Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διλήμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διλήμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 5

«Σαν κουνούπι, που σου πίνει σιγά-σιγά, γουλιά-γουλιά το αίμα είν’ ο χρόνος...»
«Σαν κουνούπι!»
Κάθονται η Βασιλική και η Δανάη, κάθονται και πάλι και συζητάνε, και της ζωής τα καμώματα τα φιλοσοφούνε. Ο ήλιος σήμερα λάμπει αφόρητα, λες και θέλει να τους φωνάξει το ζήτω της ύπαρξης, αλλά αυτές κλεισμένες στη βιτρίνα μιας κεντρικής και πολύ μοδάτης καφετέριας δε μοιάζουν ν’ ακούνε το κάλεσμά του. Παρατηρούνε μόνο πού και πού τους περαστικούς, προσπαθούνε ν’ ανακαλύψουν και σ’ αυτούς, τους εμφανώς ανυποψίαστους, τα σημάδια του πόνου, της δυστυχίας.
«Τελικά, κανείς δεν είναι καλά, Δανάη!»
«Μην προβάλλεις τη θλίψη σου στους άλλους, καλή μου. Όλα είναι σχετικά...»
«...και άσχετα.»
«Και άσχετα!»
Κοιτά προσεχτικά τη φίλη της. Όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο ραγισμένη της φαίνεται η Βασιλική. Λες κι έχει χάσει τη θέλησή της για ζωή. Κι όμως, ακόμη είναι νέα κι όμορφη πολύ. Τη νιώθει. Νιώθει το σαράκι που της τρώει σάρκα και ψυχή. Τη νιώθει, αλλά δεν την καταλαβαίνει. Καθόλου! Ή, μάλλον, σχεδόν καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πια το κόλλημά της μ’ αυτόν τον άνθρωπο. τον Αντρέα. Εντάξει, είναι ελκυστικός, καταφερτζής, πολύ καλός με τα λόγια, αλλά... Αλλά, πρέπει να τον ξεχάσει.
«Μη φοβάσαι,» μου έλεγε, «τίποτα δε θα πάει καλά!» και γελούσε. «Ήταν προφήτης, μα δεν τον ήξερε,» τη βγάζει εκείνη απ’ τις σκέψεις της.
«Κι εσύ το ήξερες ότι κάποτε θα ερχόταν το τέλος, αλλά δεν ήθελες να το παραδεχτείς.»
«Δε μου αρέσει να μαντεύω δεινά. Προτιμώ να τα ζω από πρώτο χέρι.»
«Μα, τόσο σε μισείς πια;»
«Δεν είναι ότι με μισώ, Δανάη. Είναι ότι απλά... απλά, άλλοτε δούλευα σκληρά για να ζήσω, τώρα για να πεθάνω.»
«Για έναν άντρα;»
«Για μένα.»
«Για να σωθείς απ’ τον εαυτό σου.»
«Για να σώσω τους άλλους από μένα.»
«Είσαι υπέροχο πλάσμα, Βασιλική, γιατί δεν ανοίγεις επιτέλους τα μάτια για να το δεις, όπως το βλέπουν οι άλλοι, για να το παραδεχτείς;»
«Μα, θαρρώ, ετούτη είναι η πρώτη στ’ αλήθεια φορά που έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, τα μέσα και τα έξω. Τώρα τα βλέπω όλα. Τώρα βλέπω την αλήθεια.»
«Και ποια αλήθεια είν’ αυτή, παρακαλώ;»
«Ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα πια είναι να μην ελπίζω...»
«Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Αλλιώς μου τα ’λεγες παλιά.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν.»
«Δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν, είναι οι καταστάσεις. Οι άνθρωποι απλά, λίγο ή πολύ, προσαρμόζονται.»
«Ε, λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να προσαρμοστώ.»
«Δεν προσπαθείς καν. Το πήρες απόφαση ότι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου μες στη δυστυχία και άντε να σου βγάλει κανείς αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό...»
«Δεν καταλαβαίνεις...»
«Καταλαβαίνω. Και πολύ καλά μάλιστα. Και μου φαίνεται ότι σου αρέσει πολύ ετούτο το βούρκο της αυτολύπησης, όπου έχεις βουλιάξει. Την έχεις δει, ξαφνικά, μοιραία γυναίκα. Για...»
«Το πώς την έχω δει, το τι κάνω και τι σκέφτομαι, δε σε αφορά. Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω στη ζωή μου...»
«Μα, ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνεις ή δεν κάνεις στην ζωή σου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάνεις απολύτως τίποτα,» ύψωσε τη φωνή της λογικής, η απηυδισμένη Δανάη.
