Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Τα χρυσά κλουβιά του μέλλοντος

Ώρες –ώρες νιώθω ότι είναι ο φόβος
Που ορίζει την κάθε μας κίνηση.
Αυτός αποφασίζει για όλα.
Μας δείχνει ή μας κρύβει το δρόμο
Μας κλέβει στιγμές απ’ τη ζωή.
Τι κι αν;
Ρωτάμε ξανά και ξανά και
Αρνιόμαστε πεισματικά να πάρουμε ρίσκα
Αφού το άγνωστο πολύ μας τρομάζει.
Ωστόσο σ’ αυτό το άγνωστο ίσως να κρύβεται
-όχι ίσως, εκείνη είναι κρυμμένη-
Όλης της πλάσης η ουσία.
Μια ουσία που αδυνατούμε να συλλάβουμε
Θεόκλειστοι καθώς είμαστε μέσα στα χρυσά
Κλουβιά του ασφαλούς μας μέλλοντος.
Ένα βήμα, μία λέξη, μια αγκαλιά,
Αυτή είναι συνήθως η απόσταση που μας χωρίζει
Απ’ το αλλιώτικο, απ’ το καλύτερο που πάντα ζητούμε
(ένα βήμα που δεν κάνουμε, μια λέξη που δεν λέμε, μια αγκαλιά που δεν χαρίζουμε)
Μα που δεν μπορούμε να πλησιάσουμε
Αφού μας είναι αδύνατον να κόψουμε τα
Δεσμά της συνήθειας που μας καθηλώνουν.
Τι κι αν;
Επιμένουμε να ρωτάμε
Καθώς η ζωή
-σαν τον χρόνο-
Συνεχίζει να κυλά και να χάνεται.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Το Στοιχειωμένο Σπίτι

Πέντε η ώρα το πρωί, κι ένας οδυνηρός πόνος στο πόδι και η τρέλα που με δέρνει δε μ' αφήνουν να κοιμηθώ. Έτσι είπα να ανεβάσω για σας μια σχεδόν τρομακτική ιστορία και να την κάνω σιγά-σιγά για το χωριό. Υγρασίας βοηθούσης ίσως έχω την ευκαιρία να συλλαβώ με το φωτογραφικό φακό μια ματωμένη ανατολή.
Τα λέμε, μάλλον, το Σάββατο...

