Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 12

Πότε ακριβώς έφτασε η αρχή του τέλους δε θυμάται. Θυμάται μονάχα έντονα, φαρμακερά, εκείνη την τρομαχτική αίσθηση απόγνωσης που εξαπλώθηκε σα στίγμα ανίατο και μάτωσε ολάκερό της το κορμί.
Είναι αργά το μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, και κάθεται δίπλα απ’ το κρεβάτι της ελπίδας και της απελπισίας η Αναστασία. δίπλα στο παιδί της, το παιδί τους, που δεν ξέρει αν ζει ή αν πεθαίνει. Του χαϊδεύει νωχελικά, με φροντίδα και λύπη τα μαλλιά, το καλεί νοητικά, το εκλιπαρεί να βγει απ’ τον κόσμο που εδώ και καιρό κατοικεί, να ξυπνήσει στο φως, στη ζωή. Να σωθεί για να τη σώσει.
Αλλά, εκείνο δε μοιάζει να την ακούει, μα ούτε και να νιώθει την παρουσία της δίπλα του. Σαν ένα κατηγορώ είναι η σιωπή του και τη ματώνει. Όσο ζει, μαζί του ζούνε κι οι ελπίδες μου. Αν πεθάνει, θα πεθάνω κι εγώ. Κι όχι μόνο στα λόγια, σκέφτεται.
Αν πεθάνει ο γιος της, θα πεθάνει κι εκείνη. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι πάει καιρός πολύς που νιώθει ήδη νεκρή. Τώρα, απλά προσπαθεί να ξεγράψει απ’ τη μνήμη της τής ζωής την ανάμνηση.
Τόσα σχέδια, τόσα όνειρα, όλα χαμένα. Όλα παρανάλωμα στην πυρά του χρόνου. Βλέπει τον Αλέξη της σ’ εκείνο το κρεβάτι, τον βλέπει να ψυχορραγεί και να δίνει τον αγώνα του για τη ζωή και θυμάται με βαριά καρδιά όλες τις υποσχέσεις που έδωσαν όταν είχε γεννηθεί. όταν ακούστηκε το πρώτο κλάμα κι η πρώτη ανάσα του στον κόσμο ετούτο. όταν ήρθε να επιβεβαιώσει το απόλυτο του έρωτά τους. Όλα θα τα έκαναν για κείνον, έλεγαν. Όλα! Θα δούλευαν σκληρά, θα τον καλομάθαιναν, θα του έδιναν ό,τι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ποτέ ν’ απολαύσουν στη ζωή τους, θα τον έκαναν το μελλοντικό τους αστέρι, εκείνο που θα τους έδειχνε το δρόμο, εκείνο που θα τους μεταμόρφωνε το είναι τους. Λόγια! Λόγια μεγάλα, λόγια άδεια, ελαφρά, διάφανα. υποσχέσεις του αέρα. Δεν ήταν ότι δεν τον αγάπησαν όπως του έπρεπε, δεν είναι ότι δεν τον φρόντισαν όσο καλύτερα μπορούσαν, δεν είναι ότι δεν έγινε για μια εποχή ο κόσμος τους, το επίκεντρο της ζωής τους. είναι ότι αποδείχτηκαν κι οι δύο κατώτεροι των περιστάσεων, υποκριτές, και αθέλητα ή ηθελημένα ψεύτες. Έκλειναν τα μάτια και τ’ αυτιά όταν οι διαφορές τους έδιναν επιβλητικά το παρόν και φώναζαν την ύπαρξή τους. Έβλεπαν σα σωστά τα λάθη τους. Κι όταν προέκυπταν προβλήματα σοβαρά, απλά κοιτούσαν αλλού. Εκείνος. ένας ερωτύλος. Εκείνη. μια δειλή. Ένας ερωτύλος που πάντοτε έκανε το δικό του και χαιρόταν τη ζωή. Μια δειλή που κρυβόταν πίσω από την εικόνα και τις ανασφάλειές της, που μία και μοναδική φορά τόλμησε το αδιανόητο, κι έφερε την καταστροφή. Φταίω δυο, φταίει μία. Φταίμε δυο φωνές και μια σιωπή γι’ αυτό που έγινε, σκέφτεται και πικρά πολύ χαμογελά.
Θα ήθελε να ήταν τώρα εκείνος εκεί κοντά της. Να σταθεί δίπλα της. Για μια, έστω, στιγμή να γίνουν και πάλι ένα, κάτω απ’ το κατώφλι του πόνου. Αλλά, εκείνος... Εκείνος δε θέλει να μοιραστεί μαζί της τις ενοχές του, τις ενοχές τους. Κι ας βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια, κι ας απειλούνται απ’ τις ίδιες φωνές. Γιατί; Γιατί δεν έρχεται να μιλήσουμε; Ίσως ξαλαφρώσουμε λίγο έτσι. Ίσως βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, κι ας μη γίνουν καλύτερα. Ίσως... Ω, ως πότε θα κοιτώ τον τοίχο ψάχνοντας εκεί τις απαντήσεις;
Αλλά, ας είναι καλά η Μαίρη, τώρα πια δε νιώθει τόσο άσχημα. όχι όπως τις πρώτες μέρες μετά το δυστύχημα. Όταν της μίλησε, όταν άδειασε το μέσα της και ξετύλιξε το κουβάρι των ενοχών της, ένιωσε καλύτερα μετά. Ένιωσε ότι όσο υπάρχει η αγάπη, ακόμη και κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες, όλα μπορούν να συμβούν. Δεν της είπε κάτι για να τη βοηθήσει, δεν είχε συμβουλές για κείνη η αδελφή της, αλλά μόνο και μόνο το ότι κάθισε και την άκουσε ήταν αρκετό για να την κάνει να διακρίνει, με βλέμμα έστω θολωμένο, μια αχτίδα φωτός στον ορίζοντά του μέλλοντός της. Αν δεν είχα κι αυτήν; αναρωτιέται, αλλά δε συμπληρώνει την σκέψη της. Βγαίνει από το μέσα της κι αντικρίζει το διάφανο φως που μπαίνει απ’ το λεκιασμένο παράθυρο στο δωμάτιο και παρατηρεί το χλωμό προσωπάκι του γιου της. Θα τα καταφέρουμε; Μοιάζει να τον ρωτά μ’ αβεβαιότητα. Θα τα καταφέρουμε! του ψιθυρίζει με μεγαλύτερη σιγουριά.
Κοιτά τριγύρω της, το θάλαμο. Κρεβάτια κατειλημμένα από κάποιους άλλους μελλοθάνατους ή μελλοζώντανους. Μόνο το τώρα υπάρχει, σκέφτεται. Το αύριο δεν ξέρει κανείς αν κάποτε θα ’ρθει, ενώ το χθες μοιάζει μ’ ερημωμένη, μ’ ακατοίκητη χώρα.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Τα κουράδια της οργής

Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Δεν αντέχω πια να μου συμπεριφέρεται τόσο άσχημα, λες και δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος. Θα τον χτυπήσω σκληρά. Θα του βγάλω το μάτι. Θα του σκίσω το κεφάλι. Θα... Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ. Θα τον... Θα του...
Αυτά σκεφτόταν κάθε φορά που τον έβλεπε, τον εχθρό του, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. Καθόλου! Όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά τον μισούσε κιόλας. Αυτόν μονάχα. Κανέναν άλλο στον κόσμο. Μισούσε μ’ όλο το πάθος της νεαρής του καρδιάς το καθετί απάνω του: την εξεζητημένη εμφάνισή του (έτσι δεν την είπε η μαμά;), τη μελιστάλαχτη φωνή και το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε την καλά μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, συνήθως απρόσκλητος, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη – ναι, έτσι ακριβώς σαν του φίλου του τού Κύρου Γρανάζη, αλλά όχι ακριβώς. από τα νεύρα άναβαν. Μπροστά απ’ τη μαμά και τον μπαμπά του τού συμπεριφερόταν καλά, όλο έλεγε, τι χαριτωμένος που είναι!, αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε δυνατά, με κακία. Φυσικά, δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτά που συνέβαιναν, ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό-παιδί, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβει ο μπαμπάς κι η μαμά, κι ο κόσμος όλος, πόσο κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο που του ’λαχε τόσο νωρίς στη ζωή. Υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν -αν και δεν ήξερε τι ακριβώς σημαίνει αυτό- ότι κάποτε θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καθάρια καλοκαιρινή μέρα, -μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν πήγαν δουλειά- και όλη η οικογένεια, οι τρεις τους δηλαδή, βρισκόταν στον μικρό όμορφό κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να καλωσορίσει τους ξένους – αν ήταν τέτοιοι, δηλαδή.
Ω, δεν μπορείτε να φανταστείτε -προσπαθήστε, αν θέλετε, αλλά δε θα τα καταφέρετε- πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλλει από την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, στον παράδεισό του, ο καταραμένος ο εχθρός. Μην μπορώντας να αντέξει τη θέα του, έριξε μια θυμωμένη ματιά στη μαμά και τον μπαμπά, κι έτρεξε αμέσως για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξάφνου, όμως, άλλαξε γνώμη και πάτησε απότομα φρένο, στο μικροβήματο χοροπηδητό τρεχαλητό του, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο πολύ, σαν τις νεράιδες που του λέγανε στα παραμύθια. Μια ο-πτα-σί-α! Την αγάπησε με την πρώτη ματιά κι εκείνη του ανταπόδωσε μεμιάς την αγάπη, αφού μετά από το πρώτο ξάφνιασμα, έτρεξε βιαστικά και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε, να, ψηλά, μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο στα χείλη. Για όσο θα κρατούσε εκείνη η ευτυχισμένη μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα παράξενα καμώματά του – προς φρίκη του δόλιου του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε απειλητικά και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο. Σιγά να μην τον άκουγε!
Όσο για τον Μανόλη, ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένος. Περισσότερο απ’ ό,τι υπήρξε ποτέ στην τόσο σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος -όλοι ξυπόλυτοι ήταν- στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά μες στη μικρή πολύχρωμη παιδική πισίνα, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά δεν ξέχασε ούτε για μια στιγμή τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε
Ήταν αργά πολύ το απόγευμα, όταν ένιωσε μια ακατανίκητη ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κίνησε, λοιπόν, με μικρά αργόσυρτα βήματα, για τον προορισμό του, αφού πρώτα αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει -Μόνο του... Μόνο του... της είπε- αλλά δεν έφθασε ποτέ εκεί. Κοντοστάθηκε, βλέπετε, στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του πήρε να ζωγραφίζεται ένα ηλιόλουστο πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, και το φεγγάρι αμόλυντο μισό άρχισε να κόβει τις βόλτες του στον μακρινό ουρανό, η συντροφιά εγκατέλειψε μαζικά τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Όταν έφτασαν, όμως, στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν στ’ αλήθεια τρομαγμένοι. Την αθέλητη σιγή και τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο κι εκκωφαντικό γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από φρεσκοκαμωμένα κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλλουν κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης, που καθότανε σε μια γωνιά, κτυπούσε με χαρά μεγάλη τα χεράκια του και γελούσε μοναχός, είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.

Συνεχίζεται
Παλιό και ξαναδουλεμένο