Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λύτρωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λύτρωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Λύτρωση

Μια ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία έχω για σας σήμερα.

Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.
Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.
Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά, λέει στον εαυτό του, Αποκλείεται! προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή.
Φτάνει στην παλιά τοξωτή γέφυρα, το πιο αγαπημένο του σημείο στην πόλη. Στέκεται κι αφουγκράζεται με βεβιασμένη προσοχή το σκοτεινό ποτάμι, που βρυχάται με οργή κάτω από τα πόδια του, καθώς το χιόνι του μαστιγώνει αλύπητα το πρόσωπο, του χαράζει την ψυχή. Τα φώτα τρεμοπαίζουν γύρω του θαμπά, μέσα του σκοτεινιάζει. Κοιτά κάτω, προς το ποτάμι, αλλά δε βλέπει τίποτα, μαύρα όπως είναι τα νερά, αδυνατούν να κάνουν την αισθητή την παρουσία τους μέσα στο λευκό τοπίο. Πέταξέ το. Πέταξέ το τώρα, να το πάρει το ποτάμι, να λυτρωθείς, προστάζει τον εαυτό του. Μα, γιατί; Αφού είναι δικό μου, το κέρδισα! απορεί και αντιδρά εκείνος.
Πολέμα με τους δαίμονές του, πολεμά σκληρά και για ώρα πολλή, αλλά χάνει. Ας είναι! ψιθυρίζει παραιτημένος, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αόρατο ποτάμι κι αρχίζει και πάλι να περπατά. Ηττήθηκα! μονολογεί, καθώς διασχίζει το κρύο. Ηττήθηκα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς. Περιπλανιέται δίχως προορισμό στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Αυτό που κέρδισε, το δώρο, το δίλημμα και η πληγή που του χαρίστηκε, χωμένο βαθιά μέσα στη δεξιά του τσέπη. Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα γυρίσει ο άνεμος, θ’ αλλάξει πορεία ο τροχός της τύχης, θα δοθεί και σ’ αυτόν η ευκαιρία να σωθεί, να σβήσει τη φωτιά που του καίει το μυαλό και τα σωθικά, να βγει και πάλι στο φως. Αυτό σκέφτεται.
Τρεις το πρωί κι ακόμη τίποτα, καμία ευκαιρία να χορτάσει το μέσα του, πουθενά η προσωρινή σωτηρία. Πουθενά! Αλλά... Αλλά, να, από κάπου ακούει φωνές. Μια γυναίκα είναι που φωνάζει, που εκλιπαρεί, που ζητάει βοήθεια. Περπατά αργά, ψύχραιμα, με περισσή προσοχή προς το μέρος απ’ όπου άκουσε να ξεπηδά η κραυγή του τρόμου. Σε λίγο βλέπει έναν άντρα βαρύ ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό παλτό, με κασκόλ στο λαιμό κι ένα στρογγυλό καπέλο στο γκρίζο του κεφάλι, να κτυπά άγρια μια γυναίκα, να προσπαθεί να της σκίσει τα ρούχα και να τη ρίχνει κάτω για να τη βιάσει.
Καθώς κοιτάει αυτή την αποτρόπαιη σκηνή στο προσωπικό του παίρνει να ζωγραφίζεται ένα σατανικό χαμόγελο. Ναι, αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς! σκέφτεται σιωπηλά και με βαθιά ικανοποίηση καθώς αρχίζει να πλησιάζει αθόρυβα προς το σκηνικό εκείνο του παραλόγου.
Μια στιγμή μόλις μετά καρφώνει με δύναμη πολλή, σχεδόν οργισμένη, το στιλέτο στο σβέρκο του επίδοξου βιαστή κι απομακρύνεται, με ανάλαφρο βήμα, με βήμα λες κάποιου εξωτικού πουλιού, που χαίρεται τη ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Επιτέλους, ξεφορτώθηκε το άδωρό του δώρο, ικανοποίησε και τη φλεγόμενη δίψα του, και το έκανε για το καλό. Όχι, δεν έχει καμία απολύτως τύψη για το φονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θύματά του, ετούτο -το χτήνος- άξιζε να πεθάνει.
Φτάνει στο σπίτι του χαρούμενος, ξεπαγιασμένος, αλλά και λίγο πολύ ζαλισμένος -αφού απόλαυσε τα κρασάκια του σ’ ένα ταβερνάκι που ξενυχτούσε- λίγο προτού να ξημερώσει το φως μίας ακόμη κρύας ημέρας. Βγάζει σχεδόν τελετουργικά τα ρούχα, το καπέλο και τα γάντια του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, για να βυθιστεί σύντομα μ’ ένα μισό χαμόγελο σ’ ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα.
Είναι λίγο πριν το μεσημέρι όταν τον ξυπνούν κάποιες φωνές που φτάνουν στ’ αυτιά του απ’ έξω καθώς και κάποια βίαια δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Πάει, έτσι όπως είναι, ημίγυμνος, μισοκοιμισμένος για ν’ ανοίξει. Βρήκαν τον πατέρα σου νεκρό, μ’ ένα χρυσό στιλέτο καρφωμένο στο σβέρκο, του ανακοινώνει με μια πνοή η γειτόνισσα, με το που ανοίγει την πόρτα, και λιποθυμά. Με τα πολλά πολλά καταφέρνει να τη συνεφέρει. Τη συνοδεύει μέχρι τα σκαλιά του σπιτιού της, την ευχαριστεί που του μετέφερε τα θλιβερά μαντάτα και για τη συμπάθειά της, κι επιστρέφει πίσω στην κάμαρά του. Διπλοκλειδώνει την πόρτα, σφαλίζει εντελώς τα παντζούρια και ξαπλώνει. Φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Όλες οι εικόνες επιστρέφουν στα μέσα του μάτια καθάριες, κρυστάλλινες, διάφανες. Βρε τη μπαμπέσα τη ζωή! ψιθυρίζει και χαμογελά. Και κοιμάται και πάλι.

Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Ρωγμές"


Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 12

Πότε ακριβώς έφτασε η αρχή του τέλους δε θυμάται. Θυμάται μονάχα έντονα, φαρμακερά, εκείνη την τρομαχτική αίσθηση απόγνωσης που εξαπλώθηκε σα στίγμα ανίατο και μάτωσε ολάκερό της το κορμί.
Είναι αργά το μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, και κάθεται δίπλα απ’ το κρεβάτι της ελπίδας και της απελπισίας η Αναστασία. δίπλα στο παιδί της, το παιδί τους, που δεν ξέρει αν ζει ή αν πεθαίνει. Του χαϊδεύει νωχελικά, με φροντίδα και λύπη τα μαλλιά, το καλεί νοητικά, το εκλιπαρεί να βγει απ’ τον κόσμο που εδώ και καιρό κατοικεί, να ξυπνήσει στο φως, στη ζωή. Να σωθεί για να τη σώσει.
Αλλά, εκείνο δε μοιάζει να την ακούει, μα ούτε και να νιώθει την παρουσία της δίπλα του. Σαν ένα κατηγορώ είναι η σιωπή του και τη ματώνει. Όσο ζει, μαζί του ζούνε κι οι ελπίδες μου. Αν πεθάνει, θα πεθάνω κι εγώ. Κι όχι μόνο στα λόγια, σκέφτεται.
Αν πεθάνει ο γιος της, θα πεθάνει κι εκείνη. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι πάει καιρός πολύς που νιώθει ήδη νεκρή. Τώρα, απλά προσπαθεί να ξεγράψει απ’ τη μνήμη της τής ζωής την ανάμνηση.
Τόσα σχέδια, τόσα όνειρα, όλα χαμένα. Όλα παρανάλωμα στην πυρά του χρόνου. Βλέπει τον Αλέξη της σ’ εκείνο το κρεβάτι, τον βλέπει να ψυχορραγεί και να δίνει τον αγώνα του για τη ζωή και θυμάται με βαριά καρδιά όλες τις υποσχέσεις που έδωσαν όταν είχε γεννηθεί. όταν ακούστηκε το πρώτο κλάμα κι η πρώτη ανάσα του στον κόσμο ετούτο. όταν ήρθε να επιβεβαιώσει το απόλυτο του έρωτά τους. Όλα θα τα έκαναν για κείνον, έλεγαν. Όλα! Θα δούλευαν σκληρά, θα τον καλομάθαιναν, θα του έδιναν ό,τι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ποτέ ν’ απολαύσουν στη ζωή τους, θα τον έκαναν το μελλοντικό τους αστέρι, εκείνο που θα τους έδειχνε το δρόμο, εκείνο που θα τους μεταμόρφωνε το είναι τους. Λόγια! Λόγια μεγάλα, λόγια άδεια, ελαφρά, διάφανα. υποσχέσεις του αέρα. Δεν ήταν ότι δεν τον αγάπησαν όπως του έπρεπε, δεν είναι ότι δεν τον φρόντισαν όσο καλύτερα μπορούσαν, δεν είναι ότι δεν έγινε για μια εποχή ο κόσμος τους, το επίκεντρο της ζωής τους. είναι ότι αποδείχτηκαν κι οι δύο κατώτεροι των περιστάσεων, υποκριτές, και αθέλητα ή ηθελημένα ψεύτες. Έκλειναν τα μάτια και τ’ αυτιά όταν οι διαφορές τους έδιναν επιβλητικά το παρόν και φώναζαν την ύπαρξή τους. Έβλεπαν σα σωστά τα λάθη τους. Κι όταν προέκυπταν προβλήματα σοβαρά, απλά κοιτούσαν αλλού. Εκείνος. ένας ερωτύλος. Εκείνη. μια δειλή. Ένας ερωτύλος που πάντοτε έκανε το δικό του και χαιρόταν τη ζωή. Μια δειλή που κρυβόταν πίσω από την εικόνα και τις ανασφάλειές της, που μία και μοναδική φορά τόλμησε το αδιανόητο, κι έφερε την καταστροφή. Φταίω δυο, φταίει μία. Φταίμε δυο φωνές και μια σιωπή γι’ αυτό που έγινε, σκέφτεται και πικρά πολύ χαμογελά.
