Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδίκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδίκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 20

Ψες έγινε στ’ αλήθεια λιώμα η Βασιλική και βγήκε να χορέψει γυμνή στη βροχή. το μόνο που δεν έβρεχε.
Παραπαίει, όλο και πιο πολύ παραπαίει. Έχει μείνει απόλυτα μόνη. Τώρα δεν έχει σε ποιον να μιλήσει, πού να στραφεί για μια κουβέντα παρηγοριάς. Η Δανάη το ’πε και το ’κανε. την έγραψε κανονικά. Δεν απαντά στα τηλεφωνήματά της και ούτε και την πόρτα της ανοίγει όταν κάθε τόσο αποφασίζει να την επισκεφθεί. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε οι δυο μας, της φωνάζει από μέσα και την αφήνει απ’ έξω μοναχή να παραδέρνει με τους δαίμονές της. Το πήρε πια οριστικά απόφαση: καλύτερο ακροατή από τον τοίχο της αποκλείεται να βρει.
Αν ερχόταν τουλάχιστον για λίγο κοντά της εκείνος, αν την έκλεινε στην αγκαλιά του, αν τη γέμιζε για μία ακόμη φορά με του κορμιού του τούς χυμούς; Μα, δε θα ’ρθει. Ποτέ δε θα γυρίσει κοντά της ξανά. Της το είπε ξερά, κατάμουτρα, όταν έκανε την καρδιά της πέτρα, σα μάσησε τους φόβους της κι αποφάσισε να τον επισκεφθεί στο ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, όπου έμενε. Της έβαλε τις φωνές, την έβρισε, της είπε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον επισκεπτόταν, ότι δε θα τον έβλεπε ποτέ ξανά. Αν επιχειρούσε να το κάνει, την απείλησε ξεκάθαρα, θα πάθαινε κακό, κακό μεγάλο. Όχι, δε φοβήθηκε τις φωνές, τη μιλημένη οργή του. το θεριό των ματιών του ήταν που την τρομοκράτησε.
«Ώστε έτσι, Αντρέα!» μιλά με τον απόντα τώρα. «Ώστε τα έσβησες όλα, όλα όσα ζήσαμε, όλα τα μηδένισες. Λες και δεν υπήρξαμε μαζί. Λες και για τόσα χρόνια ήμουνα με άλλο άντρα. Λες...»
Σταματά να απευθύνεται στον κανένα. Έτσι κι αλλιώς, τι να της απαντήσει το γύρω της κενό; Πώς να τη διαφωτίσουν οι εκκωφαντικές σιωπές; Τον έχασε. Απλά και ξάστερα τον έχασε. Για πάντα. Αυτό το γνωρίζει τώρα καλά. Τον αγάπησε. Τον έχασε. Τον μίσησε. Ναι, τώρα τον μισεί, βαθιά, απόλυτα. Για τόσα χρόνια του χάριζε αγάπη κι αυτός της ανταπόδωσε το ακριβό της δώρο με περιφρόνηση, μ’ ένα βαρύ κατηγορώ. Εσύ φταις για όλα, της είπε. Αυτή φταίει για όλα! Όσο είχε την ανάγκη της ήταν καλή και άγια η Βασιλική, αλλά μόλις τα βρήκε λίγο σκούρα φόρτωσε όλα τα κρίματα πάνω της το ανθρωπάκι, την έφτυσε.
Πρέπει να τον εκδικηθεί. Πρέπει να τον κάνει να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Αλλά πώς; Το να πάει να μιλήσει στη γυναίκα του για τη σχέση τους θα ήταν μάταιο. τη γνώριζε ήδη, η δειλή εκείνη γυναικούλα. Λες; Λες να προσπαθήσει να του κάνει σωματικό κακό; Λες να πληρώσει κάποιον για να τον σακατέψει; Αυτό δα θα μπορούσε να το κάνει πολύ εύκολα, είχε τα μέσα, είχε τις γνωριμίες, αλλά... Αλλά, δεν είναι το κορμί του που θέλει να ματώσει, είναι την ψυχή του. Τον θέλει να πονέσει κι άλλο, και τον θέλει να ξέρει πώς πίσω από τα νέα βάσανά του κρύβεται αυτή. η προδομένη, η τόσο άδικα παρατημένη.
Είσαι αδίστακτη γυναίκα, της είπε κάποια μέρα ο Αντρέας, κι είχε δίκιο. Ήταν αδίστακτη. Περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Κι είχε αίμα στα χέρια της και δε θα δίσταζε να χύσει κι άλλο. Όμως όχι τώρα, όχι ακόμη.
Περπατά πάνω-κάτω σ’ ένα ερημωμένο σπίτι, σ’ ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο και σκέφτεται τις επιλογές της. Τι θα τον έκανε να πονέσει πιο πολύ; Τι; Τι θα τον έκανε να κυλήσει ακόμη πιο βαθιά στην άβυσσο; Πόσο σπρώξιμο χρειαζότανε για να καταρρεύσει οριστικά και αμετάκλητα; Ξέρει τις αδυναμίες του! Τις ξέρει καλά. Από λόγια δεν χαμπαρίζει αυτός, οι πόνοι του σώματος δεν τον αγγίζουν. Η ψυχή του. αυτή είναι το αδύνατο σημείο του. Και τώρα είναι αυτή που σηκώνει τα περισσότερα βάρη. Πώς να την κάνει πιότερο να ματώσει; Τι είναι εκείνο που ετούτη τη στιγμή περισσότερο τη βαραίνει; Σκέφτεται ένα-ένα όλα τα ενδεχόμενα η Βασιλική. Και όσο τα σκέφτεται τόσο και πιο ξεκάθαρα μοιάζουν όλα μέσα της. Ναι, αυτό είναι! Ξέρει τι να κάνει. Ξέρει πώς να τον γονατίσει. Παίρνει αμέσως, δίχως δεύτερες σκέψεις, την απόφασή της.
«Καημένε μου, Αντρέα,» ψιθυρίζει στη σιγή, «αχ και να ’ξερες τι σε περιμένει!»
Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίζεται σιγά-σιγά στα χείλη της. Ναι, θα πάρει την εκδίκησή της. Και μετά θα συνεχίσει με τη ζωή της. Όχι, αυτή δεν έχει όνειρα να πραγματοποιήσει. μονάχα σχέδια έχει να βάλει σ’ εφαρμογή.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Τα κουράδια της οργής

Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Δεν αντέχω πια να μου συμπεριφέρεται τόσο άσχημα, λες και δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος. Θα τον χτυπήσω σκληρά. Θα του βγάλω το μάτι. Θα του σκίσω το κεφάλι. Θα... Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ. Θα τον... Θα του...
Αυτά σκεφτόταν κάθε φορά που τον έβλεπε, τον εχθρό του, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. Καθόλου! Όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά τον μισούσε κιόλας. Αυτόν μονάχα. Κανέναν άλλο στον κόσμο. Μισούσε μ’ όλο το πάθος της νεαρής του καρδιάς το καθετί απάνω του: την εξεζητημένη εμφάνισή του (έτσι δεν την είπε η μαμά;), τη μελιστάλαχτη φωνή και το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε την καλά μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, συνήθως απρόσκλητος, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη – ναι, έτσι ακριβώς σαν του φίλου του τού Κύρου Γρανάζη, αλλά όχι ακριβώς. από τα νεύρα άναβαν. Μπροστά απ’ τη μαμά και τον μπαμπά του τού συμπεριφερόταν καλά, όλο έλεγε, τι χαριτωμένος που είναι!, αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε δυνατά, με κακία. Φυσικά, δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτά που συνέβαιναν, ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό-παιδί, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβει ο μπαμπάς κι η μαμά, κι ο κόσμος όλος, πόσο κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο που του ’λαχε τόσο νωρίς στη ζωή. Υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν -αν και δεν ήξερε τι ακριβώς σημαίνει αυτό- ότι κάποτε θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καθάρια καλοκαιρινή μέρα, -μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν πήγαν δουλειά- και όλη η οικογένεια, οι τρεις τους δηλαδή, βρισκόταν στον μικρό όμορφό κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να καλωσορίσει τους ξένους – αν ήταν τέτοιοι, δηλαδή.
Ω, δεν μπορείτε να φανταστείτε -προσπαθήστε, αν θέλετε, αλλά δε θα τα καταφέρετε- πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλλει από την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, στον παράδεισό του, ο καταραμένος ο εχθρός. Μην μπορώντας να αντέξει τη θέα του, έριξε μια θυμωμένη ματιά στη μαμά και τον μπαμπά, κι έτρεξε αμέσως για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξάφνου, όμως, άλλαξε γνώμη και πάτησε απότομα φρένο, στο μικροβήματο χοροπηδητό τρεχαλητό του, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο πολύ, σαν τις νεράιδες που του λέγανε στα παραμύθια. Μια ο-πτα-σί-α! Την αγάπησε με την πρώτη ματιά κι εκείνη του ανταπόδωσε μεμιάς την αγάπη, αφού μετά από το πρώτο ξάφνιασμα, έτρεξε βιαστικά και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε, να, ψηλά, μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο στα χείλη. Για όσο θα κρατούσε εκείνη η ευτυχισμένη μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα παράξενα καμώματά του – προς φρίκη του δόλιου του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε απειλητικά και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο. Σιγά να μην τον άκουγε!
Όσο για τον Μανόλη, ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένος. Περισσότερο απ’ ό,τι υπήρξε ποτέ στην τόσο σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος -όλοι ξυπόλυτοι ήταν- στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά μες στη μικρή πολύχρωμη παιδική πισίνα, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά δεν ξέχασε ούτε για μια στιγμή τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε
Ήταν αργά πολύ το απόγευμα, όταν ένιωσε μια ακατανίκητη ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κίνησε, λοιπόν, με μικρά αργόσυρτα βήματα, για τον προορισμό του, αφού πρώτα αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει -Μόνο του... Μόνο του... της είπε- αλλά δεν έφθασε ποτέ εκεί. Κοντοστάθηκε, βλέπετε, στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του πήρε να ζωγραφίζεται ένα ηλιόλουστο πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, και το φεγγάρι αμόλυντο μισό άρχισε να κόβει τις βόλτες του στον μακρινό ουρανό, η συντροφιά εγκατέλειψε μαζικά τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Όταν έφτασαν, όμως, στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν στ’ αλήθεια τρομαγμένοι. Την αθέλητη σιγή και τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο κι εκκωφαντικό γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από φρεσκοκαμωμένα κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλλουν κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης, που καθότανε σε μια γωνιά, κτυπούσε με χαρά μεγάλη τα χεράκια του και γελούσε μοναχός, είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.