Ακούγαμε πολλά για κείνο το σπίτι. Έζησε, μας λέγαν οι παλιοί, και πέθανε εκεί μια πολύ κατατρεγμένη απ’ την τύχη γυναίκα. Από κείνες δα που μόνο δυστυχία γνώρισαν στη ζωή τους. Η γιαγιά μου, πούταν σοφή γριά, μας έλεε πως μέσα κει κατοικούσε ο Χάρος.
Κι όμως, εμάς που ήμασταν παιδιά, δε μας φάνταζε τόσο τρομαχτικό. Μας προκαλούσε, θα έλεγα. Μας προκαλούσε να το εξερευνήσουμε, ν’ ανακαλύψουμε τα δήθεν του μυστήρια. Αλλά οι μεγάλοι δε μας άφηναν, και κάθε που το αναφέραμε σταυροκοπιούνταν κι έφτυναν στον κόρφο τους για να διώξουν το κακό. «Με το θεό και με το διάολο, δεν παίζει κανείς», μονολοούσε η γιαγιά.
Μα ποιο θεό; και ποιο διάολο; Δουλειά δεν έχουνε να κάνουν και θα κάτσουν να φυλάνε ένα σπίτι; Παράξενοι πολύ, ήτανε οι μεγάλοι και άλλο από σύγχυση δεν καταφέρναν να σκορπίσουν.
Μα, ο χρόνος περνούσε βιαστικά, κι η περιέργειά μας όλο και μεγάλωνε. Τι ήταν εκείνο που τόσο φόβιζε τους μεγάλους; Και τι μυστικά έκρυβε εκείνο το συνηθισμένο σαν όλα τ’ άλλα, στην όψη, σπίτι. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ήταν παρά ένα διώροφο πλινθόκτιστο γιαπί, που στο φως της μέρας δε φάνταζ’ αλλόκοτο. Αλλά «τη νύχτα είναι που βγαίνουν τα στοιχειά», υποστηρίζαν τα γερόντια.
«Αλήθεια, πως μοιάζουν τα στοιχειά;» απορούσαμε. Και μαθαίναμε πως έχουν μαύρα κέρατα, σαν του τράγου μαθές, και τα μάτια τους είναι κόκκινα, όπως και το δέρμα τους κάποτε, και περπατούν άλλοτε με τα δυο κι άλλοτε με τα τέσσερά τους πόδια, και πετούν κιόλας σα σίφουνες, όπως τα παλιά χρόνια οι δράκοι.
Μετά από τούτες τις καλές περιγραφές, όταν πηγαίναμε για ύπνο βλέπαμε όνειρα αλλόκοτα που σαν τα διηγιόμασταν στους μεγάλους σηκώνονταν κάγκελο οι τρίχες τους, κι άρχιζαν πάλι τα «πτου πτου πτου, κακό να μη μας έβρει». Θα τους έβρισκε κακό επειδή ονειρευόμασταν;
Χρόνο με το χρόνο ο θρύλος του στοιχειωμένου του σπιτιού γινόταν όλο και πιο σκοτεινός, κι άρχισε ν’ αποκτά και παραλλαγές. Οι γερόντοι που δεν είχαν τι άλλο να κάνουν κάθονταν στον καφενέ, και περιμέναν πως και πως την ώρα που θα ’ρχοταν κάποιος ξένος, για να του πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, σιγά σιγά στο σπίτι άρχισαν να κυκλοφορούν ακέφαλα σώματα ή και ανεξάρτητα κεφάλια, κάθε βράδυ η γριά που πριν το κατοικούσε - και πέθανε απ’ τον καημό της - σηκωνόταν προς νερού της, κάποιες ασέληνες σκοτεινές νυχτιές, ακούγονταν από κει μερικές τρομαχτικές κραυγές που αναστατώναν τους περαστικούς: «ωωωωωωωωω, αααααααααα, βαλλλλλλλλλλλλλλ, τιιιιιιιιιιιιιιιιι, ουυυυυυυυυυυ». Μα, την αλήθεια για να πω, τόσες νυχτιές που απ’ έξω στάθηκα, ποτέ δεν άκουσα κραυγές κι ούτε κάτι παράξενο είδα.
Ωστόσο, η φήμη του σπιτιού διέσχισε όλη την επαρχία και άνθρωποι έρχονταν από παντού για να το επισκεφτούνε. Στο φως της μέρας έμοιαζε ακίνδυνο, απλά ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ωστόσο, εκείνοι που μέσα μπαίνανε για να το εξερευνήσουν, βγαίνοντας ήταν σίγουροι ότι το σπίτι εκείνο έκρυβε πολλά μυστικά. Λέγαν πως το πάτωμα από κάτω ήταν κενό, πως οι τοίχοι είχαν κρυφά ανοίγματα, πως οι τρεις όλοι κι όλοι αραχνιασμένοι μικροί πίνακες, που βρήκαν κρεμασμένους στο δωμάτιο της γριάς, έκρυβαν κάτι το σατανικό. Κάποτε έκανε την εμφάνισή του και κάποιος που λογιόταν κυνηγός φαντασμάτων και ο οποίος, παρόλες τις προειδοποιήσεις των χωριανών, ήταν αποφασισμένος να περάσει μια νύχτα εκεί μόνος.
Όλοι τον λυπηθήκαμε. Ήμασταν σίγουροι ότι θα τον έβρισκε κάποιο κακό. Ο παπάς, πιστός και προληπτικός όσο έπαιρνε, έμεινε μαζί του ως την τελευταία στιγμή προσπαθώντας να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Αφού είδε κι απόειδε, τα παράτησε κι έφυγε. Του ’στειλε μόνο με την κόρη του τη Ρηνιώ, το καλύτερο κορίτσι του χωριού, λίγο φαγητό και τσάι. «Τουλάχιστον να μην πάει νηστικός», είπε.
