Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φονικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φονικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Για πάντα μαζί

Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;
Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Λευτέρης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.
Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.
Ως πότε, όμως, θα κρατούσαν οι καλές μέρες; Ως πότε θα ζούσαν σ’ ένα όνειρο; Ως πότε θα μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στη δική τους παραμυθοχώρα; Θα μπορούσαν να μείνουν Για πάντα μαζί όπως είχαν υποσχεθεί; Όλα έδειχναν πως ναι, θα έμεναν μαζί, αφού ποτέ δεν τσακώνονταν, ποτέ δεν έβαζε τις φωνές ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν κορόιδευε ο ένας τον άλλο και ποτέ δεν είχαν σκηνές ζηλοτυπίας, κι ας ξόδευαν πολλή χρόνο χώρια, κάνοντας διαφορετικά πράγματα, έχοντας διαφορετικούς φίλους.
Αλλά, όσο κι αν όλα μοιάζουν ρόδινα στο σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει αύριο η ζωή. Έτσι, κάποτε η Νάντια θα γνώριζε κάποιον άλλον άντρα, κάποιον που θα της προσέφερε όλα όσα κάποτε ονειρευόταν -χρήμα και δύναμη κι ασφάλεια περισσή- γι’ αυτό και θα τον ερωτευόταν, ξεχνώντας όλους τους όρκους της, τις ανεκπλήρωτές της υποσχέσεις. Και τώρα; Και τώρα πώς θα έβρισκε το κουράγιο να πει στον Λευτέρη την αλήθεια;
Αργεί! Αργεί πολύ να του αποκαλύψει την προδοσία της. Κι όταν το κάνει, εκείνος στην αρχή γελάει, το παίρνει για ένα αστείο – κακόγουστο είν’ η αλήθεια, αλλά αστείο. Ωστόσο εκείνη επιμένει. Τέλειωσαν όλα, του λέει, κι εκείνος καταλαβαίνοντας επιτέλους ότι δεν τον κοροϊδεύει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται καθρέφτης που πέφτει με πάταγο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες κομμάτια. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σε τι σε απογοήτευσα; Τι σου έλειψε; τη ρωτά απεγνωσμένα, αλλά δεν παίρνει τις απαντήσεις που ζητάει. Τη βλέπει μόνο να απομακρύνεται από κοντά του δακρυσμένη, σχεδόν τσακισμένη, με βήμα αργό αλλά αποφασιστικό.

Μετά το χωρισμό ο Μανόλης καταντά ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένα σκουπίδι της ζωής. Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του έχει συμβεί. Και της θλίψης τα ερωτηματικά πάνε κι έρχονται και τυραννάνε την ύπαρξή του. Η Νάντια ήταν η ζωή του όλη, της τα έδωσε όλα, πήρε πολλά από αυτήν. Γιατί τον παράτησε; Γιατί; Αφού ήταν η ιδανική του σύντροφος. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του και ήταν σίγουρος πως τον αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και αμετάκλητα – αυτό βέβαια, μέχρι που ξύπνησε στο λάθος του, μέχρι γεύτηκε την πλάνη του και τιμωρήθηκε βαριά γι’ αυτήν.
Ο χρόνος που περνάει δε μοιάζει καθόλου να τον βοηθάει να επουλώσει τις πληγές. Το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να τις κάνει όλο και πιο επώδυνες. Παρατά τη δουλειά του, που έτσι κι αλλιώς δεν γούσταρε, δε βλέπει πια τους φίλους, σταματά ακόμη να ασχολείται και μ’ εκείνα που κάποτε του έδιναν τη μεγαλύτερη χαρά, τα βιβλία. Μένει κλεισμένος ολημερίς στο σπίτι και στις σκέψεις του που αιμορραγούν. Κι όλο πίνει κόκκινο κρασί που πάντοτε καταφέρνει να κάνει χειρότερο -αφόρητο- τον πόνο. Μέρα και νύχτα στα μεθυσμένα του γιατί μάταια ψάχνει να βρει τις απαντήσεις. Για πάντα μαζί κάποτε του είχε πει και τον ανέστησε. Για πάντα μαζί, θυμάται τώρα κι αργοπεθαίνει. Το βλέμμα του έχει για τα καλά ραγίσει, τα μάτια μείναν άνυδρα, δεν μπορεί καν πια να δακρύσει. Έρχεται το χθες, ανάμνηση οδυνηρή, και ξυπνά μέσα του την οργή και μια γλυκιά μελαγχολία, για τους καταπατημένους όρκους, για τη σκοτωμένη αγάπη. Όχι, το τέλος δεν μπορεί να είναι μακριά!

Πηγαίνει αξημέρωτα και στήνει καρτέρι έξω απ’ το νέο σπίτι της αγαπημένης. Όταν μετά από πολλή ώρα τη βλέπει να βγαίνει απ’ την εξώπορτα την πλησιάζει, γοργά, αποφασιστικά. Γεια σου Νάντια, της λέει μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο που ξεχειλίζει από απελπισία κι αγάπη και της καρφώνει το στιλέτο στην καρδιά. Δεν την αφήνει να πέσει χάμω. Την κρατά στην αγκαλιά του σφικτά, με πάθος, μέχρι να ξεψυχήσει. Το αίμα της, υγρή μαρτυρία, καταβρέχει τα ρούχα του, την ύπαρξή του όλη. Βάζει το χέρι του στην πληγή και με το δάχτυλο κλέβει σταγόνες απ’ το ροδοκόκκινο νερό της ζωής. Αρχίζει να γράφει κάτι στο σκαλοπάτι, αργά, προσεκτικά, κι όταν τελειώνει, αφαιρεί το στιλέτο απ’ το στήθος της αγαπημένης και το χώνει στη δική του καρδιά. Τώρα, είναι ξαπλωμένοι πλάι πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Τρεις λέξεις, σα φωτοστέφανο από αίμα, χαϊδεύουν τα κεφάλια τους, τους χαρίζουν μια άγρια, απόκοσμη ομορφιά: Για πάντα μαζί!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Το μυστικό

Ειρήνη μου,
Ψυχή μου! Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες αυτό, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, που ήμασταν ένα, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Για πάντα. Σου γράφω, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη. Αυτή σου τη χρωστώ.
Δύσκολη πολύ, ώρες-ώρες αβάστακτη, μοιάζει η ζωή μου δίχως την παρουσία σου να την ομορφαίνει, καλή μου. Μια ζωή λειψή, μισή, χωρίς χρώματα και δίχως γαλήνια συναισθήματα, θεσπέσιες μουσικές. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα βαθιά χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τρυφερά τα ξανθά σου τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω όσο γίνεται πιο πολύ κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω μέσα από τις πλούσιες ψυχικές μου αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστά μοναδικό, τον ολόδικό μας, που τόση αγάπη και πάθος και πίκρα και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, την ιερή ετούτη πόρνη, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες βαθιά στη δόλια και ήσουνα σίγουρη πώς αυτή θέλησε να μας ενώσει τόσο πολύ, τόσο νωρίς, τόσο γερά, και η ίδια εκείνη ήταν που αποφάσισε να μας χωρίσει, τόσο γοργά, τόσο σκληρά και αμείλικτα. Σ’ αυτό συμφωνώ και ταυτόχρονα διαφωνώ μαζί σου, καρδιά μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι κι η πονεμένη, η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος, κι η άγνοια, κι η τύφλα, κι η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν όλα τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.
Μου λένε οι φίλοι -τους ξέρεις δα- μου λένε λόγια βαρυσήμαντα, βαρυστόχαστα και παρηγορητικά μεγάλα. Μου λένε πώς ο κόσμος δεν τελειώνει σε μια γυναίκα, σε μια οποιαδήποτε γυναίκα, πώς η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτη την πορεία της και σύντομα θα την αγαπήσω ξανά, πώς ο έρωτας δε θα αργήσει και πάλι να μου κτυπήσει την πόρτα. Μου λένε... Μου λένε... Μα, διάολε, τι ξέρουν αυτοί; Τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουν. Δεν αγάπησαν ποτέ τους -αλλά ούτε κι αγαπήθηκαν- όπως εμείς, δεν πόνεσαν όσο εμείς, δε χάρηκαν ούτε τις μισές μας στιγμές, ποτέ τους δεν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο τίμιο απ’ όλους τους αγγέλους, τον αρχάγγελο του θανάτου.
Όχι, Ειρήνη μου. Όχι, δε λέω ότι έζησα, ότι υπέφερα όσο εσύ, ψυχή της ψυχής μου. Απλά λέω ότι μέσα από την αγάπη μου για σένα ο πόνος σου έγινε κάπου και δικός μου, το συνταρακτικό σου δράμα το βίωσα έστω λιγότερο οδυνηρά κι ο ίδιος. Κι αυτό κάποια βράδια ασυγχώρητα μοναχικά, σε μια κάμαρα κλειστή, σκοτεινή και λυπημένη. Σ’ αγάπησα, σ’ το λέω τώρα που είν’ αργά, σ’ αγάπησα τόσο πολύ, τόσο απόλυτα, που όταν μου είπες ότι αποφάσισες να φύγεις ένιωσα το μέσα μου ν’ αδειάζει από ζωή, την καρδιά μου να χαράζεται με νοητικά μαχαίρια ακονισμένα αμείλικτα.
Ωστόσο, θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πώς δεν το περίμενα, ότι δεν το προαισθανόμουν. Όλα! Όλα όσα έκανες κι έλεγες κι υπονοούσες, το λυπημένο ύφος με το οποίο με κοιτούσες, ο τρόπος που με έκλεινες ασφυκτικά στην αγκαλιά σου, το πάθος, ο πόθος κι ακόρεστη δίψα του έρωτά σου. όλα μου φώναζαν πώς το τέλος ήταν κοντά -το έβλεπα να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία- ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε έχανα. Όμως, δεν ήθελα, αρνιόμουνα πεισματικά, ν’ ακούσω τις κραυγές εκείνες της απόγνωσης. Είχα μονάχα αυτιά για της ψυχής μου τους ψίθυρους, που ήταν όλοι για σένα. Είχα μάτια μόνο για την καθαγιασμένη σου μορφή, που γέμιζε τον κόσμο ολάκερο με ομορφιά και θλιμμένη συμπόνια.
Τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες που ζήσαμε μαζί, τις στερνές ανάσες που μοιραστήκαμε θα τις θυμάμαι μέχρι της ζωής μου το κοντινό ή απόμακρο τέλος, θα τις κρατήσω σα δώρο πολύτιμο και σα φυλακτό, και πάντα, μα πάντα, θα τις αναλογίζομαι με χαμόγελο και κρυφή περηφάνια. Περηφάνια για το πολύ -μα τόσο σύντομο- που ζήσαμε, για τη θεϊκή τύχη που είχα να σε συναντήσω.
Και μη φοβάσαι, καρδιά μου. Μη φοβάσαι καθόλου. Δε θα παραβώ την τελευταία εντολή, τη στερνή σου την παράκληση. Δε θα προδώσω ποτέ το μυστικό μας, το φοβερό μας μυστικό. Θα υπομείνω. Θα υποφέρω αφάνταστα μέσα μου, αλλά θα το κρατήσω. Κανείς δε θα μάθει απ’ τα δικά μου χείλη την πικρή αλήθεια. Σε κανένα δε θα πω ότι εγώ σε σκότωσα. ότι εσύ η ίδια με παρακάλεσες να το κάνω εκείνη την παγωμένη νυχτιά στο κάστρο, κι εγώ απλά υπάκουσα. Όχι, δε θα το πω σε κανένα. Αυτό θα είναι το μυστικό μας, το μονάκριβο δικό μας μυστικό. Για τώρα και για πάντα. Ακριβώς όπως κι η αγάπη μας.
Σου στέλνω ένα αέρινο φιλί, σαν υπόσχεση και σαν πεθυμιά.

