πόσο όμορφα χαμογελά! Για δες πόσο γλυκιά γίνεται με το δικό της παράξενο κι επαγγελματικά απόμακρο τρόπο!
Η οργή και η λαχτάρα, η τρυφερότητα και το μίσος, ο πόθος κι ο φόβος, αλλάζουν συνεχώς θέσεις στον ασυνάρτητο χάρτη του μέσα του. Θέλει να τη σκοτώσει. Θέλει να τη σκοτώσει εδώ και τώρα. Αλλά, δεν μπορεί. Όχι ακόμη. Του αρέσει ασυγχώρητα πολύ η παρέα της. Του αρέσει που τη νύχτα αυτή, της ζωής του την πιο σημαντική, είναι εκείνη η δούλα και η ερωμένη του, κάποια που ολοκληρωτικά του ανήκει. Θέλει να κάνει έρωτα μαζί της, όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – άγριο έρωτα. Θέλει να πραγματοποιήσει, τη στιγμή ετούτη που την έχει κοντά του ακόμη, ζωντανή, όλες του τις φαντασιώσεις. Θέλει να μάθει πόσο βρώμικο στ’ αλήθεια είναι το βρώμικο σεξ. Θέλει να γευτεί κάποιες σταγόνες μαζοχιστικής απόλαυσης. Της το λέει. Εκείνη συγκατανεύει μ’ ένα αδιάφορο βλέμμα. Είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Αλλά, τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Μοιάζουν λες να διαπερνάνε το φράγμα των δικών του και να κοιτάνε την ψυχή του γυμνή. Φοβάται! Προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει, να μην τον αφήσει να το καταλάβει, αλλά φοβάται. Λες; Λες να μάντεψε τι την περιμένει; Μάλλον όχι, αλλά δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει. Δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό. Αν καταλάβει τι ετοιμάζει για κείνη θα χάσει λίγη απ’ τη χαρά, απ’ την ικανοποίηση που τον περιμένει. Πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να διασκεδάσει τους φόβους της. Πρέπει όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε, και μόνο τότε, η εκδίκηση θα είναι γλυκιά.
Πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δύο απ’ τη γλυκιά μέθη, που μοιάζει να τους έχει καταβάλει, στην κρεβατοκάμαρα. Βάζει στο στερεοφωνικό να παίζει ένα παλιό ξένο τραγούδι και της ζητά ν’ αρχίσει να γδύνεται αργά, ακολουθώντας τους νωχελικούς του ρυθμούς. Τον υπακούει και καθώς χορεύει, σιγά-σιγά παίρνει να ξεχνά ολότελα τους φόβους και τις αναστολές της, μοιάζει να γίνεται αυτή που εκείνος τη θέλει να γίνει. Όλα, τελικά, θα πάνε καλά, σκέφτεται μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη, καθώς είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την παρακολουθεί. Τη συμπαθεί τη μικρή. Τη συμπαθεί ασυνήθιστα πολύ. Αλλά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Θα τη σκοτώσει. Για να τη σώσει. Για να τη σώσει απ’ την άθλια ζήση της. Για να τη βγάλει απ’ το βούρκο. Και για να σωθεί κι ο ίδιος απ’ τους εφιάλτες που τον τυραννάνε μια ολόκληρη ζωή.
Της επιτρέπει, δίχως φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, να τον δέσει χειροπόδαρα στο κρεβάτι, ακριβώς όπως επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Πρώτα έρχεται η απόλαυση και ύστερα η απόλυτη ευδαιμονία, σκέφτεται. Νιώθει λάβα καυτή την ανάσα της καθώς του φιλάει τ’ αυτί και του δαγκώνει το λαιμό, και προχωράει έμπειρα και έμπυρα και μεθοδικά προς τα κάτω. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται ολοκληρωτικά στην απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας, με την οποία τον φιλοδωρούν τα χάδια και τα φιλιά της. Νιώθει, τι παράξενο, ευτυχισμένος! Το κορμί του ολάκερο φωνάζει ότι είναι ευτυχισμένος... Το ταξίδι των χειλιών της στο παλλόμενο, παραλοϊσμένο, κορμί του συνεχίζεται. Ναι... σκέφτεται... Ναι... Ναι... Ωχ, όχι! Όχι, κραυγάζει φοβισμένος, αγριεμένος. Όχι...
Τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι τους η γυναίκα του την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από ένα τριήμερο διακοπών. Τα γεννητικά του όργανα μοιάζουν να έχουν αποκοπεί με βία περισσή απ’ το κορμί, ενώ μια χαρακιά από μαχαίρι, ή ίσως κι από ξυράφι, διατρέχει από πάνω ως κάτω, λες σαν θεού αιμάτινη οργή, ολόκληρο το στήθος.


Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Ο Φαφλατάς

Ένα ακόμη από τα εγκληματικά ασύστολα διηγήματά μου,
γι' αυτό το όμορφο βράδυ (για μένα, δηλαδή) Κυριακής

Πριν πολλά, πάρα πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουνα ακόμη στα σύνορα της νιότης με τη μέση ηλικία, η οργή αποτελούσε τον ένα και μοναδικό κανόνα στην καθημερινότητά μου. Ήμουνα μόνιμα κατσούφης και θυμωμένος, τα έβαζα με όλους και με όλα, και οι λίγοι φίλοι που ακόμη με ανέχονταν προσπαθούσαν να με βάλουν σε μια τάξη, αλλά μάταια. Πώς να το πετύχαιναν αυτό άλλωστε; Αφού, όπως και να το κάνουμε, είχα πάντα ή σχεδόν πάντα δίκιο στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, κι εκείνοι που συνήθως έβαζα στο στόχαστρό μου δεν ήταν παρά οι κοκόροι, οι ξερόλες κι οι φαφλατάδες – όλοι όσοι δηλαδή μου έμοιαζαν!
Τη θυμάμαι, λες και ήταν χθες, εκείνη τη βραδιά που συναντήθηκα μ’ εκείνους τους φίλους και δυο-τρεις άλλες άγνωστες σε μένα φάτσες, σε μια απ’ τις πολλές δήθεν παρακμιακές ταβέρνες, που διαθέτει η πόλη μας. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνες φορές που σταματούν να μιλούν για τους εαυτούληδές τους είναι όταν μιλούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Μια αηδία.
Μας πήρε, λοιπόν, μονότερμα. Μας μίλησε για τις αμέτρητες γυναίκες του, για τις απίστευτες περιπέτειες που έζησε, για τα ατέλειωτα μεθύσια και την αναμφισβήτητη μαγκιά του. Ήμασταν μια αντροπαρέα οκτώ ατόμων, αλλά η μοναδική φωνή που ακουγόταν ήταν η δικιά του. Στην αρχή είπα να το παίξω εκκωφαντικά αδιάφορος, αλλά μετά από αρκετή ώρα θέλοντας και μη -κι αφού, φαινομενικά, δεν είχα άλλη επιλογή- άρχισα να δίνω μια κάποια σημασία στα λόγια του και να τον παρατηρώ με το ειδικό μου βλέμμα, εκείνο που σφάζει. Τι ψεύτης! Τι φαφλατάς! Μας φλόμωσε στη μαλακία... σκεφτόμουνα καθώς εκείνος συνέχιζε το κρεσέντο του. Τα μάτια του πρόδιδαν, φώναζαν τη ψευτιά και το φόβο του, το φόβο μην αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενά του.
Πήρα να τον καρφώνω όλο και πιο έντονα με το βλέμμα, θέλοντας να του προκαλώ συνέχεια αμηχανία, και κάθε τόσο τα κατάφερνα, αφού που και που έχανε τα λόγια του, για λίγο κόμπιαζε, αλλά δεν του έπαιρνε και πολύ προτού να ξαναπιάσει όπως-όπως το νήμα της αφήγησης, εξασκημένος καθώς ήταν, προφανώς, στο ρόλο που του έλαχε να παίξει.
Ο αφόρητα πληκτικός μονόλογός του κράτησε, λες, για μια αιωνιότητα και διακοπτόταν μονάχα που και που από κάποιες ηλίθιες ερωτήσεις, αλλά και πανηλιθίες προπόσεις του στιλ Γεια σου, μάγκα μου ξερόλα... Ξερόλα αποκαλούσα από μέσα μου τον τυπάρα, που δεν έπαψε ούτε στιγμή σαν παραπονιάρικο γατί να... κελαηδεί.
Η ώρα περνούσε, αργά ή γρήγορα, το κρασί έρεε, και όσο το θείο ποτό χυνόταν μέσα μου, τόσο πιο πολύ εκνευριζόμουν με το ανεκδιήγητο εκείνο τομάρι, που ήταν δεν ήταν σαράντα χρόνων και είχε το θράσος να υποστηρίζει ότι τα είχε ζήσει πια όλα και έτσι δε φοβόταν τίποτα, ούτε και το θάνατο. Για κάτσε καλά, σκέφτηκα όταν άκουσα αυτή την τελευταία δήλωση και χαμογέλασα έκδηλα ειρωνικά. Εκείνος έπιασε την κίνησή μου στον αέρα, χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, για να το ξανασηκώσει αμέσως και ν’ αρχίσει να μιλά για το σεξ, ο πρωταθλητής. Τι είχαμε, τι χάσαμε!
Όπως λένε κάποιοι, κι εγώ διαφωνώ μαζί τους, όλα τα καλά πράγματα κάποτε φθάνουν στο τέλος τους, έτσι δεν άργησε να ’ρθει και το τέλος εκείνης της βραδιάς. Όλοι, καθώς πληρώναμε τον καθόλου παρακμιακό λογαριασμό, έμοιαζαν ολόκληροι να έχουν λουστεί στο φως της μεθυσμένης ευτυχίας. Για συμπαράσταση, δοξάστε με τον φιλάνθρωπο, υποδυόμουνα κι εγώ το μεθυσμένο, αφού τρία καραφάκια κρασί ούτε για ξέπλυμα των δοντιών δε με έφταναν τότε.
