Τετάρτη 29 Μαΐου 2013
Εγκληματικά Ασύστολα - Δωρεάν eBook
Αστυνομικό είναι και το σημερινό βιβλίο. Το μόνο που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά απαρτίζεται από μια σειρά ιστοριών που έγραψα πριν τρία-τέσσερα χρόνια ή και παλαιότερα. Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Θα αντικαταστήσω το σύνδεσμο με ελληνικό αν και όταν μού δοθεί η ευκαιρία.
Το «Εγκληματικά Ασύστολα» είναι μια συλλογή με ιστορίες – ιστορίες παθών και λαθών. Ιστορίες ανθρώπων που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έφτασαν στο έγκλημα.
Οι χαρακτήρες που κόβουν βόλτες σ’ αυτές τις σελίδες είναι ο ένας πιο ιδιόρρυθμος από τον άλλο. Κάποιος αποφασίζει να κάνει ένα δώρο ακριβό στη γυναίκα του, κι ας ξέρει ότι αυτό μάλλον θα του κοστίσει την ίδια του την ελευθερία. Ένας άλλος επίσης κάνει δώρα, κάθε χρόνο, σ’ ένα ερωτευμένο ζευγάρι στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Μια δυστυχισμένη ψυχή αναλογίζεται πόσα υπέφερε στα χέρια κάποιας άλλης κι αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή της. Δύο νέοι πληρώνουν με τρόπο τραγικό το τίμημα της αγάπης. Ένα ορφανό αφηγείται την ιστορία της μικρής ζωής του. Κάποια γυναίκα οδηγεί τον άντρα της στα όρια της τρέλας. Και κάποιος επιστρέφει στην πατρίδα του για να διεκδικήσει αυτήν που έχασε. Ο γιος μιας μητέρας σκληρής ακούει φωνές και τις υπακούει φτάνοντας στο έγκλημα. Μια μάνα, με τη σειρά της, επιβάλλει το δίκαιο των Γραφών. Ένα μαχαίρι υποχρεώνει τον κάτοχό του ν’ ακολουθήσει τους δικούς του κανόνες. Κι ο θάνατος πάντα καραδοκεί.
Γραμμένες με ένα τρόπο λιτό και απέριττο, αλλά και πού και πού λυρικό, οι ιστορίες αυτές μιλάνε όχι τόσο πολύ για το έγκλημα, όσο για τα αίτια που το προκαλούν. Κάνουν ένα μακροβούτι στις πιο σκοτεινές γωνιές των ψυχών, τις διυλίζουν. Οι ήρωές τους είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, της διπλανής πόρτας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμπαθητικοί, άνθρωποι πονεμένοι.
Εμπνευσμένες οι περισσότερες από υποθέσεις που ήρθαν πρόσφατα ή και πιο παλιά στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αυτές οι ιστορίες μοιάζουν σαν ένας καθρέφτης του σύγχρονου, λαμπερού, αλλά και συνάμα τρομακτικού μας κόσμου.
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
Δεν τον ήξερε κανείς
Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.
Βλέπαμε όλη την ώρα τους ένστολους να πηγαίνουν και να έρχονται, να σαρώνουν πεζή και με μοτοσικλέτες τους τουριστικούς δρόμους της πόλης, το Μουνμουάνγκ, τον Τα Πάε και το Λόι Κρο, να μπαινοβγαίνουν εδώ κι εκεί και να κάνουν ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό επιδεικνύοντας μια φωτογραφία αλλά εμείς, βαθιά και γλυκά βυθισμένοι στον όμορφο αλκοολικό μας κόσμο, δεν ξέραμε το γιατί. Θα το μαθαίναμε σύντομα, όμως, αφού εκείνη τη ζεστή κι υγρή νυχτιά, δύο αστυνομικοί θα κατέφθαναν και στο δικό μας στέκι.
Άρχισαν, λοιπόν, να ρωτάνε ένα-ένα τα άτομα του προσωπικού αν ήξεραν ποιος είναι, αλλά όχι, είπαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ. Πλήρη και κατηγορηματική άγνοια για την ταυτότητά του δήλωσαν και οι θαμώνες. Μέχρι που ήρθαν σε μένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, με την πρώτη ματιά, αλλά είπα το αντίθετο. Τους είπα ψέματα κατάμουτρα, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς καμία ενοχή. Το ένστικτό μου με οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση. Λυπάμαι, Πολ, αλλά είχες ήδη φύγει και το λιγότερο που χρειαζόμουνα ήταν μπλεξίματα με την αστυνομία, που δε φημίζεται δα και για τους καλούς της τρόπους. Στη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας μου με τους μπάτσους, ένιωθα μια κάποια ένταση, σα φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Κάποια από τα άτομα του προσωπικού με κοιτούσαν μ’ ένα έντονα διαπεραστικό, αλλά και φοβισμένο, θα έλεγα ύφος. Σύντομα θα μάθαινα το γιατί.