Ο Μιχάλης σου

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Δεν τον ήξερε κανείς

Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.
Βλέπαμε όλη την ώρα τους ένστολους να πηγαίνουν και να έρχονται, να σαρώνουν πεζή και με μοτοσικλέτες τους τουριστικούς δρόμους της πόλης, το Μουνμουάνγκ, τον Τα Πάε και το Λόι Κρο, να μπαινοβγαίνουν εδώ κι εκεί και να κάνουν ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό επιδεικνύοντας μια φωτογραφία αλλά εμείς, βαθιά και γλυκά βυθισμένοι στον όμορφο αλκοολικό μας κόσμο, δεν ξέραμε το γιατί. Θα το μαθαίναμε σύντομα, όμως, αφού εκείνη τη ζεστή κι υγρή νυχτιά, δύο αστυνομικοί θα κατέφθαναν και στο δικό μας στέκι.
Άρχισαν, λοιπόν, να ρωτάνε ένα-ένα τα άτομα του προσωπικού αν ήξεραν ποιος είναι, αλλά όχι, είπαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ. Πλήρη και κατηγορηματική άγνοια για την ταυτότητά του δήλωσαν και οι θαμώνες. Μέχρι που ήρθαν σε μένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, με την πρώτη ματιά, αλλά είπα το αντίθετο. Τους είπα ψέματα κατάμουτρα, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς καμία ενοχή. Το ένστικτό μου με οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση. Λυπάμαι, Πολ, αλλά είχες ήδη φύγει και το λιγότερο που χρειαζόμουνα ήταν μπλεξίματα με την αστυνομία, που δε φημίζεται δα και για τους καλούς της τρόπους. Στη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας μου με τους μπάτσους, ένιωθα μια κάποια ένταση, σα φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Κάποια από τα άτομα του προσωπικού με κοιτούσαν μ’ ένα έντονα διαπεραστικό, αλλά και φοβισμένο, θα έλεγα ύφος. Σύντομα θα μάθαινα το γιατί.

Την είδα να μπαίνει στο μπαράκι δυο-τρεις ώρες μετά, κι αμέσως τα κατάλαβα όλα. Σκισμένο φρύδι, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μώλωπες στα χέρια – δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα, είπε. Δεν την πίστεψα, αφού απουσίαζε απ’ τη συλλογή των εκδορών της το περίφημο ταϊλανδέζικο τατουάζ, η πληγή δηλαδή στον αγκώνα. Θυμήθηκα ότι δυο μέρες πριν είχαν φύγει παρέα απ’ το μπαράκι. Θυμήθηκα ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος. Θυμήθηκα ότι, λίγα μόλις λεπτά πριν, μου έλεγε πόσο πολύ μισεί τις πόρνες. Τότε γιατί έφυγε μαζί της;
Τα γεγονότα ήταν πια ξεκάθαρα στο νοτισμένο από αλκοόλη μυαλό μου. Της έριξα μια βιαστική ματιά, της χαμογέλασα πικρά, με μια δόση θλίψης, με λίγη κατανόηση και συνέχισα να παίζω μπιλιάρδο και να πίνω μπίρες με κάποιους άγνωστους φίλους, να αστειεύομαι και να την παρατηρώ, καθώς μιλούσε με τις φίλες της που δούλευαν εκεί. Όταν τελικά ξεκίνησα να φύγω ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει απαλά, αλλά αποφασιστικά στον ώμο. Γύρισα. Ήταν εκείνη. Ευχαριστώ, μου είπε. Δεν απάντησα. Τι να πω, άλλωστε; Έσκυψα το κεφάλι και κίνησα με βαρύ, αργόσυρτο βήμα, για το δωμάτιό μου. Για ν’ αποκοιμίσω τις τύψεις μου, για ν’ αλαφρύνω το βάρος που δίχως ποτέ να το θελήσω, ήρθε να μαυρίσει την ψυχή μου.
Λίγες μέρες μετά η υπόθεση -μια υπόθεση φόνου που χαρακτηρίστηκε τελικά ατύχημα- ουσιαστικά έκλεισε, αφού η αστυνομία βρέθηκε σ’ αδιέξοδο από τη στιγμή που, δεν τον ήξερε κανείς!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Του Αγίου Βαλεντίνου

Μια πολύ επίκαιρη ιστορία...