Αποχαιρετιστήκαμε -δίχως δάκρυα στα μάτια, οϊμέ- έξω απ’ την παρακμιακή πόρτα της ταβέρνας, δίνοντας μια αόριστη υπόσχεση να βρεθούμε – σε περίπτωση που θα χανόμασταν δηλαδή. Κίνησα πρώτος για το σπίτι μου, που δεν ήταν μακριά, με τα πόδια, περπατώντας πότε αργά πότε γρήγορα, κάθε τόσο παραπατώντας, συνεχίζοντας την παράσταση. Σαν έκοψα όμως τη στροφή άρχισα σχεδόν να τρέχω, αφού είχε καρφωθεί στο μυαλό μου μια σατανική ιδέα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι -ζούσα στο δεύτερο όροφο ενός μικρού αρχοντικού στην παλιά πόλη- ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά, μπήκα σα σίφουνας μέσα, άρπαξα το περίστροφο που είχα κρυμμένο στο πρώτο συρτάρι του γραφείου, κατέβηκα τρέχοντας κάτω, καβάλησα τη μηχανή μου και πήρα πάλι το δρόμο προς την ταβέρνα. Δε μου πήρε και πολλή ώρα να εντοπίσω το αμάξι του κύριου ξερόλα καθώς απομακρυνόταν. Το δόλιο το αυτοκίνητο, παρόλη τη μαγκιά του κατόχου του, κυλούσε αργά σαν αμαρτία.
Τον ακολούθησα από κάποια απόσταση, όπως στις παλιές αμερικάνικες ταινίες, χωρίς να περάσω ωστόσο δυο και τρεις φορές μπροστά απ’ το ίδιο σκηνικό. Σιγά-σιγά αφήσαμε τα χλωμά φώτα της πόλης με κατεύθυνση κάποιο απόμακρο, όπως νόμιζα, προάστιο. Χρόνο στη διάθεσή μου είχα απεριόριστο, κι έτσι γι’ αυτόν δε με έσκιαζε σκοτούρα καμιά – για κάτι άλλο ανησυχούσα, αν θα μ’ έφτανε η βενζίνη. Ωστόσο, εκείνη η καριόλα που θέλουν να αποκαλούν Θεά Τύχη ήταν με το μέρος μου, κι έτσι σύντομα τον είδα με μεγάλη, το λέω, ανακούφιση να στρίβει σ’ ένα σκοτεινό χωματόδρομο και να κατευθύνεται προς ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο σπίτι στη μέση του πουθενά, το οποίο μετά βίας διακρινόταν κάτω από το ξεψυχισμένο φως του φεγγαριού.
Έσβησα τη μηχανή και την άφησα να με κουβαλήσει έως εκεί που μπορούσε, την ακούμπησα με στοργή σχεδόν στο έδαφος και άρχισα να κινούμαι με αργά προσεκτικά βήματα προς το στόχο μου.
Τον είδα ν’ ανοίγει την εξώπορτα και να μπαίνει παραπατώντας και τρεκλίζοντας στο σπίτι, και την επόμενη στιγμή -δεν ξέρω γιατί, αλλά- έκπληκτος αντιλήφθηκα μια λάμπα να ανάβει και να ρίχνει φως στη μπαζωμένη αυλή. Σκυφτός-σκυφτός, σχεδόν μπουσουλώντας, πήρα να πλησιάζω όλο και πιο πολύ. Τότε, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα μια σκιά να κόβει φέτες το φως και έκανα μια αχρείαστη, όπως αποδείχτηκε, βουτιά στα ξερά χόρτα – ο καταδρομέας! Το κοκόρι είχε απλά βγει έξω για να καθίσει στη βεράντα. Αναστέναξα σιωπηλά και συνέχισα την ύπουλη, μυστική μου πορεία, μέχρι που σε μια ανύποπτη για κείνον στιγμή βρέθηκα μπροστά του, κρατώντας στα χέρια μου το αγαπημένο μου περίστροφο. Πιστέψτε με, σκότωσα πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, αλλά σε κανενός άλλου το πρόσωπο δεν αντίκρισα εκείνο τον αμίλητο τρόμο, που είδα να ζωγραφίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο δικό του. Πατώντας με ψυχρή ηρεμία τη σκανδάλη, άκουσα μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεσκίζει τα σωθικά, βγαίνοντας λες από τα βάθη των αιώνων, και είδα τον άγγελο του θανάτου -ναι, αυτόν που δε φοβόταν- να τον παίρνει αμέσως σχεδόν ευσπλαχνικά στην τρυφερή του αγκάλη. Λες και δεν ήμουν στ’ αλήθεια εκεί, σαν να παρακολουθούσα ολόκληρη τη σκηνή απ’ έξω και δεν είχα καμία απολύτως συμμετοχή στο δράμα, ένιωσα στη στιγμή να σχηματίζεται στα χείλη μου ένα σατανικό χαμόγελο.
Δίχως να βιάζομαι καθόλου έμεινα να τον παρατηρώ για ώρα και λίγο πριν το χάραμα πήρα και πάλι το δρόμο της επιστροφής για το φτωχικό μου. Ήταν μια από τις λίγες νύχτες της ζωής μου, που δεν είχα μεθύσει, και δε μετάνιωνα καθόλου γι’ αυτό, αφού είχα ζήσει μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες που θα μπορούσε ποτέ να ζήσει άνθρωπος.