Την είδα να μπαίνει στο μπαράκι δυο-τρεις ώρες μετά, κι αμέσως τα κατάλαβα όλα. Σκισμένο φρύδι, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μώλωπες στα χέρια – δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα, είπε. Δεν την πίστεψα, αφού απουσίαζε απ’ τη συλλογή των εκδορών της το περίφημο ταϊλανδέζικο τατουάζ, η πληγή δηλαδή στον αγκώνα. Θυμήθηκα ότι δυο μέρες πριν είχαν φύγει παρέα απ’ το μπαράκι. Θυμήθηκα ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος. Θυμήθηκα ότι, λίγα μόλις λεπτά πριν, μου έλεγε πόσο πολύ μισεί τις πόρνες. Τότε γιατί έφυγε μαζί της;
Τα γεγονότα ήταν πια ξεκάθαρα στο νοτισμένο από αλκοόλη μυαλό μου. Της έριξα μια βιαστική ματιά, της χαμογέλασα πικρά, με μια δόση θλίψης, με λίγη κατανόηση και συνέχισα να παίζω μπιλιάρδο και να πίνω μπίρες με κάποιους άγνωστους φίλους, να αστειεύομαι και να την παρατηρώ, καθώς μιλούσε με τις φίλες της που δούλευαν εκεί. Όταν τελικά ξεκίνησα να φύγω ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει απαλά, αλλά αποφασιστικά στον ώμο. Γύρισα. Ήταν εκείνη. Ευχαριστώ, μου είπε. Δεν απάντησα. Τι να πω, άλλωστε; Έσκυψα το κεφάλι και κίνησα με βαρύ, αργόσυρτο βήμα, για το δωμάτιό μου. Για ν’ αποκοιμίσω τις τύψεις μου, για ν’ αλαφρύνω το βάρος που δίχως ποτέ να το θελήσω, ήρθε να μαυρίσει την ψυχή μου.
Λίγες μέρες μετά η υπόθεση -μια υπόθεση φόνου που χαρακτηρίστηκε τελικά ατύχημα- ουσιαστικά έκλεισε, αφού η αστυνομία βρέθηκε σ’ αδιέξοδο από τη στιγμή που, δεν τον ήξερε κανείς!
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009
Λύτρωση
Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.
Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.
Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά, λέει στον εαυτό του, Αποκλείεται! προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή.
Φτάνει στην παλιά τοξωτή γέφυρα, το πιο αγαπημένο του σημείο στην πόλη. Στέκεται κι αφουγκράζεται με βεβιασμένη προσοχή το σκοτεινό ποτάμι, που βρυχάται με οργή κάτω από τα πόδια του, καθώς το χιόνι του μαστιγώνει αλύπητα το πρόσωπο, του χαράζει την ψυχή. Τα φώτα τρεμοπαίζουν γύρω του θαμπά, μέσα του σκοτεινιάζει. Κοιτά κάτω, προς το ποτάμι, αλλά δε βλέπει τίποτα, μαύρα όπως είναι τα νερά, αδυνατούν να κάνουν την αισθητή την παρουσία τους μέσα στο λευκό τοπίο. Πέταξέ το. Πέταξέ το τώρα, να το πάρει το ποτάμι, να λυτρωθείς, προστάζει τον εαυτό του. Μα, γιατί; Αφού είναι δικό μου, το κέρδισα! απορεί και αντιδρά εκείνος.
Πολέμα με τους δαίμονές του, πολεμά σκληρά και για ώρα πολλή, αλλά χάνει. Ας είναι! ψιθυρίζει παραιτημένος, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αόρατο ποτάμι κι αρχίζει και πάλι να περπατά. Ηττήθηκα! μονολογεί, καθώς διασχίζει το κρύο. Ηττήθηκα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς. Περιπλανιέται δίχως προορισμό στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Αυτό που κέρδισε, το δώρο, το δίλημμα και η πληγή που του χαρίστηκε, χωμένο βαθιά μέσα στη δεξιά του τσέπη. Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα γυρίσει ο άνεμος, θ’ αλλάξει πορεία ο τροχός της τύχης, θα δοθεί και σ’ αυτόν η ευκαιρία να σωθεί, να σβήσει τη φωτιά που του καίει το μυαλό και τα σωθικά, να βγει και πάλι στο φως. Αυτό σκέφτεται.