Η χθεσινή ημέρα ήταν στ’ αλήθεια η καλύτερή του. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, όχι αυτός, προς θεού, απλά είχε κάνει κατάληψη στην ψυχή του ένα πάθος, που έπαιρνε σάρκα και οστά τη συγκεκριμένη ημέρα. Να, αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως κι εκείνος ο διάσημος αλήτης του ντάρμα, ο Τζακ Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και στη φύση του μοναδικό, σ’ ένα ερωτευμένο άγνωστό του ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε κάθε φορά απ’ το πρωί, με το πρώτο σχεδόν φως της μέρας, έξω στους δρόμους της απρόσωπης πόλης στην αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, σε σχολές και σε τράπεζες, ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες και νοσοκομεία, και παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε, προσπαθώντας να βρει το ιδανικό ζευγάρι, εκείνο που θα ευεργετούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το έδινε σ’ όποιον κι όποιον. Δε θα το χάριζε εύκολα και προτού το σκεφτεί καλά κι ακριβοδίκαια.
Τα προηγούμενα χρόνια στάθηκε πολύ τυχερός, αφού βρήκε πολύ εύκολα αυτούς που αναζητούσε. Αλλά ετούτη τη φορά όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Λες κι ο κόσμος είχε αλλάξει ριζικά μέσα σε δώδεκα μόλις μήνες. Κατήφεια, οργή, βιασύνη, άγχος, πρόσωπα μοναχικά, ψυχρά κι αδιαπέραστα, αντίκριζε όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα. Μα, που πήγε η αγάπη; αναρωτιόταν. Που πήγε; Κοιτούσε παντού, κοιτούσε με πόνο ψυχής και βαθιά αγωνία, αλλά δεν την έβλεπε πουθενά.
Ο χρόνος πήρε να περνά απελπιστικά γρήγορα. Η λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα άρχισε να μικραίνει και στο διάβα του χρόνου να χάνεται. Οι πιθανότητες να πετύχει το στόχο του έμοιαζαν στιγμή τη στιγμή να μειώνονται, να λιγοστεύουν. Λίγο έλειψε να τον πιάσει κι αυτόν, που ξεκίνησε την ημέρα του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, η κατάθλιψη. Αλλά, συγκράτησε τον εαυτό του, του επιβλήθηκε, κατάφερε να του δώσει κουράγιο. Περίμενε να βραδιάσει, κι όλα θ’ αλλάξουν προς το καλύτερο, τον έπεισε. Κι είχε δίκιο. Απόλυτο!
Σαν πήρε να νυχτώνει είδε την πολύβουη βρωμονεφόσκεπη πόλη σιγά σιγά ν’ αλλάζει πρόσωπο. να φοράει ένα πιο ζεστό, πιο τρυφερό, πιο όμορφο και φωτεινό. Όταν τα πρώτα ερωτευμένα ζευγαράκια άρχισαν να κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ευδαιμονίας να χρωματίζει τον αέρα, να του αλλάζει την πνοή. Κι έτσι, πήρε τα πάνω του. Ευτυχώς! ψιθύρισε στον εαυτό του. Ευτυχώς θα μπορούσε να δώσει και φέτος σε κάποιους εκλεκτούς το ακριβό του δώρο.
Πήρε να περπατά νωχελικά αργά, επιφανειακά άσκοπα, αλλά σχεδόν επιτηδευμένα, στους άτσαλα και δίχως αρμονία υπερφωτισμένους δρόμους της πόλης. Που και που καθόταν σε κάποιο παγκάκι για να χαζέψει δήθεν αδιάφορα τους περαστικούς, στεκόταν μπροστά από καμιά βιτρίνα ή και έμπαινε σ’ ένα οποιοδήποτε μπαράκι για ένα ποτό. Το κυνήγι είχε αρχίσει και τώρα πια δε βιαζόταν. Ήταν σίγουρος πώς όλα θα πήγαιναν καλά, όπως πάντα, ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος του. Θα τους βρω! Θα τους βρω σύντομα τους αιώνια ερωτευμένους μου, ψιθύριζε στον εαυτό του και χαμογελούσε με ικανοποίηση.
Ξόδεψε δυο ή τρεις ή τέσσερις ώρες έτσι -ποιος τις μετράει;- αλλά στο τέλος εντόπισε το στόχο του, ή μάλλον τους στόχους του, το ιδανικό ζευγάρι. Ήταν δυο νέοι φτωχοί που κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και γιόρταζαν με τα λιτά τους μέσα την επέτειο. Εκείνη ήταν μικροκαμωμένη, με σγουρά μαλλιά και λεπτό πρόσωπο και με μάτια μεγάλα καστανά, που ακτινοβολούσαν. Εκείνος έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος, κοντοκουρεμένους και με κοιλίτσα και με μάτια μαύρα, αδιαπέραστα, ωστόσο στη θέα της τρυφερά. Εξωτερικά έμοιαζαν αταίριαστοι, από μέσα τους όμως ήταν ένα. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι αυτοί δεν είχαν τίποτ’ άλλο να μοιραστούν στον κόσμο ετούτο, παρά την αγάπη τους. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό τους έφτανε, τίποτ’ άλλο δε ζητούσαν. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό του έφτανε. Αυτοί ήταν οι τυχεροί. Αυτούς έψαχνε όλη μέρα. Ήταν οι εκλεχτοί. Γι’ αυτούς θα γινόταν ο μέγας ευεργέτης.
Στάθηκε για ώρα πολλή μισοκρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά και τους περίμενε. Κάποτε, μάλλον αργά παρά νωρίς, τους είδε να σηκώνονται αγκαλιασμένοι, σιωπηλοί, και να φεύγουν. Πήρε να τους ακολουθεί αθέατος, από απόσταση. Η βόλτα ήταν μακρινή και τους οδήγησε σ’ ένα κάπως απομονωμένο και παράταιρα ήσυχο μικρό πάρκο, που έμοιαζε απόλυτα εγκαταλειμμένο, εκείνο το κρύο και σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ. Κρύφτηκε πίσω από κάποια δέντρα που μύριζαν καυσαέριο, περιμένοντας να δει που ακριβώς θα πήγαιναν. Εκείνοι, ανυποψίαστοι για την παρουσία του, κάθισαν και πάλι σ’ ένα μοναχικό και λίγο νοτισμένο παγκάκι και αφέθηκαν με όλο τους το είναι στου έρωτα τα μοναδικά τα χάδια. Σε λίγο, κι αφού το βλέμμα του λούστηκε φως στη θέα του πάθους τους, άρχισε σιγά-σιγά κι εντελώς αθόρυβα να τους πλησιάζει από πίσω. Πολύ σύντομα ήταν τόσο κοντά που μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τις κοφτές και καυτές τους ανάσες να ξεφεύγουν σαν τραγούδι ψιθυριστό και σα θρίαμβος απ’ τα νεανικά τους στήθια. Τότε ήταν που έβαλε το χέρι απαλά, σχεδόν τελετουργικά, στην τσέπη, έβγαλε το περίστροφο και τους πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Έπεσαν νεκροί, με τα πρόσωπα ακόμη ενωμένα ακόμη με πάθος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος παρέμεινε να τους παρατηρεί για μια στιγμή μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο στα χείλη και μια αδιόρατη τρέλα στο βλέμμα. Ένιωθε το μέσα του να γεμίζει τώρα με μια ισοπεδωτική ικανοποίηση. Τα κατάφερε και φέτος. Έδωσε κι ετούτη τη φορά το μονάκριβό του δώρο σε δύο ανθρώπους. Τους χάρισε την αιώνια, την δίχως ψέματα και ψεγάδια, την απόλυτη αγάπη. Τους έντυσε με το πέπλο της αθανασίας.
Ναι, η χθεσινή μέρα ήταν η καλύτερή του.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Η μέρα που θα τολμούσε

Όπως σας είχα υποσχεθεί χθες σήμερα ανεβάζω μία ακόμη από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου. Καλή σας... όρεξη!