Το ξημέρωμα με βρήκε πάνω απ’ τη μονάκριβη μου γραφομηχανή, δίπλα από ένα υπέροχο μπουκάλι Τζέιμσον, να γράφω αυτή την ιστορία.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ένας από τους κοινούς γνωστούς με ενημέρωσε ότι κάποιος είχε βρει τον ξερόλα νεκρό στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε πεθάνει, λέει, από ανακοπή καρδίας. Α, ναι, ξέχασα να σας πω ότι το περίστροφο ήταν άδειο!


Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Η Καλή Πεθερά

Την πιο κάτω ιστορία την είχα ανεβάσει στο μπλογκ με τα διηγήματά μου, το οποίο έχει βγει στη σύνταξη. Σήμερα είπα να την ανεβάσω κι εδώ ώστε να σας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσετε τον άλλο, τον σκοτεινό μου εαυτό. Καλή ανάγνωση...

Μου τόλεγε η καλή μου η πεθερά, αλλά εγώ ο βλάκας που να την ακούσω. Μην την παντρευτείς, παιδάκι μου, μου έλεγε. Μην την παντρευτείς. Αυτή είναι τρελή και θα σε τρελάνει και σένα. Κανείς δε γλίτωσε ποτέ απ’ τα νύχια της... Στ’ αλήθεια τότε πίστευα πώς με αντιπαθούσε η άγια εκείνη γυναίκα, πώς δεν ήθελε την αφεντιά μου για γαμπρό της και γι’ αυτό μου τα τσαμπουνούσε αυτά, για να ακυρώσει το γάμο μου με την κόρη της. Μα, έπεσα τόσο έξω, απόλυτα. Και τώρα, καθώς φέρνω στο νου μου τα παλιά, σκέφτομαι ξανά και ξανά πόσο στ’ αλήθεια πρέπει να μ’ αγαπούσε η καλή μου -ελαφρύ ας είναι το χώμα που τη σκεπάζει- για να προσπαθήσει να με προστατεύσει απ’ το βλαστάρι της.
Αλλά πλατειάζω. Το θέμα, το μόνο θέμα, είναι ότι είχε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. Η Χριστιάνα ήταν τρελή, για δέσιμο, απλά εγώ ο ηλίθια στραβωμένος απ’ τη γλύκα του έρωτα, δεν είχα μάτια για να το δω. Με είχε αποπλανήσει, απόλυτα. Με είχε κάνει ένα ψυχαναγκαστικό δούλο του σπαρταριστού της κορμιού, ένα πιόνι στα ευχάριστα άνομα παιχνίδια της λαγνείας της, τα οποία εγώ αντιμετώπιζα σαν τις αντανακλάσεις μιας όλο πάθος αγάπης που δεν ήταν εκεί. Όχι, ποτέ της δε μ’ αγάπησε, τώρα το ξέρω, παρ’ όλα όσα ζήσαμε μαζί, παρ’ όλα όσα μοιραστήκαμε, παρά το ότι η μοίρα, η μεγάλη εκείνη μπαγαπόντισσα, μας ευλόγησε με δύο υπέροχα παιδιά.
Ό,τι και να συνέβαινε, ό,τι κι αν έχει συμβεί, η Χριστιάνα ήταν πάντοτε η Χριστιάνα. Και είναι ακόμη. Ακόμη και τώρα που φτάσαμε στο μέχρι εδώ και μη παρέκει. Όλα όσα έγιναν, όλα όσα θα γίνουν, είμαι σίγουρος ότι τα προέβλεψε, πώς αποτελούν μέρος του σατανικού της σχεδίου. Όλα τα προετοίμαζε από καιρό, με κάθε λεπτομέρεια, θέλοντας να μου δώσει ύστερα από τόσους αιώνες μίσους και μίζερης ζωής τη χαριστική βολή, να με τιμωρήσει επειδή δεν ήμουν τελικά αυτός που ήθελε, επειδή δεν έγινα αυτός που υπολόγιζε. Λες και ήταν εκείνη το όνειρο που μου υποσχέθηκε.
Πέρασα δύσκολα χρόνια μαζί της. Πιο δύσκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Οι μοναδικές χαρές που μου χάρισε ήταν οι κορούλες μας, δύο άγγελοι με μια μέγαιρα για μάνα. Είναι και κάποιες στιγμές παθιασμένου έρωτα που αναπολώ με κάποια νοσταλγία. Αλλά, από κει και μετά, τίποτα. Απολύτως τίποτα. Η υπόλοιπη ζωή μου μαζί της ήταν ένα δράμα. Ένα δράμα κακογραμμένο και σ’ επανάληψη.
Με απατούσε. Κατ’ επανάληψη. Τη συγχωρούσα. Κατ’ επανάληψη. Με κτυπούσε και μ’ έβριζε. Κατ’ επανάληψη. Την ηρεμούσα. Κατ’ επανάληψη. Αυτοκτονούσε. Κατ’ επανάληψη. Αποτύγχανε. Κατ’ επανάληψη.
Πάντα έτσι ήταν αυτή, παιδάκι μου, που νάχει την κατάρα μου, μονολογούσε η δόλια η μάνα της. Μας έφερνε τους γκόμενους στο σπίτι απ’ τα δεκατρία της και δε σήκωνε κουβέντα. Και στα δεκαπέντε προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει, το βούρλο, μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Κατέβασε μια φούχτα ασπιρίνες, αλλά δε στάθηκαν αρκετές για να ξεκάνουν ετούτη την του διαόλου κάλτσα. Δεν ξέρω τι να σου πω, παιδάκι μου. Ίσως να ήταν της μοίρας σου γραφτό να δυστυχήσεις...