Νύχτωσε για τα καλά. Όλοι είχανε την έγνοια του ξένου, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει κατά κει για να δει τι θα γινόταν. Σαν πήγε μεσάνυχτα και κάτι, όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι βυθίστηκαν στον ύπνο, βγήκα κρυφά απ’ το παράθυρο της κάμαράς μου και πήγα να βρω το φίλο μου το Γιάννη. Ήμασταν κι οι δυο δεκάξι χρονών παλικάρια, δε φοβόμασταν, και δε θα χάναμε το θέαμα με τίποτα. Με περίμενε έξω απ’ την πόρτα του και κινήσαμε μαζί για το στοιχειωμένο σπίτι.
Σα φτάσαμε εκεί, σταθήκαμε λίγο απέξω κι αφουγκραστήκαμε. Άκρα του τάφου σιωπή. Έβγαλε ο Γιάννης απ’ την τσέπη του ένα μικρό μπουκάλι ρακή που ’κλεψε απ’ το σπίτι και καθίσαμε κατάχαμα για να πιούμε και να ζεσταθούμε.
Θα πέρασε πολύ ώρα, γιατί αποκοιμηθήκαμε, όταν ακούσαμε μια σπαρακτική κραυγή «μανούλα μου» να βγαίνει απ’ το σπίτι και κάτι να χτυπάει με ορμή την πόρτα από μέσα. Σε λίγα δευτερόλεπτα είδαμε, παγωμένοι απ’ το φόβο μας, τον κυνηγό να πηδάει απόνα παραθύρι και ν’ αρχίζει να τρέχει σαν τρελός. Σα μας πέρασε για λίγο το σάστισμα, πήραμε να τρέχουμε το κατόπι του. Τον φτάσαμε έξω απ’ την εκκλησιά της Παναγιάς, όπου τον βρήκαμε γονατιστό μπροστά απ’ την πόρτα. Ήταν κάτωχρος κι όλο «Παναγιά, βοήθα με, Παναγιά, βοήθα με», μονολοούσε. Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε, αλλά που! Το βλέμμα του ήταν απλανές, πετρωμένο, φαίνονταν να ψήνεται στον πυρετό. «Σα να είδε τον Χάρο», μου ψιθύρισε ο Γιάννης. Σε λίγο κατάφτασ’ ο παπάς που, έμενε κοντά στο σπίτι του διαόλου και, αφυπνίστηκε απ’ τις φωνές. Σιγά σιγά με τη βοήθειά μας τον έπεισε να σηκωθεί για να τον οδηγήσουμε στην ασφάλεια.
Το σπίτι του παπά ήταν ανάστατο. Κι η παπαδιά, κι ο γιος τους ο Γιώργης, και το Ρηνιώ, πανέμορφο μες στο νυχτικό, ήταν στο πόδι. Βάλαμε τον ταλαίπωρο τον κυνηγό να ξαπλώσει στο σοφά κι αμέσως το Ρηνιώ πήγε να του φτιάξει τσάι, μπας και ξεπαγώσει. «Δε θα κοιμηθεί εύκολα, μ’ έτσι τρομάρα που πήρε», αποφάνθηκε ο παπάς, μα έπεσε έξω. Δεν φτάσαμε καλά καλά να του ποτίσουμε το ζεστό κι αποκοιμήθηκε. Αλλά, κατά ένα παράξενο τρόπο νυστάξαμε κι εμείς μεμιάς, και κινήσαμε για τα σπίτια μας, να κοιμηθούμε.
Την επομένη ήμασταν τα πρόσωπα της ημέρας στο χωριό. Όλοι έρχονταν να μάθουν από πρώτο χέρι τα νέα. Ακόμη κι η Ρηνιώ, που για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που την ξέραμε, πρόσεξε την ύπαρξή μας. Μας χαμογελούσε, μας μιλούσε, ζητούσε λεπτομέρειες. Κι εμείς… νιώθαμε ήρωες!
Ο ξένος έμεινε στο σπίτι του παπά για ένα ακόμα βράδυ. Μετά έφυγε για την πόλη. Όπως μάθαμε απ’ τους επισκέπτες, που όλο και περισσότεροι φτάναν στο χωριό, εκείνος ο κακομοίρης πήγε σ’ ένα τρελογιατρό για να τον ανακουφίσει κι εκείνος τον έκλεισε στο ψυχιατρείο. «Αθεράπευτη περίπτωση», είπε μετά.
Εκείνη η νύχτα πάντως, στάθηκε η πιο σημαντική της ζωής μου. Ένα τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά άντρας, αλλά και… πως να το πω;… να, ήμουνα κι εγώ, όπως κι οι περισσότεροι νέοι του χωριού, ερωτευμένος με τη Ρηνιώ, και, επιτέλους με… είδε! Αχ, ένας άγγελος ήταν η Ρηνιώ. Μα, ήταν κόρη του παπά. Και φρόνιμη πολύ. Πολύ φρόνιμη. «Μικρή αγία», τη λέγανε οι χωριανοί. Αμόλυντη σαν… αμαρτία! Πως να την κατακτήσω; Πως να της μιλήσω για τον έρωτά μου; Μήπως το να ’μαι γενναίος θα ’ταν αρκετό για να ’ρθει κοντά μου;
Τα ξομολοήθηκα όλα στο Γιάννη. «Κι εγώ θαυμάζω τη Ρηνιώ», παραδέχτηκε, «μα, μου φαίνεται αδύνατο κάποιος να την καταφέρει».
