Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δώρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δώρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Κάτι που να την εκφράζει

Ήθελε να κάνει κάτι, κάτι μικρό αλλά συνάμα συνταρακτικό, κάτι που λίγο πολύ να την εκφράζει, αλλά τι; Ήταν τόσο πολλά εκείνα που μιλούσαν για την ψυχή της, για το ποια στ’ αλήθεια ήταν ή και δεν ήταν, που δεν ήξερε τι να πρωτοδιαλέξει. Ω, μέσα της επικρατούσε σύγχυση, μια σύγχυση γλυκιά. Την περίμενε τόσο πολλή καιρό και με τόση αγωνία ετούτη τη μέρα και τώρα, που επιτέλους έφτασε, απλά δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει. Ν’ αποφασίσει τι μορφή θα είχε, τι μορφή θα έπαιρνε το δώρο, το ακριβό, που θα έκανε στον εαυτό της.
Οι επιλογές οδυνηρά κι ευχάριστα πολλές, όπως κι εκείνες της ζωής άλλωστε, κι εκείνη να στέκεται εκεί και να τις παρατηρεί, να τις μελετά προσεκτικά τη μια μετά την άλλη και να μην μπορεί να κατασταλάξει. Μα, πάντα έτσι ήτανε αυτή, από μικρό παιδί, αναποφάσιστη. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και φοβητσιάρα. Ό,τι και να έκανε στη ζωή της, το έκανε με προσοχή περισσή και βαθιά περίσκεψη, πάντα έχοντας κατά νου το τι θα πούνε οι άλλοι. Οι άλλοι: το μέτρο σύγκρισης, η δυστυχία της. Ήθελε να κάνει έρωτα στα δεκάξι, έκανε στα δεκαεννιά. Ήθελε να ταξιδέψει πολύ, ταξίδεψε λίγο. Ήθελε να κάνει μεγάλα πράγματα, αλλά τα τριάντα χρόνια της ζωής της τα ξόδεψε όλα σε μια σχεδόν απαράλλακτη ρουτίνα καθημερινού θανάτου. Ήθελε να κάνει όνειρα και -όπως της έλεγε ένας φίλος- έκανε μπουγάδα. Δεν ήταν αυτή που ήθελε. Δεν έγινε αυτή που ήθελε να γίνει.
Και τώρα, τη μέρα αυτή, την καταραμένη και ευλογημένη των γενεθλίων της, τη μέρα που το είχε πάρει απόφαση ότι θα κάνει μια νέα αρχή στη ζωή της, ένιωθε τον παλιό και μόνιμο φόβο να της τρώει τα σωθικά. Φοβόταν ότι δε θα μπορούσε να κολυμπήσει σε άγνωστα νερά, φοβόταν ότι αν ξέφευγε απ’ τη ρουτίνα της θα χανόταν, φοβόταν ότι θα ήταν αδύνατον να περπατήσει σε μη καλά χαραγμένα μονοπάτια, να σκαρφαλώσει σε αχαρτογράφητους ουρανούς, φοβόταν πώς δεν είχε τις δυνάμεις να κάνει τα όνειρά της, τα δειλά της όνειρα, πραγματικότητα.
Στεκόταν μπροστά από τη βιτρίνα σχεδόν ακίνητη, σαν άγαλμα, χάζευε τα σχέδια και τ’ αντικείμενα, και ταξίδευε με ασταθείς ταχύτητες στο μέσα της κόσμο, και τα έβαζε με τους προαιώνιους δαίμονές της, αυτούς που δεν την άφηναν ποτέ να ευτυχήσει, που δεν της επέτρεπαν να βρει τη δική της ρώτα στη ζωή. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, κάποιοι την σκουντούσαν σκόπιμα ή τυχαία, κάποιοι την παρατηρούσαν με χαμόγελα ειρωνικά κι άλλοι της θλίψης, αλλά αυτή τίποτα δεν καταλάβαινε, η μάχη μέσα της λεπτό το λεπτό γίνονταν όλο και πιο σκληρή, ωδή στην ψυχολογική βία.
Κάπου-κάπου έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε, σχεδόν απεγνωσμένα, να δει την εικόνα που τόση ώρα αναζητούσε να υλοποιείται στο μέσα της βλέμμα, αλλά εκείνη δεν της έκανε το χατίρι. Το ήξερε! Το ήξερε καλά πώς σήμερα έπρεπε να κάνει το μεγάλο βήμα, αλλιώς δε θα το έκανε ποτέ, μία ακόμη ευκαιρία θα πήγαινε χαμένη, κι ίσως να ήταν η στερνή. Ένιωθε ότι το μέλλον της όλο κρεμόταν από μια απόφαση της στιγμής, εκείνης της στιγμής.
Άνοιγε τα μάτια και οι απροσκάλεστες κι ανεπιθύμητες εικόνες της πραγματικής ζωής επέστρεφαν εκρηκτικές. Η λύση, σε όλα τα ερωτήματα, σε όλα τα προβλήματα, βρισκόταν εκεί, μπροστά της, στη μορφή που αποκτούσε μπρος στα μάτια της οντότητα στη βιτρίνα, αλλά που η ίδια πεισματικά έδιωχνε, αφού δεν της άρεσε. Όχι, δεν είναι έτσι ο κόσμος μου, δεν είμαι έτσι εγώ, ψιθύριζε, μονολογούσε.
