Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλάκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλάκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν μια ολόκληρη ζωή μου φαίνεται, κι απ’ την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι αυτή θα ήταν η Μία, η μοναδική για μένα, αυτή που θα με γέμιζε, που θα έδινε γεύση και χρώμα στον κόσμο μου, που θα με συμπλήρωνε.
Η Κ. ήταν από τότε κοντά μου, σχεδόν κάθε στιγμή. Με συντρόφευε, πήγαινε παντού μαζί μου, με αναζωογονούσε, μου έδινε κουράγιο, με άκουγε, με παρηγορούσε.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, χλωμές, δίχως αρώματα, με κανένα απολύτως ενδιαφέρον.
Εκείνη τους έδινε ζωή. Σ’ εκείνη χρωστούσα τα πάντα. Κι αν κάποιος μου έλεγε, αν σαν κακός προφήτης προέβλεπε, ότι πιθανόν κάποτε θα ερχότανε η μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον έβριζα, ίσως και να τον χτυπούσα, θα τον καταδίκαζα στο πυρ το εξώτερον της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ δε θα παρατούσα ποτέ την Κ., την αγάπη μου, της ζωής μου τον χρυσό, αλλά ούτε κι εκείνη δε θα μ’ άφηνε ποτέ στα κρύα του λουτρού. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα, και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη. τη χαρά μου, την έμπνευσή μου.
Ναι, αυτά υποστήριζα, και τα υποστήριζα με δύναμη και πειθώ και πάθος, κι ας ήξερα καλύτερα. ήξερα καλύτερα, αφού τίποτα δε διατηρείται για πάντα ή έστω για πολύ στη ζωή μου: σπίτια, συνήθειες, φίλοι, πιστεύω, αλλάζουν συνέχεια. Όλα πάνε κι έρχονται, ή, κάποιες φορές, μένουν και στον αγύριστο.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και, έτσι, να που τώρα έφτασε η ώρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου. ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια στο πολύμορφο παζλ της ζωής μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρυα απ’ τα μάτια, δε θα ακουστεί κανένας του πόνου σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε, όσα περάσαμε μαζί ήταν υπέροχα, ένα όνειρο που κράτησε πολύ και ήτανε πέρα για πέρα αληθινό, αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή ζεστή γωνίτσα για την παλιά αγαπημένη. Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία. Και πάντα, μα πάντα, θα την αγαπώ. Της το είπα αυτό: Κ., καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ, όπως και τώρα. Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα. Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου!