Σωστά μου φάνηκαν τα λόγια του. Μπήκε όμως πια στ’ αυλάκι το νερό και δεν ματαγυρίζει, εκτός κι αν αλλάξει δρόμο. «Γιάννη, αν ανακαλύψω το μυστήριο του σπιτιού, λες να μ’ αγαπήσει;» - «Όλα στα λόγια είν’ εύκολα, μα δύσκολα στην πράξη. Ακόμη κι αν τα καταφέρεις, που ξέρεις αν θα σ’ αγαπήσει;»
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και τ’ αποφάσισα: «Αυτός είναι ο δρόμος». Έπεισα και το Γιάννη να με βοηθήσει. Έτσι με το που μπήκε το καλοκαίρι και κλείσαν τα σχολειά, έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Με κάθε ευκαιρία πηγαίναμε με το φίλο μου όξω απ’ το σπίτι του κακού και στήναμε καρτέρι. Κάποιες νυχτιές ακούγαμε υπόκωφες κραυγές που μας παγώνανε το αίμα, κι άλλοτε βήματα συρτά να πάνε πέρα δώθε. Πολλές φορές ακούσαμε πόρτες να τρίζουν, και άλλες τόσες είδαμε ένα αδύναμο κόκκινο φως να λούζει για μια στιγμή ένα παράθυρο που κοίταε το δρόμο.
Μυστήρια πολύ φαίνονταν όλ’ αυτά, αλλά με τον καιρό δε μας τρομάζαν τόσο. Όμως κανείς δεν έμαθε ποτέ τι κάναμε τα βράδια. Με λίγη δουλειά, λίγο παιγνίδι και κάποια τυχαία περάσματα από το σπίτι του παπά, πετούσανε οι μέρες. Η Ρηνιώ, όσο περνούσε ο καιρός, πιο όμορφη γινόταν. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος στο σκοτάδι, αλλά μάτια δεν είχε αυτή για μας. πιστή ήταν στο θεό και αφοσιωμένη.
Κάποια βραδιά, μετά από πολύ καιρό, με το Γιάννη είπαμε να κάνουμε το μέγα βήμα. Έτσι, δυο θα ’ταν η ώρα το πρωί, κινήσαμε για το σπίτι, αποφασισμένοι μέσα για να μπούμε. Η αλήθεια είναι πως λίγο φοβόμασταν, μα ύστερα από τόσο καιρό, πιστεύαμε πως έφτασε η ώρα. Ανοίγουμε, λοιπόν, σιγά σιγά την πόρτα του και νυχοπατώντας προχωρούμε. Ακούμε, ξαφνικά, μια συριχτή κραυγή «ωωωωωωωω», απ’ το πάτωμα να βγαίνει, και στη στιγμή γινόμαστε καπνός. Αν είχαμ’ αντοχή θα τρέχαμε ακόμη!
Την άλλη μέρα δεν τολμήσαμε ξανά εκεί να πάμε. Φανήκαμε τόσο δειλοί, οι άθλιοι, τόσο δειλοί. Βρίζαμε ο καθείς τον άλλο και τον εαυτό του. «Αύριο. Αύριο…», αποφασίσαμε ξανά. Θα πηγαίναμε στη διάρκεια της λειτουργίας, ήταν μαθές Κυριακή, να εξερευνήσουμε το σπίτι, και θα γυρίζαμε το βράδυ για μια νέα «επίθεση των γενναίων».
Όπως το λέω, έγινε! Ψάξαμε τους τοίχους, τις πόρτες, τα παραθύρια, τα πατώματα. Ψάξαμε παντού προσεκτικά κι ανακαλύψαμε πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, και συμφωνήσαμε να πάμε νωρίτερα για να κρατήσουμε τσίλιες, εκείνο το μοιραίο βράδυ. Νιώθαμε σίγουροι πως το μυστήριο, τουλάχιστον για μας, θα ’παιρνε τέλος.
Προμηθευτήκαμε λίγη ρακή, ψωμί, τυρί κι ελιές, κι ένα φανό και για του τρόμου το σπίτι κινήσαμε, πολύ προτού τα μεσάνυχτα φτάσουν. Κρυφτήκαμε σ’ ένα δωμάτιο. κι εκεί στα σκοτεινά, μες στη σιωπή, τρώγαμε, πίναμε και παραμονεύαμε. Αργούσε να περάσ’ η ώρα.
Κάποια στιγμή ακούσαμε την πίσω πόρτα του σπιτιού να τρίζει, και μετά ένα ψίθυρο, βήματα αργά κι ένα αμυδρό κόκκινο φως είδαμε προς την κουζίνα να κινείται. Ξεπρόβαλα το κεφάλι μου αργά και πρόλαβα να δω δυο σχεδόν διάφανα πλάσματα, από μια καταπακτή σ’ ένα άγνωστο υπόγειο να κατεβαίνουν. Παρέμεινα στη σκοτεινιά να παρακολουθάω. Σαν χάθηκαν απ’ το πρόσωπο της γης, ψιθύρισα στο Γιάννη να μείνει ακίνητος και σιωπηλός ακόμα.
Πέρασαν λίγα λεπτά και σιγά σιγά υπόκωφες φωνές στ’ αυτιά μας άρχισαν να φτάνουν: «ωωωωωωωω, ουμμμμμμμμμμμ, τιιιιιιιιιιιιιιιι, αχχχχχχχχχ, τιιιιιιιιι, μουυυυυυυυ, αααααααααααα, ειςςςςςςςςςςς». Μόλις ξεκινήσαν οι φωνές κινήσαμε κι εμείς προς την πηγή τους. Συρθήκαμε προς την καταπακτή και την ανοίξαμε μεμιάς ρίχνοντας μέσα άπλετο φως με το φανάρι. Τότε…