Επιτέλους, έφθασε! Η μέρα που πάντα ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ κρυφά λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε όλα τα όρια, που θα παραβίαζε όλους τους κανόνες. Η μέρα που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός, μα όχι αδύναμος θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Απόλυτα. Το ξέρει. Το νιώθει βαθιά μέσα του. Αληθινά. Είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του όλα τα ψευδεπίγραφα όρια του πρέπει, να γευτεί με όλες του τις αισθήσεις τους γλυκούς απαγορευμένους καρπούς της πιο απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε, που ίδρωσε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την αφόρητα κρύα και σκοτεινή νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός και σκεφτικός, στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του πολύ προσεκτικά, σχεδόν επιτακτικά, την κάθε μία απ’ τις πολλές όμοιες και διαφορετικές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται σε βάθος όλα τα αν και τις ανατροπές που πιθανόν να προκύψουν. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη, καταναλώνει το είναι του όλο.
Ανυπομονεί πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, η ώρα της δικής του αλήθειας, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Καμία! Θα κάνει το όνειρο που κυνηγά, εκείνο που τον κατατρέχει, πραγματικότητα. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα που τον πλήγωσε πολύ, που τον χάραξε ανεξίτηλα, στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμού αντί οφθαλμού, κι οδόντα αντί οδόντος. Αλλά, όχι έτσι ακριβώς. Θα σκοτώσει μια πόρνη για να διαγράψει από μέσα του, για να σβήσει, το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της, σ’ ένα αόριστο τώρα, μακρινό παρελθόν – ένα παρελθόν που δεν μπορεί καν να τοποθετήσει χρονολογικά μέσα στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σχέδιό του. να της χαρακώσει αμείλικτα το σώμα, να της το στραγγίξει από αίμα, να την εξευτελίσει. Και ύστερα να τη σκοτώσει. Για να νιώσει κι αυτός, επιτέλους, σαν ένας μικρός μισερός θεός.
Στις δέκα ακριβώς ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι στο ρετιρέ της καταξιωμένης του, πλην μίζερης, ζωής. Ανοίγει την πόρτα σε μια ψηλή, καθ’ όλα εντυπωσιακή, γυναίκα που φοράει ξανθιά περούκα και φακούς επαφής, που δίνουν στα μάτια της το χρώμα μια πράσινης βαθιάς θάλασσας. Την κοιτά για μια στιγμή έκθαμβος, σιωπηλός, και μετά την προσκαλεί μέσα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
Πλήρωσε προκαταβολικά για να την έχει μαζί του ολόκληρο το βράδυ και καθώς του περισσεύει ο χρόνος, καθόλου δε βιάζεται.
Της προσφέρει ένα ποτό. Το δέχεται. Μιλάνε για λίγο. Λέει εκκωφαντικά ψέματα ο ένας στον άλλο, αγγίζονται δήθεν τυχαία κι αθώα, γελούν και χαμογελούν, κι η ώρα γλυκά περνά. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Το ένα ποτό απαιτεί ένα ακόμη, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία στροβιλίζονται στην αγκαλιά του τέταρτου και πάει λέγοντας, κι αυτός κάποια στιγμή αρχίζει ν’ απορεί. Ν’ απορεί με τον εαυτό του. Ν’ απορεί που απολαμβάνει τόσο πολύ τη συντροφιά μιας πόρνης, κάποιας που σχεδιάζει να σκοτώσει. Ναι, εντάξει, αυτό το βλέπει πολύ καθαρά, παρά το θολωμένο του μυαλό, είναι όλη ένα ψέμα μεγάλο, ένα αίσχος, αλλά... για δες πόσο όμορφα χαμογελά! Για δες πόσο γλυκιά γίνεται με το δικό της παράξενο κι επαγγελματικά απόμακρο τρόπο!
Η οργή και η λαχτάρα, η τρυφερότητα και το μίσος, ο πόθος κι ο φόβος, αλλάζουν συνεχώς θέσεις στον ασυνάρτητο χάρτη του μέσα του. Θέλει να τη σκοτώσει. Θέλει να τη σκοτώσει εδώ και τώρα. Αλλά, δεν μπορεί. Όχι ακόμη. Του αρέσει ασυγχώρητα πολύ η παρέα της. Του αρέσει που τη νύχτα αυτή, της ζωής του την πιο σημαντική, είναι εκείνη η δούλα και η ερωμένη του, κάποια που ολοκληρωτικά του ανήκει. Θέλει να κάνει έρωτα μαζί της, όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – άγριο έρωτα. Θέλει να πραγματοποιήσει, τη στιγμή ετούτη που την έχει κοντά του ακόμη, ζωντανή, όλες του τις φαντασιώσεις. Θέλει να μάθει πόσο βρώμικο στ’ αλήθεια είναι το βρώμικο σεξ. Θέλει να γευτεί κάποιες σταγόνες μαζοχιστικής απόλαυσης. Της το λέει. Εκείνη συγκατανεύει μ’ ένα αδιάφορο βλέμμα. Είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Αλλά, τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Μοιάζουν λες να διαπερνάνε το φράγμα των δικών του και να κοιτάνε την ψυχή του γυμνή. Φοβάται! Προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει, να μην τον αφήσει να το καταλάβει, αλλά φοβάται. Λες; Λες να μάντεψε τι την περιμένει; Μάλλον όχι, αλλά δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει. Δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό. Αν καταλάβει τι ετοιμάζει για κείνη θα χάσει λίγη απ’ τη χαρά, απ’ την ικανοποίηση που τον περιμένει. Πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να διασκεδάσει τους φόβους της. Πρέπει όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε, και μόνο τότε, η εκδίκηση θα είναι γλυκιά.
Πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δύο απ’ τη γλυκιά μέθη, που μοιάζει να τους έχει καταβάλει, στην κρεβατοκάμαρα. Βάζει στο στερεοφωνικό να παίζει ένα παλιό ξένο τραγούδι και της ζητά ν’ αρχίσει να γδύνεται αργά, ακολουθώντας τους νωχελικούς του ρυθμούς. Τον υπακούει και καθώς χορεύει, σιγά-σιγά παίρνει να ξεχνά ολότελα τους φόβους και τις αναστολές της, μοιάζει να γίνεται αυτή που εκείνος τη θέλει να γίνει. Όλα, τελικά, θα πάνε καλά, σκέφτεται μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη, καθώς είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την παρακολουθεί. Τη συμπαθεί τη μικρή. Τη συμπαθεί ασυνήθιστα πολύ. Αλλά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Θα τη σκοτώσει. Για να τη σώσει. Για να τη σώσει απ’ την άθλια ζήση της. Για να τη βγάλει απ’ το βούρκο. Και για να σωθεί κι ο ίδιος απ’ τους εφιάλτες που τον τυραννάνε μια ολόκληρη ζωή.
Της επιτρέπει, δίχως φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, να τον δέσει χειροπόδαρα στο κρεβάτι, ακριβώς όπως επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Πρώτα έρχεται η απόλαυση και ύστερα η απόλυτη ευδαιμονία, σκέφτεται. Νιώθει λάβα καυτή την ανάσα της καθώς του φιλάει τ’ αυτί και του δαγκώνει το λαιμό, και προχωράει έμπειρα και έμπυρα και μεθοδικά προς τα κάτω. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται ολοκληρωτικά στην απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας, με την οποία τον φιλοδωρούν τα χάδια και τα φιλιά της. Νιώθει, τι παράξενο, ευτυχισμένος! Το κορμί του ολάκερο φωνάζει ότι είναι ευτυχισμένος... Το ταξίδι των χειλιών της στο παλλόμενο, παραλοϊσμένο, κορμί του συνεχίζεται. Ναι... σκέφτεται... Ναι... Ναι... Ωχ, όχι! Όχι, κραυγάζει φοβισμένος, αγριεμένος. Όχι...
Τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι τους η γυναίκα του την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από ένα τριήμερο διακοπών. Τα γεννητικά του όργανα μοιάζουν να έχουν αποκοπεί με βία περισσή απ’ το κορμί, ενώ μια χαρακιά από μαχαίρι, ή ίσως κι από ξυράφι, διατρέχει από πάνω ως κάτω, λες σαν θεού αιμάτινη οργή, ολόκληρο το στήθος.


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Αθώα

Μία ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία.

Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί. αλλά εκείνοι που να ακούσουν και πώς να την πιστέψουν; Την κλείσανε μέσα σ’ ένα ασφυκτικά μικρό κελί, εδώ και τρεις ατελείωτες μέρες, σα βασική ύποπτη για τη δολοφονία του άντρα της. Κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κι ας μην έχουνε κανένα απολύτως στοιχείο εναντίον της. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα υπέροχα πράσινά της μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. ποτέ! Τον αγαπούσα. Τον αγαπούσα με όλη μου την ψυχή. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας τ’ ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό έχω, δεν τον σκότωσα...
Η αλήθεια είναι πώς ούτε κι οι αστυνομικοί δείχνουν τόσο σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι χαίρονται για την κατάντια της, αλλά αρέσει σε όλους, αφού είναι πανέμορφη, βγαλμένη λες από κάποια τηλεοπτική διαφήμιση. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό στοιχείο που να αποδεικνύει ή έστω να υποδεικνύει ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό. Δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Δεν είχε να ωφεληθεί σε τίποτα από το θάνατό του. Έτσι κι αλλιώς η περιουσία ήταν όλη δικιά της, ενώ και όλοι οι γνωστοί και φίλοι του ζευγαριού έλεγαν πώς περνούσε πολύ καλά με τον άντρα της. Ωστόσο, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν βαθιά στην κρεβατοκάμαρά της όταν άκουσε τον πυροβολισμό και ξύπνησε τρομαγμένη. Μέχρι να πάει κάτω, φοβισμένη καθώς ήταν, λέει, ο δολοφόνος είχε ήδη φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή πόρτα, αλλά όχι, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε, πράγμα που σημαίνει ότι: είτε το ίδιο το θύμα έμπασε στο σπίτι εκείνον που θα γινόταν ο δήμιός του, και άρα τον γνώριζε, είτε ο δολοφόνος βρισκόταν ήδη εκεί όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ, και τον περίμενε. Μπερδεμένη κατάσταση.
Τόσο μπερδεμένη που παρά τα παρακάλια και τις ικεσίες της την κράτησαν στο κελί για πέντε ακόμη μέρες. Κι ο εισαγγελέας θα ζητούσε απ’ το δικαστή να την κρατήσουν ακόμη περισσότερες, αν δε χαμογελούσε για κείνη επιτέλους η τύχη. Ένας γείτονας πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία και ανέφερε ότι φροντίζοντας τον κήπο του νωρίς ετούτο το πρωί, ανακάλυψε πεταμένο κάτω από κάτι θάμνους, ένα περίστροφο. Ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς έσπευσε για να το περισυλλέξει και για να κάνει τις αναγκαίες, σε κάθε παρόμοια περίσταση, ερωτήσεις στον άντρα. Ευτυχώς δεν είχε αγγίξει καθόλου το όπλο κι έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλοιωθούν τα τυχόν δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο βαλλιστικός έλεγχος που ακολούθησε έδειξε ότι αυτό ήταν όντως το όπλο του ειδεχθούς εκείνου εγκλήματος, αλλά τα δαχτυλικά αποτυπώματα που βρήκαν πάνω σ’ αυτό δεν αντιστοιχούσαν σ’ εκείνα της ύποπτης, ενώ κι εκείνα του ανθρώπου που το βρήκε βγήκαν επίσης αρνητικά. Έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, την άφησαν ελεύθερη χωρίς να ασκήσουν εναντίον της καμία απολύτως ποινική δίωξη. Κι εκείνη, παρ’ όλο τον πόνο της, παρ’ όλο το δράμα που βίωσε, βρήκε το κουράγιο να τους ευχαριστήσει που έκαναν σωστά τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να αρθούν στα μάτια των φίλων της και της κοινωνίας οι υποψίες που τη βάραιναν.
Τώρα, κάθεται στο σαλόνι του γείτονά της και κλαίει, σπαρακτικά, λυτρωτικά, με λυγμούς. Κλαίει και τον ευχαριστεί από τα βάθη της ματωμένης της καρδιάς που την έσωσε, που την έβγαλε απ’ τον εφιάλτη. Εκείνος την κοιτά ήρεμα, μ’ ένα χαμόγελο πλατύ σαν ιστορία στα χείλη, μα δε μιλάει. Αλλά να, σα να την τρώει με τα μάτια, σα να γδύνει απαλά το καλοσχηματισμένο της σώμα και να το κλείνει στην αγκαλιά του, σα να της κάνει έρωτα μέσα στη σιωπή κι από απόσταση.
Είναι αργά πολύ το βράδυ. Μόλις έκανε ένα μπάνιο και νιώθει και πάλι όμορφη, ποθητή, ξανανιωμένη. Κοιτά το πρόσωπό της στο μεγάλο καθρέφτη, μελετά προσεκτικά τις γραμμές του γυμνού της κορμιού. Είσαι ωραία, ομολογεί στο εγώ της και χαμογελά αυτάρεσκα, τινάζοντας με μια ξαφνική κίνηση τον κόκκινο χείμαρρο των μαλλιών της προς τα πίσω.Θυμάται τον εαυτό της στη φυλακή και τις ανακρίσεις απ’ τους ηλίθιους τους αστυνομικούς και παίρνει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Δεν είπα ψέματα στους μπάτσους! Είναι περήφανη για τον εαυτό της. Δεν τους είπα ψέματα. Δεν σκότωσα εγώ τον άντρα μου. Πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Όχι, δεν τον σκότωσε, δεν είχε τη δύναμη, το κουράγιο, απλά προσέλαβε κάποιον άλλο να το κάνει γι’ αυτήν. Αποφάσισε να τον βγάλει απ’ τη μέση επειδή τον βαρέθηκε πολύ, επειδή δε χαιρόταν πια τη ζωή της μαζί του, επειδή δεν απολάμβανε τον έρωτα μαζί του, κι επειδή τόξερε, τόξερε πολύ καλά ότι εκείνος δε θα δεχόταν ποτέ να χωρίσουν. Εκτός κι αν του έδινε τη μισή της περιουσία. Χα, σιγά να μην το έκανε. Από δω και μπρος όλα θ’ αλλάξουν, όλα θα γίνουν πιο καλά, διαφορετικά, θ’ αρχίσω επιτέλους να ζω, διαβεβαιώνει τον εαυτό της. Ναι, έτσι ακριβώς θα γίνει, θ’ αρχίσει να γλεντάει λαίμαργα τη ζωή, αφού θα έχει πλέον το ελεύθερο να χαρεί αμέτρητες στιγμές πόθου και ατελεύτητης λαγνείας στην αγκαλιά του γλυκού της, του μοναδικού εραστή. Εκείνου με τον οποίο σχεδίασε αριστοτεχνικά τη δολοφονία. Του άντρα με το θεϊκό κορμί και τα υγρά μελένια μάτια. Του γείτονά της!


Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Το Ορφανό

Μία ακόμη ιστορία από την (ανέκδοτη) συλλογή διηγημάτων "Εγκληματικά Ασύστολα". Μιλάει για ένα φοβισμένο παιδί...

Φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Όχι πάρα πολύ, αλλά φοβάμαι. Πώς το λένε οι μεγάλοι; Α! Είμαι τρομαγμένος. Τρο-μα-γμέ-νος! Επειδή έμεινα μόνος. Επειδή στον κόσμο δεν έχω κανένα. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς να το αντέξω αυτό, ε; Πώς;
Δε μου αρέσει καθόλου η ζωή εδώ στο ορφανοτροφείο. Ίδρυμα, άκουσα να το λένε. Ίσως επειδή εδώ όλοι, όλοι σας λέω, είναι τρελοί. Τρελοί για δέσιμο. Ψέματα λέω. Δεν είναι όλοι τρελοί. Μόνο τα αφεντικά, οι υπεύθυνοι, μόνο αυτοί τα έχουν χαμένα και δεν ξέρουν που παν τα τέσσερά τους (δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό, αλλά άκουσα κάποιον να το λέει και μου άρεσε). Εμείς, οι υπόλοιποι, τα ορφανά, τα ’χουμε τετρακόσια και βάλε. Είμαστε ξύπνια πολύ και φοβόμαστε, όλα τα παιδιά. φοβόμαστε την κλεισούρα, τη λύπη, τη μοναξιά. Τις νύχτες κλαίμε σιωπηλά κάτω από λευκά παγωμένα σεντόνια και μαύρες κουβέρτες που μυρίζουν ναφθαλίνη.
Δε μου αρέσει ο κόσμος. Κάποτε μου άρεσε, όχι πια. Ο κόσμος είναι κακός πολύ. Ο κόσμος μ’ έκλεισε εδώ μέσα. Πάντα να χαμογελάς και να σκέφτεσαι θετικά και όλα θα πάνε καλά, μου έλεγε η μάνα μου. Μα, πώς να χαμογελάσω τώρα; Πώς; Σε ποιον; Και πώς να σκεφτώ θετικά όταν ζω αρνητικά; Αφού τους έχασα όλους. Εκείνη δεν είναι πια εδώ, ούτε ο πατέρας μου, ούτε καν ο πατριός μου. Ω, τι κόσμος -τι άδικος κόσμος- είν’ αυτός!
Πονώ, πολύ. Και είμαι πληγωμένος, βαθιά. Τα άλλα παιδιά δε με κάνουν παρέα. Με βλέπουν έτσι λυπημένο και δε με πλησιάζουν. Μόνο οι κυρίες που μας φροντίζουν μου μιλάνε, αλλά ούτε κι αυτές -εκτός από μία- με συμπαθούν. Το ξέρω. Το ξέρω ότι δεν τους αρέσω. Μα, γιατί; Γιατί δε με συμπαθούν; Αφού δεν τους έκανα κανένα κακό.
Βαριέμαι. Βαριέμαι πολύ τη ζωή μου εδώ. Κάθε μέρα κάθομαι μόνος σε μια άκρη της αυλής και σκέφτομαι τα περασμένα. Τα σκέφτομαι και λίγο χαμογελώ για τις όμορφες στιγμές, λίγο για τις άσκημες λυπάμαι. Είμαι δέκα χρονών, προχθές ήταν τα γενέθλιά μου, και νιώθω ήδη γερασμένος. Γνώρισα πολύ νωρίς το θάνατο.
Κι όμως, η οικογένειά μου ήταν κάποτε ευτυχισμένη. Η μαμά μου ειδικά, αυτή ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένη. Έλεγε, θυμάμαι, πώς ήμουν η αγάπη και το καμάρι της και χαμογελούσε πλατιά, σαν εκείνη την τηλεοπτική διαφήμιση για το υγρό των πιάτων. Και τον μπαμπά μου τον αγαπούσε πολύ. Ήταν ο άντρας της ζωής της, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά, να, αφού τον αγαπούσε τόόόόσο πολύ, γιατί βιάστηκε να παντρευτεί ξανά μετά το θάνατό του; Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα, κι ας προσπάθησε να μου εξηγήσει. Χρειάζεσαι κάποιον πατέρα, μου είπε, αλλά εγώ δεν την πίστεψα. Εκείνη ήταν που χρειαζόταν έναν άντρα, εγώ δε χρειαζόμουν τίποτα και κανένα. Ούτε και τώρα χρειάζομαι. Πρέπει να μάθεις να επιβιώνεις, γιε μου, μου έλεγε ο μπαμπάς, κι εγώ έμαθα. Έμαθα πολύ καλά. Καλύτερα απ’ τον καθένα.
Θυμάμαι... Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που πέθανε. Ατύχημα στη θάλασσα. Η βάρκα του εξεράγηκε. Έτσι είπε η αστυνομία: εξεράγηκε. Κάτι άλλο πρόσθεσαν για κάποιο τσιγάρο αναμμένο ίσως και για βενζίνη που μάλλον χύθηκε κατά λάθος στο κατάστρωμα, αλλά δεν πολυκατάλαβα. Τότε ήμουν μόνο έξη χρονών. Δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι ήταν ο θάνατος. Δεν έκλαψα για τον μπαμπά. Νόμιζα πώς έφυγε για ταξίδι κι ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε με μια βαλίτσα γεμάτη δώρα. Εξάλλου κι η μαμά όλο αυτό έλεγε: Έφυγε ο μπαμπάς σου. Έφυγε... Αυτή έκλαιγε. Λίγο όμως. Δεν ήθελε να μ’ αναστατώσει.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά από την ημέρα που πέθανε ο μπαμπάς, η ζωή μου πήρε να γίνεται καλύτερη, πιο χαρούμενη. Η μαμά άρχισε να μη μου χαλάει χατίρι, κι όλο αγκαλιές και φιλιά ήτανε. Με παραχάιδευε. Μόνο που κάθε τόσο δάκρυζε κι εγώ τη λυπόμουν, πολύ. Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα για να τη βοηθήσω αφού ήμουν ένα μικρό παιδί, κι η ζωή ολόκληρη ήταν μπροστά μου και έμοιαζε πολύ φωτεινή.
Περάσαμε πολλούς μήνες έτσι, ευτυχισμένοι και δακρυσμένοι, εγώ κι η καλή μου η μαμά. Μακάρι να ήταν περισσότεροι. Πήγαινα στο σχολείο, μάθαινα τα γράμματά μου και μετά έπαιζα με τους φίλους μου -τότε είχα- εγώ. Πήγαινε στη δουλειά και μετά στα μαγαζιά και μου αγόραζε πράγματα, παιχνίδια πολλά, και φαγητά όμορφα η μαμά. Αλλά αυτό δεν κράτησε, όπως ήθελα, για πάντα. Κάποια νύχτα γιορτινή -μη με ρωτάτε, δε θυμάμαι τώρα τι γιορτάζαμε- άκουσα κάποιον να μας χτυπάει, τοκ-τοκ, την πόρτα και είδα ότι το πρόσωπο της μαμάς αμέσως έλαμψε. -Έτσι δεν το λένε; Έλαμψε! Φωτίστηκε!- Έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας κύριος ψηλός, καλοντυμένος, τον οποίο η μαμά αγκάλιασε και φίλησε, σματς, στο μάγουλο – για να μη με αναστατώσει κι άλλο, φαίνεται. Ο κύριος αυτός θα γινόταν κάποια μέρα, πολύ σύντομα μάλιστα, ο πατριός μου. Μάλιστα!
Στην αρχή τον συμπάθησα. Ήταν πολύ καλός μαζί μου τις πρώτες μέρες. Όλο μου έφερνε δώρα, καθόταν μαζί μου κι έπαιζε, με πήγαινε βόλτες στα σινεμά, μου έδινε χαρτζιλίκι, με είχε στα όπα-όπα. Ωστόσο, μόλις πέτυχε το στόχο του και παντρεύτηκε τη μαμά, άλλαξε. Ξαφνικά, έπαψε να μου δίνει σημασία και να με προσέχει. Όταν ήταν στο σπίτι τα μόνα πράγματα που είχε στο μυαλό του ήταν να πίνει συνέχεια μπύρες και ουίσκι και να κλείνεται στην κρεβατοκάμαρα και να ξεφυσάει με τη μαμά. Τι ψεύτικος, τι κακός άνθρωπος!
Σιγά-σιγά άρχισα να γίνομαι δυστυχισμένος, αφού κανείς δε με αγαπούσε πια. κανένας, απολύτως, δε με ήθελε. Έτσι, γύριζα όλο και περισσότερο στη γειτονιά και έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, ή κλεινόμουν μοναχός μέσα στην αποθηκούλα, όπου φύλαγε τα εργαλεία και τα χημικά του ο μπαμπάς. Όχι αυτός, όχι ο πατριός-μπαμπάς, ο άλλος, που πέθανε. Είχε και πολλά βιβλία εκεί μέσα. Βιβλία για τα ζώα, τα λουλούδια και τα φυτά, για τα λιπάσματα και τα δηλητήρια. Επιμορφώνομαι, μου έλεγε όταν τον ρωτούσα τι έκανε μ’ όλα αυτά τα τεφτέρια. Από την οροφή κρέμονταν παλιά μηχανήματα, μεγάλες μηχανές, και σκουριασμένα πανάρχαια εργαλεία. Η καμαρούλα εκείνη είχε γίνει το καταφύγιό μου. Και τη χρειαζόμουνα όλο και πιο συχνά αφού δε μου άρεσε να μένω για πολύ στο σπίτι μας, αφού ένιωθα ξένος, ανεπιθύμητος (ωραία ακούγεται αυτή η λέξη!).
Όσες φορές προσπάθησα να μιλήσω στη μαμά για τον άντρα της, για να τον καταγγείλω, για να της παραπονεθώ, αυτή πάντα με μάλωνε, με αποκαλούσε κακομαθημένο και άχρηστο. Ω, όχι. Όχι άχρηστο. Ποια είν’ η λέξη; Α... Αχάριστο. Μάλιστα! Ήμουν αχάριστος επειδή, Ο Ν. μας φροντίζει. Μας αγαπά. Κι εσύ δεν τον εκτιμάς καθόλου. Μα, πώς να τον εκτιμήσω; Αφού δε μου έδινε καμία σημασία. Λες και δεν υπήρχα. Όταν πήγαινα να του μιλήσω, όλο έχω δουλειά, μου έλεγε. Δουλειά! Χα. Εδώ γελάμε. Όλη νύχτα καθότανε με τα σώβρακα μπροστά απ’ την τηλεόραση και έπινε ουίσκι. Σοβαρή δουλειά, στ’ αλήθεια!
Ευτυχώς, όμως, ο θεός, ο καλός θεούλης, ήταν με το μέρος μου, κι έτσι ο Ν. σύντομα μας εγκατέλειψε. Όχι μονάχα εμάς, αλλά και τον κόσμο αυτό το μάταιο (έτσι δε λένε οι πιστοί;). Πέθανε, λοιπόν, κι αυτός. Από ατύχημα. Μέσα στην αποθηκούλα. Έπεσε πάνω του η γερασμένη μηχανή ενός μικρού τρακτέρ και τον καταπλάκωσε. Ε, όπως καλά καταλαβαίνετε χάρηκα, χάρηκα πολύ όταν το έμαθα επιστρέφοντας από το σχολείο. Χάρηκα, αλλά δεν το έδειξα. Στην κηδεία του πονούσα πολύ, μ’ έπιασε σφίξιμο -ή κόψιμο, τέλος πάντων- στην προσπάθειά μου να μην κλάψω απ’ τα γέλια. Λυπόμουν τη μαμά, γι’ αυτό συγκρατήθηκα. Είχε μείνει χήρα δυο φορές μέσα σε τρία χρόνια. Πολύ άτυχη γυναίκα!
Μετά απ’ αυτό πίστεψα ότι θα γινόμασταν και πάλι ευτυχισμένοι, όπως παλιά. Κούνια που με παρακούναγε. Έπεσα έξω. Η μαμά μου ήταν πια πολύ θλιμμένη, πολύ αδύναμη, πολύ χαμένη για να μ’ αγαπήσει όπως άλλοτε. Άρχισε σιγά-σιγά να χάνει κάπου τα λογικά της, να καταρρέει. Έχω γίνει ψυχικό ράκος. Δεν μπορώ άλλο. Δεν αντέχω... την κρυφάκουσα πολλές φορές να παραπονιέται δακρυσμένη στο τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι της απάντησε εκείνο, αλλά εγώ ακόμη απορώ: Μα, γιατί; Γιατί δεν μπορούσε άλλο; Γιατί δεν άντεχε; Αφού είχε έμενα. Με είχε. Δε με είχε;
Ω, ναι, με είχε, αλλά όπως ανακάλυψα σύντομα μάλλον δεν ενδιαφερόταν και πολύ για να με κρατήσει. Άρχισε να αλλάζει, καθημερινά, όλο και πιο πολύ, προς το χειρότερο. Πήρε να αυτο... αυτο... αυτοκαταστρέφεται. Αυτό έκανε: αυτο... Ε, αυτό. Μετά από λίγο καιρό δε νοιαζόταν για τίποτα και για κανένα, παρά μόνο για το ουίσκι της -το ουίσκι Του- και τα χάπια. Όλη μέρα ήταν μεθυσμένη. Όλη νύχτα ήταν μαστουρωμένη ή εξοργισμένη. Με κτυπούσε. Με κτυπούσε άγρια. Εσύ φταις για όλα, μπάσταρδο, μου φώναζε και με κοπανούσε. Πονούσα. Πονούσα, αλλά δεν έκλαιγα. Τίποτα πια δεν μπορούσε να με αγγίξει, να με πληγώσει, κανένα συναίσθημα δεν ένιωθα. Ούτε αγάπη, μήτε μίσος. Σε έξη μήνες είχε πεθάνει κι αυτή. Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ηρεμιστικών χαπιών.
Στην κηδεία της, που είχαν κανονίσει κάποιοι μακρινοί και άγνωστοι συγγενείς, ήμουν σα φυτό. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Δεν έκλαιγα, δε γελούσα, δε φώναζα. Τίποτα! Έτσι ήμουνα και τις επόμενες ημέρες όταν διάφοροι άνθρωποι, κάποιοι γνωστοί και άλλοι πολλοί ουρανοκατέβατοι, μπαινόβγαιναν στο σπίτι κάνοντας πράγματα που δεν μπορούσα να καταλάβω, λέγοντάς μου χαμηλόφωνα, και με αγάπη υποθέτω, λίγες λέξεις παρηγοριάς δίχως κανένα νόημα. Τελικά, μου ανακοίνωσαν ότι θα με έκλειναν στο ορφανοτροφείο, αφού κανένας απ’ τους συγγενείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ αναλάβει τη φροντίδα μου.
Πάει μια βδομάδα τώρα που είμαι εδώ. Κοιμάμαι λίγο κι ανήσυχα -βλέπω εφιάλτες και παράξενα όνειρα- και σκέφτομαι πολύ. Σκέφτομαι όλα όσα έγιναν μέχρι να καταλήξω στο ορφανοτροφείο. Στο ί-δρυ-μα. Σκέφτομαι πώς θα είναι η ζωή μου στη συνέχεια. Θα είναι ωραία ή βαρετή;
Βαρετή; Όχι! Σίγουρα όχι! Τι σκέφτομαι το κουτό! Ωραία θα ’ναι. Από μένα εξαρτάται. Θα είναι υ-πέ-ρο-χη. Σιγά-σιγά θα κάνω νέους φίλους, καλούς. Σύντομα θα με αγαπήσουν όλοι. Θα με βοηθήσει κι η κυρία. Εκείνη η όμορφη κυρία που συμπαθώ πολύ, αφού μοιάζει με τη μαμά. Είμαι σίγουρος πώς θα με φροντίσει αυτή, ότι θα με αγαπήσει πολύ. Ακριβώς όπως και η μαμά μου. Ή, καλύτερα, ακόμη περισσότερο, πολύ περισσότερο. Στο κάτω κάτω η μαμά δε με αγάπησε αρκετά, όχι όσο έπρεπε, όχι όσο μου άξιζε. Αν το έκανε δε θα τη σκότωνα. Δε θα σκότωνα ούτ’ αυτή, ούτε τον μπαμπά, αλλά ούτε και τον κύριο ουίσκι. Και δε θα κατέληγα στο ορφανοτροφείο. Ποτέ! Αλλά...