Τρεις το πρωί κι ακόμη τίποτα, καμία ευκαιρία να χορτάσει το μέσα του, πουθενά η προσωρινή σωτηρία. Πουθενά! Αλλά... Αλλά, να, από κάπου ακούει φωνές. Μια γυναίκα είναι που φωνάζει, που εκλιπαρεί, που ζητάει βοήθεια. Περπατά αργά, ψύχραιμα, με περισσή προσοχή προς το μέρος απ’ όπου άκουσε να ξεπηδά η κραυγή του τρόμου. Σε λίγο βλέπει έναν άντρα βαρύ ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό παλτό, με κασκόλ στο λαιμό κι ένα στρογγυλό καπέλο στο γκρίζο του κεφάλι, να κτυπά άγρια μια γυναίκα, να προσπαθεί να της σκίσει τα ρούχα και να τη ρίχνει κάτω για να τη βιάσει.
Καθώς κοιτάει αυτή την αποτρόπαιη σκηνή στο προσωπικό του παίρνει να ζωγραφίζεται ένα σατανικό χαμόγελο. Ναι, αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς! σκέφτεται σιωπηλά και με βαθιά ικανοποίηση καθώς αρχίζει να πλησιάζει αθόρυβα προς το σκηνικό εκείνο του παραλόγου.
Μια στιγμή μόλις μετά καρφώνει με δύναμη πολλή, σχεδόν οργισμένη, το στιλέτο στο σβέρκο του επίδοξου βιαστή κι απομακρύνεται, με ανάλαφρο βήμα, με βήμα λες κάποιου εξωτικού πουλιού, που χαίρεται τη ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Επιτέλους, ξεφορτώθηκε το άδωρό του δώρο, ικανοποίησε και τη φλεγόμενη δίψα του, και το έκανε για το καλό. Όχι, δεν έχει καμία απολύτως τύψη για το φονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θύματά του, ετούτο -το χτήνος- άξιζε να πεθάνει.
Φτάνει στο σπίτι του χαρούμενος, ξεπαγιασμένος, αλλά και λίγο πολύ ζαλισμένος -αφού απόλαυσε τα κρασάκια του σ’ ένα ταβερνάκι που ξενυχτούσε- λίγο προτού να ξημερώσει το φως μίας ακόμη κρύας ημέρας. Βγάζει σχεδόν τελετουργικά τα ρούχα, το καπέλο και τα γάντια του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, για να βυθιστεί σύντομα μ’ ένα μισό χαμόγελο σ’ ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα.
Είναι λίγο πριν το μεσημέρι όταν τον ξυπνούν κάποιες φωνές που φτάνουν στ’ αυτιά του απ’ έξω καθώς και κάποια βίαια δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Πάει, έτσι όπως είναι, ημίγυμνος, μισοκοιμισμένος για ν’ ανοίξει. Βρήκαν τον πατέρα σου νεκρό, μ’ ένα χρυσό στιλέτο καρφωμένο στο σβέρκο, του ανακοινώνει με μια πνοή η γειτόνισσα, με το που ανοίγει την πόρτα, και λιποθυμά. Με τα πολλά πολλά καταφέρνει να τη συνεφέρει. Τη συνοδεύει μέχρι τα σκαλιά του σπιτιού της, την ευχαριστεί που του μετέφερε τα θλιβερά μαντάτα και για τη συμπάθειά της, κι επιστρέφει πίσω στην κάμαρά του. Διπλοκλειδώνει την πόρτα, σφαλίζει εντελώς τα παντζούρια και ξαπλώνει. Φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Όλες οι εικόνες επιστρέφουν στα μέσα του μάτια καθάριες, κρυστάλλινες, διάφανες. Βρε τη μπαμπέσα τη ζωή! ψιθυρίζει και χαμογελά. Και κοιμάται και πάλι.
Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Ρωγμές"
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Η Ζωή
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Το Τέλος
Κάθεται δίπλα του -ήσυχα, σιωπηλά- στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο σκεφτικά, πολύ λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία όμορφα και άσχημα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ένιωσε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σίγουρη ότι ο Πέτρος ήταν, ή τουλάχιστον θα γινόταν, ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε, πολύ σύντομα, μια μεγάλη οικογένεια, πώς μαζί του θα ξόδευε πολλά χρόνια υπέροχα και θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ο μέγας κατεργάρης, ήρθε για να της διαλύσει τ’ όνειρο, για να την ξυπνήσει στη σκληρή πραγματικότητα, να τη λυτρώσει απ’ τις μάταιες ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει από την αρχή, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;
Ήσουν ηλίθια, μικρή! κακίζει τον σπαραγμένο της εαυτό και χαμογελά πλατιά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στο δόλια θλίψη της. Και τώρα τι; Τι θα κάνει; Ξέρει... Ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει. Τώρα όλα θα τελειώσουν. Κάλλιο αργά παρά αργότερα, όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα -αν μπορούσε ν’ αποκαλέσει κανείς έρωτα αυτό που συνέβηκε- πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος, το οριστικό, απέχει πια μια μονάχα ανάσα.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το νιο σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ευαίσθητη ψυχή. Τον αγαπά για όλα εκείνα που της χάρισε τις πρώτες μέρες του έρωτά τους, του χρωστά το ξύπνημα του κορμιού της, την εισαγωγή του σ’ ένα νέο υπέροχο κόσμο, γιομάτο αισθήσεις και παραβατικότητα. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Τον αγαπά αλλά δεν πρέπει να τον ξαναδεί. Δεν αντέχει πια άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει μέσα στην τραχιά του αγκαλιά άλλη μοναξιά.
