Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Η απολογία της Μήδειας

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά πίστευα ότι είχα ανεβάσει εδώ αυτό το κείμενο, κάτι όμως το οποίο δεν έκανα. Από τη στιγμή, όμως, που κυκλοφορεί σε διάφορα φόρουμ και συζητιέται (χωρίς να ξέρω τι λένε, μια και δεν είμαι μέλος) θεώρησα ότι έφτασε η στιγμή να σας "χαρίσω" τη δική μου εκδοχή του μύθου της Μήδειας, που γράφτηκε αρχικά υπό τη μορφή θεατρικού μονόλογου πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Δεν είναι ακόμη στην τελική της μορφή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς αυτή είναι με τον τρόπο της ανατρεπτική - ακόμη και βλάσφημη θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς. Περιμένω μ' ενδιαφέρον τις αντιδράσεις και τις επισημάνσεις σας. Ίσως με βοηθήσουν να αποδώσω καλύτερα στην τελική γραφή του κειμένου.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μονάχα για να υποφέρουν. Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαι κι εγώ, η Μήδεια, αλλά θα απείχε πολύ απ’ την αλήθεια. Όσοι από σας, περιμένουν να διαβάσουν εδώ, πως μια γυναίκα απολογείται, πως ταπεινώνεται, μάλλον θ’ απογοητευθούν. Όσο τραγική φιγούρα κι αν φαντάζω στα μάτια σας, τόσο τραγική φιγούρα δεν είμαι - ο Προμηθέας μάλιστα, αυτός υπήρξε τραγικός, ο πιο τραγικός. Όχι, λοιπόν, εγώ δεν γράφω για να απολογηθώ, απλά θέλω να πω την αλήθεια, εκείνη που δεν κατέγραψαν, αλλά μονάχα διαστρέβλωσαν οι αρχαίοι τραγωδοί, κάνοντάς με την πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο. Τον κόσμο, ξέρετε, το δημιούργησαν οι γυναίκες. Οι άντρες, απλά αρκέστηκαν στο να γράψουν την ιστορία του καταπώς τους άρεσε, και να τα χάλια μας. Πω πω, σάς έχω ταράξει λίγο, ε; Μη βιάζεστε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Πολλά θα διαβάσετε ακόμη. Πολλά και τρελά, θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά, τα όρια της λογικής με την τρέλα είναι πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα, όπως και κείνα μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Γι’ αυτό άλλωστε, για αιώνες τώρα σάς δίδασκαν τη λάθος ιστορία. Πάντως, σάς προειδοποιώ, όσο κρατά η απολογία μου, ίσως μερικές φορές να σας προκαλέσω οργή και αγανάκτηση, ίσως κάποιες άλλες να σας κάνω να γελάσετε, πολλές φορές θα σας αναγκάσω να σκεφθείτε πως είμαι βλάσφημη. Ακούω ήδη να τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων σας.

Αλλά, ας μην προστρέχω. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ η ιστορία μου στη χώρα της Κολχίδος είναι γνωστή, και δίχως πολλές παραποιήσεις από τα χέρια και τη φαντασία των διαφόρων ανιστόρητων ιστορικών, αν και η αντιμετώπιση που είχα από τους διάφορους γραφιάδες, μάλλον με αδικεί. Ήμουνα όντως η ιέρεια της τρομερής Θεάς Εκάτης και γι’ αυτό πανίσχυρη. Μόνο εγώ, ανάμεσα σε όλες τις θνητές, μπορούσα να μιλήσω μαζί της, να της ζητήσω κάτι, να κατευνάσω το θυμό της, και γι’ αυτό οι άνθρωποι με σέβονταν, με αγαπούσαν, με μισούσαν, πολλοί μάλιστα με φοβούνταν. Κανείς δεν τολμούσε να με πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη, αφού ήμουν ένας ζωντανός μύθος, η πιο τρομερή μάγισσα που υπήρχε τότε στον γνωστό κόσμο. Στο γνωστό τους κόσμο, θα έπρεπε να πω, αφού κάπου πολύ μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου, η μαγεία ανθούσε. Ήμουν όμορφη, όμορφη πολύ, ένας πειρασμός γλυκός, αλλά πολύ επικίνδυνος για τα λάγνα βλέμματα και τα ανείπωτα όνειρα των αντρών, αλλά και των γυναικών. Ο μύθος με θέλει να είμαι αμόλυντη, όμως ο μύθος δεν είναι παρά ένας μύθος, το λέει κι η λέξη. Κάθε άλλο παρά αμόλυντη ήμουνα. Δε θυμάμαι καν πόσοι άντρες και γυναίκες γεύτηκαν τις χάρες μου και μου χάρισαν τις δικές τους. Όποιον ήθελα τον αποκτούσα, κανείς δεν μπορούσε να με αρνηθεί. Γεύονταν μαζί μου τις ηδονές και μετά ξεχνούσαν, τίποτα πιο εύκολο για μένα απ’ το να τους χαρίζω τη λήθη…

Χρόνια πολλά υπηρέτησα πιστά την τριπλή Θεά, για χρόνια πολλά γευόμουνα αμέτρητα κορμιά, την ομορφιά και τους παλμούς της φύσης. Α, ναι, είναι και το Χρυσόμαλλο Δέρας… Τέρας, μάλλον. Εγώ το δημιούργησα, ξέρετε, οι υπόλοιποι φρόντισαν να διαδοθεί ο μύθος που μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός, αν και ψεύτικος, όπως πολλά σημεία αυτής της ιστορίας άλλωστε. Βλέπετε, την ιστορία, όπως είπα και πιο πάνω, τη γράφουν οι άντρες, κι αυτοί φροντίζουν με κάθε ευκαιρία να μειώνουν τις γυναίκες σαν χαρακτήρες και να τις ανυψώνουν σαν στοιχεία ομορφιάς, σαν αντικείμενα, σαν διακοσμητικά. Δέστε τι έκαναν με την κακόμοιρη την Ελένη. Αγάπησε η καημένη έναν άντρα κι έφυγε μαζί του. Κι οι άλλοι δήθεν οργάνωσαν ολόκληρο Τρωικό Πόλεμο για να την πάρουν πίσω. Ποια; Την Ελένη. Ποιοι; Εκείνοι, που πιότερο προτιμούσαν να συνευρίσκονται μεταξύ τους, παρά με γυναίκες. Κι ο παππούλης ο Όμηρος σαν κάθε συνεπές σερνικό ανέλαβε να γράψει τη λάθος ιστορία, που μιλούσε για ένα φουστάνι, κι όχι για εμπορικά συμφέροντα και επίδειξη ισχύος. Αλλά, ας αφήσουμε την Ελένη στο μνήμα που της έχουν τόσο περίτεχνα φτιάξει. Πίσω στο Χρυσόμαλλο Δέρας. Ένα δέρμα χωρίς καμιά απολύτως αξία, αλλά ένα σύμβολο για την Κολχίδα. Ο κάθε άρχοντας όφειλε τότε να κυβερνά το λαό του λέγοντάς του παραμύθια, το ίδιο έκανε κι ο πατέρας μου ο Αιήτης. Άρχοντας με τα όλα του, κτυπούσε τα ρέστα του στη μυθοπλασία, αν και νοημοσύνη δε διέθετε και πολλή. Το ίδιο θαρρώ συμβαίνει και σήμερα με τους κυβερνώντες, έτσι; Ο πατέρας μου, που λέτε, ανέθεσε σε μένα και σ’ ένα δήθεν τρομερό φίδι φύλακα να φυλάμε το Δέρας. Ε, καλά, αυτό δα δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Απλά διαδώσαμε το μύθο του φοβερού φύλακα και της Παρθένας Κόρης που συνομιλεί με την Εκάτη και ξοφλήσαμε. Είχαμε να κάνουμε με κουτορνίθια και όλοι χάψανε το παραμύθι. Εγώ, λοιπόν, έκανα ό,τι ήθελα ευτυχισμένη μέσα στο μύθο που με περιέβαλλε και ο πατέρας μου, διοικούσε το λαό του χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Απλά, που και που, για να σπάει η μονοτονία οργάνωνα καμιά θυσία προς τιμήν της θεάς, αφού την προηγούμενη μέρα τρομοκρατούσα τον κόσμο με κάποια δήθεν τρομερά φαινόμενα. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοναδική ουσιαστική μου διασκέδαση αν εξαιρέσει κανείς τις ερωτικές συνευρέσεις…

Όλα κυλούσαν ωραία κι ήρεμα για πολλά χρόνια. Με φοβόντουσαν και με λάτρευαν σα θεά, και στον τόπο επικρατούσε η ευημερία που φυσικά οφειλόταν στην εύνοια της Εκάτης, αν και μεταξύ μας περισσότερο είχε να κάνει με την εύφορη γη και την τυραννία του Αιήτη. Κάποια μέρα ο πατέρας μου με κάλεσε στο παλάτι και μου ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έπρεπε να επισκεφθώ μια γριά μάγισσα, που ζούσε σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Καυκάσου. Όπως και έγινε. Ένας βουνίσιος ήρθε στο παλάτι και ανέλαβε να με οδηγήσει στον προορισμό μου, όπου φτάσαμε το επόμενο πρωί, αφού περάσαμε το βράδυ σ’ ένα χωριατόσπιτο. Η γριά μάγισσα μόλις με είδε, αν και δε με ήξερε, με αναγνώρισε και μου είπε: “Τι να πω σε σένα κόρη μου που είσαι η πρώτη απ’ όλες μας;” Μιλήσαμε πολύ με τη γριούλα, της αποκάλυψα κάποια από τα μυστικά μου, και κείνη μου χάρισε συμβουλές. Την αποχαιρέτησα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη…

Όταν έφτασα στο παλάτι του Αιήτη, εκείνος με ρώτησε ποια ήταν η προφητεία της γριάς. Του είπα πως προφήτεψε ότι θα ζούσα πολλά χρόνια και θα γερνούσα στο πλάι του. Τι να έλεγα στο γέροντα; ότι δεν υπήρχε προφητεία; ή ότι η κόρη του γνώριζε περισσότερα από τη γριά μάντισσα; Ε, ό,τι δεν είπε η γριά, ό,τι δεν μπορούσα να σκεφτώ εγώ, το είπε ένα κακόμοιρο γεροντάκι που ζητούσε την προσοχή των αντρών, υποβιβάζοντας τις γυναίκες. “Θα γίνεις η πιο αποκρουστική γυναίκα στη γη…”, μάντεψε στα καλά καθούμενα ο παππούς, και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται στα χαρτιά η μοίρα μου. Αλλά το χαρτί δεν είναι ζωή! Ή είναι;

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη στη γριά, κι αφού βαρέθηκα να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να με πλακώνει η πλήξη. Βλέπετε, δεν είχε μείνει και κάνας άντρας της προκοπής στην Κολχίδα. Όλες οι μέρες μου φάνταζαν οι ίδιες, οι νύχτες μονότονες μέχρι σκασμού. Παρακαλούσα λοιπόν κι εγώ την Εκάτη, να κάνει να συμβεί κάτι συναρπαστικό στη ζωή μου. Ε, καθώς ήμασταν φίλες κολλητές για τόσα χρόνια, είπε να μη μου χαλάσει το χατίρι. Κι έτσι έστειλε στη ζωή μου τον Ιάσονα, ένα πανέμορφο άντρα, που τράβηξε μεμιάς την προσοχή μου. Δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν από τους άντρες που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Το αγαλματένιο του κορμί, η αυτοπεποίθησή του, τα μάτια του που έλαμπαν σαν ήλιοι έτοιμοι να σε κάψουν, άναψαν μέσα μου τον πόθο. “Αυτόν τον άντρα θα τον ακολουθούσα ως το τέλος του κόσμου”, σκέφτηκα απ’ τις πρώτες στιγμές που βρέθηκα αντίκρυ του. Η διαφορά μου τότε από τις άλλες γυναίκες - αλλά και σήμερα θαρρώ - είναι ότι όλες ζητούσαν κάτι, ενώ εγώ ζητούσα κάτι παραπάνω. Θα το έβρισκα στο πρόσωπο, στα λόγια, στο κορμί του Ιάσονα; Ήμουνα σίγουρη πως ναι, γνώριζα απ’ την πρώτη στιγμή πως το τίμημα θα ήταν ακριβό κι όμως έκανα μακροβούτι στη φωτιά. Αλλά ας μη βιαζόμαστε…