Μετά από τρεις μήνες, ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό, ταράζοντας σχεδόν τους πάντες. Η Ρηνιώ, το πιο καλό και φρόνιμο κορίτσι του χωριού, έμεινε έγκυος απ’ το… κρίνο. Μόνο εμείς γνωρίζαμε πως το επίθετο αυτού ήταν Χατζημιχάλης!


Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Με πονάει ρε μαμά...

Ένα συγκλονιστικό κείμενο:

Μαμά , θέλω να σου μιλήσω απόψε ... Θέλω , να σου πω ό,τι απλά δεν μπορώ γιατί φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις ... Όπως , τότε στην Δ΄ δημοτικού ... Θυμάσαι ; Είμαι , σίγουρη πως όχι . Όμως , εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , αυτή η νύχτα θα μείνει καρφωμένη στον τοίχο του μυαλού μου για πάντα με το πιο έντονο χρώμα να μου θυμίζει ό,τι δεν θέλω να θυμάμαι μαμά ... Γιατί , θυμάμαι . Θυμάμαι , τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου στο σαλόνι να παρακολουθούν τηλεόραση κι εσένα στο δωμάτιό σου , καθιστή στην παλιά , ξύλινη καρέκλα της ραπτομηχανής ... Θυμάμαι και ΄μένα ... Με θυμάμαι , καθιστή στο κρεββάτι να σε κοιτώ και να θέλω να σου μιλήσω για ό,τι τότε φοβόμουν ... Τον θάνατο .

Η συνέχεια εδώ...

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Απόκληροι των Αναμνήσεων

Κάθε που γράφω μια καινούρια ιστορία
Κάθε που διαβάζω μια παλιά
Μέσα εκεί σε βρίσκω
Στα λόγια και τις σιωπές μου.
Ξέρεις, ίσως ποτέ μου να μη σου ’πα
Όλα αυτά που θα ’θελα
Κι εσύ ίσως ποτέ να μην κατάλαβες
Τι έκρυβαν οι σιωπές μου.
Ζούσαμε κρυπτικά, μες στις σκιές των λέξεων
Απόκληροι των αναμνήσεων του αύριο.
Εσύ κρυβόσουνα απ’ τη ζωή
-αυτή φοβόσουν-
κι εγώ κρυβόμουνα απ’ την ψυχή σου
-δεν ήθελα να δει ποιος ήμουν.
Δίσταζα να σου μιλήσω για τις αλήθειες μου
Ήταν οδυνηρές
Δε ζητιάνεψα την αγάπη σου
Ήταν αφόρητη.
Προσπάθησα να μη σε κλέψω
Για να μη σε χάσω.
Μα με έκλεψες εσύ
Με τη φυγή σου.
Με άφησες φτωχό και μόνο
Να παραδέρνω
Στο μεταίχμιο μιας απόφασης που ποτέ δεν πήρα.