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Το μυστικό του παππού

Ένα ακόμη μοντέρνο (σαν) παραμύθι:

«Παππού, τι κάνεις εδώ;»
Μόλις άνοιξε την πόρτα, κι είδε μπροστά του τον παππού του τα ’χασε. Βλέπετε, ο γέροντας ζούσε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη πολύ μακριά, και εξ όσων ήξερε ο Μιχάλης, δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Αθήνα. Κι όμως να ’τον τώρα εδώ!
«Πως ήρθες; Ποιος σ’ έφερε;»
«Δε με παίρνει ο χρόνος για λόγια περιττά», του είπε ο παππούς και πέρασε μέσα, μια και ο αποσβολωμένος εγγονός του, ξέχασε να του πει να μπει.
Έμενε σ’ ένα δυαράκι στη Νεάπολη ο Μιχάλης. Φοιτητάκι που αγωνιζόταν να πάρει το πτυχίο του στη νομική, να κάνει περήφανους τους γονιούς του.
Στρογγυλοκάθισε ο γέροντας σε μια καρέκλα και είπε και σ’ αυτόν να κάνει το ίδιο.
«Θες κάτι να πιεις; Καφεδάκι, νερό, οτιδήποτε;» ρώτησε ο εγγονός, μα ο γέροντας του απάντησε ότι «έχουν πια χαθεί οι γεύσεις», και του ζήτησε ξανά να καθίσει. Τι να κάνει; τον υπάκουσε.
«Μιχάλη, ήρθα να σου πω μια ιστορία και σε παρακαλώ πολύ να μη με διακόψεις. Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις αυτά που θα σου πω με τη στρογγυλή σου λογική, του δικηγόρου, μόνο πίστεψε ότι ο παππούς σου είναι ένας άνθρωπος αμαρτωλός, κάποιος που πόνεσε πολύ, πιότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να ειπωθεί. Κι ο πόνος του αυτός ερχόταν από μέσα, απόνα μυστικό που χρόνια πολλά, για μια ζωή κράτησε μες στην ψυχή του. Δεν ήρθα εδώ ούτε για να ζητήσω συγχώρεση, αλλά ούτε και δίκη. Ξέρω καλά το κρίμα μου και εξιλέωση δεν υπάρχει. Το μόνο που ζητώ είναι να με ακούσεις. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι», απάντησε ο νεαρός, αν και κάπου μέσα του ένιωθε πως τον κορόιδευε ο παππούς του, αφού ήταν γνωστός χωρατατζής.
Άρχισε, όμως, ο γέροντας να διηγιέται την ιστορία του:
«Στα πολύ παλιά τα χρόνια, όταν ήμουν παλικαράκι, ζούσαμε με τους προπάππους σου σ’ ένα μικρό χωριό της Μακεδονίας. Ένα παραθαλάσσιο χωριό, όπου δεν είχε πολλά να δει ή να κάνει κανείς. Μοναδικές μας ασχολίες ήταν το ψάρεμα κι οι καλλιέργειες. Όσο για διασκέδασες, τίποτα. Μόνο όταν κάποτε περνούσανε απ’ το χωριό πλανόδιοι μουσικοί ή σα γινόταν κάνας γάμος ή κάποιο πανηγύρι ξεδίναμε λίγο. Τέτοια ήταν η ζωή μας και μας άρεσε, αφού δεν είχαμε άλλη.
Σ’ αυτό το χωριό μεγάλωσα, λοιπόν, παρέα με τον καλύτερό μου φίλο το Γιώργη. Την ίδια ηλικία είχαμε μαθές. Με το Γιώργη ήμασταν συνέχεια μαζί, απ’ τη νύχτα ως το πρωί, αφού μαζί βγαίναμε για ψάρεμα τα βράδια, μαζί πηγαίναμε βόλτες, μαζί κάναμε τις σκανταλιές μας, μαζί μάθαμε και τα λίγα γράμματά μας.
Ήταν καλό παιδί ο Γιώργης, ένας άνθρωπος απ’ τους μοναδικούς. Όλοι τον αγαπούσαν. Πάντα γελαστός, ανοικτή καρδιά, πάντα έτοιμος να βοηθήσει τους άλλους. Κι ομορφάντρας. Να σκεφτείς όλοι οι νέοι του χωριού περίμεναν πως και πως να παν στην πόλη για ν’ αγγίξουν γυναίκα, αλλά ο Γιώργης όχι, αυτόν έρχονταν και τον βρίσκαν. Έκρυβε πολλά μυστικά, εκείνο το μικρό χωριό...
Τον ζήλευα. Τον ζήλευα πολύ. Κι ας ήταν ο καλύτερός μου φίλος, κι ας μου έτυχαν και μένανε εξ αιτίας του κάποια τυχερά. Ένιωθα ένα τίποτα μπροστά του. Εκείνος ό,τι ήθελε το έκανε, ό,τι ζητούσε τ’ αποκτούσε, και μάλιστα δίχως καμιά προσπάθεια. Εγώ, τζίφος. Γίδα να πλησίαζα, έφευγε μακριά μου. Τον αγαπούσα όμως, τον αγαπούσα πολύ, κι έλεγα πως αν χρειαζόταν και τη ζωή μου θα ’δινα για κείνον.
Μες στις μικρές χαρές και τις μεγάλες μου απογοητεύσεις περνούσε σιγά σιγά ο καιρός, κι εκεί που σκέφτομουν ότι τίποτα δε θα τάραζε τα ήσυχα νερά του αιώνια κοιμισμένου τόπου μας, να ’σου που κατάφτασ’ η Ελένη. Η γιαγιά σου η Ελένη!
Η γριά που ξέρεις τώρα, κάποτε ήταν μια καλλονή. Είχε πλήθος τις χάρες. Ένα λουλούδι που άνθιζε τον τόπο με το κάθε χαμόγελό του.
Όλοι οι νέοι την ερωτεύτηκαν μεμιάς. Δε φάνταζε κορίτσι στα μάτια μας, αλλά σαν ένα ξωτικό. Κι εκείνη σαν το Γιώργη, όλη μέρα ένα χαμόγελο. Και δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες χωριανές, αλλά ούτε και με τις γυναίκες που γνωρίσαμε στην πόλη. Έμοιαζε άφοβη, ελεύθερη πολύ, κι οι νιοι στήναν καρτέρι όξω απ’ την πόρτα της για να τηνε θαυμάσουν.
Προτού περάσει πολύς καιρός αρχίνησαν να πέφτουνε βροχή τα προξενιά. Όλοι οι λεύτεροι μαθές, το βάλανε σκοπό να τηνε παντρευτούνε. Μα, ο κυρ Παναής ο κύρης της, κουβέντα δεν ήθελε ν’ ακούσει. Στην αρχή έλεε, πως ο κόρη του είναι πολύ μικρή για παντρειά ακόμη, αλλά μετά άλλαξε το τροπάρι: «Το Λενιώ μου θα πάρει όποιον αυτό διαλέξει.»
Αρχίσαν, λοιπόν, όλοι, κι εγώ μαζί, ν’ ανταγωνιζόμαστε ποιος στο Λενιώ πιότερο αρεστός θα γίνει. Μόνο ο Γιώργης έμεινε έξω απ’ το παιγνίδι αυτό. «Εγώ είμαι εγώ, και σ’ όποιον αρέσω», μου απάντησε σαν έφερα την κουβέντα ένα βράδυ.
Πάντως, περνούσαμε ωραία πολύ, τις μέρες εκείνες. Επιτέλους κάτι διαφορετικό συνέβαινε στη ζωή μας. Όλοι μας είχαμε πια βαρεθεί να ζούμε τα ίδια και τα ίδια.
Η Ελένη, που έμαθε τον άτυπο αγώνα που γινότανε για χάρη της, όπως μας είπε αργότερα, το διασκέδαζε με την ψυχή της. Όλοι οι νιοι του χωριού ήταν στα πόδια της, κι ό,τι κι αν ζητούσε θα το είχε. Για να πούμε την αλήθεια όμως, δε ζήτησε τίποτα. Μιλούσε με όλους πρόσχαρα, είχε για τον καθένα μια καλή κουβέντα, και στις απανωτές προτάσεις που της γίνονταν, πως είναι μικρή, απαντούσε.