Η Βασιλική δεν απαντάει. Σκύβει μονάχα το κεφάλι και παίρνει να παρατηρεί τις γραμμές των χεριών της, τα οδοντοφαγωμένα της νύχια. Τα δάκρυα προσπαθούν να βρουν την έξοδο για τους καλά χαραγμένους δρόμους του προσώπου της, αλλά τα εμποδίζει πεισματικά. Δεν της αρέσει να κλαίει μπροστά σε ξένους ανθρώπους, κι ας γίνεται θέαμα συζητώντας μεγαλόφωνα τα προβλήματά της.
Νιώθει ένα χέρι ν’ αγγίζει το αριστερό δικό της, να το πιάνει, να το σφίγγει με ζεστασιά, με αγάπη. Σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει εκείνο, το επίσης λυπημένο μα καθόλου παραδομένο, της Δανάης.
«Κράτα. Κράτα γερά και θα το ξεπεράσεις κι αυτό,» της ψιθυρίζει η φίλη της.
Θα το ξεπεράσει; Πώς; Αφού από τη ζωή της έχουν εξαφανιστεί όλες οι χαρές, έχουν χαθεί όλα τα χρώματα. Πάντα είναι λυπημένη, πάντα αναστατωμένη, το μέσα της μια τρικυμία μεγάλη, η καρδιά της μια βαρυσυννεφιά, η ψυχή της το θανατερό τρίγωνο των Βερμούδων. Τώρα πια, καθημερινά, παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, πίνει αλκοόλ για να ηρεμήσει. χάπια και αλκοόλ για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
«Έχω γίνει άπιστος Θωμάς, Δανάη. Βλέπω τη ζωή, τη μυρίζω, την αγγίζω, μα την απαρνιέμαι.»
«Η σωτηρία ποτέ δεν είναι μακριά...»
«Μα, ούτε και κοντά είναι...»
«Δεν την ψάχνεις.»
«Για να μην απογοητευτώ σαν δεν την βρω!»
Σκοτάδι! Ένα τεράστιο πέπλο ψυχικού σκότους καλύπτει και τις δυο τους. Η μια προσπαθεί να το σηκώσει, κι η άλλη γαντζώνεται πεισματικά απ’ αυτό, φοβάται μην την πληγώσει το φως.
Ήταν από πάντοτε φίλες η Δανάη με τη Βασιλική, αλλά πρώτη φορά της οδηγήσε της κοινής τους ζωής ο δρόμος σ’ ένα τέτοιο, αδιέξοδο σταυροδρόμι. Θα κρατήσει η φιλία τους, θ’ αντέξει τους κραδασμούς, ή θα διαλυθεί κι αυτή σαν ένα σύννεφο στο ορμητικό πέρασμα του αγέρα των καιρών.
«Για ό,τι χρειαστείς είμ’ εδώ, Βασιλική!»
«Το ξέρω. Το μόνο που δεν μπορείς να μου τον φέρεις πίσω.»
«Κανείς δεν μπορεί. Μόνο ο ίδιος. Και είμαι σίγουρη ότι αυτή την ώρα υποφέρει πιότερο απ’ τον καθένα.»
«Ναι, ναι, υποφέρει. Σίγουρα. Αλλά, αυτό δεν κάνει τον πόνο μου ελαφρύτερο, την απουσία του λιγότερο οδυνηρή.»
«Δε χάθηκαν όλα ακόμη.»
«Έχεις δίκιο, δε χάθηκαν. Αλλά... Αλλά, απλά νιώθω... Προαισθάνομαι... Ω, δεν ξέρω τι νιώθω. Κατασκευάζω τα προαισθήματά μου και τα ντύνω στα μαύρα. Τρελάθηκα, κι έχω βαλθεί να τρελάνω κι όλους γύρω μου. Πάμε να φύγουμε.»
Σηκώνεται απότομα κι αποφασιστικά απ’ τη φτιαγμένη από μπαμπού καρέκλα της, πηγαίνει στο ταμείο, πληρώνει το λογαριασμό και βγαίνει φουριόζα στους δρόμους της πόλης, με τη φίλη της να την ακολουθεί κατά πόδας. να τρέχει ξοπίσω της, με σώμα και ψυχή, προσπαθώντας ν’ ανακόψει τη φρενήρη πορεία της προς -ποιος ξέρει;- ίσως μια κάποια άλλη πτώση.