Ναι, έτσι ήταν. Της μοίρας μου γραφτό! Δέκα ολόκληρα κι οδυνηρά χρόνια ζήσαμε μαζί και στη διάρκειά τους δε θυμάμαι καν πόσες φορές προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει και με πόσους διαφορετικούς τρόπους. Τι χάπια υπνωτικά πήρε, τι βουτιές απ’ το μπαλκόνι έκανε, τι πτώσεις μπροστά από αυτοκίνητα, τι τις φλέβες της έκοψε... Η αλήθεια είναι ότι όντως προσπαθούσε πολύ να κόψει το νήμα της ζωής της, αλλά στο τέλος τέλος πάντα κάτι γινόταν και δεν τα κατάφερνε. Και για να σας πω το κρίμα μου, πρώτη φορά το εξομολογιέμαι αυτό, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πώς ήθελε στ’ αλήθεια να τα καταφέρει. Μάλλον για επίδειξη το έκανε, για να φωνάξει την τρέλα της, για να πει σε όλο τον κόσμο πόσο υπέφερε, πόσο πονεμένη ήταν, για να το παίξει μοιραία γυναίκα. Εντάξει, δεν είμαι κι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ετούτο το ξέρω στα σίγουρα: όταν κάποιος θέλει ν’ αυτοκτονήσει, απλά το κάνει. Έτσι δεν είναι;
Όπως και νάχει, έκανα υπομονή, για χάρη των παιδιών μας. Άντεχα την τρέλα της. Προσπαθούσα, όπως μπορούσα, με τα λειψά μου μέσα, να τη βοηθήσω, να την κάνω να έρθει στα συγκαλά της. Μα, που τέτοια τύχη. Δεν έπαιρνε από λόγια και παροτρύνσεις αυτή. Άσ’ την τρελή στην τρέλα της! με συμβούλευε η καλή μου η πεθερά, αλλά δεν την άκουγα. Την αγαπούσα ακόμη τη σιχαμένη. Όσα κι αν μου έκανε, όσα και αν υπέφερα εξ’ αιτίας της, και ήταν πολλά, ακόμη την αγαπούσα. Που θα πάει, θα της περάσει, σκεφτόμουνα, ηθελημένα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Ωστόσο, δεν της πέρασε. Κι έτσι -κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε η ίδια- πέτυχε το στόχο της. Έκανε το κόλπο γκρόσο της, μου κατάφερε το τελειωτικό κτύπημα.
Ήταν γύρω στις έντεκα χθες το βράδυ όταν καθόμουνα στο σαλόνι με μια μπύρα συντροφιά και παρακολουθούσα με αγωνία τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το παιχνίδι ήταν συναρπαστικό, αλλά στα ίσα του, στο μηδέν-μηδέν, μέχρι το τελευταίο σχεδόν λεπτό, όταν η ομάδα μου κέρδισε πέναλτι. Πάνω που ο παικταράς μου ήταν έτοιμος να το εκτελέσει, κόπηκε το ρεύμα. Ε, όπως ορθώς μαντέψατε, διαολίστηκα. Άρχισα να βρίζω τη ΔΕΗ, θεούς και δαιμόνους, την κυβέρνηση, τη μαύρη μου την τύχη, και τα λοιπά τραγικά, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι τα διπλανά διαμερίσματα είχαν φως και μόνο το δικό μας ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Πηγαίνω, λοιπόν, να ελέγξω μήπως έπεσε το αυτόματο και τι βλέπω λέτε; Τη Χριστιάνα ξαπλωμένη στο πάτωμα μ’ ένα κατσαβίδι στο χέρι, μπροστά από μια μαυρισμένη πρίζα. Προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει με ηλεκτροπληξία το βλαμμένο, αλλά για μία ακόμη φορά δεν τα κατάφερε. Ε, κι εγώ άνθρωπος είμαι, ηλίθιος αλλά άνθρωπος, τι κάνω, πήρα ανάποδες. Νιώθοντας να ξεχειλίζει από μέσα μου η οργή όλων αυτών των χρόνων, τη βούτηξα βίαια από χάμω κι άρχισα να την χτυπώ με δύναμη στον τοίχο. Μετά την έριξα και πάλι στο πάτωμα και την στραγγάλισα. Την σκότωσα για να ησυχάσω επιτέλους απ’ αυτήν, για να νιώσω κι εγώ ο δόλιος μιαν ώρα χαράς, για να λυτρωθώ απ’ την κατάρα της ύπαρξής της που με κατέτρεχε. Τι άλλο να έκανα, κυρ αστυνόμε; Τι άλλο; Τόσα χρόνια την ανέχτηκα, τόσα χρόνια υπέφερα για κείνη, τόσα παραστρατήματα της συγχώρεσα, ακόμη και τη ζωή μου της χάρισα, αλλά να χάσω τον τελικό; Να χάσω τον τελικό εξ’ αιτίας της; Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Πάρτε με, κυρ αστυνόμε! Βάλτε με στη φυλακή. Χειρότερη απ’ τη ζωή μου μαζί της αποκλείεται να είναι. Και αυτό που θα σας πω, γράψτε το στα κιτάπια: δεν μετανιώνω γι’ αυτό που έκανα. Καθόλου δε μετανιώνω. Τουλάχιστον δε θα μεγαλώσουν τα αγγελούδια, τα κοριτσάκια μου, έχοντας σαν ζωντανό παράδειγμα εκείνη τη μουρλή. Το ξέρω, βαρύ είναι το τίμημα, μα εδώ που μ’ έχει φέρει εκείνη η συφοριασμένη, είμαι περισσότερος από πρόθυμος να το πληρώσω.