Ο Ιάσονας, το αγαπημένο αυτό παιδί και εραστής, δε δυσκολεύτηκε να εντυπωσιάσει τους πάντες στην Κολχίδα με την τόλμη και τις γνώσεις του. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή δήλωσε στον Αιήτη ότι πήγε εκεί για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, διηγήθηκε με τη βοήθεια ενός γέρο τροβαδούρου, του Ορφέα, τις περιπέτειές του, περιέγραψε πως κατάφερε να διασχίσει τις Συμπληγάδες - πιστέψτε με κάτι πανεύκολο για ναυτικούς που διαθέτουν έστω κοινή νοημοσύνη -, και δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι όλ’ αυτά τα έκανε στην προσπάθειά του να ανακτήσει το χαμένο του βασίλειο. Ο Ορφέας με το τραγούδι του σαγήνεψε τους πάντες, αλλά εμένα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον όμορφο ξένο. Στα μάτια του διέκρινα κάτι τρομακτικό, τον έρωτά μου για κείνον που γεννήθηκε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και τη γνώση, τη γνώση ότι θα έκανα τα πάντα για να τον αποκτήσω, θα θυσίαζα τα πάντα στο βωμό του έρωτα, θα έχανα την κάθε εξουσία, θα διέλυα όλους τους μύθους. Πολλοί στο μέλλον σκέφτηκαν πως έκανα ό,τι έκανα από απερισκεψία - γυναικεία αδυναμία, λένε, αλλά δε θα μπορούσαν να πέφτουν περισσότερο έξω. Αγάπησα φίλοι μου, αγάπησα, και όποια γυναίκα αγαπά και δεν ακολουθεί την καρδιά της δεν είναι γυναίκα, είναι μόνο μια εν αναμονή νεκρή. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, κι όποιος δεν το βλέπει, είναι εκ γενετής τυφλός στα θαύματα της ζωής, ανίκανος να χαρεί τις ομορφιές της, ανήμπορος μπροστά στη δημιουργία της…

Ο Αιήτης είπε στον Ιάσονα ότι για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας θα έπρεπε να περάσει κάποιες σκληρές δοκιμασίες. “Κανένα πρόβλημα,” του απάντησε εκείνος, χαμογελώντας. Όλα θα συνέβαιναν την επόμενη μέρα. Τη νύχτα όμως συνάντησα τον Ιάσονα να τριγυρνά στο αγαπημένο μου δάσος, του εξομολογήθηκα τον έρωτά μου, και του είπα πως θα τον βοηθούσα φτάνει να μου υποσχόταν ότι φεύγοντας θα με έπαιρνε μαζί του, όπως και έγινε. Την επομένη πέρασε χωρίς καμιά δυσκολία όλες τις δοκιμασίες και το βράδυ, με τη βοήθειά μου, έκλεψε το πανάσχημο Δέρας. Ήταν όλα ένα παιχνίδι. Ο πατέρας μου θα έχανε το λάβαρο της ισχύος του, κι εγώ θα αποκτούσα τη συναρπαστική ζωή που πάντα ονειρευόμουν στην αγκαλιά του θεϊκού μες στην ομορφιά του Ιάσονα. Καθώς ετοιμαζόμασταν να μπαρκάρουμε με την Αργώ έφτασ’ ο Άψυρτος, ο ετεροθαλής μου αδερφός - ένα παράπτωμα της φύσης -, με οδηγίες από τον πατέρα μου να εμποδίσει τον απόπλου. Ένα χαζό παιδί, αυτό ήταν. Κρατούσε το σπαθί σα ξυλαράκι κι έτρεχε, μπέρδεψε τα πόδια του, έπεσε, το σπαθί διαπέρασε το στήθος του. Οι στρατιώτες που έστειλε ο Αιήτης μαρμαρωμένοι από το συμβάν μάς παρατηρούσαν να φεύγουμε, ανίκανοι να κάνουν κάτι…

Τώρα, θα σκέφτεστε, πλήγωσες τον πατέρα σου, στάθηκες η αιτία να πεθάνει ο αδελφός σου, δε νιώθεις τύψεις; Να σας πω την αλήθεια, όχι. Λυπάμαι για τη λύπη που πότισα τον πατέρα μου, αλλά δεν μπορώ να λυπηθώ, πόσο μάλλον να νιώσω τύψεις για το θάνατο κάποιου που με ήθελε νεκρή. Αυτό άλλωστε το λέει κι ο μύθος που διαβάσατε, το πόσο πολύ δηλαδή με μισούσε ο Άψυρτος…

Η Αργώ… Η Αργώ ήταν ένα καλοτάξιδο καράβι, αλλά δεν ένιωθα καλά μια γυναίκα ανάμεσα σε τόσους άντρες. Ήμουνα ερωτευμένη κι είχα μάτια μόνον για κείνον, τον ένα, το μοναδικό. Εκείνον που τα κρύα βράδια του ταξιδιού με έκλεινε στη ζεστή αγκαλιά του, με φιλούσε στα μαλλιά, με χάιδευε με την ανάσα του. Έρωτα; όχι δεν κάναμε έρωτα όσο κρατούσε αυτό το ταξίδι. Ήταν αδύνατο. Αλλά η φλόγα μέσα μου φούντωνε όλο και πιο πολύ, μια φωτιά μου έκαιγε τα σωθικά, μου πυρπολούσε την ψυχή, αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω ελεύθερη, έμενε ανέκφραστη. Είχα κι ένα μύθο να διατηρήσω, αυτόν της Αμόλυντου Παρθένας, κι ας είχε πολλάκις λατρευτεί σα ναός το κορμί μου. Όσο ο πόθος φούντωνε τόσο πιο δύσκολο γινόταν για μένα το ταξίδι. Κοιμόμουνα κι ονειρευόμουν το κορμί του, ήμουν ξύπνια έκλεινα τα μάτια και το έβλεπα. Μοναδική παρηγοριά τα τραγούδια του Ορφέα. Σαν τα άκουα ξεχνιόμουνα για λίγο, έκαιγε λιγότερο οδυνηρά η φλόγα. Ταξίδευα με τη γλυκιά φωνή σε μέρη ανονείρευτα, έλουζα το κορμί στα γαλανά νερά της λήθης, που φευ δεν κρατούσε για πολύ. Έμαθα πολλά απ’ το γέρο Ορφέα, μα ένα μόνο μου χαράχτηκε στη μνήμη. Μια ιστορία που μιλούσε για κάποιο νησί όπου ζούσαν μοναχά γυναίκες, που το μόνο που ζήτησαν ποτέ ήταν ένα σερνικό για να μπει στα χωράφια των κορμιών τους και να τα καλλιεργήσει…

Κάποτε, μετά από πολύ καιρό, δέσαμε σ’ ένα από τα πιο φιλόξενα λιμάνια, στο νησί των Φαιάκων, όπου είχε ήδη φθάσει η φήμη του γενναίου Ιάσονα και του μεγάλου του άθλου. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον θαυμάσουν, ν’ ακούσουν απ’ τα χείλια του, πως απ’ όλους τους θνητούς αυτός έγινε ο αγαπημένος των θεών κι απόκτησε το Δέρας. Όλοι θαύμαζαν την ομορφιά μου δίπλα του, τη μεγαλοπρέπειά μου, αλλά μιλούσαν για μένα στα κρυφά, με μισόλογα. Είχε βλέπετε και μένα, η φήμη μου, της μεγάλης μάγισσας, προηγηθεί και κάπου με φοβόντουσαν. Κανείς δε διανοήθηκε να συνδέσει την επιτυχία του Ιάσονα με τη δική μου παρουσία. Έτσι δε γίνεται πάντα; Οι γυναίκες δημιουργούν, κι οι άντρες περηφανεύονται γι’ αυτά που δεν τους ανήκουν.

Ένας άλλος αγαπημένος των θεών, ο δίκαιος βασιλιάς Αλκίνοος, ο αφέντης της αρχοντικής Κέρκυρας, μας υποδέχθηκε με τιμές στο παλάτι του. Φημισμένος για τη φιλοξενία του έκανε τα πάντα για να μας κάνει να νιώσουμε την ευδαιμονία που επικρατούσε στη χώρα του, κι η γυναίκα του η Αρήτη, στάθηκε η σωτήρας μας. Οι Κόλχες που μας ακολουθούσαν όλο αυτό τον καιρό, έφθασαν λίγο μετά από εμάς στο λιμάνι. Ζητούσαν να με πάρουν μαζί τους. Με τη μεσολάβηση της Αρήτης, το ίδιο εκείνο βράδυ παντρεύτηκα τον Ιάσονα, και σε μια μεγαλοπρεπή κάμαρα - κι όχι μέσα σε μια σπηλιά, όπως επιμένει ο γέρο παραμυθάς-, πάνω σ’ ένα χρυσοστόλιστο κρεβάτι, του χάρισα τη φτιαγμένη από βότανα παρθενία μου. Καημένο μου παιδί, άντρα μου, πίστευες ότι ήσουν ο πρώτος, έτσι; Πάντα αυτό θέλετε να πιστεύετε εσείς οι άντρες, πως είστε οι πρώτοι και ακαταμάχητοι… Ας είναι. Μετά που χορτάσαμε από πιοτό και έρωτα, ο μέγας ήρως αποκοιμήθηκε, κι εγώ μη έχοντας τι άλλο να κάνω αποφάσισα να… ναι, αυτό είναι ειπωμένο σωστά… αποφάσισα να διαβάσω το μέλλον μου. Δέκα χρόνια, τόσο θα κρατούσε η ζωή μου με τον Ιάσονα. Δέκα χρόνια ευτυχίας δεν είναι και μικρό πράμα, σκέφτηκα. Η ευτυχία θα κρατούσε βέβαια λιγότερο, αλλά εγώ ήμουνα αποφασισμένη να τη ρουφήξω ως την τελευταία της στάλα. Δε με έκανε ο έρωτας τυφλή, είχα επίγνωση, γνώριζα ότι όλα γεννιούνται και πεθαίνουν, κι ήθελα όσο μπορούσα πιο πολύ να ζήσω τα όμορφα. Και πιστέψτε με, είναι μεγάλη ομορφιά η αγκαλιά του αντρός και όλα τα δώρα που έχει να σου προσφέρει…

Η Τριπλή Θεά ήταν μαζί μου, συνέχεια, στο μυαλό μου, αλλά και στο χώρο. Με ακολουθούσε παντού, επικροτούσε τις πράξεις μου, γι’ αυτό και δεν έχασα ούτε στιγμή τα χαρίσματά μου, τα οποία ήταν δήθεν άμεσα συνδεδεμένα με την παρθενία μου. Σε κείνους τους παγανιστικούς χρόνους, γέρο τραγωδέ, όλα επιτρέπονταν… Ρώτα και τους νεαρούς σου συντρόφους… Αλλά, ας αφήσω τον πλαστογράφο στην όμορφη σαρκοφάγο του. Η μέρα που ξημέρωσε ήταν η πιο γιορτινή της ζωής μου. Ο Αλκίνοος οργάνωσε για μας μια μεγαλόπρεπη γιορτή, κι ο Ορφέας έγραψε και τραγούδησε τα πιο όμορφα τραγούδια του, ενώ οι γυναίκες του νησιού, ω, οι γυναίκες, ύμνησαν με μια φωνή τον έρωτά μας. Δύσκολο, δύσκολο πολύ είναι για μένα να σας περιγράψω εκείνη τη μέρα… Κλείστε τα μάτια κι αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει… Βλέπετε; Ακούτε; Γυναίκες με αγαλματένια σώματα, ελάχιστα κρυμμένα κάτω από ένα λευκό διάφανο πανί, ψάλλουν τους ύμνους τους έχοντας το φλογισμένο βλέμμα τους στον ουρανό… Μια ευτυχισμένη μέθη πλημμυρίζει το χώρο… Ο χρόνος σταματά για να κρατήσει ζεστά μέσα του τη μαγική στιγμή… Οι θεές της ομορφιάς ευλογούν με χαμόγελα το συμπόσιο ετούτο της ζωής… Ω, τα θυμάμαι όλ’ αυτά και χαμογελώ, και δακρύζω. Ζήσατε ποτέ εσείς αυτή την ευτυχία; Αν όχι, τότε δεν αγαπήσατε σωστά, δοθήκατε λάθος. Μα τη θεά, αλήθεια σας λέω… Διάβηκα πολλούς αιώνες για να σας φέρω αυτό το μήνυμα… Εκείνη η μέρα χαράχτηκε σαν μια δεύτερη ψυχή μέσα μου… Δε με άφησε ποτέ, δε μ’ αφήνει ποτέ… Κάθε φορά που κάτι κακό συναντούσα στο δρόμο μου, που ένιωθα τη ζωή να με παίρνει από κάτω, επέστρεφα με τη σκέψη σε κείνη τη μέρα, την ξαναζούσα κι αυτή μου έδινε κουράγιο για να συνεχίσω… Βλέπετε, δεν είμαι εκείνη η αναίσθητη σκύλα που θέλουν να παρουσιάζουν οι γέρο παράλυτοι, που μέσα στη αδυναμία τους να τα βάλουν μαζί μου στα ίσια, με σκοτώνουν με τα λόγια. Είμαι γυναίκα, πηγή και θάλασσα, μάνα και παιδί, κι έχω τις αδυναμίες μου. Κανείς δεν είναι άτρωτος, κανείς υπεράνω, απλά εγώ είχα περισσότερα όπλα αντίστασης, περισσότερη δύναμη απ’ τους συγκαιρινούς μου γι’ αυτό μισήθηκα τόσο, κι όχι γιατί σκότωσα τα παιδιά μου. Κι αν με κατηγοράτε γι’ αυτό το τελευταίο, θυμηθείτε ότι κάποιος πολέμαρχος θυσίασε την κόρη του για να φυσήξει ο άνεμος και να κινήσει να πάει να σκοτώσει… Αλλά, κι αυτός από άλλη ιστορία είναι βγαλμένος. Απλά, σας λέω, μη με σκέφτεστε με μίσος, μη με κρίνετε με προκατάληψη, όχι προτού διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία μου. Ας ξαναπιάσω, όμως, το νήμα…