Εκείνη, ωστόσο, η εικόνα συνέχισε να επιστρέφει ξανά και ξανά, όλο και πιο επιδειχτικά επίμονα, στα μάτια του μυαλού της, μέχρι που έκαμψε τις αντιστάσεις της, μέχρι που την έκανε να πιστέψει στ’ αλήθεια ότι άλλη καμία δε θα μπορούσε να μιλήσει με καλύτερο και πιο άμεσο τρόπο για το ποια ήταν.
Κάποτε, λοιπόν, το πήρε απόφαση και με βήμα ταχύ και σίγουρο μπήκε στο μαγαζί, που τόσο ώρα έβλεπε μα δεν παρατηρούσε, κάθισε πάνω σε μια παλιά ψάθινη καρέκλα, και πήρε να περιμένει με υπομονή πολλή τη σειρά της, που δε θ’ αργούσε να ’ρθει, αφού όλα κι όλα δύο ακόμη άτομα βρίσκονταν στο μικρό χώρο αναμονής.
Καθώς περίμενε, άρχισε σιγά-σιγά να ζωγραφίζεται στα χείλη της ένα δειλό χαμόγελο. Και όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο έφτιαχναν τα κέφια της, με αποτέλεσμα ύστερα από λίγο να επιτρέψει στον εαυτό της να παραδοθεί σ’ ένα δυνατό λυτρωτικό γέλιο, ένα γέλιο συνταρακτικό που της έφερε για πρώτη φορά μετά από χρόνια δάκρυα στα μάτια. Θα τρελαθούν όταν δούνε τι δώρο αποφάσισα να κάνω στον εαυτό μου, σκεφτόταν και χαμογελούσε, και θα με πουν τρελή, συμπλήρωνε και γελούσε με την ψυχή της. Οι άλλοι δύο θαμώνες, θέλοντας και μη, και χωρίς να έχουν καμία απολύτως ιδέα τι ήταν τόσο αστείο, δεν μπορούσαν παρά πρόθυμα να συμβαδίσουν μαζί της στο παραλήρημα εκείνο της ευτυχίας, τραντάζοντας τα ντουβάρια με την ξεκαρδιστική εκκωφαντική τους συμφωνία.Όταν ήρθε επιτέλους η σειρά της, κάθισε σ’ ένα χαμηλό σκαμπό κι αφέθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη στα χέρια της ειδικού. Τρεις ώρες αργότερα, λίγο πονεμένη μα και πολύ χαρούμενη, βγήκε στον έξω κόσμο, το μισητό, τον πραγματικό, κάποια άλλη. Ολόκληρη την ωμοπλάτη της κάλυπτε ένα τεράστιο τατουάζ. Με τα φτερά της νυχτερίδας θ’ απογειωνόταν για τη νέα ζωή.

Σάββατο 19 Απριλίου 2008

Το δώρο που δεν περίμενε

Συνέχεια από το προηγούμενο:
Αυτή θα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μέρες της ζωής του, αν όχι η πλέον σημαντική. Αυτό το πίστευε με όλη του την ψυχή. Σήμερα θα ζητούσε από την αγαπημένη του, από τη νέα του αγαπημένη, να γίνει η γυναίκα του, αυτή με την οποία θα μοιραστεί της ζωής του το υπόλοιπο, κι ας μην την ξέρει και τόσο καλά. Το έχει πια πάρει οριστικά απόφαση ότι έφτασε, επιτέλους, η μέρα να νοικοκυρευτεί. Δε θα το έκανε ίσως ποτέ αυτό, αν δεν έτρωγε πρώτα μια μεγάλη χυλόπιτα. Αν κι εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς χυλόπιτα. Απλά το κορίτσι του, το πανέμορφο εκείνο κι αισθησιακό κορίτσι, το καλύτερο που γνώρισε ποτέ, τον παράτησε στα κρύα του λουτρού – κι αυτό ποτέ του δεν περίμενε να συμβεί. Αν δεν ήταν εκείνος ο καταραμένος, αν δεν τους τα χαλούσε όλ’ αυτός, θα ήταν ακόμη μια χαρά μεταξύ τους. Αλλά, είναι πια πολύ αργά για δάκρια. Πρέπει να συνεχίσει με τη ζωή του και θα το κάνει. Θα γίνει και πάλι πολύ ευτυχισμένος, όπως όταν ήταν μαζί της.
Τώρα, είναι στο γραφείο του και περπατάει πάνω κάτω, λίγο ανήσυχος και μυστικά αναστατωμένος. Ανυπομονεί! Πότε θα περάσει η ώρα... Πότε θα βρεθεί κοντά της... Πότε θα της ζητήσει να τον παντρευτεί... Απορεί! Απορεί κι αγωνιά για το πώς θα αντιδράσει εκείνη. Αν και κατά βάθος ξέρει, μέσα του το νιώθει, θα δεχτεί αμέσως. Που να βρει, άλλωστε, καλύτερο από εκείνον, που και πλούσιος πολύ, και όμορφος, και πανέξυπνος είναι.