Αχ, γιατί να μη σε άκουγα τότε, καλή μου πεθερούλα, γιατί να μη σε πίστευα!


Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Ζωντανός

Πόσο παράξενη είναι η ζωή! Και πόσο παράξενοι είμαστε στ’ αλήθεια όλοι εμείς, οι άνθρωποι, που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ στην ουσία ελάχιστα είναι εκείνα που δε μας διαφεύγουν – τακτικοί μαθητές της άγνοιας.

Πίστευε ότι είχε βάλει πια μια τάξη στη μέχρι τότε ασυνάρτητη και δίχως πυξίδα ζωή του, πώς είχε χαράξει πορεία. Όλα από τώρα και στο εξής θα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, θ’ ακολουθούσαν το νοητικό του σχεδιάγραμμα, τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε να ανατρέψει το ρου της προσωπικής του ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό πίστευε. Και μετά ξύπνησε.

Τη γνώριζε από καιρό πολλή, αλλά δεν την ήξερε, δεν ενδιαφερόταν να μάθει ποια ήταν. Την έβλεπε μόνο επιφανειακά, δε νοιαζόταν για το χαρακτήρα της, πίστευε πώς ήταν μία ακόμη γυναίκα που δεν είχε απολύτως τίποτα να πει. Ίσως να έφταιγε η διαφορά ηλικίας, ίσως οι νευρικές και ώρες-ώρες ακατανόητές της κινήσεις, ίσως και το ότι δεν κάθισε ποτέ να μιλήσει μαζί της στα σοβαρά. Όχι! Όχι, ψέματα λέω, η αιτία ήταν μία και μοναδική: η ξεροκεφαλιά του. Ή μάλλον δύο, αν προσθέσουμε και την τάση του να κρίνει με την πρώτη ματιά τους ανθρώπους, να τους βάζει σ’ ένα καλούπι, να τους κατηγοριοποιεί, δίχως να μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει τι πιθανόν κρύβεται πίσω από το καλά σχεδιασμένο τους περιτύλιγμα.
Όπως και νάχει, ο χρόνος κι η μοίρα έφεραν τα πράγματα έτσι, ώστε να τη δει για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν, ακριβώς σ’ ένα από τα πιο σημαντικά σταυροδρόμια της ζωής του, με αποτέλεσμα να έρθουν όλα τούμπα. οι βεβαιότητες να καταρρεύσουν, τα πιστεύω του όλα να ανατραπούν.
Τι ήταν εκείνο, το τόσο συνταρακτικό γεγονός, που την έκανε έτσι ξαφνικά να φαντάζει ελκυστική κι ενδιαφέρουσα στο ελιτιστικό του βλέμμα; Απλά, τον εμπιστεύτηκε. Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί, αλλά τον εμπιστεύτηκε. Μια μεθυσμένη και υγρή βραδιά του Αυγούστου, κάθισε και του είπε όλα της τα μυστικά, ξεγύμνωσε την ψυχή της μπρος στα μάτια του. Όχι, δε μιλούσε το ποτό, δεν είχε τη δύναμη, εκείνη μιλούσε, από καρδιάς, κι ελευθέρωνε ένα χείμαρρο πόνου, ανασφάλειας και αγωνίας, που κρατούσε μέσα της -όπως έδειχνε- από πολλή καιρό, να ξεχυθεί με προορισμό τα δικά του αυτιά, τη δική του ψυχή που μέχρι εκείνη, τη μοναδική στιγμή, την περιφρονούσε. Τον άφησε σιωπηλό, αποσβολωμένο, χαμένο στον ψεύτικο κόσμο των βεβαιοτήτων του, να την κοιτά και να απορεί, ανίκανο να πιστέψει ότι άδειασε τα σώψυχά της σε κείνον, το μικρό, τον υποκριτή, τον ανάξιο.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να τη νιώθει όλο και πιο κοντά του, δίπλα του, μέσα του, να διαφεντεύει τους ήχους και τις σιωπές του. Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να τη σκέφτεται και να χαμογελά μ’ ελπίδα, τα μοναχικά πρωινά και τις ανέραστες νύχτες του. Που θα με βγάλει αυτό, άραγε; ρωτούσε απεγνωσμένα τον εαυτό του. Η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα του δεν ήθελε να τον βγάλει πουθενά. Ήθελε να συνεχίσει να ζει για λίγο ακόμη καιρό την ίδια μίζερη κι ανέραστη ζωή, τη δίχως χαρές, αρώματα και όνειρα, και μετά να προχωρήσει με τα σχέδιά του. Όσο για κείνη, μόνο εμπόδιο θα μπορούσε να του σταθεί, ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Αλλά, τη σκεφτόταν, τη σκεφτόταν όλο και πιο πολύ, κι έτσι, ασυναίσθητα, πήρε να πέφτει σιγά-σιγά στην παγίδα του έρωτα, ν’ αφήνει τις άμυνές του να υποχωρούν, τα τείχη της περιχαρακωμένης του ύπαρξης να γκρεμίζονται, την καθημερινότητά του ν’ αλλάζει, ν’ αποκτάει χρώματα. Το γκρίζο άρχισε να υποχωρεί, η μοναξιά πήρε να μένει ασυγχώρητα μόνη, μέρα με τη μέρα χαμογελούσε όλο και πιο πολύ, κι ένιωθε να τον πλημμυρίζει ένα νέο συναίσθημα ζωής.