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Κάτι που να την εκφράζει

Ήθελε να κάνει κάτι, κάτι μικρό αλλά συνάμα συνταρακτικό, κάτι που λίγο πολύ να την εκφράζει, αλλά τι; Ήταν τόσο πολλά εκείνα που μιλούσαν για την ψυχή της, για το ποια στ’ αλήθεια ήταν ή και δεν ήταν, που δεν ήξερε τι να πρωτοδιαλέξει. Ω, μέσα της επικρατούσε σύγχυση, μια σύγχυση γλυκιά. Την περίμενε τόσο πολλή καιρό και με τόση αγωνία ετούτη τη μέρα και τώρα, που επιτέλους έφτασε, απλά δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει. Ν’ αποφασίσει τι μορφή θα είχε, τι μορφή θα έπαιρνε το δώρο, το ακριβό, που θα έκανε στον εαυτό της.
Οι επιλογές οδυνηρά κι ευχάριστα πολλές, όπως κι εκείνες της ζωής άλλωστε, κι εκείνη να στέκεται εκεί και να τις παρατηρεί, να τις μελετά προσεκτικά τη μια μετά την άλλη και να μην μπορεί να κατασταλάξει. Μα, πάντα έτσι ήτανε αυτή, από μικρό παιδί, αναποφάσιστη. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και φοβητσιάρα. Ό,τι και να έκανε στη ζωή της, το έκανε με προσοχή περισσή και βαθιά περίσκεψη, πάντα έχοντας κατά νου το τι θα πούνε οι άλλοι. Οι άλλοι: το μέτρο σύγκρισης, η δυστυχία της. Ήθελε να κάνει έρωτα στα δεκάξι, έκανε στα δεκαεννιά. Ήθελε να ταξιδέψει πολύ, ταξίδεψε λίγο. Ήθελε να κάνει μεγάλα πράγματα, αλλά τα τριάντα χρόνια της ζωής της τα ξόδεψε όλα σε μια σχεδόν απαράλλακτη ρουτίνα καθημερινού θανάτου. Ήθελε να κάνει όνειρα και -όπως της έλεγε ένας φίλος- έκανε μπουγάδα. Δεν ήταν αυτή που ήθελε. Δεν έγινε αυτή που ήθελε να γίνει.
Και τώρα, τη μέρα αυτή, την καταραμένη και ευλογημένη των γενεθλίων της, τη μέρα που το είχε πάρει απόφαση ότι θα κάνει μια νέα αρχή στη ζωή της, ένιωθε τον παλιό και μόνιμο φόβο να της τρώει τα σωθικά. Φοβόταν ότι δε θα μπορούσε να κολυμπήσει σε άγνωστα νερά, φοβόταν ότι αν ξέφευγε απ’ τη ρουτίνα της θα χανόταν, φοβόταν ότι θα ήταν αδύνατον να περπατήσει σε μη καλά χαραγμένα μονοπάτια, να σκαρφαλώσει σε αχαρτογράφητους ουρανούς, φοβόταν πώς δεν είχε τις δυνάμεις να κάνει τα όνειρά της, τα δειλά της όνειρα, πραγματικότητα.
Στεκόταν μπροστά από τη βιτρίνα σχεδόν ακίνητη, σαν άγαλμα, χάζευε τα σχέδια και τ’ αντικείμενα, και ταξίδευε με ασταθείς ταχύτητες στο μέσα της κόσμο, και τα έβαζε με τους προαιώνιους δαίμονές της, αυτούς που δεν την άφηναν ποτέ να ευτυχήσει, που δεν της επέτρεπαν να βρει τη δική της ρώτα στη ζωή. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, κάποιοι την σκουντούσαν σκόπιμα ή τυχαία, κάποιοι την παρατηρούσαν με χαμόγελα ειρωνικά κι άλλοι της θλίψης, αλλά αυτή τίποτα δεν καταλάβαινε, η μάχη μέσα της λεπτό το λεπτό γίνονταν όλο και πιο σκληρή, ωδή στην ψυχολογική βία.
Κάπου-κάπου έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε, σχεδόν απεγνωσμένα, να δει την εικόνα που τόση ώρα αναζητούσε να υλοποιείται στο μέσα της βλέμμα, αλλά εκείνη δεν της έκανε το χατίρι. Το ήξερε! Το ήξερε καλά πώς σήμερα έπρεπε να κάνει το μεγάλο βήμα, αλλιώς δε θα το έκανε ποτέ, μία ακόμη ευκαιρία θα πήγαινε χαμένη, κι ίσως να ήταν η στερνή. Ένιωθε ότι το μέλλον της όλο κρεμόταν από μια απόφαση της στιγμής, εκείνης της στιγμής.