Θα ήθελε να ήταν τώρα εκείνος εκεί κοντά της. Να σταθεί δίπλα της. Για μια, έστω, στιγμή να γίνουν και πάλι ένα, κάτω απ’ το κατώφλι του πόνου. Αλλά, εκείνος... Εκείνος δε θέλει να μοιραστεί μαζί της τις ενοχές του, τις ενοχές τους. Κι ας βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια, κι ας απειλούνται απ’ τις ίδιες φωνές. Γιατί; Γιατί δεν έρχεται να μιλήσουμε; Ίσως ξαλαφρώσουμε λίγο έτσι. Ίσως βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, κι ας μη γίνουν καλύτερα. Ίσως... Ω, ως πότε θα κοιτώ τον τοίχο ψάχνοντας εκεί τις απαντήσεις;
Αλλά, ας είναι καλά η Μαίρη, τώρα πια δε νιώθει τόσο άσχημα. όχι όπως τις πρώτες μέρες μετά το δυστύχημα. Όταν της μίλησε, όταν άδειασε το μέσα της και ξετύλιξε το κουβάρι των ενοχών της, ένιωσε καλύτερα μετά. Ένιωσε ότι όσο υπάρχει η αγάπη, ακόμη και κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες, όλα μπορούν να συμβούν. Δεν της είπε κάτι για να τη βοηθήσει, δεν είχε συμβουλές για κείνη η αδελφή της, αλλά μόνο και μόνο το ότι κάθισε και την άκουσε ήταν αρκετό για να την κάνει να διακρίνει, με βλέμμα έστω θολωμένο, μια αχτίδα φωτός στον ορίζοντά του μέλλοντός της. Αν δεν είχα κι αυτήν; αναρωτιέται, αλλά δε συμπληρώνει την σκέψη της. Βγαίνει από το μέσα της κι αντικρίζει το διάφανο φως που μπαίνει απ’ το λεκιασμένο παράθυρο στο δωμάτιο και παρατηρεί το χλωμό προσωπάκι του γιου της. Θα τα καταφέρουμε; Μοιάζει να τον ρωτά μ’ αβεβαιότητα. Θα τα καταφέρουμε! του ψιθυρίζει με μεγαλύτερη σιγουριά.
Κοιτά τριγύρω της, το θάλαμο. Κρεβάτια κατειλημμένα από κάποιους άλλους μελλοθάνατους ή μελλοζώντανους. Μόνο το τώρα υπάρχει, σκέφτεται. Το αύριο δεν ξέρει κανείς αν κάποτε θα ’ρθει, ενώ το χθες μοιάζει μ’ ερημωμένη, μ’ ακατοίκητη χώρα.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Λύτρωση

Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.

Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.

Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. «Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά,» λέει στον εαυτό του, «Αποκλείεται!» προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα τη στάλα, στιγμή τη στιγμή.


Η συνέχεια στα Διηγήματα