Είναι αργά το απόγευμα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, αλλά όχι της βροχής. Σε λίγο θα πάρει να βραδιάζει και τ’ αστέρια θ’ αγωνιστούν, αλλά δε θα καταφέρουν να πάρουν τη θέση που τους αναλογεί στο στερέωμα. Ο κόσμος στο γραφείο παίρνει να αραιώνει. Κάθε τόσο η γραμματέας του, και περιστασιακή ερωμένη, εμφανίζεται στην πόρτα και τον ρωτά κάτι, του υπενθυμίζει κάτι, του λέει να σχολάσει, αφού δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεται ακόμη εκεί. Εκείνος, την ακούει δεν την ακούει, αφού το μυαλό του ταξιδεύει στο αύριο, στο ξεχωριστό κι ονειρικό του αύριο, που όλο και πιο πολύ, ανάσα την ανάσα, λεπτό το λεπτό, πλησιάζει. Όχι, δε θέλει να φύγει τώρα από κει. Δε θέλει να πάει στο σπίτι του. Δε θέλει να μείνει ούτε στιγμή απόλυτα μόνος. Αν το κάνει, τότε ο χρόνος θ’ αρχίσει να περνά ακόμη πιο αργά, οι σκέψεις πιο σκληρά θα τον στοιχειώνουν, η αγωνία πιο άγρια θα θεριεύει στο μέσα του.
Σκέφτεται το χθες. Το χθες που στα μάτια του φαντάζει τόσο απτό όσο κι απόμακρο. Μετανιώνω, άραγε, γι’ αυτό που έγινε; αναρωτιέται. Μετανιώνει; Μα, αυτός δε μετάνιωσε ποτέ και για τίποτα, μέχρι τώρα, στην άθλια μικρή ζωή του. Αλλά, να, όσο νάναι, το πρώην κορίτσι του λείπει -αφάνταστα, απροσδόκητα- πολύ. Αν μη τι άλλο εκείνη είχε κότσια, κανένα δε φοβόταν, και απέδειξε περίτρανα ότι δεν τον ήθελε για τα λεφτά του, αλλά γι’ αυτό που νόμιζε πώς ήταν. Μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια, το καλά κρυμμένο μυστικό του. Αλλά, τάχατες, φταίει αυτός ο δόλιος γι’ αυτό που έγινε, γι’ αυτό που κατάντησε; Όχι, καθόλου! Οι γονείς του φταίνε, αυτοί φταίνε για όλα. Που τον κακομάθανε. Που του μάθανε καλά τους τρόπους της δόλιας της κοινωνίας και όχι της αλήθειας. Που του είπανε ότι το χρήμα είναι το μόνο που μετράει σε τούτη τη ζωή – το χρήμα κι η εικόνα.
Έξω σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης φέγγουν χλωμά, τα αυτοκίνητα σκίζουν ορμητικά τα σκοτάδια της ασφάλτου κι οι περαστικοί κινούν βιαστικά για το άγνωστο νυχτερινό τους πεπρωμένο. Το κτήριο μοιάζει να είναι τώρα εντελώς άδειο από σώματα και ταλαίπωρες ψυχές, παραδομένο στη σιωπή. Μόνο εκείνος και η πιστή του -όσο παίρνει- γραμματέας είναι εκεί, σαν τα απομεινάρια μίας ακόμη ανούσιας μέρας. Κοιτώντας από το διαφανή γυάλινο τοίχο του γραφείου του, βλέπει ένα υπάλληλο εταιρείας μεταφορών να κάνει την εμφάνισή του από τον ανελκυστήρα και να κατευθύνεται προς την κοπέλα. Της δίνει ένα δέμα, παίρνει την υπογραφή της και βαριεστημένα αποχωρεί. Κι εκείνη, σηκώνεται απ’ το γραφείο της, έρχεται και του παραδίδει, μ’ ένα ερωτηματικό να της ζωγραφίζει το πρόσωπο. Δεν ξέρει τι να της πει, αφού δεν περιμένει τίποτα, από κανένα. Το κοιτάει για λίγο απορημένος. Τι να είναι άραγε; Μάλλον κάτι ασήμαντο. Αφού, έτσι κι αλλιώς, το πιο σημαντικό δέμα, κουτάκι μάλλον, της ζωής του, βρίσκεται στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Καθώς το ανοίγει σιγά-σιγά και πολύ προσεκτικά, αρχίζει να χαμογελάει, μια σκέψη όμορφη του χαϊδεύει το μυαλό. Θα είναι μάλλον ένα δώρο απ’ την αγαπημένη. Αλλά, δεν είναι. Βλέποντας το περιεχόμενο, αφήνει μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεφύγει απ’ τα στήθια και νιώθει να του κόβεται η ανάσα. Μετά βίας στέκεται στα πόδια του και δε λιποθυμάει. Αδύνατον! αναφωνεί. Αδύνατον! Στα χέρια του κρατά τα παπούτσια που του έχεσε ο Μανόλης.