Άνοιγε τα μάτια και οι απροσκάλεστες κι ανεπιθύμητες εικόνες της πραγματικής ζωής επέστρεφαν εκρηκτικές. Η λύση, σε όλα τα ερωτήματα, σε όλα τα προβλήματα, βρισκόταν εκεί, μπροστά της, στη μορφή που αποκτούσε μπρος στα μάτια της οντότητα στη βιτρίνα, αλλά που η ίδια πεισματικά έδιωχνε, αφού δεν της άρεσε. Όχι, δεν είναι έτσι ο κόσμος μου, δεν είμαι έτσι εγώ, ψιθύριζε, μονολογούσε.
Εκείνη, ωστόσο, η εικόνα συνέχισε να επιστρέφει ξανά και ξανά, όλο και πιο επιδειχτικά επίμονα, στα μάτια του μυαλού της, μέχρι που έκαμψε τις αντιστάσεις της, μέχρι που την έκανε να πιστέψει στ’ αλήθεια ότι άλλη καμία δε θα μπορούσε να μιλήσει με καλύτερο και πιο άμεσο τρόπο για το ποια ήταν.
Κάποτε, λοιπόν, το πήρε απόφαση και με βήμα ταχύ και σίγουρο μπήκε στο μαγαζί, που τόσο ώρα έβλεπε μα δεν παρατηρούσε, κάθισε πάνω σε μια παλιά ψάθινη καρέκλα, και πήρε να περιμένει με υπομονή πολλή τη σειρά της, που δε θ’ αργούσε να ’ρθει, αφού όλα κι όλα δύο ακόμη άτομα βρίσκονταν στο μικρό χώρο αναμονής.
Καθώς περίμενε, άρχισε σιγά-σιγά να ζωγραφίζεται στα χείλη της ένα δειλό χαμόγελο. Και όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο έφτιαχναν τα κέφια της, με αποτέλεσμα ύστερα από λίγο να επιτρέψει στον εαυτό της να παραδοθεί σ’ ένα δυνατό λυτρωτικό γέλιο, ένα γέλιο συνταρακτικό που της έφερε για πρώτη φορά μετά από χρόνια δάκρυα στα μάτια. Θα τρελαθούν όταν δούνε τι δώρο αποφάσισα να κάνω στον εαυτό μου, σκεφτόταν και χαμογελούσε, και θα με πουν τρελή, συμπλήρωνε και γελούσε με την ψυχή της. Οι άλλοι δύο θαμώνες, θέλοντας και μη, και χωρίς να έχουν καμία απολύτως ιδέα τι ήταν τόσο αστείο, δεν μπορούσαν παρά πρόθυμα να συμβαδίσουν μαζί της στο παραλήρημα εκείνο της ευτυχίας, τραντάζοντας τα ντουβάρια με την ξεκαρδιστική εκκωφαντική τους συμφωνία.Όταν ήρθε επιτέλους η σειρά της, κάθισε σ’ ένα χαμηλό σκαμπό κι αφέθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη στα χέρια της ειδικού. Τρεις ώρες αργότερα, λίγο πονεμένη μα και πολύ χαρούμενη, βγήκε στον έξω κόσμο, το μισητό, τον πραγματικό, κάποια άλλη. Ολόκληρη την ωμοπλάτη της κάλυπτε ένα τεράστιο τατουάζ. Με τα φτερά της νυχτερίδας θ’ απογειωνόταν για τη νέα ζωή.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Διλήμματα

Τι να κάνει;
Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Πρώτη φορά της συμβαίνει αυτό,
Να είναι, δηλαδή, τόσο διχασμένη.
Ένα δίλημμα της καίει τα σωθικά,
Της κλέβει τα βράδια τον ύπνο,
Την κάνει να ρωτά τον εαυτό της για τα τι,
Τα πως και τα γιατί,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι απάντηση δε θα πάρει.
«Να πάρω το ρίσκο;» αναρωτιέται.
«Να παρατήσω κάτι σταθερό και σίγουρο,
για κάτι αβέβαιο μα πιθανότητα συναρπαστικό;»
Δεν της είναι καθόλου εύκολο να το κάνει αυτό,
Αφού τον αγαπάει.
Πέντε χρόνια είναι μαζί,
Πώς να τον παρατήσει τώρα για τον άλλο,
Τον τρελαμένο;
Κι όμως, της λείπει!
Αυτός που βλέπει μια μονάχα φορά τη βδομάδα της λείπει,
Όλο και περισσότερο της λείπει.
Ίσως να της θυμίζει κάτι από τα όνειρα που έκανε μικρή,
Για μια αλλιώτικη ζωή, περιπετειώδη,
Για μια ζωή που μέρα με τη μέρα θα άλλαζε πορεία,
Που δε θα έμενε ποτέ στάσιμη.
Τι να κάνει, λοιπόν;
Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Και το μέσα της όλο και πιο παράφορα πονά,
Αγιάτρευτα υποφέρει...