Εκείνη, άργησε πολύ ν’ αντιληφθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έβλεπε τις αλλαγές πάνω του, χαιρόταν γι’ αυτόν, αλλά δεν της πέρασε ούτε στιγμή απ’ το μυαλό η ιδέα ότι οφείλονταν στην ίδια. Της άρεσε πάντως πολύ ο καινούριος του εαυτός, αυτός ο ξένος που πήρε να γίνεται γνωστός κι αγαπητός -ο πρόσχαρος, ο τρυφερός, ο ευγενικός- και κάποτε, όχι πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά, άρχισε κι εκείνη να τον ερωτεύεται.
Για αρκετό καιρό, ωστόσο, δε συνέβηκε τίποτα μεταξύ τους. Απλά άρχισαν να βγαίνουν πιο συχνά οι δυο τους, μόνοι ή και με παρέα, να μιλούν όλο και πιο πολύ -για ώρες ατέλειωτες- στο τηλέφωνο, να κτίζουν μια όμορφη ζεστή σχέση -βασισμένη στις κοινές αλήθειες και τις σιωπές τους- που άφηνε υποσχέσεις για το μέλλον. Όσο για τα μεγάλα του σχέδια, αυτά είχαν μπει πια για τα καλά στην κατάψυξη.
Ήταν μια δροσερή βραδιά προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, στην αυλή μιας μπυραρίας, όταν κατάφερε επιτέλους να της εκφράσει τον παραζαλισμένο του έρωτα. Εκείνη ένιωσε ευχάριστα έκπληκτη, κρυφά πολύ ευτυχισμένη, το μέσα και το έξω της ολόκληρα χαμογελούσαν, αλλά πάντοτε -λόγω μιας μίζερης συνήθειας- καχύποπτη, ήθελε να τον ρωτήσει για πράματα και θάματα, να τον ανακρίνει κανονικά μέχρι να σιγουρευτεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Προτού, όμως, προλάβει καν ν’ ανοίξει το στόμα της για να κάνει την ερώτηση, μία ερώτηση ζωτική –θέλοντας να μάθει το μεγάλο Γιατί- έσπευσε, μαντεύοντας την σκέψη της, να της απαντήσει προκαταβολικά.
Με κάνεις και νιώθω ζωντανός! της είπε.
Χαμογέλασαν. Η νύχτα προμηνυόταν μικρή, τέλεια και ατελείωτη.

Σάββατο 19 Απριλίου 2008

Το δώρο που δεν περίμενε

Συνέχεια από το προηγούμενο:
Αυτή θα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μέρες της ζωής του, αν όχι η πλέον σημαντική. Αυτό το πίστευε με όλη του την ψυχή. Σήμερα θα ζητούσε από την αγαπημένη του, από τη νέα του αγαπημένη, να γίνει η γυναίκα του, αυτή με την οποία θα μοιραστεί της ζωής του το υπόλοιπο, κι ας μην την ξέρει και τόσο καλά. Το έχει πια πάρει οριστικά απόφαση ότι έφτασε, επιτέλους, η μέρα να νοικοκυρευτεί. Δε θα το έκανε ίσως ποτέ αυτό, αν δεν έτρωγε πρώτα μια μεγάλη χυλόπιτα. Αν κι εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς χυλόπιτα. Απλά το κορίτσι του, το πανέμορφο εκείνο κι αισθησιακό κορίτσι, το καλύτερο που γνώρισε ποτέ, τον παράτησε στα κρύα του λουτρού – κι αυτό ποτέ του δεν περίμενε να συμβεί. Αν δεν ήταν εκείνος ο καταραμένος, αν δεν τους τα χαλούσε όλ’ αυτός, θα ήταν ακόμη μια χαρά μεταξύ τους. Αλλά, είναι πια πολύ αργά για δάκρια. Πρέπει να συνεχίσει με τη ζωή του και θα το κάνει. Θα γίνει και πάλι πολύ ευτυχισμένος, όπως όταν ήταν μαζί της.
Τώρα, είναι στο γραφείο του και περπατάει πάνω κάτω, λίγο ανήσυχος και μυστικά αναστατωμένος. Ανυπομονεί! Πότε θα περάσει η ώρα... Πότε θα βρεθεί κοντά της... Πότε θα της ζητήσει να τον παντρευτεί... Απορεί! Απορεί κι αγωνιά για το πώς θα αντιδράσει εκείνη. Αν και κατά βάθος ξέρει, μέσα του το νιώθει, θα δεχτεί αμέσως. Που να βρει, άλλωστε, καλύτερο από εκείνον, που και πλούσιος πολύ, και όμορφος, και πανέξυπνος είναι.