Λίγες μέρες μετά τον περίφημό μας γάμο, σαλπάραμε για την Ιωλκό, τη γη που δικαιωματικά ανήκε στον Ιάσονα, την οποία όμως είχε σφετεριστεί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, ο Πελίας. Ο τελευταίος του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το θρόνο μόνο αν του παράδιδε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Γι’ αυτό το λόγο έγινε, λέει, όλη η εκστρατεία. Αλλά ο Πελίας δεν κράτησε το λόγο του, κι εγώ, που με το που πάτησα το πόδι μου στην Ιωλκό, έγινα ο φόβος και τρόμος των κατοίκων, το αντικείμενο ενός άνευ λόγου μίσους, ανέλαβα να πάρω εκδίκηση για τα δεινά του καλού μου. Έτσι, προτού περάσει καιρός, ο άθλιος σφετεριστής έπεφτε νεκρός απ’ τα χέρια των ίδιων του των θυγατέρων, που τον σκότωσαν ακολουθώντας άθελά τους ένα σατανικό σχέδιο που τους είχα υποβάλει. Αλλά, ο Ιάσονας δεν έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο Άκαστος, ο γιος του Πελία, ανέλαβε την εξουσία κι αμέσως μας εξόρισε. Φύγαμε για την Κόρινθο…

Η Κόρινθος! Μια από τις πιο όμορφες, τις πιο ζωντανές πόλεις της εποχής εκείνης, ένα σταυροδρόμι των λαών όπου συνυπήρχαν αρμονικά το εμπόριο κι οι τέχνες, ο αθλητισμός και το πνεύμα. Μια πόλη διαμάντι, όπου έζησα μερικά από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Εκεί δεν ένιωθα σαν ξένη, παρά σαν ένα μικρό μέρος ενός τεράστιου μωσαϊκού, όπου όλοι χωρούσαν, όσο διαφορετικοί κι αν ήταν αυτοί. Ο Ιάσονας αμέσως μετά την άφιξή μας έγινε σύμβουλος του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα, σε θέματα ναυτιλίας…

Δυστυχώς κάποτε η ευτυχία μου έφτασε στο τέλος της. Όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, θα σκέφτεστε εσείς. Δε συμφωνώ. Έγινα δυστυχισμένη όταν κάποια μέρα ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Δεν ήμουν πια η Μήδεια. Είχα γίνει κι εγώ, η αλλοτινή τρελή κι επαναστάτρια, μια απλή γυναικούλα. Ζούσα στη σκιά του Ιάσονα, που όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ έλειπε απ’ το σπίτι. Εγώ που κάποτε μιλούσα τη γλώσσα των πουλιών, που διάβαζα τη φύση σαν ανοικτό βιβλίο, που ένιωθα τους παλμούς της γης, έγινα μια μαλθακή, ένα τίποτα. Χρειαζόμουνα τον άντρα μου, αλλά εκείνος όλο και απομακρυνόταν. Κάποιες νύχτες ξεδιψούσα τους πόθους μου με κάποιον απ’ τους δούλους, αλλά όσο κι αν το κορμί χόρταινε η ψυχή άδειαζε. Τον αγαπούσα τον Ιάσονα, κι ας ήξερα ότι κάθε μέρα κούρσευε άλλων γυναικών τα κορμιά. Όταν έφτασα στο ως εδώ και μη παρέκει, το πήρα απόφαση, κι έμεινα έγκυος. Ήξερα ότι μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να τον φέρει πίσω κοντά μου. Όπως και έγινε. Όσο μεγάλωνε η κοιλιά, τόσο μεγάλωνε, κι άναβε, η αγάπη του για μένα. Με φλογισμένο το βλέμμα μου ορκιζότανε αιώνια αγάπη, έλεγε πως θα έμενε για πάντα μαζί μου, αλλά εγώ που γνώριζα μονολογούσα: Θα με αφήσεις Ιάσονα, θα με προδώσεις. Στη ζωή μου, όχι, σπάραζ’ εκείνος. Λόγια. Το παιδί έγινε η άμυνά μου, “τουλάχιστον όταν φύγει, θα έχω ένα ενθύμιο απ’ την αγάπη του”, σκεφτόμουνα. Και τι ενθύμιο…

Ο Μέρμερος, τους πρώτους μήνες μετά τη γέννησή του, έγινε αντικείμενο λατρείας για τον Ιάσονα. Τον κρατούσε για ώρες στα χέρια του, του έλεγε ιστορίες, τον κανάκευε… Τότε ήμουν και πάλι ευτυχισμένη, αλλά εκείνος, κυκλοθυμικός σαν άνεμος των μεγάλων θαλασσών, δεν άργησε να χάσει το ενδιαφέρον του για το παιδί. Χαρίστηκε και πάλι στις εταίρες, που προφανώς είχαν γίνει από καιρό πια το στεριανό λιμάνι του. Εγώ, βούλιαξα και πάλι στη μοναξιά και την απελπισία, αν κι αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο οδυνηρή αφού είχα ένα όμορφο μουτράκι να με αποσπά με τα γελάκια του, να μου θυμίζει το θαύμα της ζωής με τα δάκρυά του. Ωστόσο το άδειο κρεβάτι, παρέμενε άδειο, το κορμί αλάτρευτο - και ήταν όμορφο πολύ το σώμα μου, σμιλεμένο με τέχνη -, μέχρι που, σε μια από τις αραιές μέσα στο χρόνο συνευρέσεις μας, ο σπόρος του κάρπισε μέσα μου και πάλι, κι άρχισαν ξανά οι τρυφερότητες, τα χάδια, οι όρκοι, σε σημείο που με όργισε. “Μη λες μεγάλα λόγια άντρα, γιατί σαν ξεχαστούν θα γνωρίσεις την οργή μου”, του είπα. Γέλασε, του φάνηκε αστείο. Εκείνος ήταν ο μεγάλος και τρομερός Ιάσονας, και δε φοβόταν κανένα, νόμιζε πως είναι άτρωτος. Δεν ήξερε το αιώνιο παιδί ότι εκείνα που πιο πολύ μας πονάνε είν’ αυτά που δε μας αγγίζουν…

Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Ο μέγας Ιάσων μες στην τρελή χαρά, που λένε. Του έδωσα δυο γιους κι ήταν περήφανος για το σπόρο του. Ξεχνούσε πως ο σπόρος χρειάζεται την κατάλληλη γη για να καρπίσει. Η χαρά δεν κράτησε και πολύ, αλλά είχα τα παιδιά μου μαζί και δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σα φύλλα τσαγιού, μόλις έχαναν τη γεύση της. Κανείς δεν ήταν σαν και κείνον, κι ας το ’ξερα πως οι μέρες μας λιγόστευαν, πως σε λίγο καιρό θα έπαυε πια έστω και λίγο να μου ανήκει. Δεν ήξερα πως, δεν ήξερα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από κοντά μου, απλά ήμουνα σίγουρη πως θα συνέβαινε, οι χρησμοί μου ποτέ δεν έπεφταν έξω. Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, και οι παντρεμένοι, -άντρες και γυναίκες-, περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, οπόταν… το κέρατο έπεφτε σύννεφο…

Όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και θυμόμουνα τον παλιό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, την τέχνη μου που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους μήνες κάθε που γιόμιζε το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, κοιτούσα το λαμπερό πρόσωπο της Εκάτης και την εκλιπαρούσα να δώσει ένα σημάδι, να μου πει αν είναι ακόμη κοντά μου. Κι εκείνη δεν αρνιόταν το κάλεσμά μου, διάφοροι παράξενοι ήχοι έφταναν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους στο νυχτερινό αεράκι, ένιωθα μια ευδαιμονία να μου τυλίγει το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Ήξερα ότι εφόσον η θεά είναι κοντά μου δεν υπάρχει τίποτα, κανείς, που να μπορεί να μου κάνει κακό. Κι όσο κι αν το δικό μου πεπρωμένο ήταν φυγείν αδύνατον, τόσο σίγουρη ήμουνα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου…

Χαμογελώ και πονώ, παράξενο δεν είναι. Τον αγάπησα τόσο πολύ τον Ιάσονα, μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζα ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί, αλλά μάταια. Κάντε λίγο ακόμα υπομονή, και θα μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Θα σας σοκάρει ίσως λίγο η σκληρότητά μου, αλλά στο τέλος τέλος πιστεύω πως θα με νιώσετε, θα με νιώσετε σα μάνες, σαν κόρες, σαν αδερφές. Όσο για τους άντρες, όσοι δε σκέφτονται με το κάτω κεφάλι θα με καταλάβουν…

Ξέρετε, αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Το να περιμένεις κάτι να σου συμβεί και να μην ξέρεις πότε κι από που θα σου ’ρθει; Έζησα για πολύ καιρό αγνοώντας μιαν αλήθεια, κάτι που ήξεραν όλοι για τη ζωή μου, εκτός από εμένα. Ο Ιάσονας όταν χανόταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, όχι τον τελευταίο καιρό, καθόλου. Είχε επίσημη αγαπημένη, και σαν σπουδαίος που ήταν δε θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια, έτσι αυτή δε θα μπορούσε να είναι άλλη από την κόρη του Κρέοντα, μια όμορφη νέα, το στολίδι της Κορίνθου, όπως έλεγαν, αλλά όχι περισσότερο όμορφη από μένα, που όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια που κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Το ανακάλυψα τυχαία, ανακρίνοντας ένα τρομαγμένο γεροντάκι στην αγορά. Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνη τη στιγμή, όχι επειδή δεν το περίμενα, αλλά για τη διπλή του προδοσία. Πρόδωσε τους όρκους που μου χάρισε όταν γέννησα τους γιους του, τους όρκους στο βωμό της Εκάτης όπου μου υποσχέθηκε αιώνια αγάπη, αλλά και, το χειρότερο, μου απέδειξε πόσο τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν πολέμησε για κάτι. Προτιμούσε πάντα να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, φήμη μέσω του χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, παιδιά για να ριζώσει η σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, τελικά, παρθένα νύφη και κληρονομημένο βασίλειο σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η αυταπάτη μου. Κάποιος που γινόταν άντρας μέσα από τη γυναίκα και περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλα αυτά τα σκέφτηκα σε μια στιγμή, μέσα σε μια έκλαμψη, κι ορκίστηκα σιωπηλά: όχι, δε θα σου περάσει αυτή τη φορά Ιάσονα, όχι δε θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις κι άλλες καρδιές…

Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, δίχως να βλέπω που πηγαίνω, χωρίς προορισμό. Οι άνθρωποι που όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που με βρήκε, δε μ’ ενόχλησαν καθόλου, δε μου μίλησαν, δε θέλησαν να μου ειπούν τα λόγια της παρηγοριάς. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα, κι όλοι φαίνονταν να με νιώθουν σιωπηλά. Βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν στην άσκοπη περιπλάνησή μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, η οργή αντί να καταλαγιάζει θέριευε. Πόσο τον μισούσα, πόσο τον αγαπούσα! Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό, ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του και να πονέσει, να περάσει ολόκληρή του τη ζωή μες στον πόνο και πάλι να μη βρίσκει την εξιλέωση. Αυτό ήθελα… αλλά μετά…

Πως μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μέσα στον πόνο. Ήξερα ότι αν του έκανα κακό θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε, πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου κι άλλο πόνο. Είχα ήδη ραγίσει. Η ομορφιά μου που τόσα χρόνια είχα κρατήσει ανέπαφη, ένιωθα τώρα να γλιστρά από το πρόσωπό μου και να χάνεται, γινόμουν και πάλι ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο, κάπου ζεστά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ, άλλο τόσο ήθελα να τον συγχωρέσω. Μου χάρισε αμέτρητες χαρές κι άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μου έλεγε κτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα… Τι θα χάσω αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα…

Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, παρόμοιες καταστάσεις. Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή; Ε, λοιπόν, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, αν και ο θυμός μέσα μου έβραζε σα λάδι σε καζάνι στο ’ργαστήρι του Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχυνόταν σαν λάβα και θα παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του…

Γύρισα στο σπίτι όταν είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Τα παιδιά μου κοιμόνταν αμέριμνα, δεν μπορούσαν να ξέρουν τι φουρτούνες ταράζανε την ψυχή της μάνας τους. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά για ώρα πολλή Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος φωτεινός, διασπούσε τα σύννεφα κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου θεά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χαθώ… να, αυτά την παρακαλούσα. Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της δίπλα μου όσο εκείνες τις στιγμές, σαν να ξαναδενόταν το λυμένο νήμα, λες κι άναβε πάλι η φλόγα που για χρόνια και χρόνια έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας και η οικογένεια για να τη σβήσουν…

Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη. Κλαίω, αλλά δε μετανιώνω, αυτό ποτέ… Στο κλουβί, μέσα εκεί έζησα, τυφλή η άμοιρη. Και τυφλή όπως ήμουν έφερα στον κόσμο αυτό τον υποκριτή δύο παιδιά, δύο παιδιά που θα αναγκάζονταν να ζήσουν μες στο ψέμα, να το υιοθετήσουν, να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Την αλήθεια ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απώλεια του εαυτού. Ναι, ξέρω, βλάσφημα ακούγονται αυτά στ’ αυτιά σας, αλλά κι εσείς αγαπητοί μου, δεν κάνετε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Αν το κάνατε τα μισά σωστά σας θα αποδεικνύονταν λάθη, και τα περισσότερα λάθη σας σωστά. Θα ανοίγατε τα φτερά της φαντασίας σας και θα πετούσατε, θα βλέπατε επιτέλους ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες της ζωής σας είστε οι ίδιοι εσείς. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς για να ’ρθω να σας πω αυτά τα λόγια. Αν θέλετε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε ξεχάστε τα όλα.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, μέσα μου δινόταν μια μεγάλη μάχη. Δύσκολο, δύσκολο πολύ ήταν να αποφασίσω τι να κάνω. Και τη λύση τη ζητούσα με το βλέμμα στο φεγγάρι. Έτσι με βρήκε ο Ιάσονας εκείνο το βράδυ. Με πλησίασε από πίσω χωρίς να τον καταλάβω, με αγκάλιασε και με έριξε στο πάτωμα, έχοντας προφανώς κέφια για ερωτικά παιχνίδια, αλλά του έκοψα την όρεξη με βρισιές. Α, τάμαθες βλέπω! λέει ο άλλος χαμογελώντας. Εκείνο το χαμόγελο, αλλά κι όσα μου είπε μετά, έδωσαν τη χαριστική βολή. Το έκανε για το καλό μας έλεγε, για να φροντίζει εμένα και τα παιδιά, για να μη στερηθούμε, λέει, τίποτα. Κάλλιο νάταν με μια γυναίκα της αγοράς παρά με μια βασιλοπούλα. Τότε θα τον δικαιολογούσα, τότε θα τον συγχωρούσα. Αλλά να μου λέει ότι με παρατάει για το καλό μου, όχι, αυτό δεν το δέχομαι. Μου απέδειξε πόσο αχρείος ήταν. Και τον έδιωξα με τις κλωτσιές. Είχα γίνει κουρέλι, μα ήμουν πιο δυνατή παρά ποτέ. Σερνόμουνα και βροντούσα. Το κορμί μου ένας ναός που γκρεμίστηκε κι αναστηλώθηκε σε μια νύχτα. Όχι, καμιά πια συγχώρεση. Θα τον κτυπούσα. Θα τον κτυπούσα ύπουλα, δίχως οίκτο. Θα εκδικιόμουνα για όλες τις γυναίκες που προδόθηκαν, για όλα τα κορμιά που λεηλατήθηκαν, για τις θηλυκές ψυχές που σπάραξε ο πόνος. Προτού ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα καταστρώσει το σχέδιο μου, ένα σχέδιο που θα έσπερνε τον πανικό σ’ όλη την πόλη, και θα έκανε όλους να μιλούν στο μέλλον, για τη χειρότερη των γυναικών, χάρη πάντα, βέβαια, στις παραφράσεις της ιστορίας. Ο θάνατος φυσικά δύο ατόμων δεν είναι και μικρό κρίμα, αλλά, απλά αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν τάβαλε μαζί μου, όταν για χάρη του Ιάσονα οδήγησα στο θάνατο τον Πελία. Τερτίπια των παραμυθάδων;…

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, προτού ο ήλιος χαράξει πάνω απ’ τα κοντινά βουνά, με επισκέφθηκε ο Κρέοντας, ναι, εκείνος ο δήθεν δίκαιος και φιλόξενος άρχοντας, και μου ανακοίνωσε ότι εγώ και τα παιδιά μου είμαστε εξόριστοι και πρέπει να φύγουμε αμέσως. Παράξενη αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είχε; Τον παρακάλεσα να μας δώσει μια μέρα για να ετοιμαστούμε. Με μισή καρδιά δέχτηκε. Ήταν το μοιραίο του λάθος. Έβαλα όλη τη γυναικεία πονηριά κι όλο το μίσος μου να δουλέψει σε εντατικούς ρυθμούς και προτού καλά καλά βραδιάσει θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Έστειλα στη νέα νύφη του Ιάσονα με τα παιδιά μου ένα χρυσό διάδημα, κι ένα υπέροχο κομμάτι ύφασμα ποτισμένα με τα πιο δυνατά δηλητήρια. Προτού περάσει ώρα πολλή αφότου τα φόρεσε, τα δήθεν μαγικά μου άρχισαν να ενεργούν. Φωτιές αρχίσανε να της καίνε το κορμί και το κεφάλι, κι όλα αυτά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ιάσονα, που παγωμένος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μονάχα ο Κρέοντας προσπάθησε να σώσει την κόρη του, αλλά το αποτέλεσμα γνωστό, πέθαναν κι οι δυο μέσα σε φρικτούς πόνους. Την κόρη ουσιαστικά την έσωσα από μια φριχτή ζωή δίπλα σ’ ένα ψεύτη άντρα, τον πατέρα τον τιμώρησα για τη ψεύτικη ζήση του, που περιέφερε δω και κει τόσα χρόνια, αποκαλώντας εαυτόν δίκαιο. Όσο για τον Ιάσονα… αυτός ήταν από εκείνη τη στιγμή ζωντανός-νεκρός. Η πιο μεγάλη κατάρα έπεσε πάνω του. Έχασε την όμορφη κόρη και το βασίλειο που ονειρευόταν, έχασε εμένα και τα παιδιά του. Όχι, δε θα τον δεχόμουνα πίσω ακόμη κι αν έπεφτε στα γόνατα και με παρακαλούσε. Η αγάπη και ο οίκτος δεν μπορούν να συνυπάρξουν…

Σας προκαλώ ακόμη φρίκη; Ακόμη και τώρα που μάθατε όλη σχεδόν την αληθινή μου ιστορία; Κάντε, σας παρακαλώ, λίγο υπομονή ακόμη, η αφήγηση πλησιάζει στο τέλος της, κι αυτό δε θα θέλατε να το χάσετε ε;…

Λοιπόν, μετά από τα φονικά, η μοναδική μου έγνοια ήταν τα παιδιά μου. Τα παιδιά που έκανα μέσα στην αθωότητά τους συνεργούς σ’ ένα έγκλημα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κρίμα μου. Γιατί να συνεχίσουν να ζούνε σε τέτοιο κόσμο; Τι καλό θα δούνε; Αφού, στο τέλος τέλος, θα φροντίσουν οι άλλοι να σβήσουν ό,τι αγαθό και όμορφο κρύβουν μέσα τους. Σάμπως και θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο όπου η μόνη αλήθεια είναι η μισή αλήθεια, κι όπου τιμιότητα θεωρείται το ψέμα. Λάθος, μέγα λάθος έκανα που τα έφερα σ’ αυτό τον κόσμο. Τα παιδιά μου, τα λουλούδια μου έπρεπε να ανθίσουν μες στην αγάπη… Αυτά σκεφτόμουνα για ώρες και ώρες. Ήξερα πως, και για κείνα και για μένα, δεν υπήρχε σωτηρία πουθενά. Και ξαφνικά, μια αστραπή φώτισε το νου μου, θυμήθηκα ένα τραγούδι που κάποτε μας απήγγειλε με πάθος πολύ ο Ορφέας, τότε που ο Ιάσονας κυνηγούσε την περιπέτεια κι όχι τις εταίρες. Το τραγούδι εκείνο μιλούσε για κάποιο νησί…

Το ίδιο βράδυ σαλπάραμε με τα παιδιά μου για ένα θρυλικό μέρος, για κάπου που όπως λέγαν ζούσαν μονάχα γυναίκες. Γυναίκες που καρτερούσαν για χρόνια και χρόνια να πάει κάποιος άντρας κοντά τους, να τις αγαπήσει και να καρπίσει και πάλι το νησί. Το φοινικικό καράβι που μας μετέφερε μας άφησε στα ανοικτά πάνω σε μια μικρή σχεδία, γιατί οι ναυτικοί φοβόνταν τους θρύλους που έζωναν εκείνο το μαγεμένο μέρος. Δε μείναμε για πολύ ώρα στη θάλασσα, γυναίκες όμορφες σαν ξωτικά, μαγικές σα σειρήνες μας περισυνέλεξαν, μας έντυσαν με χάδια μες στις ζεστές αγκαλιές τους. Στα μέρη εκείνα του μύθου μεγάλωσαν οι γιοι μου, κι ευλογημένοι καθώς ήταν απ’ την Εκάτη είχαν την ομορφιά των θεών, κι αγαπήθηκαν από πολλές γυναίκες, ρίχνοντας το σπόρο για την καινούρια μέρα…

Όσο για τον Ιάσονα, έμαθα χρόνια μετά ότι μουρλάθηκε ο καημένος. Έχασε τα πάντα και μη έχοντας κανέναν να τον θαυμάζει έπεσε σε μια δίχως τελειωμό θλίψη. Τα απογιόματα μάλιστα σύχναζε στην κρήνη, εκεί στην αγορά, μαζί με τους γέρους της Κορίνθου, και τους έλεγε μια λυπητερή ιστορία. Μιλούσε για κάποιον ατρόμητο και πανούργο πολεμιστή και θαλασσοπόρο, που έφτασε να κατακτήσει τα πάντα με τη μαγκιά του, μέχρι που τον πρόδωσε η δόλια η γυναίκα, παίρνοντάς του ό,τι αγαπούσε, σκοτώνοντάς του τους γιους, τους οποίους έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Ανάμεσα στους ακροατές του κάποια μέρα βρισκόταν κι ένας σκυθρωπός νεαρός. Θα γινόταν μέγας συγγραφέας κάποια μέρα, λεγόταν…

Να, λοιπόν, που σιγά σιγά φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας. Δεν το περιμένατε έτσι, ε; Τι να γίνει; Ο καθένας συνήθως λέει ό,τι θέλει, και στο τέλος τέλος η αλήθεια φαντάζει απίστευτη σα ψέμα. Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο της υπόθεσης, όμως; Οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση δε θα μπορούν πια να μιλάνε για σύγχρονες Μήδειες, ενώ οι ψυχολόγοι χάνουν ένα αγαπημένο τους ήρωα. Σαν πρόσεχαν…
Όσο για μένα, θαρρώ πως έφτασε πια η ώρα να κρυφτώ και πάλι στους μυστικούς μου παραδείσους. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου, σας λατρεύω αν τη νιώσατε κιόλας. Ξέρετε τι έμαθα ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, δαμάζοντας τους αιώνες; Πως οι μόνες αλήθειες που ζουν για πάντα είναι εκείνες της καρδιάς. Ακούστε την καρδιά, μιλά με τα όνειρά σας, ίσως κάποια μέρα να σας οδηγήσει στον προσωπικό σας παράδεισο, αν της παραμείνετε πιστοί. Μα, τα λόγια εδώ τελειώνουν, να που προβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι, η Εκάτη με καλεί. Εσείς, εσείς, ζήστε, χαρείτε. Κι αν κάποτε με θυμηθείτε ψάξτε με στον ουρανό, ανάμεσα στ’ αστέρια, λίγο δεξιά και πάνω απ’ το πρόσωπο της Τριπλής Θεάς, ή, ακόμη, αφουγκραστείτε τα σπλάχνα της γης, κει μέσα γεννιέμαι, γεννώ και πεθαίνω…

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Μια ιστορία

Κάθονται στη βεράντα του σπιτιού του, που βρίσκεται απομονωμένο, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη, και βλέπουν τον ήλιο να κάνει μακροβούτι στη θάλασσα χαρίζοντας ένα μαγευτικό κροκοκόκκινο χρώμα στον ορίζοντα.
Είναι η μέρα που δε δουλεύει σήμερα και την ξόδεψε όλη μαζί του. Θα μείνει και το βράδυ. Δεν έκαναν και πολλά, αλλά ήταν μια πλήρης μέρα. Με το που έφτασε το πρωί, την πήρε απ’ το χέρι και πήγαν μια βόλτα στην ακροθαλασσιά. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη και οι μόνοι που υπήρχαν εκεί ήταν κάποιοι ηλικιωμένοι πρωινοί κολυμβητές.
Ο ήλιος δεν είχε ζεστάνει πολύ κι έτσι κάθισαν στα βράχια σιωπηλοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο που σύντομα θ’ αποκτούσε ένα χρώμα από ασήμι.