Θα μου λείψεις, αγάπη μου! του ψιθυρίζει απαλά και απλώνει με μια ανήσυχη κίνηση το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Θα μου λείψεις, αλλά πρέπει να φύγω...
Θυμάται για λίγο τα παλιά, τότε που τον γνώρισε. Θυμάται πόσο καλός ήταν με τα λόγια ο Πέτρος, πώς την έριξε μόνο μιλώντας, πώς την ανέβασε ξανά και ξανά στους εφτά ουρανούς μέσα από λέξεις κάλπικες, μα τόσο ωραίες, που της χάιδευαν τ’ αυτιά, που της έκλειναν τα μάτια. Θυμάται ακόμη την πρώτη εκείνη φορά που τα κορμιά τους πήραν να γνωρίζουν το ένα το άλλο στο κρεβάτι, την αψεγάδιαστη γλύκα του έρωτά τους. Θυμάται όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες στιγμές που χρωμάτιζαν άλλοτε την κοινή τους ζωή.
Γιατί τ’ άφησες όλ’ αυτά να χαθούν; τον ρωτά δειλά, σιωπηλά. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις τόσο και να μου κάνεις τη ζωή μαρτύριο; Μα, άλλαξε στ’ αλήθεια; Για τούτο δα δεν είναι καθόλου σίγουρη. Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, ένα άθλιο κάθαρμα, ένα τομάρι, ο αγαπημένος της, απλά αυτή δεν το έβλεπε. Ήταν ένα κάθαρμα που κάθε τόσο την χτυπούσε άγρια, που συχνά πυκνά την έπαιρνε με τη βία, που την απειλούσε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε που την έβλεπε, πώς αν τολμούσε να τον παρατήσει θα τη σκότωνε – έτσι απλά, θα τη σκότωνε. Ναι, ήταν ικανός να το κάνει, δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό η Αλεξία, έτσι δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε μαζί του πονώντας, έμεινε μαζί του όσο μπορούσε, σαν ένα άψυχο αντικείμενο, σαν κάποιο ανθρώπινο κουρέλι. Αλλά... Αλλά, τώρα πια έφτασε στα όριά της και τα ξεπέρασε. Ράγισε. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος, σε όλα, εδώ και τώρα – προτού δειλιάσει, προτού αλλάξει για μια ακόμη φορά γνώμη και μείνει κλεισμένη, φυλακισμένη, στα κάτεργα που της έκτισε κάποια μέρα απόμακρη και θολή, σαν ανάμνηση σκουριασμένη, ο έρωτας.
Αχ, ρε Πέτρο. Αχ... Αναστενάζει βαθιά, με παραίτηση. Την πήρε πια την απόφασή της, αυτή τη φορά δε θα κάνει πίσω. Δεν μπορεί να κάνει πίσω. Πρέπει να ζήσω, σκέφτεται. Τον παρατηρεί φευγαλέα. Τα μαύρα του μαλλιά, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια που τον ταξιδεύουν σε κάποιους μακρινούς κόσμους ονειρικούς ή και στο πουθενά. Αφουγκράζεται την ανάσα του. Σκύβει και τον φιλά ανάλαφρα στο μέτωπο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και ντύνεται με μια νωχελική αποφασιστικότητα. Μαζεύει όπως όπως τα πράγματά της και τα χώνει σε μια μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Μια ανομολόγητη πίκρα σκιάζει τα μάτια και τα χείλη της, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν άχρωμο, παγωμένο. Ωστόσο είναι όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και νέα πολύ. Μπορεί να σβήσει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν, μπορεί να αγκαλιάσει και πάλι τη ζωή, να γνωρίσει ίσως την ευτυχία. Προσπαθεί να χαμογελάσει μια σταλιά, να δώσει στον εαυτό της κουράγιο, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Σφίγγει τα δόντια. Σφίγγει τις γροθιές. Επιβάλλεται στον εαυτό της. Πλησιάζει ξανά στο κρεβάτι κι αρχίζει να ψάχνει τα ρούχα του που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Βγάζει από τη θήκη το υπηρεσιακό του ρεβόλβερ και το οπλίζει απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη, σκεφτική, αλλά