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Σάββατο 19 Απριλίου 2008

Το δώρο που δεν περίμενε

Συνέχεια από το προηγούμενο:
Αυτή θα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μέρες της ζωής του, αν όχι η πλέον σημαντική. Αυτό το πίστευε με όλη του την ψυχή. Σήμερα θα ζητούσε από την αγαπημένη του, από τη νέα του αγαπημένη, να γίνει η γυναίκα του, αυτή με την οποία θα μοιραστεί της ζωής του το υπόλοιπο, κι ας μην την ξέρει και τόσο καλά. Το έχει πια πάρει οριστικά απόφαση ότι έφτασε, επιτέλους, η μέρα να νοικοκυρευτεί. Δε θα το έκανε ίσως ποτέ αυτό, αν δεν έτρωγε πρώτα μια μεγάλη χυλόπιτα. Αν κι εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς χυλόπιτα. Απλά το κορίτσι του, το πανέμορφο εκείνο κι αισθησιακό κορίτσι, το καλύτερο που γνώρισε ποτέ, τον παράτησε στα κρύα του λουτρού – κι αυτό ποτέ του δεν περίμενε να συμβεί. Αν δεν ήταν εκείνος ο καταραμένος, αν δεν τους τα χαλούσε όλ’ αυτός, θα ήταν ακόμη μια χαρά μεταξύ τους. Αλλά, είναι πια πολύ αργά για δάκρια. Πρέπει να συνεχίσει με τη ζωή του και θα το κάνει. Θα γίνει και πάλι πολύ ευτυχισμένος, όπως όταν ήταν μαζί της.
Τώρα, είναι στο γραφείο του και περπατάει πάνω κάτω, λίγο ανήσυχος και μυστικά αναστατωμένος. Ανυπομονεί! Πότε θα περάσει η ώρα... Πότε θα βρεθεί κοντά της... Πότε θα της ζητήσει να τον παντρευτεί... Απορεί! Απορεί κι αγωνιά για το πώς θα αντιδράσει εκείνη. Αν και κατά βάθος ξέρει, μέσα του το νιώθει, θα δεχτεί αμέσως. Που να βρει, άλλωστε, καλύτερο από εκείνον, που και πλούσιος πολύ, και όμορφος, και πανέξυπνος είναι.
Είναι αργά το απόγευμα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, αλλά όχι της βροχής. Σε λίγο θα πάρει να βραδιάζει και τ’ αστέρια θ’ αγωνιστούν, αλλά δε θα καταφέρουν να πάρουν τη θέση που τους αναλογεί στο στερέωμα. Ο κόσμος στο γραφείο παίρνει να αραιώνει. Κάθε τόσο η γραμματέας του, και περιστασιακή ερωμένη, εμφανίζεται στην πόρτα και τον ρωτά κάτι, του υπενθυμίζει κάτι, του λέει να σχολάσει, αφού δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεται ακόμη εκεί. Εκείνος, την ακούει δεν την ακούει, αφού το μυαλό του ταξιδεύει στο αύριο, στο ξεχωριστό κι ονειρικό του αύριο, που όλο και πιο πολύ, ανάσα την ανάσα, λεπτό το λεπτό, πλησιάζει. Όχι, δε θέλει να φύγει τώρα από κει. Δε θέλει να πάει στο σπίτι του. Δε θέλει να μείνει ούτε στιγμή απόλυτα μόνος. Αν το κάνει, τότε ο χρόνος θ’ αρχίσει να περνά ακόμη πιο αργά, οι σκέψεις πιο σκληρά θα τον στοιχειώνουν, η αγωνία πιο άγρια θα θεριεύει στο μέσα του.
Σκέφτεται το χθες. Το χθες που στα μάτια του φαντάζει τόσο απτό όσο κι απόμακρο. Μετανιώνω, άραγε, γι’ αυτό που έγινε; αναρωτιέται. Μετανιώνει; Μα, αυτός δε μετάνιωσε ποτέ και για τίποτα, μέχρι τώρα, στην άθλια μικρή ζωή του. Αλλά, να, όσο νάναι, το πρώην κορίτσι του λείπει -αφάνταστα, απροσδόκητα- πολύ. Αν μη τι άλλο εκείνη είχε κότσια, κανένα δε φοβόταν, και απέδειξε περίτρανα ότι δεν τον ήθελε για τα λεφτά του, αλλά γι’ αυτό που νόμιζε πώς ήταν. Μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια, το καλά κρυμμένο μυστικό του. Αλλά, τάχατες, φταίει αυτός ο δόλιος γι’ αυτό που έγινε, γι’ αυτό που κατάντησε; Όχι, καθόλου! Οι γονείς του φταίνε, αυτοί φταίνε για όλα. Που τον κακομάθανε. Που του μάθανε καλά τους τρόπους της δόλιας της κοινωνίας και όχι της αλήθειας. Που του είπανε ότι το χρήμα είναι το μόνο που μετράει σε τούτη τη ζωή – το χρήμα κι η εικόνα.
Έξω σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης φέγγουν χλωμά, τα αυτοκίνητα σκίζουν ορμητικά τα σκοτάδια της ασφάλτου κι οι περαστικοί κινούν βιαστικά για το άγνωστο νυχτερινό τους πεπρωμένο. Το κτήριο μοιάζει να είναι τώρα εντελώς άδειο από σώματα και ταλαίπωρες ψυχές, παραδομένο στη σιωπή. Μόνο εκείνος και η πιστή του -όσο παίρνει- γραμματέας είναι εκεί, σαν τα απομεινάρια μίας ακόμη ανούσιας μέρας. Κοιτώντας από το διαφανή γυάλινο τοίχο του γραφείου του, βλέπει ένα υπάλληλο εταιρείας μεταφορών να κάνει την εμφάνισή του από τον ανελκυστήρα και να κατευθύνεται προς την κοπέλα. Της δίνει ένα δέμα, παίρνει την υπογραφή της και βαριεστημένα αποχωρεί. Κι εκείνη, σηκώνεται απ’ το γραφείο της, έρχεται και του παραδίδει, μ’ ένα ερωτηματικό να της ζωγραφίζει το πρόσωπο. Δεν ξέρει τι να της πει, αφού δεν περιμένει τίποτα, από κανένα. Το κοιτάει για λίγο απορημένος. Τι να είναι άραγε; Μάλλον κάτι ασήμαντο. Αφού, έτσι κι αλλιώς, το πιο σημαντικό δέμα, κουτάκι μάλλον, της ζωής του, βρίσκεται στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Καθώς το ανοίγει σιγά-σιγά και πολύ προσεκτικά, αρχίζει να χαμογελάει, μια σκέψη όμορφη του χαϊδεύει το μυαλό. Θα είναι μάλλον ένα δώρο απ’ την αγαπημένη. Αλλά, δεν είναι. Βλέποντας το περιεχόμενο, αφήνει μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεφύγει απ’ τα στήθια και νιώθει να του κόβεται η ανάσα. Μετά βίας στέκεται στα πόδια του και δε λιποθυμάει. Αδύνατον! αναφωνεί. Αδύνατον! Στα χέρια του κρατά τα παπούτσια που του έχεσε ο Μανόλης.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

«Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ...»
Αυτό σκεφτόταν, κάθε φορά που τον έβλεπε, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά το μισούσε. Μισούσε το καθετί πάνω του: την εμφάνισή του, τη φωνή του, το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε τη μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη. Μπροστά στη μαμά και τον μπαμπά, έλεγε για κείνον: «Τι χαριτωμένος που είναι!», αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε με κακία. Αλλά, φυσικά δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβουν η μαμά κι ο μπαμπάς, τι κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο. Το υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν – αν και δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό – ότι θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν έφυγαν απ’ το σπίτι. Όλη η οικογένεια – οι τρεις τους δηλαδή – βρισκόταν στον κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλει απ’ την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, ο καταραμένος εχθρός του. Έριξε μια θυμωμένη ματιά πρώτα στο μπαμπά και μετά στη μαμά, και έτρεξε για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε γνώμη, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του, πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο σαν τις νεράιδες, που του λέγανε στα παραμύθια.
Μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε ψηλά μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο. Και για όσο θα κρατούσε εκείνη η μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα καμώματά του – προς φρίκη του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο.
Όσο για το Μανόλη, ήταν ευτυχισμένος. τόσο ευτυχισμένος δεν ένιωσε ξανά ποτέ, στη σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος – όλοι ξυπόλυτοι ήταν – στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά, ούτε και για μία στιγμή δεν ξέχασε τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κινώντας, λοιπόν, με τα μικρά του βήματα, για τον προορισμό του, κι αφού αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει – «Μόνο του... μόνο του...» της είπε – κοντοστάθηκε στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, η συντροφιά εγκατέλειψε τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Σαν έφτασαν όμως στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν τρομαγμένοι. Τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλουν τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.