Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Βδομάδα 39



Είναι μια συννεφιασμένη μέρα στην Μπαρακόα της Κούβας την άνοιξη του 2002. Βγαίνω μια βόλτα στους έρημους, όπως φαίνεται, από ντόπιους αλλά και από ξένους, δρόμους. Η σιωπή μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική, αλλά ξαφνικά ακούω μια φωνή από ένα σοκάκι: Μίστερ… Μίστερ… Φώτο… Γυρνώ το βλέμμα προς τα εκεί και βλέπω τέσσερα παιδιά: ένα ντροπαλό αγόρι, δύο χαμογελαστά κορίτσια και τη μικρή τους αδελφή. Βγάζω τη φωτογραφία, τους δίνω ένα δολάριο, που δεν μου ζήτησαν, και συνεχίζω τη μακρινή μου βόλτα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Έτσι ξαφνικά, η πόλη δεν μοιάζει και τόσο έρημη πια, και η σιωπή λες και έχει αποκτήσει φωνή: ήχοι φτάνουν στ’ αυτιά μου από μακριά, φωνές και μουσικές, ενώ η θάλασσα και τα πουλιά μοιάζουν να δίνουν συναυλία για πάρτη μου. Ένα στιγμιότυπο. Μια απλή στιγμή. Και μια ανάμνηση που ποτέ δεν θα χαθεί.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Βδομάδα 24



Η μπάλα είναι η ζωή του, το μοναδικό παιχνίδι που αγαπά τόσο πολύ. Πόσο του αρέσει μόλις ξυπνά του καλοκαιριού τα πρωινά να τρώει άψε-σβήσε ό,τι βρει στο τραπέζι, προτού να ξεχυθεί στο γήπεδο, στο πλακόστρωτο, στην αλάνα και με τα μούτρα στο παιχνίδι να ριχθεί!

Νιώθει την μπάλα σαν να έχει γίνει ένα με το σώμα του και την ψυχή, πουθενά αλλού δεν μπορεί να βρει τόση χαρά όση του δίνει αυτή. Την κλωτσά, την πασάρει, την κοντρολάρει με τα πόδια, το στήθος και το κεφάλι, μαθαίνει την κάθε της ιδιοτροπία και την τιθασεύει.

«Μια μέρα θα γίνω σπουδαίος παίκτης», σκέφτεται και ετοιμάζει μία ακόμη επέλαση προς τη νοητή εστία – προς το ονειρικό του μέλλον.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Έχεις δύο επιλογές

Μου το έστειλαν στο facebook. Δεν ξέρω ποιος είναι ο συγγραφέας αυτής της αληθινής ιστορίας, αλλά είναι μια από τις πιο συγκινητικές που διάβασα ποτέ. Διαβάστε την με ανοικτή καρδιά. Μας λέει το αυτονόητο: ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι.

Τι θα έκανες εσύ; Θα διάλεγες, σίγουρα..Μην κοιτάξεις για κάτι αστείο σ' αυτό το κείμενο, δεν υπάρχει, μα διάβασέ το.Η ερώτηση είναι: Θα έκανες την ίδια επιλογή ;Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς από όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση."Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται από εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.Ακόμα ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.Ο πατέρας συνέχισε."Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι, το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της..Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω από ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.Πλησίασα λοιπόν ένα από τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει.Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.Το χαμόγελό του ήταν από το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα από την εξέδρα.Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω από την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.Για μεγάλη μου έκπληξη, ..τον άφησαν!Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω από το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω από το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι από τους άλλους συμπαίκτες του.Όλοι στις εξέδρες, και από τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα από χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, προς τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.Ο Shay έτρεξε προς την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας τουέτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "από δώ, από δώ Shay.."Καθώς ο Shay πέρασε από την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και από τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι.Και τώρα, ..κυρίες, ...κύριοι, ...ο επίλογος..Υπάρχουν χιλιάδες ανέκδοτα που στέλνονται δια μέσου internet, χωρίς δεύτερη σκέψη.Μα όταν πρόκειται για ιστορίες που έχουν να κάνουν με επιλογές ζωής, οι άνθρωποι διστάζουν.Το ακατέργαστο, το χυδαίο, και συχνά άσεμνο, περνάει ελεύθερα μέσω του κυβερνοχώρου, αλλά η δημόσια συζήτηση για την ευπρέπεια, πάρα πολύ συχνά καταστέλλεται, ακόμη και στα σχολεία η και τους εργασιακούς χώρους μας.Εάν σκέφτεσαι να προωθήσεις αυτό το κείμενο, πιθανότατα θα κάνεις ίσως επιλογή, στα άτομα στα οποία θα το στείλεις.Θεωρώ προσωπικά πως ανήκω στα άτομα, που πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν τη διαφορά.Όλοι έχουμε χιλιάδες ευκαιρίες στην καθημερινή μας ζωή, να καταλάβουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων.Τόσες πολλές, φαινομενικά τετριμμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, μας δίνουν μια επιλογή: Περνάμε κατά μήκος ενός μικρού σπινθήρα αγάπης και ανθρωπιάς;ή παραβλέπουμε κάθε ευκαιρία, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο ακόμη πιό κρύο; Ένας σοφός είπε κάποτε, "κάθε κοινωνία κρίνεται, από το πώς μεταχειρίζεται τους πιό αδύναμους ανάμεσά της"Τώρα έχεις δύο επιλογές για το κείμενο που διάβασες..Διαγραφή, δηλαδή δεν του δίνεις σημασία, ή..Προώθηση, δηλαδή, αναδημοσίευσέ το...Να έχεις μια χαρούμενη ημέρα, να έχεις μια "Shay day!"Κάνε το σωστό, προώθησέ το, δώσε μια ακόμη μικρή ελπίδα στο να καλυτερέψει ο κόσμος μας, να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο συμπονετικός, πιο αγνός.....και, χαμογέλα!!! ...μας παρακολουθούν παιδιά.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Τα "φώτα" στη Γιορτή των Φώτων

Φανάρι προσευχή και αφιέρωμα σ' αυτούς που λείπουν
Της παρέλασης βασίλισσα μία

Τα φανάρια που στολίζουν την πλατεία Τα Πάε


Τα παιδιά που παρελαύνουν παραδοσιακά



Και η δεύτερη βασίλισσα
Σε ολόκληρη την Ταϊλάνδη γιορτάζουν αυτές τις ημέρες την παραδοσιακή Γιορτή των Φώτων (Λόι Κρατόγκ), η οποία σημάνει το τέλος της περιόδου των βροχών και την αρχή της ξηρής. Η γιορτή αυτή λαμβάνει χώραν πάντα στο τριήμερο της Πανσέληνου του Νοεμβρίου. Οι με διαφορά καλύτεροι εορτασμοί γίνονται στην Τσιανγκ Μάι, από όπου και οι φωτογραφίες. Είχα την τύχη να είμαι εκεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αλλά φέτος τους χάνω αφού θα φτάσω στην πόλη με καθυστέρηση μιας βδομάδας. Δεν πειράζει. Μάλλον θα προλάβω τα Ανθεστήρια του Φεβρουαρίου, τα οποία ποτέ πριν δεν είχα τη χαρά να δω.




Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

«Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ...»
Αυτό σκεφτόταν, κάθε φορά που τον έβλεπε, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά το μισούσε. Μισούσε το καθετί πάνω του: την εμφάνισή του, τη φωνή του, το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε τη μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη. Μπροστά στη μαμά και τον μπαμπά, έλεγε για κείνον: «Τι χαριτωμένος που είναι!», αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε με κακία. Αλλά, φυσικά δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβουν η μαμά κι ο μπαμπάς, τι κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο. Το υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν – αν και δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό – ότι θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν έφυγαν απ’ το σπίτι. Όλη η οικογένεια – οι τρεις τους δηλαδή – βρισκόταν στον κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλει απ’ την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, ο καταραμένος εχθρός του. Έριξε μια θυμωμένη ματιά πρώτα στο μπαμπά και μετά στη μαμά, και έτρεξε για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε γνώμη, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του, πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο σαν τις νεράιδες, που του λέγανε στα παραμύθια.
Μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε ψηλά μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο. Και για όσο θα κρατούσε εκείνη η μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα καμώματά του – προς φρίκη του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο.
Όσο για το Μανόλη, ήταν ευτυχισμένος. τόσο ευτυχισμένος δεν ένιωσε ξανά ποτέ, στη σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος – όλοι ξυπόλυτοι ήταν – στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά, ούτε και για μία στιγμή δεν ξέχασε τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κινώντας, λοιπόν, με τα μικρά του βήματα, για τον προορισμό του, κι αφού αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει – «Μόνο του... μόνο του...» της είπε – κοντοστάθηκε στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, η συντροφιά εγκατέλειψε τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Σαν έφτασαν όμως στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν τρομαγμένοι. Τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλουν τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.