όχι για πολύ. Ακουμπά απαλά το όπλο στον κρόταφό του και τον πυροβολεί. Ο ήχος, τα αίματα, την τρομάζουν, την πανικοβάλλουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα συνέρχεται. Το τέλος! μονολογεί ανακουφισμένα και παίρνει να γελά, σχεδόν υστερικά. Και μετά, τον κοιτά για τελευταία φορά. Αν δεν ήταν το αίμα και το σπλάτερ σκηνικό θα νόμιζε κανείς πώς κοιμάται. Μα, όντως κοιμάται, για πάντα. Κρύβει το όπλο στην τσάντα και βγαίνει με βήματα αποφασιστικά έξω στο φως, στη ζωή, στον ήλιο που για τόσο καιρό λαχταρούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει. Υπέροχη μέρα. Υπέροχη. Όλη η φύση μοιάζει να γιορτάζει. Στ’ αυτιά της φτάνει η ηχώ των λουσμένων στο ασήμι κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009
Η Τελευταία Πράξη
Η ιδέα και μόνο ότι ακόμη υπάρχει, ότι συνεχίζει να είναι ζωντανός και ελεύθερος, τον κάνει να χάνει την ηρεμία και τον ύπνο του, να γίνεται στ’ αλήθεια κουρέλι απ’ τα νεύρα. Από τον καιρό που μπήκε στο επάγγελμα μονάχα αυτός του ξέφυγε. Αυτός μόνο εξακολουθεί να του ξεφεύγει. Σιγά-σιγά, με πρόγραμμα, μεθοδικά, κατάφερε και ξεφορτώθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα βρωμερά κατακάθια που του έκαναν τη ζωή δύσκολη και δικαίωσε τη φήμη που από πάντοτε λες τον ακολουθούσε, σαν του πιο δυνατού, σαν του καλύτερου και του πιο αδίστακτου λαγωνικού. Αυτός! Αυτός είναι το κρίμα του. Το μόνο τρωτό σημείο στο νοητό χάρτη της παντοδυναμίας του. Πρέπει να τον βγάλω απ’ τη μέση και πρέπει να το κάνω σύντομα. Αυτή είναι τώρα πια η μία και μοναδική, η μόνιμη επωδός του.
Ή αυτός ή εγώ! σκέφτεται και ώρα με την ώρα, ημέρα με την ημέρα, παίρνει να καταστρώνει στο πολύστροφο μυαλό του το τέλειο σχέδιο. Ένα σχέδιο που στην τελική ευθεία γνωρίζει πολύ καλά πώς δε χρειάζεται, αλλά που τουλάχιστον του γαληνεύει το μέσα του, του οριοθετεί τους στόχους.
Αρχίζει να τον παρακολουθεί στενά, αλλά διακριτικά, από απόσταση, σε διαφορετικές ώρες και μέρες της βδομάδας. Θέλει να μάθει την κάθε του κίνηση, να την ξεσηκώσει, να τη χαρτογραφήσει. Θέλει να ξέρει τι ώρα πηγαίνει στη δουλειά και πότε φεύγει. Έχει φίλους; Ποιοι είναι αυτοί; Γκόμενα; Τον ανέχεται καμία; Ποιες είναι οι αδυναμίες του; Πότε είναι πιο ευάλωτος; Μόνο όταν τα μάθει όλ’ αυτά και τότε μόνο θα κάνει την κίνησή του, τη μοιραία, στη σκακιέρα.
Ωστόσο, αυτή είναι μια χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία. Μια διαδικασία επώδυνη, που του κλέβει στάλα στάλα της άλλοτε συναρπαστικής του καθημερινότητας όλες τις μικρές χαρές, που τον κάνει σκληρό, λιγομίλητο κι απόμακρο και που δημιουργεί προβλήματα στην ερωτική του ζωή.
Μέχρι να τον καθαρίσω δε θα ησυχάσω, αποφασίζει. Πώς να ησυχάσει άλλωστε; Αν είχε να κάνει μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο ανθρωπάκι δε θα το σκεφτόταν δεύτερη φορά το θέμα. Απλά θα πήγαινε και θα τον σκότωνε. Ετούτος, όμως, ο αντίπαλος δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι σκληρό καρύδι κι επικίνδυνος. Και ξύπνιος πολύ. Αυτά του τα προσόντα, τ’ αναγνωρίζει, τα φοβάται και τα σέβεται. Τον σέβεται. Επειδή απ’ όλο το συρφετό που τον περιτριγυρίζει μονάχα αυτός δε μασάει. Ποιος ξέρει, ίσως και να του λείψει ο βρομιάρης όταν πάει στα θυμαράκια, αφού οι άλλοι, αυτοί που θα ζήσουν, μπροστά του μοιάζουν σαν άκακα μαθητούδια.