Είναι αργά το απόγευμα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, αλλά όχι της βροχής. Σε λίγο θα πάρει να βραδιάζει και τ’ αστέρια θ’ αγωνιστούν, αλλά δε θα καταφέρουν να πάρουν τη θέση που τους αναλογεί στο στερέωμα. Ο κόσμος στο γραφείο παίρνει να αραιώνει. Κάθε τόσο η γραμματέας του, και περιστασιακή ερωμένη, εμφανίζεται στην πόρτα και τον ρωτά κάτι, του υπενθυμίζει κάτι, του λέει να σχολάσει, αφού δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεται ακόμη εκεί. Εκείνος, την ακούει δεν την ακούει, αφού το μυαλό του ταξιδεύει στο αύριο, στο ξεχωριστό κι ονειρικό του αύριο, που όλο και πιο πολύ, ανάσα την ανάσα, λεπτό το λεπτό, πλησιάζει. Όχι, δε θέλει να φύγει τώρα από κει. Δε θέλει να πάει στο σπίτι του. Δε θέλει να μείνει ούτε στιγμή απόλυτα μόνος. Αν το κάνει, τότε ο χρόνος θ’ αρχίσει να περνά ακόμη πιο αργά, οι σκέψεις πιο σκληρά θα τον στοιχειώνουν, η αγωνία πιο άγρια θα θεριεύει στο μέσα του.
Σκέφτεται το χθες. Το χθες που στα μάτια του φαντάζει τόσο απτό όσο κι απόμακρο. Μετανιώνω, άραγε, γι’ αυτό που έγινε; αναρωτιέται. Μετανιώνει; Μα, αυτός δε μετάνιωσε ποτέ και για τίποτα, μέχρι τώρα, στην άθλια μικρή ζωή του. Αλλά, να, όσο νάναι, το πρώην κορίτσι του λείπει -αφάνταστα, απροσδόκητα- πολύ. Αν μη τι άλλο εκείνη είχε κότσια, κανένα δε φοβόταν, και απέδειξε περίτρανα ότι δεν τον ήθελε για τα λεφτά του, αλλά γι’ αυτό που νόμιζε πώς ήταν. Μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια, το καλά κρυμμένο μυστικό του. Αλλά, τάχατες, φταίει αυτός ο δόλιος γι’ αυτό που έγινε, γι’ αυτό που κατάντησε; Όχι, καθόλου! Οι γονείς του φταίνε, αυτοί φταίνε για όλα. Που τον κακομάθανε. Που του μάθανε καλά τους τρόπους της δόλιας της κοινωνίας και όχι της αλήθειας. Που του είπανε ότι το χρήμα είναι το μόνο που μετράει σε τούτη τη ζωή – το χρήμα κι η εικόνα.
Έξω σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης φέγγουν χλωμά, τα αυτοκίνητα σκίζουν ορμητικά τα σκοτάδια της ασφάλτου κι οι περαστικοί κινούν βιαστικά για το άγνωστο νυχτερινό τους πεπρωμένο. Το κτήριο μοιάζει να είναι τώρα εντελώς άδειο από σώματα και ταλαίπωρες ψυχές, παραδομένο στη σιωπή. Μόνο εκείνος και η πιστή του -όσο παίρνει- γραμματέας είναι εκεί, σαν τα απομεινάρια μίας ακόμη ανούσιας μέρας. Κοιτώντας από το διαφανή γυάλινο τοίχο του γραφείου του, βλέπει ένα υπάλληλο εταιρείας μεταφορών να κάνει την εμφάνισή του από τον ανελκυστήρα και να κατευθύνεται προς την κοπέλα. Της δίνει ένα δέμα, παίρνει την υπογραφή της και βαριεστημένα αποχωρεί. Κι εκείνη, σηκώνεται απ’ το γραφείο της, έρχεται και του παραδίδει, μ’ ένα ερωτηματικό να της ζωγραφίζει το πρόσωπο. Δεν ξέρει τι να της πει, αφού δεν περιμένει τίποτα, από κανένα. Το κοιτάει για λίγο απορημένος. Τι να είναι άραγε; Μάλλον κάτι ασήμαντο. Αφού, έτσι κι αλλιώς, το πιο σημαντικό δέμα, κουτάκι μάλλον, της ζωής του, βρίσκεται στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Καθώς το ανοίγει σιγά-σιγά και πολύ προσεκτικά, αρχίζει να χαμογελάει, μια σκέψη όμορφη του χαϊδεύει το μυαλό. Θα είναι μάλλον ένα δώρο απ’ την αγαπημένη. Αλλά, δεν είναι. Βλέποντας το περιεχόμενο, αφήνει μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεφύγει απ’ τα στήθια και νιώθει να του κόβεται η ανάσα. Μετά βίας στέκεται στα πόδια του και δε λιποθυμάει. Αδύνατον! αναφωνεί. Αδύνατον! Στα χέρια του κρατά τα παπούτσια που του έχεσε ο Μανόλης.