Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Έτοιμος να σκοτώσει

Και να που έφτασε εκείνη η στιγμή που πάντα απευχόταν, μια στιγμή καθοριστική, που σίγουρα θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα. Τώρα, είναι έτοιμος να σκοτώσει. Να σκοτώσει έναν άντρα που του έκανε πολλά, που πολύ του τυράννησε το σώμα και του μάτωσε την ψυχή, σε μια προσπάθεια να του επιβληθεί, να του επιβάλει με τη βία τη βούλησή του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να τον σκοτώσει, αμέσως, για να μη σκοτωθεί.
Στέκεται εκεί για λίγο ακίνητος, βλοσυρός κι αβέβαιος, σκεφτικός, παρατηρώντας προσεκτικά, σχεδόν με λύπηση, το υποψήφιο θύμα του, το καθόλου αθώο και θανατερά οπλισμένο. Φαίνεται τόσο αδύνατος, τώρα, αυτός ο άντρας και τόσο φοβισμένος. Μοιάζει να κατούρησε τα βρακιά του. Του ’φυγε η μαγκιά. Τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κάπου ικετευτικό, η στάση του κορμιού αμυντική. Όλα αντικατοπτρίζουν της ψυχής του τους πιο φανερούς, μα ενδόμυχους, φόβους.
Ω, ας τον αφήσω να ζήσει, σκέφτεται με οίκτο, βλέποντάς τον έτσι, ο από ανάγκη μελλοντικός δολοφόνος. Αλλά, αν τον αφήσω να ζήσει, οπλισμένος καθώς είναι, θα σκοτώσει εμένα! συμπληρώνει τη σκέψη του. Το δίλημμα μεγάλο. Το ερωτηματικό που του καίει τα σωθικά ακόμη μεγαλύτερο: Γεννήθηκα, άραγε, για να σκοτώσω ή για να σκοτωθώ;
Ο άντρας, ξαπλωμένος στο έδαφος, βαριά πληγωμένος -με την ψυχή στο στόμα- παρακολουθεί με θολό βλέμμα τις κινήσεις, ή μάλλον την ακινησία, του θανάσιμού του εχθρού. Περιμένει να συμβεί από στιγμή σε στιγμή το μοιραίο και καταριέται θεούς και δαίμονες, που δεν τελειώνουν όλα αμέσως, μια ώρα αρχύτερα, αλλά είναι υποχρεωμένος να ζήσει όλη αυτή την αγωνία. Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω για να τους δει, καμία πλέον σωτηρία. Λες να πληρώνω για τις αμαρτίες μου; αναλογίζεται, αλλά, Μάλλον όχι. Είναι πολλές και δύσκολο πολύ να εξοφληθεί το γραμμάτιο ετούτο. Θέλει να πει μια προσευχή, μα δεν μπορεί. Θέλει να ψιθυρίσει τα τελευταία του λόγια, αλλά θα τ’ ακούσει μονάχα ο ακίνητος χρόνος, προτού τα παρασύρει με ταχύτητα πολλή στο υπερπέραν.
Η φύση ολόκληρη μοιάζει να συμμετέχει με το δικό της τρόπο στο δράμα ετούτο του παράλογου, που λαμβάνει χώρα στη μέση του πουθενά. Ο ουρανός καλοντυμένος, στα γκρίζα του άμφια, μοιάζει έτοιμος να δακρύσει, ο άνεμος άηχος, σχεδόν ακίνητος δηλώνει την εθελοντική του παρουσία. Το μόνο που ακούγεται είναι τα βήματα του υποψήφιου φονιά, που τώρα αρχίζει και περπατά πέρα-δώθε όλο και πιο εκνευριστικά. Φαίνεται πως το έχει πάρει πια απόφαση ότι δεν έχει άλλη επιλογή, πως πρέπει να σκοτώσει, κι ας μην υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια βίαιος στη ζωή του. Αχ, οι άνθρωποι, σκέφτεται, αυτοί με κατέστρεψαν. Κι άμα σκεφτείς πόσο τους αγαπούσα όταν ήμουν παιδί... Δε συμπληρώνει την σκέψη του. Ετοιμάζεται.Καθώς η επίθεση αρχίζει ο άντρας, που είναι έτοιμος να πεθάνει, δεν βλέπει τη ζωή του όλη να περνά καρέ-καρέ μπροστά από τα μάτια του, ή άλλα τέτοια ψυχεδελικά. Αντίθετα όσο το τέλος, το δικό του τέλος, πλησιάζει μοιάζει για μια στιγμή να ξαναβρίσκει κάποιο ισχνό απομεινάρι ζωής και να χαμογελά. Πάει να σηκώσει το σπαθί για ν’ αποκρούσει, όπως μπορεί, την τελευταία ετούτη επίθεση, αλλά αλλάζει γνώμη, το χαμηλώνει. «Τουλάχιστον θα έχω έναν ενδιαφέρον θάνατο,» σκέφτεται, καθώς ο ταύρος τον καρφώνει με τα κέρατά του και τον παρασύρει για λίγα μέτρα στο έδαφος, προτού τον πετάξει ψηλά στον αέρα. Την ώρα ακριβώς που το άψυχο κορμί πέφτει και πάλι στο χώμα, ο ουρανός αρχίζει να χύνει δροσερά, εξαγνιστικά, τα δάκρυά του. Ο ταύρος κοιτά για μια στιγμή, με βλέμμα λυπημένο, το νεκρό άντρα, προτού κινήσει για μια άλλη καλύτερη, ελπίζει, ζωή, μακριά από τους ανθρώπους και τη βία.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Λύτρωση