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 6

Κοιτά μια παλιά, αλλά σε άριστη κατάσταση, φωτογραφία της και θυμάται τα παλιά. τότε που τη γνώρισε. τότε που ήταν κάποια άλλη, και ήταν κάποιος άλλος. Όχι, δεν μπορεί να τη βλέπει από κοντά, όχι πια. Τουλάχιστον, όχι ακόμη. Όχι, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Όχι, μέχρι ν’ αποφασιστεί τελεσίδικα αν η ζωή τους όλη θα γκρεμιστεί και θα γίνει συντρίμια. συντρίμια από αναμνήσεις.
Κοιτά, λοιπόν, τη φωτογραφία της κι αναπολεί. Αναπολεί τις πρώτες εκείνες ημέρες, τις καλές, τις όμορφες. Τότε που όλα στα μάτια τους φάνταζαν ιδανικά, η ζωή ένα όνειρο. Ω, πόσο έντονα ζούσαν τότε! Πόσο άχρωμα μετά! Τότε του έδινε χαρά, του χάριζ’ απόλαυση. κι ύστερα, άρχισε να του δίνει το λογαριασμό και να του ζητάει και τα ρέστα, να του χαρίζει απόγνωση. Της ζωής η μεγάλη ειρωνεία.
Την είχε αγαπήσει, πολύ. Και θα την αγαπούσε ακόμη. Αν δεν έκανε εκείνο το λάθος, το μοιραίο, που έφερε τα πάνω κάτω, που έκανε... που έκανε... που τον έκανε σκληρό, κακό. Αλλά, όχι. Όχι, δεν ήταν κακός, κακότροπος ήταν. Η κακιά η ώρα. εκείνη φταίει για όλα. Εκείνη, κι εκείνη. Κι εκείνη που τον πότισε φαρμάκι. Όχι, πώς δεν έφταιξε κι ο ίδιος, ουδείς αναμάρτητος, έφταιξε, αλλά να, γι’ αυτό που συνέβηκε δε φέρει καμία ευθύνη. Ή, ίσως και να φέρει, αφού δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί που ήταν η θέση του, εκεί που ανήκε, γι’ αυτό κι έγινε το κακό.
Κοιτά τη φωτογραφία της, που είναι ασπρόμαυρη, όπως πάντα της άρεσε. και του άρεσε. Προφίλ. Χαϊδεύει με τα σκληρά του δάχτυλα το λευκό του προσώπου της, το μαύρο των μαλλιών της, προσπαθεί να πιάσει την αχτίδα του ήλιου που ξεφεύγει μέσα από τις μπούκλες της, να της βγάλει απ’ τ’ αυτί το σκουλαρίκι κρίκο. Τόσο όμορφη! Και την έχασε. Και την άφησε να χαθεί. Γιατί;
Η αλήθεια είναι ότι δεν του αρέσει να αναλύει τα πράματα, να τα πολυζορίζει, θέλει να παίρνει τη ζωή όπως του έρχεται, αλλά... Μετά απ’ αυτό που συνέβηκε όλα άλλαξαν. κρέμονται όλα πλέον από μια λεπτή κλωστή, διάφανη, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει.
Το ξέρει! Το ξέρει πώς το καθήκον του τον καλεί, πώς αυτή την ώρα, την πιο δύσκολη, θα έπρεπε να είναι εκεί, δίπλα της, να της κρατάει το χέρι, να την παρηγορεί, να της λέει ότι όλα θα πάνε καλά και να παίρνει κι ο ίδιος θάρρος απ’ τα λόγια του, αλλά, απλά, δεν μπορεί. Θα την σκότωνε τώρα αν την έβλεπε μπροστά του. θα την σκότωνε κι ας την αγαπούσε κάποτε τόσο.
Αν μπορούσε να μαντέψει, αν ήξερε τι θα συνέβαινε, όλα θα τα ’κανε αλλιώς. όλα τα λάθη του θα τα ’κανε σωστά – αν μπορούσε. Αλλά, τώρα είναι πια πολύ αργά για αν και ενοχές. Τώρα μονάχα με το αχ των αναμνήσεων και του τραγικού του σήμερα τις σκληρές αλήθειες μπορεί να πορευτεί.
Πέρασαν καλά, πέρασαν κι άσχημα. Έφτασαν στα τραγικά. Ωστόσο, το χθες δεν το ξεχνάει. τίποτα δε σβήνει, όλα τα θυμάται. Θυμάται που όταν έβγαιναν για ποτό εκείνος πλάκωνε τα ούζα και τα κονιάκ, ενώ εκείνη έπινε καρπούζι μ’ επιπλέον χρώμα, όπως αποκαλούσε τα κοκτέιλ της. Θυμάται μια φορά που του έβαλε σκόπιμα ζάχαρη στον καφέ -αν και πάντα τον έπινε σκέτο- για να δει την αντίδρασή του κι εκείνος τον ήπιε χωρίς καμία έκπληξη, δίχως κανένα παράπονο, μόνο και μόνο για να της πει μετά ότι: Τι να μου κάνει η ζάχαρη; Το πιο γλυκό κομμάτι στη ζωή μου είσ’ εσύ. Και θυμάται και μια μέρα μοναδική -τη θυμάται και γλυκά, πλατιά, πονεμένα χαμογελά- που καθώς περπατούσαν στο δρόμο έπιασε ξαφνικά βροχή, κι εκείνος αντί να τρέξει να κρυφτεί, κάθισε εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου και κάλεσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο. για να δεις γυναίκα τι ωραία μας κατουράει ο θεός, της είπε. Ακόμη μπορεί να δει, ν’ ακούσει το γέλιο της. Αλλά, όλ’ αυτά ήταν χθες. Τα γέλια κι οι χαρές έχουν σβήσει, κι οι μοίρες κλώθουν της κουρελιασμένης τους ζωής τα νέα νήματα. Δεν ξέρει πια τι να περιμένει. μια μικρή χαρά ή πολλές ακόμη μεγάλες λύπες. Ίσως να φτιάξουν κάπως τα πράγματα. Ίσως! Μα, οι πληγές, το ξέρει, είναι μεγάλες και θα συνεχίσουν για πολλή καιρό ακόμη να ’ν’ ανοικτές και να αιμορραγούν. Ό,τι γράφτηκε δύσκολα θα ξεγραφτεί.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Έτοιμος να σκοτώσει