«Πως μπορώ και επικοινωνώ μαζί του τόσο πολύ, τόσο βαθιά, δίχως καθόλου λόγια;» αναρωτιόταν η Ελένη.
Την ίδια απορία είχε κι εκείνος. Ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερός της, έζησε πολλά, άλλαξε πολλές δουλειές, έκανε πολλά ταξίδια, έφτασε στις δικές του κορυφές και έπεσε, όπως του αρέσει, με πάταγο, είχε κι ένα διαζύγιο στο ενεργητικό του, γνώρισε πολλές γυναίκες από διάφορες χώρες, αλλά καμιά σαν εκείνη, καμιά σαν την Ελένη. «Αυτή είναι!» σκέφτηκε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που μίλησε μαζί της, «Αυτή είναι!»
Καθισμένοι, λοιπόν, στα βράχια δεν αντάλλαζαν λέξη. Απλά χαίρονταν την ομορφιά της φύσης και ζέσταινε ο ένας τον άλλο με την παρουσία του. Τα κύματα πού και πού τους έβρεχαν τα πόδια, αλλά και οι δυο δεν έμοιαζαν να το αντιλαμβάνονται. Ήταν σα να βρίσκονταν σε κάποιο άλλο, φανταστικό κόσμο, ένα κόσμο ολόδικό τους.
Σαν πήρε να πυρώνει ο ήλιος, σηκώθηκαν και περπάτησαν για λίγο στην παραλία. Οι πρώτοι καλοκαιρινοί εραστές της θάλασσας είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν. Συνέχισαν να περπατούν σιωπηλοί για αρκετή ώρα και να απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από το πλήθος, που θα κάποτε θα ερχόταν, με κατεύθυνση κάποιο ορισμένο και απόμερο σημείο. Σαν έφτασαν μπροστά σε ένα τεράστιο βράχο, που έμοιαζε σχεδόν βουνό, εκείνος σταμάτησε.
«Έχω κάτι να σου δείξω!»
«Τι;»
«Είναι έκπληξη!»
Κρατώντας την απαλά απ’ το χέρι την οδήγησε μέσα απ’ τα ρηχά νερά στην άλλη πλευρά του βράχου, όπου υπήρχε μια σπηλιά. Μπήκαν μέσα. Το φως που έφτανε από την είσοδο ήταν αρκετό για να βλέπουν σχετικά καλά το εσωτερικό της.
«Υπάρχει ένας μύθος γι’ αυτό το μέρος,» της είπε. «Μέσα σ’ αυτή εδώ, λέει, τη σπηλιά, συναντιόνταν κάποτε, πριν χρόνια πολλά, κάθε μέρα, δυο νέοι άνθρωποι που ήταν πολύ ερωτευμένοι. Αλλά ανάμεσα στις οικογένειές τους υπήρχε μια παλιά βεντέτα, που δε θα τους άφηνε ποτέ να πορευτούν μαζί στη ζωή. Όμως, ο ένας δεν μπορούσε να ζήσει δίχως τον άλλο, κι έτσι συναντιόντουσαν εδώ κρυφά και κάναν έρωτα. Μια μέρα, όμως κάποιος καλοθελητής, που τους είδε μια νυχτιά μαζί, πήγε και τα είπα όλα χαρτί και καλαμάρι στις οικογένειές τους, κάνοντας τη ζωή γι’ αυτούς ένα μαρτύριο. Έκαναν πολλή καιρό χώρια ο ένας απ’ τον άλλο, αλλά ο έρωτας ήταν σαν μαχαίρι, που τους έκλεβε τη ζωή μέρα με τη μέρα. Τελικά, κάποια φορά ο νέος κατάφερε και της έστειλε ένα μήνυμα, λέγοντάς της να το σκάσει το βράδυ απ’ το σπίτι και να πάει να τον συναντήσει στην σπηλιά τους, σε τούτη τη σπηλιά. Έτσι κι έγινε. Πήγε, τον βρήκε, κι έκαναν έρωτα για τελευταία φορά. Την επομένη το πρωί μόλις κατάλαβαν οι δικοί της ότι έλειπε το κορίτσι απ’ το σπίτι, έσπευσαν εδώ για να τη βρούνε. Και τη βρήκανε. νεκρή, γυμνή κι αγκαλιασμένη, με τον επίσης νεκρό αγαπημένο της. Τ’ αριστερό του χέρι άγγιζε απαλά ένα καταματωμένο μαχαίρι. Από τότε η βεντέτα ανάμεσα στις δυο οικογένειες έσβησε, αλλά αφού είχε κι αυτή πρώτα βαφτεί με αίμα. Η σπηλιά αυτή, Ελένη, είναι το μνημείο του έρωτά τους!»
Παρέμεινε να τον κοιτά για αρκετή ώρα σιωπηλή. Προσπαθούσε να διαβάσει στα μάτια του αν η ιστορία που της διηγήθηκε ήταν αληθινή ή κάποιο από τα πολλά δημιουργήματα της φαντασίας του.
«Είσαι καλός παραμυθάς,» του είπε.
«Τα παραμύθια μου, όμως, είναι αληθινά.»
«Το ξέρω! Το ψυχανεμίστηκα...»
Από εκείνη την ημέρα και μετά θα του ζητούσε συχνά να της πει κάποια ιστορία, συνήθως για τα ταξίδια του, για τους τόπους και τους ανθρώπους που γνώρισε. Για τον πόνο που ντύνεται χαρά και για τη χαρά που στολίζεται με τα μαύρα της κατάθλιψης χρώματα.

Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που άρχισα να γράφω πριν τρία χρόνια, μα δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Το αίμα της Ερατώς

Το πρότελευταιο από τη σειρά με τα δήθεν παραμύθια:

Ένα κορίτσι όλο καρδιά ήτανε η Ερατώ. Ξυπνούσε και κοιμόταν με το χαμόγελο, την αγαπούσε όλος ο κόσμος, την ποθούσαν όλοι οι νέοι.
Στην κλειστή κοινωνία ενός χωριού αυτός που ξεχωρίζει είναι σαν καταραμένος. Δεν είναι πρέπον να ξεφεύγει κάποιος απ’ τα συνηθισμένα. Κι η Ερατώ ξέφευγε, πολύ!
Όλοι παριστάναν τους καλούς, τους ευσεβείς, τους πιστούς, τους ανοικτόκαρδους. εκείνη ήταν τα πιο πάνω. Χάριζε απλόχερα αγάπη, σεβόταν θεούς κι ανθρώπους και πίστευε σ’ αυτούς.
Απ’ τα μικράτα της ήταν γενναιόδωρη. Χάριζε τα παιχνίδια της σε άλλα, φτωχότερα παιδιά, ακόμη και το σακάκι της τόλμησε κάποια φορά να βγάλει στη μέση της πλατείας και να το δώσει στο κοριτσάκι μιας ζητιάνας που το ’βλεπε να κρυώνει.
Ο πατέρας της, άρχοντας σωστός, πλούσιος σε χωράφια και λεφτά, δεν έβλεπε με καλό μάτι τις σπατάλες αυτές του κοριτσιού. Κι ας μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτήν όλοι οι χωριανοί. «Με το ξόδεμα, δε γίνεται κανείς άνθρωπος», σκέφτονταν από μέσα του αλλά, σε ποιον να μιλήσει; Η γυναίκα του ήταν περήφανη για το παιδί, κι οι δυο οι γιοι του δε φαίνονταν να νοιάζονται.
Περνούσε ο χρόνος, η Ερατώ μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, όλο και πιο γενναιόδωρη, ένα αληθινά χρυσό κορίτσι. Οι γριές άναβαν λαμπάδες στ’ όνομά της και παρακαλούσαν το θεό να την έχει πάντοτε καλά, οι μανάδες την καλόβλεπαν για νύφη, τα κορίτσια την εζήλευαν, μα κανένα δεν μπορούσε να της μοιάσει, κι οι νιοι έπιναν νερό και κρασί στο όνομά της.
Ξόδευε πολλές νυχτιές, αμέτρητες μέρες, φροντίζοντας μοναχικές γριές που είχαν αρρωστήσει και δεν είχαν κανένα στον κόσμο αυτό για να τις εκοιτάξει, και άλλες τόσες μαθαίνοντας γράμματα στα τσιγγανόπουλα που είχαν στήσει παραπήγματα έξω απ’ το χωριό, δίχως κανένα κέρδος. Ακόμη κι ο παπάς τόλμησε να πει, «αυτή θα γίνει αγία!»
Παρόλ’ αυτά δεν έλεγε να μαλακώσει η καρδιά του κυρού της. Βιαζόταν, μάλιστα, να τη δει να μεγαλώνει για να τηνε παντρέψει, να τη βάλει σε μια τάξη. Τα ίδια νιώθαν και τ’ αδέρφια της, που θεωρούσαν πως η άμυαλη, τους ξόδευε το βιος τους. Πολλές φορές προσπάθησαν στο τραπέζι σαν εκάθονταν του μεσημεριού, να τη συνεφέρουν, αλλά εκείνη δεν εκαταλάβαινε, μόνο χαμογελούσε.
Στα δεκαοκτώ της πια η Ερατώ, ήταν ωραία σαν οπτασία, με πρόσωπο που έλαμπε πιότερο κι απ’ τον ήλιο, με ολόχρυσα μαλλιά τριγυρισμένο. Κι αρχίσαν το ’να μετά το άλλο να ’ρχονται τα προξενιά, μα ο πατέρας της όλα τα αρνιόταν. Αρχοντοπούλα ήτανε μαθές, δε θα την έδινε ποτέ σε κάποιο φτωχαδάκι. Η Ερατώ; Αυτή χαιρότανε, για του κυρού της τις αρνήσεις. Δεν ήθελε ακόμη εκείνη να παντρευτεί, να μπει στο ψεύτικο χρυσό κλουβί που το ελέγαν γάμο. Έλα, όμως, που άναβαν τα αίματα του κάθε νιου που την εκοιτούσε!
Οι άλλες νέες του χωριού ένιωθαν ένα μίσος να γεννιέται μέσα τους για τούτο το κορίτσι. Πολύ όμορφη, πολύ καλή, πολύ αληθινή, τις γέμιζε με ζήλια. «Δε γίνεται, κάποιο θα κρύβει μυστικό», σκεφτόνταν.
Σιγά σιγά κάποιοι ψίθυροι αρχίσαν να διατρέχουν το χωριό, πως τάχατες η Ερατώ ένα νιο είχε κρυφά αγαπήσει. Κάτι άκουσε κι αυτή, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάσει. Ο πατέρας και τ’ αδέρφια της, όμως, ανησυχήσαν. «Βρε, θες να τους σπιτώσει κάνα φτωχοδιάβολο αυτή και το καλό τους όνομα να το αμαυρώσει!»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο οι ψίθυροι πληθαίναν. Μα, κανείς δεν ήξερε από που είχαν ξεκινήσει, και κατά πόσο μέσα τους έκρυβαν την αλήθεια. Η Ερατώ επέμενε πως, όλα ήταν ψέμα. Οι δικοί της, ωστόσο, σα να κάθονταν σε κάρβουνα αναμμένα.
Μέρα τη μέρα ένιωθε τη συμπεριφορά των άλλων χωριανών ν’ αλλάζει απέναντί της. Δεν της χαμογελούσανε όπως παλιά και μισή της λέγανε την καλημέρα. Κι ενώ αυτή συνέχιζε μ’ όλη της την καλή ψυχή της καρδιάς τα δώρα να χαρίζει, οι γύρω της έμοιαζαν πια να την περιφρονούνε. Λες κι όλα όσα έκανε τα έκανε για το συμφέρον. Μονάχα οι τσιγγάνοι φαίνονταν από ψίθυρους και λόγια να μην παίρνουν. Την αγαπούσανε όλοι από καρδιάς, ακόμη και τώρα πια που δεν είχε πολλά να τους προσφέρει, αφού οι δικοί της τής απαγορέψανε να σπαταλά την περιουσία.
Οι νιοι, πάντα την καλοβλέπανε, μα, κάτι σα να άλλαξε σ’ αυτό το βλέμμα. Χάθηκε η αθωότητα. Δεν την κοιτούσαν πια σαν άνθρωπο, αλλά σα σώμα. Κι αν την πετυχαίναν κάπου μοναχή, για το ωραίο της κορμί, ολοένα της μιλούσαν.
Σιγόσβηνε το χαμόγελο από το πρόσωπό της. Κι η ζωή της που ’ταν χαράς δροσιά, με γκρίζα σύννεφα είχε γεμίσει, κι έγινε χλωμή σαν αμαρτία.
Σύχναζε όλο και πιο πολύ στων τσιγγάνων τον καταυλισμό. Εκεί μονάχα ένιωθε πως ζούσε. Απλοί άνθρωποι, καταδεχτικοί, οι τσιγγάνοι την έκαναν δική τους. Μάθαινε να διαβάζουν τα παιδιά κι εκείνα την έκαναν να χαμογελάει. Της άρεσε εκείνη η ζωή, οι τρόποι της απλότης. «Αυτοί ξέρουν να ζουν μονάχα σήμερα, γι’ αυτό και ζούνε», σκέφτονταν σιωπηλά τα βράδια. Δεν ήτανε, όμως, σ’ εκείνο μόνο που διέφεραν απ’ τους λοιπούς ανθρώπους. Οι τσιγγάνοι ψάχναν συνέχεια αφορμή για να χαρούν και να διασκεδάσουν. Δε νοιάζονταν αν είχαν λίγα ή πολλά, κι ούτε ποτέ τους περισσότερα δε φαίνονταν να ζητάνε. Σ’ αντίθεση με τους συγχωριανούς της Ερατώς, που στα μάτια της πια, αχόρταγοι μοιάζαν.
Ω, πόσο τ’ απολάμβανε κάποιες βραδιές, που με τους καλούς της φίλους κάθονταν γύρω απ’ τη φωτιά και τραγουδούσε, ή σα σηκωνόταν και μαζί τους έσυρνε άγριο χορό βγαλμένο απ’ της ιστορίας τα βάθη.
Ηθελημένα ή άθελά της η Ερατώ, μ’ αυτό τον τρόπο της ζωής, τις φήμες τις κακές που φτιάχτηκαν γι’ αυτή, μόνη τροφοδοτούσε. Κι όσοι καλό είδαν απ’ αυτήν, τώρα, δεν ήθελαν καθόλου να την ξέρουν. Οι νέες χαίρονταν πια, γιατί με τον τρόπο τους το διαβολικό κατάφεραν να την καταστρέψουν. Οι μανάδες που παλιά την έβλεπαν σαν άγγελο, τη θεωρούσαν πια κατάρα, κι οι νιοι. αυτοί μονάχα σκέφτονταν, πως το κορμί της να κουρσέψουν. Μοναχά κάποιες γριές επέμεναν να την αγαπούνε. Γιατί σαν ήταν άρρωστες, μοναχά εκείνη τις κοιτούσε. Εκείνη τους έφερνε τα φάρμακα, και πάνω απ’ το προσκεφάλι της πολλές φορές εξενυχτούσε.
Κάποια νυχτιά αργά, ενώ σπίτι της επέστρεφε από τον καταυλισμό των τσιγγάνων, άκουσε βήματα από πίσω της να τηνε πλησιάζουν. Προτού προλάβει να γυρίσει για να δει ποιος την ακολουθούσε, ένιωσε ένα χέρι σκληρό να την αγκαλιάζει από πίσω κι άλλο να τη φιμώνει. «Απόψε θα γίνεις δικιά μου, πόρνη», άκουσε ένα πνιγμένο ψίθυρο στ’ αυτί και τρόμαξε τη φωνή ν’ αναγνωρίσει. Ήτανε ο Νικολής, των αδερφών της ο καλύτερος ο φίλος. Πισθάγκωνα κρατώντας την, την οδήγησε σ’ ένα ερημικό λιοχώραφο. Την έριξε χάμου κι εκειδά τη βίασε, και το κορμί της πότισε το χώμα με το κόκκινο υγρό της αθωότητάς της. Φεύγοντας ο μολευτής πήρε μαζί του μια ζωή και άφησε κουρέλι.
Σέρνοντας σχεδόν τα πόδια της η Ερατώ κίνησε για το σπίτι της και ξύπνησε τους δικούς για να τους πει τι εσυνέβη. Σαν όλα τους τα εξιστόρησε, πήρε η μάνα για να πει, αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα. Ένα χαστούκι άστραψε βαρύ στο πρόσωπο του κοριτσιού ο κύρης και την αποκάλεσε καταραμένη. «Ατίμασες τ’ όνομά μας», βρήκε μόνο για να πει. Η μάνα της έπεσε σε μια καρέκλα βαριά, τ’ αδέρφια της κρυφοχαμογελούσαν. Αυτοί, εξάλλου, ήταν σίγουροι πως δεν έφταιξε σε τίποτα ο Νικολής, τίμιος άνθρωπος, καλός και ξηγημένος. Μάλλον, «απ’ το νου της θα τα ’βγαλε όλ’ αυτά, η πουτάνα».
Πήρε να κλαίει η Ερατώ, να φωνάζει αθώα πως είναι. Αλλά, η μάνα της δεν είχε τη δύναμη να την υπερασπιστεί, κι οι άντρες ήταν σίγουροι για την ενοχή της. Κάποια στιγμή σαν έπεσε βαριά σιωπή, ο κύρης της που για ώρα ήταν σκεφτικός, απόσυρε το βλέμμα απ’ το πουθενά και την κοίταξε με μίσος. «Δεν έχεις πια θέση καμιά στο σπίτι αυτό. Μπορείς να φύγεις». Αντιγύρισε το βλέμμα του εκείνη και τον έκανε να σαστίσει, καθώς κει μέσα διάβασε την περιφρόνησή της, το λάθος το δικό του. Μετά, σηκώθηκε περήφανη, χαιρέτισε «γεια σου καημένη μάνα», και κίνησε για τους ανθρώπους τους αληθινούς, τους φίλους της τους τσιγγάνους.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό από τα γεγονότα. Κι όλη ρωτούσανε το Νικολή γιατί μαζί του η κολασμένη τα ’χε βάλει. Εκείνος, κορδωμένος πετεινός, τους έλεγε πως του ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά επειδή αυτός αρνήθηκε, αποφάσισε να τον εκδικηθεί. Από κοντά και τ’ αδέρφια της που χαμογελαστά σε όλα συμφωνούσαν.
Κάπως έτσι το κορίτσι εκείνο το άγιο έγινε του σατανά η κόρη. Και τις Κυριακές στο κήρυγμά του ο παπάς προέτρεπε τα νέα κορίτσια του χωριού στο θεό να ’ναι πιστά, για να μην έχουν την τύχη την κακή της καταραμένης. Κι εκείνα όλο προσοχή ακούγανε, για να ’χουν κάτι να συζητούν μετά και να γελούνε.
Ζώντας με τους τσιγγάνους φίλους της, η Ερατώ, ένιωθε ευτυχισμένη, νόμιζε πως βρισκόταν στην ασφάλεια και τίποτα δε θα μπορούσε πια να την πειράξει. Δε λογάριαζε, όμως, μέχρι που μπορεί να σε πάει το μίσος. Οι χωριανοί με πρώτους πρώτους τ’ αδέρφια της, το Νικολή και τον παπά, κάθε Κυριακή μετά την εκκλησιά συνεδριάζαν, και να βρουν τρόπο ψάχνανε, τους τσιγγάνους για να διώξουνε απ’ την περιοχή τους. «Οι σατανάδες τι γυρεύουνε μες στα δικά μας σπίτια;», αναρωτιόταν ο κύρης του κοριτσιού, ο άρχοντας, κι οι άλλοι συμφωνούσαν.
Κάποια βράδια, καιρό μετά, καθώς η Ερατώ με τρόμο και χαρά ανακάλυπτε πως έγκυος ήταν, ένας βοσκός πήγε τρεχάτος στο χωριό για να καταγγείλει πως τρία απ’ τα πρόβατά του κάποιοι είχαν κλέψει. Και βρήκανε οι άθλιοι την αφορμή, κι είπαν πως ένοχοι ήταν οι τσιγγάνοι.
Την επόμενη μέρα άντρες πολλοί αρματώθηκαν και κίνησαν για τον καταυλισμό, τους τσιγγάνους με το καλό ή με το άγριο να τους εδιώξουν. Αυτοί αρνηθήκαν την κλοπή και, «από δω δεν το κουνάμε», είπαν. Ο Νικολής, τραβώντας το μαχαίρι του, πρώτος το φονικό χορό πήρε να χορεύει κι οι άλλοι ακολουθήσαν. Έκπληκτοι κι άοπλοι οι φτωχοί τσιγγάνοι, ο ένας μετά τον άλλο έπεφταν κάτω απ’ τα φονικά μαχαίρια. Το αίμα χύνονταν πολύ κι η γη ποτίζονταν κι έχανε τη ζωή της. Οι γυναίκες θρήνο έσερναν βαρύ και τα παιδιά τους τραβούσανε μακριά, αυτά τουλάχιστον απ’ το λουτρό να σώσουνε του Χάρου.
Μονάχα μια γυναίκα δεν έτρεξε μακριά, μα ένα μαχαίρι άρπαξε και ρίχτηκε στη μάχη. Και καθώς του διάβολου ο πρώτος μαχητής, ο Νικολής, ετοιμαζόταν ένα παιδί που πίσω ξέμεινε να σφάξει, ένα μαχαίρι ένιωσε να του χαρακώνει βαθιά το στήθος, και προτού ξοδέψει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να δει, της Ερατώς να τον διαπερνά το φλογισμένο βλέμμα. Αμέσως μετά, κάποιος δειλός, πλησίασε από πίσω και με μαχαίρι κοφτερό έκοψε το λαιμό της. Κανένας δεν αντίκρισε ποτέ το φονιά πατέρα να δακρύζει.
Όλοι οι άντρες του τσιγγάνικου καταυλισμού στο τέλος της μέρας ήτανε νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι γυναίκες κλαίγαν για το κακό που ήρθε και πεισμώνανε για να το ενικήσουν.
Σύμφωνα με το θρύλο, μια απ’ αυτές ένα ματωμένο, κάπου, βρήκε μαχαίρι, που ήταν μαγεμένο. Λέγαν πως σ’ όποιαν άγγιζε πληγή αμέσως γιατρευόταν κι ότι σημάδι ήτανε πως ο θεός μαζί τους πια κατοικούσε.
Την Ερατώ τη θάψανε στην κορυφή ενός βουνού, όπου ν’ ανεβαίνει πολύ της άρεσε παλιά, για ν’ αγναντεύει τον κόσμο. Γύρω απ’ τον τάφο της ανθίσανε μεμιάς παράξενα και όμορφα λουλούδια.
Λένε ακόμη, πως εκεί που τηνε σκότωσε ο παιδοφονιάς, ανοίξανε οι τσιγγάνοι ένα πηγάδι, που ολόχρονα αναβλύζει γλυκό νερό και δίνει ζωή στον κάμπο.
Ο πατέρας της για χρόνια πολλά βασανίστηκε από εφιάλτες φρικτούς και μια μέρα με παγωμένο το βλέμμα τον βρήκανε νεκρό μες στο κρεβάτι. Οι χωριανοί ελέγανε πως «πριν ο θάνατος τον βρει, συνάντησε τον Χάρο».
Τ’ αδέρφια της τα χτύπησε μια αρρώστια τρομερή, και καθηλώθηκαν κι οι δυο ως το θάνατό τους στο κρεβάτι.
Ο παπάς του χωριού ξεψύχησε καθώς έκανε κήρυγμα αγάπης στην εκκλησιά, για τους «σατανάδες τους τσιγγάνους, που τη θρησκεία μας θέλουν να καταστρέψουν».
Η ελιά κάτω απ’ την οποία γνώρισε τη φρίκη η Ερατώ ξεράθηκε, αλλά γύρω της ανθίζουνε ολόχρονα αλλόκοτες παπαρούνες.
Το όνομα Ερατώ, είναι το πιο συνηθισμένο στον τσιγγάνικο καταυλισμό!