Κάποια μέρα, καθώς ένα τσούρμο αγόρια κι αυτή περπατούσαμε παρέα, πρόσεξε το Γιώργη στην ακροθαλασσιά να κάθεται μονάχος, και το απέραντο να κοιτάει. Ποιος είναι, να μάθει, ρώτησε, κι εγώ σα φίλος του γκαρδιακός, προσφέρτηκα να της εξηγήσω. Δεν παρέλειψα φυσικά να της αναφέρω και την περίφημή του δήλωση: «Εγώ είμαι εγώ...». Την κουβέντα μου δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω και κίνησε να πάει κοντά του. Κάθισε δίπλα του σιωπηλή, κι απόμεινε και κείνη τη θάλασσα να κοιτάει. Μετά από πολλή ώρα, την είδαμε να σηκώνεται, χωρίς ν’ ανταλλάξουν λέξη, και να έρχεται προς το μέρος μας. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και φανερά, αλλού. Καταλάβαμε πως, κι ετούτη φορά το παιγνίδι για μας, ήταν χαμένο. Θα την έπαιρνε κι αυτήν ο Γιώργης, δίχως καν να προσπαθήσει, και το χειρότερο, ίσως κάποια μέρα να γινόταν και γυναίκα του. Ένιωσα ένα μαχαίρι να μου ξεσκίζει τα σωθικά.
Την άλλη νύχτα, είπα πως είμαι άρρωστος και δε βγήκα μαζί με το φίλο μου για ψάρεμα. Αν τόκανα ίσως να του ’λεγα λόγια πικρά, για τα οποία αργότερα θα είχα μετανιώσει. Ο πόνος, όμως, μέσα μου ώρα την ώρα όλο και πιο αβάστακτος γινόταν. Βλέπεις, την Ελένη πολύ αγάπησα, την είχα μες στην ψυχή μου, και μέχρι τότες σκεφτόμουνα πως, αφού το Γιώργη δεν τον κόφτει, δεν μπορεί, τούτη θα γίνει δική μου. Μα, να που το όνειρό και πάλι πέθαινε. Δεν το άντεχα. Ήταν θάνατος για μένανε εκείνες οι στιγμές.
Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο κι η Ελένη πιότερο με το Γιώργη δένονταν. Μοιάζανε βλέπεις πολύ. Καθάριες ψυχές, γιομάτες ζωή. Κι εγώ, από κοντά, να τους παρακολουθώ και μέσα μου να λιώνω. Αν είχα κάποιον να μιλήσω, κάποιον τον πόνο μου να πω, ίσως να ’βρισκα κάποια γιατρειά για την παράξενη εκείνη αρρώστια. Δεν είχα όμως. Κι έτσι τα κρατούσα όλα μέσα μου, και κλεινόμουνα όλο και πιο πολύ στον εαυτό μου. Κι άρχισα να χάνομαι. Κρυβόμουνα από μένα κι απ’ τους ανθρώπους. Κρυβόμουνα για να γλιτώσω απ’ τον πόνο, αλλά ο πόνος ήταν μέσα μου, και πως να του ξεφύγω;
Τον πρώτο καιρό που είπα να ξεκόψω απ’ όλους κι όλα ο Γιώργης με ρώταγε τι μύγα μ’ είχε τσιμπήσει, κι εγώ του έλεγα πως δεν ήμουνα καλά κι ήσυχο να μ’ αφήσει. Κάποιες φορές καταπώς έμαθα με γύρεψε κι η Ελένη, γιατί με συμπαθούσε, λέει, κι ούτε κι αυτή μπορούσε να καταλάβει αυτή την εξαφάνισή μου. Τι να καταλαβαίνανε κι οι δυο, απ’ το μαρτύριο που το μέσα μου έτρωγε καθώς, μέρα τη μέρα, ο έρωτάς τους μεγάλωνε, γιγαντωνόταν!
Ήρθε μια εποχή που γω σα φάντασμα είχα γίνει. Μοναχά τις νύχτες τριγυρνούσα, στους άδειους δρόμους του χωριού, στα περβόλια και στ’ ακροθαλάσσι. Ο Γιώργης, την αλήθεια να την πω, πολύ πονούσε με τον πόνο μου και πολλές φορές προσπάθησε να με κάνει να του μιλήσω, αλλά μάταια. Η ψυχή μου πήρε όλο να μαυρίζει. Και μια γκρίζα απ’ τα σύννεφα νυχτιά, πήρα απόφαση σκληρή και άδικη, αφού το φίλο μου είχα πια μισήσει. «Όχι», είπα μέσα μου, «αυτή τη φορά, Γιώργη, δε θα σου περάσει!».
Έβρεξε πολύ κείνες τις μέρες. Δρόμοι και χωράφια βουλιάξαν στο νερό. Παραμονή του Άι Γιώργη, ο φίλος καταπώς το συνήθιζε, δε βγήκε να ψαρέψει, αλλά κίνησε κοντά μεσάνυχτα στην εκκλησιά του Αγιού να πάει να προσκυνήσει. Μια στάλα εκκλησάκι ήτανε, στην κορυφή ενός λόφου.
Παίρνει δρόμο, λοιπόν, ο Γιώργης, κι εγώ ξοπίσω του από κάποιαν απόσταση να τον ακολουθάω. Όλο λάσπη και γλιστρούσε ο δρόμος, αλλά, κι ας παραπάτησα δυο φορές, δεν εκατάλαβε πως πίσω του βρισκόμουν.
Μόλις έφτασε στο εκκλησάκι, μπήκε να προσκυνήσει κι εγώ απόξω κρύφτηκα να τον παραμονεύω. Πέρασαν λίγα λεπτά, που μες στην παγωμένη μου ψυχή μου φάνηκαν αιώνες. Σα βγήκε επιτέλους έξω στάθηκε, ως πάντα, τη θάλασσα από ψηλά, στα σκοτεινά, να αγναντέψει. Τότες κι εγώ βρήκα ευκαιρία. Με δύναμη πολλή από πίσω τον έσπρωξα και βουτιά μεγάλη έκανε στα βράχια. Την ώρα εκείνη ακριβώς πήρε να ψιλοβρέχει. Άναψα ένα φανό, που πάνω μου εκουβαλούσα, και κατέβηκα σιγά σιγά για να τον βρω. Το κεφάλι του λουσμένο στα αίματα, τον πρόλαβα μόλις μια στιγμή προτού να ξεψυχήσει. «Γιατί;» μονάχα πρόλαβε να ρωτήσει και το μάτι του έγινε γυάλινο, κι από τότε με στοιχειώνει.
Σκαρφάλωσα με βαριά καρδιά τα βράχια, και σαν έφτασα στο εκκλησάκι προσπάθησα στον άτυχο το φίλο μου, άτυχο γιατί είχ’ εμένα φίλο, μια τελευταία ματιά να ρίξω. Τίποτα δε φαινόταν. Πήρα, λοιπόν, τον κατήφορο για το χωριό, καθώς η βροχή καταρράκτης γίνονταν, σβήνοντας τα ίχνη.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό πως χάθηκε ο Γιώργης, κι όλοι στα χωράφια, στις κορφούλες και στην ακροθαλασσιά βγήκανε για να τον αναζητήσουν. Μαζί κι εγώ, αλλά δεν κίνησα προς τα εκεί που ήξερα πως βρισκόταν. Αργά το απόγευμα ένας βοσκός, ακούσαμε πως τον βρήκε. Όλοι για ατύχημα μιλήσαν, κι ο αστυφύλακας, κι ο γιατρός, αντίρρηση δε φέραν. Άλλωστε, ήταν φανερό πως εκείνη ήταν η αλήθεια.
Θρήνος μεγάλος έπεσε στο χωριό, που χάθηκε τέτοιο παλικάρι. Άλλοι λέγαν πως θέλημα ήταν θεού και άλλοι του διαβόλου. Απαρηγόρητο ήταν το Λενιώ, μα δίπλα της στεκόμουνα βράχος εγώ, για να τη προστατέψω. Καθώς περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο κοντά της ήθελε να μένω. Έτσι, σαν ένας χρόνος πέρασε από το φονικό, κανένας δεν παραξενεύτηκε που το Λενιώ, γυναίκα έγινε δική μου.
Τώρα, αν σαν αστεία σου φαίνονται όλ’ αυτά, σε βλέπω κιόλας να χαμογελάς, μεγάλο σου λέω κάνεις λάθος. Πιότερο αληθινή απ’ αυτή, μια ιστορία δε θα μπόραε να γενεί. Γιατί ήρθα δω κάτω τούτη την ώρα να σ’ την πω; Γιατί οι ανάσες μου σε μια στιγμή τελειώνουν, και στον τάφο μου δεν κράταα να πάρω μαζί το μυστικό!»
Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο, κι ο Μιχάλης χαμογελαστός πήγε να το σηκώσει.
«Μιχάλη...».
«Έλα μάνα. Άκου μια φάση...».
«Μιχάλη... Μιχάλη...».
«Τι έγινε μάνα; Κλαις;»
«Μιχάλη μου... ο παππούς σου, αγόρι μου... πέθανε...».
«Τι λες μάνα;»
Κοιτάει πίσω του, προς την καρέκλα που καθότανε ο γέροντας... Κανείς!


Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Αθώα

Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί, αλλά αυτοί που να ακούσουν. Την κλείσανε σ’ ένα κελί, εδώ και τρεις ημέρες, για τη δολοφονία του άντρα της, κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. Τον αγαπούσα. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας το ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό υπάρχει, δεν τον σκότωσα...

Η αλήθεια είναι πως ούτε και οι αστυνομικοί είναι σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι την απεχθάνονται. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό, δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Κι όμως, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν όταν άκουσε τον πυροβολισμό, αλλά μέχρι να πάει κάτω ο δολοφόνος είχε φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή η πόρτα, αλλά όχι, κάτι που σήμαινε ότι είτε το ίδιο το θύμα άνοιξε την πόρτα σ’ αυτόν που θα στεκόταν ο δήμιός του, είτε ο φονιάς βρισκόταν ήδη στο σπίτι όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ. Μπερδεμένη κατάσταση.

Ξεσκόνισαν ολόκληρο το σπίτι για δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά και πάλι τίποτα δεν προέκυψε, αφού όσα εντόπισαν ανήκαν στο ζευγάρι. Η μόνη πιθανότητα να βρουν το δράστη, αν δεν ήταν η γυναίκα, ήταν αυτός να έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλά αυτά θαρρώ συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.


Η συνέχεια στα Διηγήματα

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

Δεν τον ήξερε κανείς

Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.

Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.

Η συνέχεια στα Διηγήματα