Συνεχίζεται
Παλιό και ξαναδουλεμένο

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

«Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ...»
Αυτό σκεφτόταν, κάθε φορά που τον έβλεπε, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά το μισούσε. Μισούσε το καθετί πάνω του: την εμφάνισή του, τη φωνή του, το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε τη μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη. Μπροστά στη μαμά και τον μπαμπά, έλεγε για κείνον: «Τι χαριτωμένος που είναι!», αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε με κακία. Αλλά, φυσικά δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβουν η μαμά κι ο μπαμπάς, τι κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο. Το υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν – αν και δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό – ότι θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν έφυγαν απ’ το σπίτι. Όλη η οικογένεια – οι τρεις τους δηλαδή – βρισκόταν στον κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλει απ’ την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, ο καταραμένος εχθρός του. Έριξε μια θυμωμένη ματιά πρώτα στο μπαμπά και μετά στη μαμά, και έτρεξε για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε γνώμη, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του, πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο σαν τις νεράιδες, που του λέγανε στα παραμύθια.
Μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε ψηλά μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο. Και για όσο θα κρατούσε εκείνη η μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα καμώματά του – προς φρίκη του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο.
Όσο για το Μανόλη, ήταν ευτυχισμένος. τόσο ευτυχισμένος δεν ένιωσε ξανά ποτέ, στη σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος – όλοι ξυπόλυτοι ήταν – στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά, ούτε και για μία στιγμή δεν ξέχασε τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κινώντας, λοιπόν, με τα μικρά του βήματα, για τον προορισμό του, κι αφού αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει – «Μόνο του... μόνο του...» της είπε – κοντοστάθηκε στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, η συντροφιά εγκατέλειψε τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Σαν έφτασαν όμως στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν τρομαγμένοι. Τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλουν τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Η μέρα που θα τολμούσε

Επιτέλους, έφτασε! Η μέρα που πάντοτε ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε τα όρια. Που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Το ξέρει. Το νιώθει. Είναι έτοιμος για να ξεπεράσει τα όρια του πρέπει, για να γευτεί τους απαγορευμένους καρπούς της απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την κρύα νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του επιτακτικά την κάθε μια απ’ τις πολλές μικρές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται όλα τα αν και τις πιθανές ανατροπές. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη.
Ανυπομονεί, πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Θα κάνει το όνειρο πράξη. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Και θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμό αντί οφθαλμού. Θα σκοτώσει μια πόρνη, για διαγράψει από μέσα του το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της στο μακρινό παρελθόν. Θα της χαράξει αμείλικτα το σώμα. Θα το χαρακώσει με αίμα. Θα την εξευτελίσει. Και ύστερα θα τη σκοτώσει. Αυτό είναι το σχέδιό του. Κι απόψε, χάρη σ’ αυτό, θα γίνει ένας μικρός μισερός θεός...

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Η τρελή του χωριού

Μια παλιά μου ιστορία. Από τις πλέον αγαπημένες μου:
«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Η εκδίκηση της Μαριέτας

Τον αγαπούσε μια ζωή, την τυραννούσε μια ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε μεμιάς όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί. Της λέει πώς όλα τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη τα έκανε. Εκείνος ήταν και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον απάντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος μπαμπάς της, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη δε θα ζούσε τόσα χρόνια μες στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, που του χάρισε τόσα πολλά. Η Μαριέτα που γέννησε κι έχασε ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της λέγαν οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, της φώναζε ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει.

Η συνέχεια στα Διηγήματα