Μια ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία έχω για σας σήμερα.

Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.
Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.
Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά, λέει στον εαυτό του, Αποκλείεται! προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή.
Φτάνει στην παλιά τοξωτή γέφυρα, το πιο αγαπημένο του σημείο στην πόλη. Στέκεται κι αφουγκράζεται με βεβιασμένη προσοχή το σκοτεινό ποτάμι, που βρυχάται με οργή κάτω από τα πόδια του, καθώς το χιόνι του μαστιγώνει αλύπητα το πρόσωπο, του χαράζει την ψυχή. Τα φώτα τρεμοπαίζουν γύρω του θαμπά, μέσα του σκοτεινιάζει. Κοιτά κάτω, προς το ποτάμι, αλλά δε βλέπει τίποτα, μαύρα όπως είναι τα νερά, αδυνατούν να κάνουν την αισθητή την παρουσία τους μέσα στο λευκό τοπίο. Πέταξέ το. Πέταξέ το τώρα, να το πάρει το ποτάμι, να λυτρωθείς, προστάζει τον εαυτό του. Μα, γιατί; Αφού είναι δικό μου, το κέρδισα! απορεί και αντιδρά εκείνος.
Πολέμα με τους δαίμονές του, πολεμά σκληρά και για ώρα πολλή, αλλά χάνει. Ας είναι! ψιθυρίζει παραιτημένος, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αόρατο ποτάμι κι αρχίζει και πάλι να περπατά. Ηττήθηκα! μονολογεί, καθώς διασχίζει το κρύο. Ηττήθηκα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς. Περιπλανιέται δίχως προορισμό στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Αυτό που κέρδισε, το δώρο, το δίλημμα και η πληγή που του χαρίστηκε, χωμένο βαθιά μέσα στη δεξιά του τσέπη. Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα γυρίσει ο άνεμος, θ’ αλλάξει πορεία ο τροχός της τύχης, θα δοθεί και σ’ αυτόν η ευκαιρία να σωθεί, να σβήσει τη φωτιά που του καίει το μυαλό και τα σωθικά, να βγει και πάλι στο φως. Αυτό σκέφτεται.
Τρεις το πρωί κι ακόμη τίποτα, καμία ευκαιρία να χορτάσει το μέσα του, πουθενά η προσωρινή σωτηρία. Πουθενά! Αλλά... Αλλά, να, από κάπου ακούει φωνές. Μια γυναίκα είναι που φωνάζει, που εκλιπαρεί, που ζητάει βοήθεια. Περπατά αργά, ψύχραιμα, με περισσή προσοχή προς το μέρος απ’ όπου άκουσε να ξεπηδά η κραυγή του τρόμου. Σε λίγο βλέπει έναν άντρα βαρύ ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό παλτό, με κασκόλ στο λαιμό κι ένα στρογγυλό καπέλο στο γκρίζο του κεφάλι, να κτυπά άγρια μια γυναίκα, να προσπαθεί να της σκίσει τα ρούχα και να τη ρίχνει κάτω για να τη βιάσει.
Καθώς κοιτάει αυτή την αποτρόπαιη σκηνή στο προσωπικό του παίρνει να ζωγραφίζεται ένα σατανικό χαμόγελο. Ναι, αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς! σκέφτεται σιωπηλά και με βαθιά ικανοποίηση καθώς αρχίζει να πλησιάζει αθόρυβα προς το σκηνικό εκείνο του παραλόγου.
Μια στιγμή μόλις μετά καρφώνει με δύναμη πολλή, σχεδόν οργισμένη, το στιλέτο στο σβέρκο του επίδοξου βιαστή κι απομακρύνεται, με ανάλαφρο βήμα, με βήμα λες κάποιου εξωτικού πουλιού, που χαίρεται τη ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Επιτέλους, ξεφορτώθηκε το άδωρό του δώρο, ικανοποίησε και τη φλεγόμενη δίψα του, και το έκανε για το καλό. Όχι, δεν έχει καμία απολύτως τύψη για το φονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θύματά του, ετούτο -το χτήνος- άξιζε να πεθάνει.
Φτάνει στο σπίτι του χαρούμενος, ξεπαγιασμένος, αλλά και λίγο πολύ ζαλισμένος -αφού απόλαυσε τα κρασάκια του σ’ ένα ταβερνάκι που ξενυχτούσε- λίγο προτού να ξημερώσει το φως μίας ακόμη κρύας ημέρας. Βγάζει σχεδόν τελετουργικά τα ρούχα, το καπέλο και τα γάντια του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, για να βυθιστεί σύντομα μ’ ένα μισό χαμόγελο σ’ ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα.
Είναι λίγο πριν το μεσημέρι όταν τον ξυπνούν κάποιες φωνές που φτάνουν στ’ αυτιά του απ’ έξω καθώς και κάποια βίαια δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Πάει, έτσι όπως είναι, ημίγυμνος, μισοκοιμισμένος για ν’ ανοίξει. Βρήκαν τον πατέρα σου νεκρό, μ’ ένα χρυσό στιλέτο καρφωμένο στο σβέρκο, του ανακοινώνει με μια πνοή η γειτόνισσα, με το που ανοίγει την πόρτα, και λιποθυμά. Με τα πολλά πολλά καταφέρνει να τη συνεφέρει. Τη συνοδεύει μέχρι τα σκαλιά του σπιτιού της, την ευχαριστεί που του μετέφερε τα θλιβερά μαντάτα και για τη συμπάθειά της, κι επιστρέφει πίσω στην κάμαρά του. Διπλοκλειδώνει την πόρτα, σφαλίζει εντελώς τα παντζούρια και ξαπλώνει. Φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Όλες οι εικόνες επιστρέφουν στα μέσα του μάτια καθάριες, κρυστάλλινες, διάφανες. Βρε τη μπαμπέσα τη ζωή! ψιθυρίζει και χαμογελά. Και κοιμάται και πάλι.

Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Ρωγμές"


Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Η μέρα που θα τολμούσε

Επιτέλους, έφτασε! Η μέρα που πάντοτε ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε τα όρια. Που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Το ξέρει. Το νιώθει. Είναι έτοιμος για να ξεπεράσει τα όρια του πρέπει, για να γευτεί τους απαγορευμένους καρπούς της απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την κρύα νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του επιτακτικά την κάθε μια απ’ τις πολλές μικρές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται όλα τα αν και τις πιθανές ανατροπές. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη.
Ανυπομονεί, πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Θα κάνει το όνειρο πράξη. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Και θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμό αντί οφθαλμού. Θα σκοτώσει μια πόρνη, για διαγράψει από μέσα του το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της στο μακρινό παρελθόν. Θα της χαράξει αμείλικτα το σώμα. Θα το χαρακώσει με αίμα. Θα την εξευτελίσει. Και ύστερα θα τη σκοτώσει. Αυτό είναι το σχέδιό του. Κι απόψε, χάρη σ’ αυτό, θα γίνει ένας μικρός μισερός θεός...

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Έτοιμος να σκοτώσει

Και να που έφτασε εκείνη η στιγμή που πάντα απευχόταν, μια στιγμή καθοριστική, που σίγουρα θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα. Τώρα, είναι έτοιμος να σκοτώσει. Να σκοτώσει έναν άντρα που του έκανε πολλά, που πολύ του τυράννησε το σώμα και του μάτωσε την ψυχή, σε μια προσπάθεια να του επιβληθεί, να του επιβάλει με τη βία τη βούλησή του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να τον σκοτώσει, αμέσως, για να μη σκοτωθεί.
Στέκεται εκεί για λίγο ακίνητος, βλοσυρός κι αβέβαιος, σκεφτικός, παρατηρώντας προσεκτικά, σχεδόν με λύπηση, το υποψήφιο θύμα του, το καθόλου αθώο και θανατερά οπλισμένο. Φαίνεται τόσο αδύνατος, τώρα, αυτός ο άντρας και τόσο φοβισμένος. Μοιάζει να κατούρησε τα βρακιά του. Του ’φυγε η μαγκιά. Τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κάπου ικετευτικό, η στάση του κορμιού αμυντική. Όλα αντικατοπτρίζουν της ψυχής του τους πιο φανερούς, μα ενδόμυχους, φόβους.
«Ω, ας τον αφήσω να ζήσει,» σκέφτεται με οίκτο, βλέποντάς τον έτσι, ο από ανάγκη μελλοντικός δολοφόνος. «Αλλά, αν τον αφήσω να ζήσει, οπλισμένος καθώς είναι, θα σκοτώσει εμένα!» συμπληρώνει τη σκέψη του. Το δίλημμα μεγάλο. Το ερωτηματικό που του καίει τα σωθικά ακόμη μεγαλύτερο: «Γεννήθηκα, άραγε, για να σκοτώσω ή για να σκοτωθώ;»

Η συνέχεια εδώ...