Πέρασαν μέρες πολλές, άγρυπνες και πικρόγλυκα οδυνηρές, κι εξακολουθεί ν’ αποτελεί την απόμακρη κι αόρατη σκιά του εχθρού του. Τον μελετά ακόμη, τον μαθαίνει, όλο και πιο πολύ. Δε θα είναι εύκολο θήραμα αυτός. Καθόλου εύκολο δε θα είναι. Οι κινήσεις του όλες μοιάζουν αυθόρμητες, αλλά είναι μετρημένες, υπολογισμένες στην εντέλεια. Δε δείχνει να φοβάται τίποτα και κανένα. Με την ίδια άνεση, ψεύτικη ή αληθινή, κινείται σε όλους τους χώρους, αλλά μοιάζει να βρίσκεται πάντα σ’ επιφυλακή. Αν ήταν γυναίκα θα τον ερωτευόμουν, σκέφτεται ο κυνηγός σαρκαστικά και παίρνει να γελά παρέα με τον εαυτό του. Αλλά δεν είναι γυναίκα. Γι’ αυτό και θα πεθάνει.
Είναι νύχτα βαθιά, σκοτεινή, ντυμένη στα γκρίζα σύννεφα, χειμωνιάτικη. Τον ακολουθεί από μακριά πολύ με το αυτοκίνητο – μια ζωή το κάνει αυτό, τελειοποίησε την τέχνη της παρακολούθησης. Απόψε θα γραφτεί η τελευταία πράξη του προσωπικού του δράματος, στο μυαλό του δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Τον βλέπει να σταθμεύει το αμάξι του σ’ ένα απόμερο και ερειπωμένο σοκάκι και να βγαίνει έξω ρίχνοντας φευγαλέες ματιές δεξιά κι αριστερά. Όχι, δεν τον έχει εντοπίσει, αυτό είναι αδύνατον. Απλά είναι -όπως πάντα- σε εγρήγορση, παίρνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, αφού προφανώς δε θέλει να δει κανείς που θα πάει. Ωστόσο αυτός, ο διώκτης του, τον ξέρει. Τον ξέρει πια πολύ καλά, καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο. Στο μπουρδέλο! σκέφτεται και χαμογελά. Εκεί πάει. Στο μπουρδέλο. Εκεί που θα είναι πιο ευάλωτος και πιο αδύναμος, από κάθε άλλη φορά. Εκεί που όλες του οι άμυνες θα πέσουν απερίσκεπτα, αμαχητί.
Τον παρατηρεί με ένταση και μια υποψία αγωνίας καθώς μπαίνει βιαστικά σ’ ένα παλιό διώροφο. Αφήνει να περάσουν λίγα λεπτά και ακολουθεί τ’ αχνάρια του. Ανοίγει την πόρτα σ’ ένα υποφωτισμένο διάδρομο. Στο βάθος ακούει φωνές γυναικών και να παίζει κάποια μουσική που δεν αναγνωρίζει. Πλησιάζει αργά, αθόρυβα προς το μέρος τους, νιώθοντας ένα κόμπο στο στομάχι και έχοντας όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Ρίχνει μέσα μια φευγαλέα προσεκτική ματιά. Δεν είναι εκεί. Μονάχα μερικά κορίτσια κάθονται ημίγυμνα στους καναπέδες και συζητάνε. Θα είναι επάνω. Πρέπει να πάρει μια κοπέλα. Δεν γίνεται αλλιώς. Κάνει νόημα με το κεφάλι σ’ εκείνη που είναι πιο κοντά του. Σηκώνεται και τον ακολουθεί. Είναι στην πρίζα, αλλά το ξέρει – το ξέρει ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά.
Όλες οι πόρτες είναι ανοικτές, εκτός από μία. Η τύχη του χαμογελά. Της χαμογελά με σιωπηλές ευχαριστίες κι αυτός. Συνεχίζει να περπατά, με βήματα επίτηδες αργά, με τη γυναίκα που τον συνοδεύει μέχρι το δωμάτιό της. Εκεί της λέει να γδυθεί και να τον περιμένει καθώς ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη για ένα ποτό και θα πήγαινε κάτω για να το πάρει.
Τα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα που ακολουθούν, καθώς κατευθύνεται προς το μέρος που κρύβεται, ερωτικά αγκομαχώντας, ο εχθρός του, τού φαίνονται αιώνες. Κάνει ένα βήμα. Κι άλλο ένα. Κι ένα ακόμη. Εντελώς αθόρυβα. Με την ψυχή στο στόμα και κρύο ιδρώτα να του λούζει το πρόσωπο και την πλάτη. Φτάνει εκεί. Στην πόρτα. Δε θα είναι κλειδωμένη. Ξέρει τα κατατόπια καλά. Το ξέρει κι αυτό. Στήνει αυτί απ’ έξω. Ακούει τους λάγνα αναμενόμενους ήχους. Ήρθε η ώρα της αλήθειας! σκέφτεται και κάνει το σταυρό του. Βγάζει με χέρι που κολλά το περίστροφο απ’ την τσέπη. Γυρίζει το πόμολο αργά, σαν αμαρτία, με κομμένη την ανάσα, αλλά την πόρτα την ανοίγει απότομα, μεμιάς, θέλοντας να πιάσει τον εχθρό εξ’ απροόπτου, κάνοντας παράλληλα μια θεαματική, σχεδόν κινηματογραφική είσοδο.