Και να που έφτασε εκείνη η στιγμή που πάντα απευχόταν, μια στιγμή καθοριστική, που σίγουρα θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα. Τώρα, είναι έτοιμος να σκοτώσει. Να σκοτώσει έναν άντρα που του έκανε πολλά, που πολύ του τυράννησε το σώμα και του μάτωσε την ψυχή, σε μια προσπάθεια να του επιβληθεί, να του επιβάλει με τη βία τη βούλησή του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να τον σκοτώσει, αμέσως, για να μη σκοτωθεί.
Στέκεται εκεί για λίγο ακίνητος, βλοσυρός κι αβέβαιος, σκεφτικός, παρατηρώντας προσεκτικά, σχεδόν με λύπηση, το υποψήφιο θύμα του, το καθόλου αθώο και θανατερά οπλισμένο. Φαίνεται τόσο αδύνατος, τώρα, αυτός ο άντρας και τόσο φοβισμένος. Μοιάζει να κατούρησε τα βρακιά του. Του ’φυγε η μαγκιά. Τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κάπου ικετευτικό, η στάση του κορμιού αμυντική. Όλα αντικατοπτρίζουν της ψυχής του τους πιο φανερούς, μα ενδόμυχους, φόβους.
«Ω, ας τον αφήσω να ζήσει,» σκέφτεται με οίκτο, βλέποντάς τον έτσι, ο από ανάγκη μελλοντικός δολοφόνος. «Αλλά, αν τον αφήσω να ζήσει, οπλισμένος καθώς είναι, θα σκοτώσει εμένα!» συμπληρώνει τη σκέψη του. Το δίλημμα μεγάλο. Το ερωτηματικό που του καίει τα σωθικά ακόμη μεγαλύτερο: «Γεννήθηκα, άραγε, για να σκοτώσω ή για να σκοτωθώ;»

Η συνέχεια εδώ...