Θα πεθάνεις βρωμόμπα- προλαβαίνει να πει, προτού η σφαίρα τού τρυπήσει την καρδιά, πιτσιλίζοντας την πόρτα και τους τοίχους με σάρκα και αίμα και ξεσηκώνοντας το κτήριο όλο με της αγωνίας και του φόβου τις σπαρακτικές κραυγές.
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Εμμονές
Του έχει γίνει έμμονη, παράφορη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε ώρα και στιγμή, τις σκέψεις και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του – ο μόνιμός του, ο γλυκός βραχνάς. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα μέσα του ζωγράφιζε. Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την αποκτήσει, να την κερδίσει, να καταβάλει τις άμυνές της και να την κάνει δική του για πάντα. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι στ’ αλήθεια το αφεντικό, να της επιβάλει τη θέλησή του, να την κάνει να καταλάβει πόσα ο ίδιος αξίζει.
Το πάθος και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον έχουν καταλάβει πλήρως, να τον τρελαίνουν. Όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, που και που, αμίλητα τον παρατηρούν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα πολύ είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, να τον ακολουθήσουν στο τρελό του ταξίδι, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν απ’ την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις. Θα απέρριπταν την πρότασή του και θα κινούσανε γι’ αλλού χαρούμενοι και με μικρά πηδηματάκια.
Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε! τους κατηγορεί ξανά και ξανά αυτός. Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένα καθώς, το ξέρουν δα πολύ καλά, πώς δεν υπάρχει τίποτα για να νιώσουν, τίποτα να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο καλός τους φίλους άρχισε να χάνει τα λογικά του. Τι να του πουν και τι να κάνουν; Πώς να τον βγάλουν από τη θολούρα των ψευδαισθήσεών του;
Πολλές φορές, αργά πολύ το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μοναχός, λες παραπεταμένος, και κλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, μια λαχτάρα κι ένας φόβος του καίνε τα σωθικά, του κλέβουν τις ανάσες και κάθε μικρή χαρά. Τη θέλω! λέει από μέσα του και ραγίζει. Τη θέλω, ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει παγερά αδιάφορα την καλά γραμμένη στα παλιά κιτάπια του χρόνου πορεία του.
Τη θέλει, κι ας μην την ξέρει! Η αλήθεια είναι ότι την είδε πολλές φορές, αλλά μόνο από μακριά. Δεν της μίλησε. Δεν την αγκάλιασε. Δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Αλλά, είναι τόσο όμορφη. Απίστευτα όμορφη. Αυτοκρατορικά ωραία. Βγαλμένη λες από κάποιο παλιό μύθο ή ένα ινδικό παραμύθι. Την ακολουθεί συχνά πυκνά, κάθε που την εντοπίζει. Την παρακολουθεί από απόσταση. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί γι’ αυτήν. που ζει, πως ζει, αν έχει οικογένεια. Πάντως γκόμενο έχει. Αυτό το ξέρει στα σίγουρα αφού τους πήρε το μάτι του τις προάλλες να τσιλημπουρδίζουν. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τους πλησιάσει την ώρα εκείνη κρυφά, να κτυπήσει αλύπητα και να σκοτώσει τον άθλιο εραστή και με το έτσι θέλω να την κάνει δική του. Ωστόσο, δεν έκανε τίποτα, ούτε καν κινήθηκε, ήταν άοπλος, φοβόταν. Την άφησε μία ακόμη φορά να ξεγλιστρήσει σαν αερικό απ’ το οπτικό του πεδίο και να χαθεί.
Όσο περνά ο καιρός το δράμα του μεγαλώνει κι η ψυχολογική του κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Δε μιλά πια σε κανένα και για τίποτα, με το ζόρι απαντά στις ερωτήσεις των φίλων του που πολύ ανησυχούν, τρώει λίγο, πίνει πολύ, σπάνια κοιμάται. Τα γένια πήραν να θεριεύουν στο χλωμό του πρόσωπο, το δέρμα του άρχισε να παίρνει ένα όλο και πιο κόκκινο της φωτιάς χρώμα, καθώς κάθε μέρα-όλη μέρα, με ήλιο και βροχή, περιπλανιέται σαν επαίτης της ζωής εδώ κι εκεί, αναζητώντας την και προκαλώντας την νοητικά σ’ ένα παιχνίδι ισχύος. Θα γίνεις δικιά μου! της φωνάζει άηχα, σιωπηλά. Θα γίνεις δικιά μου, όποιο κι αν είναι το τίμημα, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω.
Όσο για εκείνη μοιάζει να επιδίδεται σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων, να υιοθετεί μια στάση αλαζονικής ανωτερότητας. Δείχνει να αγνοεί εντελώς την ύπαρξή του, αν και δεν είναι τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού κάθε τόσο τη συλλαμβάνει να κοιτά με το διαπεραστικό της βλέμμα προς το μέρος που κρύβεται, λες και δε βλέπει αλλά διαισθάνεται την παρουσία του εκεί.
Υπομονή κι επιμονή! Αυτό είναι το μάντρα του. Αν επιμείνει και υπομείνει, δεν μπορεί, θα το κερδίσει το παιχνίδι.
Οι μέρες του καλοκαιριού σιγά σιγά θα σβήσουν και θα καταφθάσει σιγοπατώντας στο ξεραμένο χορτάρι το φθινόπωρο. Οι φίλοι του θα φύγουν -δεν μπορούν πια να τον περιμένουν, αλλά ούτε και καμία διάθεση έχουν να ανεχτούν άλλο τα σκέρτσα του- και θα τον αφήσουν μόνο. Η μοναξιά αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τον ενοχλεί – ίσα ίσα που του φουντώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία, του υποδαυλίζει τη φωτιά του πόθου, τον φιλοδωρεί με πείσμα.
Είναι μια βροχερή και άναστρη νύχτα, προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν επιτέλους η τύχη αποφασίζει να του χαμογελάσει, δίνοντάς του την ευκαιρία που για τόσο πολύ καιρό και τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε. Τη βλέπει να τριγυρνά μοναχή κι αγέρωχη στο δάσος, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα λεπτό σύννεφο ψυχρής ομίχλης, πιο μεγαλοπρεπή και μαγευτική από κάθε άλλο πλάσμα που πάτησε ποτέ το πόδι του στον πανέμορφο ετούτο πλανήτη. Αρχίζει να την πλησιάζει αργά, αθόρυβα, σιγοπατώντας, προσπαθώντας ν’ αποσιωπήσει κι αυτόν ακόμη τον ήχο της ανάσας του. Απόψε θα σε κατακτήσω, καλή μου. Απόψε θα γίνεις δικιά μου! της ψιθυρίζει με τη φωνή της ψυχής του. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά, από άκρατη και σιωπηλή ικανοποίηση. Οι κόρες τους μπάλες φλόγινες φωτίζουν τη μέσα του πλάση. Επιτέλους!
Πόσο όμορφη είσαι! Σαν οπτασία. Σαν όνειρο. Πόσο όμορφη...
Καθώς σηκώνει με αποφασιστικότητα το ντουφέκι κι ετοιμάζεται να την πυροβολήσει, ακούει με κάποια δυσπιστία στην αρχή και έκδηλο φόβο στη συνέχεια, τον καλπασμό κάποιου άγνωστου κι ακόμη αόρατου ζώου να τον πλησιάζει με φοβερή ταχύτητα. Προτού καν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη και να εντοπίσει την κατεύθυνση απ’ όπου τον προσεγγίζει ο πιθανός θανάσιμος εχθρός, νιώθει τα δόντια ενός άγριου και αιμοβόρου ζώου να χώνονται με πείνα, δύναμη κι οργή στα πόδια, κι αμέσως μετά στα χέρια και το κορμί του, να τον κατασπαράζουν. Ξαπλωμένος, ξεψυχισμένος, λουσμένος στο αίμα, καθώς βρίσκεται στη νοτισμένη γη, νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα παράπονο πικρό, αφού δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, ποιος τον σκότωσε. Η τελευταία εικόνα που αντικρίζουν τα θολά από δάκρια και πόνο μάτια του, λίγο πριν αφήσει την πιο αδύναμη, τη στερνή του την πνοή, είναι αυτή της τίγρης, να τον κοιτά από κοντινή απόσταση, κάπως λυπημένα, λίγο θριαμβευτικά, σχεδόν ανθρώπινα, λες με συμπόνια, αλλά και με μια δόση περηφάνιας. Περηφάνιας; Κατάλαβε. Τώρα, κατάλαβε! Της χαρίζει ένα χαμόγελο απ’ το περίσσεμα των δυνάμεών του και ξεψυχά.Ο γκόμενος, ήταν οι λέξεις που δεν πρόλαβαν να γλιστρήσουν έξω απ’ τα χείλη του.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ