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Το Στοιχειωμένο Σπίτι

Πέντε η ώρα το πρωί, κι ένας οδυνηρός πόνος στο πόδι και η τρέλα που με δέρνει δε μ' αφήνουν να κοιμηθώ. Έτσι είπα να ανεβάσω για σας μια σχεδόν τρομακτική ιστορία και να την κάνω σιγά-σιγά για το χωριό. Υγρασίας βοηθούσης ίσως έχω την ευκαιρία να συλλαβώ με το φωτογραφικό φακό μια ματωμένη ανατολή.
Τα λέμε, μάλλον, το Σάββατο...

Ακούγαμε πολλά για κείνο το σπίτι. Έζησε, μας λέγαν οι παλιοί, και πέθανε εκεί μια πολύ κατατρεγμένη απ’ την τύχη γυναίκα. Από κείνες δα που μόνο δυστυχία γνώρισαν στη ζωή τους. Η γιαγιά μου, πούταν σοφή γριά, μας έλεε πως μέσα κει κατοικούσε ο Χάρος.
Κι όμως, εμάς που ήμασταν παιδιά, δε μας φάνταζε τόσο τρομαχτικό. Μας προκαλούσε, θα έλεγα. Μας προκαλούσε να το εξερευνήσουμε, ν’ ανακαλύψουμε τα δήθεν του μυστήρια. Αλλά οι μεγάλοι δε μας άφηναν, και κάθε που το αναφέραμε σταυροκοπιούνταν κι έφτυναν στον κόρφο τους για να διώξουν το κακό. «Με το θεό και με το διάολο, δεν παίζει κανείς», μονολοούσε η γιαγιά.
Μα ποιο θεό; και ποιο διάολο; Δουλειά δεν έχουνε να κάνουν και θα κάτσουν να φυλάνε ένα σπίτι; Παράξενοι πολύ, ήτανε οι μεγάλοι και άλλο από σύγχυση δεν καταφέρναν να σκορπίσουν.
Μα, ο χρόνος περνούσε βιαστικά, κι η περιέργειά μας όλο και μεγάλωνε. Τι ήταν εκείνο που τόσο φόβιζε τους μεγάλους; Και τι μυστικά έκρυβε εκείνο το συνηθισμένο σαν όλα τ’ άλλα, στην όψη, σπίτι. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ήταν παρά ένα διώροφο πλινθόκτιστο γιαπί, που στο φως της μέρας δε φάνταζ’ αλλόκοτο. Αλλά «τη νύχτα είναι που βγαίνουν τα στοιχειά», υποστηρίζαν τα γερόντια.
«Αλήθεια, πως μοιάζουν τα στοιχειά;» απορούσαμε. Και μαθαίναμε πως έχουν μαύρα κέρατα, σαν του τράγου μαθές, και τα μάτια τους είναι κόκκινα, όπως και το δέρμα τους κάποτε, και περπατούν άλλοτε με τα δυο κι άλλοτε με τα τέσσερά τους πόδια, και πετούν κιόλας σα σίφουνες, όπως τα παλιά χρόνια οι δράκοι.
Μετά από τούτες τις καλές περιγραφές, όταν πηγαίναμε για ύπνο βλέπαμε όνειρα αλλόκοτα που σαν τα διηγιόμασταν στους μεγάλους σηκώνονταν κάγκελο οι τρίχες τους, κι άρχιζαν πάλι τα «πτου πτου πτου, κακό να μη μας έβρει». Θα τους έβρισκε κακό επειδή ονειρευόμασταν;
Χρόνο με το χρόνο ο θρύλος του στοιχειωμένου του σπιτιού γινόταν όλο και πιο σκοτεινός, κι άρχισε ν’ αποκτά και παραλλαγές. Οι γερόντοι που δεν είχαν τι άλλο να κάνουν κάθονταν στον καφενέ, και περιμέναν πως και πως την ώρα που θα ’ρχοταν κάποιος ξένος, για να του πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, σιγά σιγά στο σπίτι άρχισαν να κυκλοφορούν ακέφαλα σώματα ή και ανεξάρτητα κεφάλια, κάθε βράδυ η γριά που πριν το κατοικούσε - και πέθανε απ’ τον καημό της - σηκωνόταν προς νερού της, κάποιες ασέληνες σκοτεινές νυχτιές, ακούγονταν από κει μερικές τρομαχτικές κραυγές που αναστατώναν τους περαστικούς: «ωωωωωωωωω, αααααααααα, βαλλλλλλλλλλλλλλ, τιιιιιιιιιιιιιιιιι, ουυυυυυυυυυυ». Μα, την αλήθεια για να πω, τόσες νυχτιές που απ’ έξω στάθηκα, ποτέ δεν άκουσα κραυγές κι ούτε κάτι παράξενο είδα.
Ωστόσο, η φήμη του σπιτιού διέσχισε όλη την επαρχία και άνθρωποι έρχονταν από παντού για να το επισκεφτούνε. Στο φως της μέρας έμοιαζε ακίνδυνο, απλά ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ωστόσο, εκείνοι που μέσα μπαίνανε για να το εξερευνήσουν, βγαίνοντας ήταν σίγουροι ότι το σπίτι εκείνο έκρυβε πολλά μυστικά. Λέγαν πως το πάτωμα από κάτω ήταν κενό, πως οι τοίχοι είχαν κρυφά ανοίγματα, πως οι τρεις όλοι κι όλοι αραχνιασμένοι μικροί πίνακες, που βρήκαν κρεμασμένους στο δωμάτιο της γριάς, έκρυβαν κάτι το σατανικό. Κάποτε έκανε την εμφάνισή του και κάποιος που λογιόταν κυνηγός φαντασμάτων και ο οποίος, παρόλες τις προειδοποιήσεις των χωριανών, ήταν αποφασισμένος να περάσει μια νύχτα εκεί μόνος.
Όλοι τον λυπηθήκαμε. Ήμασταν σίγουροι ότι θα τον έβρισκε κάποιο κακό. Ο παπάς, πιστός και προληπτικός όσο έπαιρνε, έμεινε μαζί του ως την τελευταία στιγμή προσπαθώντας να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Αφού είδε κι απόειδε, τα παράτησε κι έφυγε. Του ’στειλε μόνο με την κόρη του τη Ρηνιώ, το καλύτερο κορίτσι του χωριού, λίγο φαγητό και τσάι. «Τουλάχιστον να μην πάει νηστικός», είπε.
Νύχτωσε για τα καλά. Όλοι είχανε την έγνοια του ξένου, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει κατά κει για να δει τι θα γινόταν. Σαν πήγε μεσάνυχτα και κάτι, όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι βυθίστηκαν στον ύπνο, βγήκα κρυφά απ’ το παράθυρο της κάμαράς μου και πήγα να βρω το φίλο μου το Γιάννη. Ήμασταν κι οι δυο δεκάξι χρονών παλικάρια, δε φοβόμασταν, και δε θα χάναμε το θέαμα με τίποτα. Με περίμενε έξω απ’ την πόρτα του και κινήσαμε μαζί για το στοιχειωμένο σπίτι.
Σα φτάσαμε εκεί, σταθήκαμε λίγο απέξω κι αφουγκραστήκαμε. Άκρα του τάφου σιωπή. Έβγαλε ο Γιάννης απ’ την τσέπη του ένα μικρό μπουκάλι ρακή που ’κλεψε απ’ το σπίτι και καθίσαμε κατάχαμα για να πιούμε και να ζεσταθούμε.
Θα πέρασε πολύ ώρα, γιατί αποκοιμηθήκαμε, όταν ακούσαμε μια σπαρακτική κραυγή «μανούλα μου» να βγαίνει απ’ το σπίτι και κάτι να χτυπάει με ορμή την πόρτα από μέσα. Σε λίγα δευτερόλεπτα είδαμε, παγωμένοι απ’ το φόβο μας, τον κυνηγό να πηδάει απόνα παραθύρι και ν’ αρχίζει να τρέχει σαν τρελός. Σα μας πέρασε για λίγο το σάστισμα, πήραμε να τρέχουμε το κατόπι του. Τον φτάσαμε έξω απ’ την εκκλησιά της Παναγιάς, όπου τον βρήκαμε γονατιστό μπροστά απ’ την πόρτα. Ήταν κάτωχρος κι όλο «Παναγιά, βοήθα με, Παναγιά, βοήθα με», μονολοούσε. Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε, αλλά που! Το βλέμμα του ήταν απλανές, πετρωμένο, φαίνονταν να ψήνεται στον πυρετό. «Σα να είδε τον Χάρο», μου ψιθύρισε ο Γιάννης. Σε λίγο κατάφτασ’ ο παπάς που, έμενε κοντά στο σπίτι του διαόλου και, αφυπνίστηκε απ’ τις φωνές. Σιγά σιγά με τη βοήθειά μας τον έπεισε να σηκωθεί για να τον οδηγήσουμε στην ασφάλεια.
Το σπίτι του παπά ήταν ανάστατο. Κι η παπαδιά, κι ο γιος τους ο Γιώργης, και το Ρηνιώ, πανέμορφο μες στο νυχτικό, ήταν στο πόδι. Βάλαμε τον ταλαίπωρο τον κυνηγό να ξαπλώσει στο σοφά κι αμέσως το Ρηνιώ πήγε να του φτιάξει τσάι, μπας και ξεπαγώσει. «Δε θα κοιμηθεί εύκολα, μ’ έτσι τρομάρα που πήρε», αποφάνθηκε ο παπάς, μα έπεσε έξω. Δεν φτάσαμε καλά καλά να του ποτίσουμε το ζεστό κι αποκοιμήθηκε. Αλλά, κατά ένα παράξενο τρόπο νυστάξαμε κι εμείς μεμιάς, και κινήσαμε για τα σπίτια μας, να κοιμηθούμε.
Την επομένη ήμασταν τα πρόσωπα της ημέρας στο χωριό. Όλοι έρχονταν να μάθουν από πρώτο χέρι τα νέα. Ακόμη κι η Ρηνιώ, που για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που την ξέραμε, πρόσεξε την ύπαρξή μας. Μας χαμογελούσε, μας μιλούσε, ζητούσε λεπτομέρειες. Κι εμείς… νιώθαμε ήρωες!
Ο ξένος έμεινε στο σπίτι του παπά για ένα ακόμα βράδυ. Μετά έφυγε για την πόλη. Όπως μάθαμε απ’ τους επισκέπτες, που όλο και περισσότεροι φτάναν στο χωριό, εκείνος ο κακομοίρης πήγε σ’ ένα τρελογιατρό για να τον ανακουφίσει κι εκείνος τον έκλεισε στο ψυχιατρείο. «Αθεράπευτη περίπτωση», είπε μετά.
Εκείνη η νύχτα πάντως, στάθηκε η πιο σημαντική της ζωής μου. Ένα τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά άντρας, αλλά και… πως να το πω;… να, ήμουνα κι εγώ, όπως κι οι περισσότεροι νέοι του χωριού, ερωτευμένος με τη Ρηνιώ, και, επιτέλους με… είδε! Αχ, ένας άγγελος ήταν η Ρηνιώ. Μα, ήταν κόρη του παπά. Και φρόνιμη πολύ. Πολύ φρόνιμη. «Μικρή αγία», τη λέγανε οι χωριανοί. Αμόλυντη σαν… αμαρτία! Πως να την κατακτήσω; Πως να της μιλήσω για τον έρωτά μου; Μήπως το να ’μαι γενναίος θα ’ταν αρκετό για να ’ρθει κοντά μου;
Τα ξομολοήθηκα όλα στο Γιάννη. «Κι εγώ θαυμάζω τη Ρηνιώ», παραδέχτηκε, «μα, μου φαίνεται αδύνατο κάποιος να την καταφέρει».
Σωστά μου φάνηκαν τα λόγια του. Μπήκε όμως πια στ’ αυλάκι το νερό και δεν ματαγυρίζει, εκτός κι αν αλλάξει δρόμο. «Γιάννη, αν ανακαλύψω το μυστήριο του σπιτιού, λες να μ’ αγαπήσει;» - «Όλα στα λόγια είν’ εύκολα, μα δύσκολα στην πράξη. Ακόμη κι αν τα καταφέρεις, που ξέρεις αν θα σ’ αγαπήσει;»
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και τ’ αποφάσισα: «Αυτός είναι ο δρόμος». Έπεισα και το Γιάννη να με βοηθήσει. Έτσι με το που μπήκε το καλοκαίρι και κλείσαν τα σχολειά, έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Με κάθε ευκαιρία πηγαίναμε με το φίλο μου όξω απ’ το σπίτι του κακού και στήναμε καρτέρι. Κάποιες νυχτιές ακούγαμε υπόκωφες κραυγές που μας παγώνανε το αίμα, κι άλλοτε βήματα συρτά να πάνε πέρα δώθε. Πολλές φορές ακούσαμε πόρτες να τρίζουν, και άλλες τόσες είδαμε ένα αδύναμο κόκκινο φως να λούζει για μια στιγμή ένα παράθυρο που κοίταε το δρόμο.
Μυστήρια πολύ φαίνονταν όλ’ αυτά, αλλά με τον καιρό δε μας τρομάζαν τόσο. Όμως κανείς δεν έμαθε ποτέ τι κάναμε τα βράδια. Με λίγη δουλειά, λίγο παιγνίδι και κάποια τυχαία περάσματα από το σπίτι του παπά, πετούσανε οι μέρες. Η Ρηνιώ, όσο περνούσε ο καιρός, πιο όμορφη γινόταν. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος στο σκοτάδι, αλλά μάτια δεν είχε αυτή για μας. πιστή ήταν στο θεό και αφοσιωμένη.
Κάποια βραδιά, μετά από πολύ καιρό, με το Γιάννη είπαμε να κάνουμε το μέγα βήμα. Έτσι, δυο θα ’ταν η ώρα το πρωί, κινήσαμε για το σπίτι, αποφασισμένοι μέσα για να μπούμε. Η αλήθεια είναι πως λίγο φοβόμασταν, μα ύστερα από τόσο καιρό, πιστεύαμε πως έφτασε η ώρα. Ανοίγουμε, λοιπόν, σιγά σιγά την πόρτα του και νυχοπατώντας προχωρούμε. Ακούμε, ξαφνικά, μια συριχτή κραυγή «ωωωωωωωω», απ’ το πάτωμα να βγαίνει, και στη στιγμή γινόμαστε καπνός. Αν είχαμ’ αντοχή θα τρέχαμε ακόμη!
Την άλλη μέρα δεν τολμήσαμε ξανά εκεί να πάμε. Φανήκαμε τόσο δειλοί, οι άθλιοι, τόσο δειλοί. Βρίζαμε ο καθείς τον άλλο και τον εαυτό του. «Αύριο. Αύριο…», αποφασίσαμε ξανά. Θα πηγαίναμε στη διάρκεια της λειτουργίας, ήταν μαθές Κυριακή, να εξερευνήσουμε το σπίτι, και θα γυρίζαμε το βράδυ για μια νέα «επίθεση των γενναίων».
Όπως το λέω, έγινε! Ψάξαμε τους τοίχους, τις πόρτες, τα παραθύρια, τα πατώματα. Ψάξαμε παντού προσεκτικά κι ανακαλύψαμε πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, και συμφωνήσαμε να πάμε νωρίτερα για να κρατήσουμε τσίλιες, εκείνο το μοιραίο βράδυ. Νιώθαμε σίγουροι πως το μυστήριο, τουλάχιστον για μας, θα ’παιρνε τέλος.
Προμηθευτήκαμε λίγη ρακή, ψωμί, τυρί κι ελιές, κι ένα φανό και για του τρόμου το σπίτι κινήσαμε, πολύ προτού τα μεσάνυχτα φτάσουν. Κρυφτήκαμε σ’ ένα δωμάτιο. κι εκεί στα σκοτεινά, μες στη σιωπή, τρώγαμε, πίναμε και παραμονεύαμε. Αργούσε να περάσ’ η ώρα.
Κάποια στιγμή ακούσαμε την πίσω πόρτα του σπιτιού να τρίζει, και μετά ένα ψίθυρο, βήματα αργά κι ένα αμυδρό κόκκινο φως είδαμε προς την κουζίνα να κινείται. Ξεπρόβαλα το κεφάλι μου αργά και πρόλαβα να δω δυο σχεδόν διάφανα πλάσματα, από μια καταπακτή σ’ ένα άγνωστο υπόγειο να κατεβαίνουν. Παρέμεινα στη σκοτεινιά να παρακολουθάω. Σαν χάθηκαν απ’ το πρόσωπο της γης, ψιθύρισα στο Γιάννη να μείνει ακίνητος και σιωπηλός ακόμα.
Πέρασαν λίγα λεπτά και σιγά σιγά υπόκωφες φωνές στ’ αυτιά μας άρχισαν να φτάνουν: «ωωωωωωωω, ουμμμμμμμμμμμ, τιιιιιιιιιιιιιιιι, αχχχχχχχχχ, τιιιιιιιιι, μουυυυυυυυ, αααααααααααα, ειςςςςςςςςςςς». Μόλις ξεκινήσαν οι φωνές κινήσαμε κι εμείς προς την πηγή τους. Συρθήκαμε προς την καταπακτή και την ανοίξαμε μεμιάς ρίχνοντας μέσα άπλετο φως με το φανάρι. Τότε…

Μετά από τρεις μήνες, ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό, ταράζοντας σχεδόν τους πάντες. Η Ρηνιώ, το πιο καλό και φρόνιμο κορίτσι του χωριού, έμεινε έγκυος απ’ το… κρίνο. Μόνο εμείς γνωρίζαμε πως το επίθετο αυτού ήταν Χατζημιχάλης!


Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Το Χωριό Φάντασμα

Ένα ακόμη (σαν) παραμύθι:

Είχε ακούσει, κάποτε, να μιλάνε για ένα παράξενο χωριό που βρισκόταν στην κορυφή ενός απόκρημνου βουνού, που θρύλοι το ’χαν ζώσει. Σύμφωνα μ’ αυτούς που ήξεραν, στο χωριό εκείνο ζούσαν κάποιοι αιωνόβιοι άνθρωποι, που γνώριζαν πλήθια μυστικά για το θάνατο και τη ζωή.
Το Γιάννη πάντα τον έλκυαν τα μυστήρια, αλλά πιότερο αγαπούσε να ταξιδεύει σε μέρη παράξενα, σε τόπους όπου οι θρύλοι ήταν ακόμη ζωντανοί, σε γωνιές της χώρας του και της γης, όπου οι πολλοί ακόμη δεν είχαν πάει. Έτσι, ξόδεψε χρόνια πολλά ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα, γνωρίζοντας φυλές και πολιτισμούς, γράφοντας για τις εμπειρίες του. Έφτασε στα σαράντα κάτι και η φλόγα που πάντα έκαιγε μέσα του, η ανάγκη του να φεύγει, δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Γι’ αυτό, μόλις βρέθηκε στην Ελλάδα και ξαπόστασε για λίγο, αποφάσισε να επισκεφθεί το παράξενο χωριό εκείνο, για το οποίο τόσα πολλά είχε ακούσει.
Οι γνωστοί του έλεγαν να μην το κάνει, καθώς όποιος πήγαινε, ζωντανός πίσω δε γυρνούσε. Σύμφωνα με τους θρύλους εκεί υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να διασχίσει, πως τα βουνά εκείνα ήταν το άντρο του χάροντα του ίδιου. Γελούσε όταν τ’ άκουγε αυτά ο Γιάννης. Αυτός είχε διασχίσει ποτάμια και ζούγκλες κι έρημους, είχε ανέβει στα ψηλότερα βουνά, είχε γνωρίσει άγριες φυλές και συνυπήρξε με άγρια ζώα, δεν τους φοβότανε τους θρύλους. Έτσι, έφυγε.
Δυο μέρες χρειάστηκε να φτάσει στους πρόποδες του μαγικού βουνού. Ταξίδεψε για ώρες πολλές με το τρένο, μετά μ’ ένα γέρικο λεωφορείο και στο τέλος με τα πόδια. Δεν ήταν κουρασμένος όταν έφτασε σ’ εκείνο το χωριουδάκι στα ριζά του όρους, που αποκαλούσαν Αποκούμπι. Οι λίγοι χωρικοί εκπλάγηκαν σαν είδανε τον ξένο, αν και κατάλαβαν αμέσως τι τον έφερε ως εκεί. Οι γέροντες τον κοιτούσαν σκεφτικά και οι γριές με λύπη. Τους χαιρέτισε. Αντιχαιρετίσανε και του ’πανε να κάτσει να ξαποστάσει. Κάθισε σε μια καρέκλα ψάθινη κάτω από ένα πλάτανο δίπλα στην εκκλησούλα, και τριγύρω του κάτσανε οι γέροντες. «Τι σε φέρνει στα μέρη μας, παιδί μου;» τον ερωτήσαν. Τους είπε. Τότε, εκείνοι τον παρακάλεσαν να πάει πίσω εκεί απ’ όπου ήρθε, αν θέλει το καλό του. Ο Γιάννης χαμογέλασε και τους είπε να μην ανησυχούνε, είχε περάσει πολλά αυτός, αλλά οι γέροντες δεν έδωσαν σημασία. «Πρέπει να φύγεις τώρα, γιε μου, αλλιώς δε θα φύγεις ποτέ». «Θα φύγω, αλλά μόνο για ν’ ανέβω στο βουνό», απάντησε εκείνος.
Είχε σχεδόν νυχτώσει. Θα ήταν αδύνατο να σκαρφαλώσει στο βουνό μες στο σκοτάδι, έτσι οι γέροντες, ελπίζοντας πως αν έμενε μαζί τους εκείνη τη νυχτιά, θα τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη του πρόσφεραν φαΐ και φιλοξενία. Αλλά ο ξένος, αν και δέχτηκε ευγενικά ό,τι είχαν να του δώσουν, φαγητό, πιοτό και φοβερές ιστορίες, δεν έλεγε τις παραινέσεις τους ν’ ακούσει. Κι ακόμη περισσότερο, όταν τελικά πήγε για ύπνο, ήταν περισσότερο αποφασισμένος παρά ποτέ να πραγματοποιήσει το νέο του άθλο.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε με την αυγή κι ετοιμάστηκε στο βουνό ν’ ανέβει. Αλλά, αυτό στάθηκε αδύνατο, καθώς ήταν ολόκληρο κρυμμένο στην ομίχλη. «Δε θα φανεί σήμερα το Φάντασμα», του είπαν οι γριές. «Φάντασμα», αποκαλούσαν το χωριό στην κορυφή του λόφου. Και είχαν δίκιο. Δε φάνηκε καθόλου. Έτσι, πέρασε ολόκληρη την ημέρα μαζί τους, βοηθώντας τους στις δουλειές όπως μπορούσε, κι ακούγοντας τρομακτικές ιστορίες για δαίμονες που το βουνό στοιχειώναν. Του είπαν ακόμη ότι στο Φάντασμα κάποιοι αιωνόβιοι ζούσαν, που με τον διάβολο τον ίδιο είχαν συμμαχήσει. «Δε θα καταφέρετε να με τρομάξετε», έλεγε ο Γιάννης, αλλά εκείνοι επέμεναν, έστω και μάταια, αφού είδαν το μάτι του ξένου να γυαλίζει. Δεν είχε δρόμο επιστροφής.
Ξημέρωσε η άλλη μέρα και το Φάντασμα έκανε την εμφάνισή του στου ουρανού το βάθος. Ευχαρίστησε τους χωρικούς για τη φιλοξενία και κίνησε για τη νέα του περιπέτεια.
Ώρες πολλές χρειάστηκε και κόπο για να φτάσει στην κορφή, κι εκεί αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Το χωριό έζωναν αρχαϊκά τείχη, κτισμένα πριν από πολλούς αιώνες, τα σπίτια ήταν πετρόκτιστα με καλαμένιες σκέπες, κι οι κάτοικοι… οι κάτοικοι φορούσανε λευκούς μανδύες. Μόνο ένας γέροντας, ο άρχοντας θα ’ταν του χωριού, στα κόκκινα του αίματος ήταν ντυμένος.
Παρέμεινε για ώρα να τους κοιτά αποσβολωμένος. Αυτά που τώρα έβλεπε ξεπερνούσαν την κάθε του φαντασία. «Αδύνατον», σκεφτότανε. «Αδύνατον!» «Γιατί αδύνατον;» τον ρώτησε ο γέροντας, που προφανώς τις σκέψεις του μπορούσε να διαβάσει. Πέτρωσε ο Γιάννης. Λέξη απ’ τα χείλη του, δεν άκουσε για ώρα πολλή, κανείς να βγαίνει.
Κάθισε στο πεζούλι μιας κρήνης, φανερά στις σκέψεις του χαμένος. Οι ντόπιοι αφού κατάλαβαν ότι μέχρι να συνέλθει απ’ το σοκ, δε θα μιλούσε, συνέχισαν με τις δουλειές τους. Μόνο ο γέροντας κάθισε κάπου κοντά, κι άρχισε να παίζει στον αυλό κάτι σκοπούς ωραίους κι άγνωστους, στο χρόνο ξεχασμένους. Ο Γιάννης τον άκουγε, με κλειστά τα μάτια, σιωπηλός, και η ψυχή του πήρε να γαληνεύει. Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια, ο γέροντας δεν ήτανε εκεί, αλλά η μουσική μέσα στο κεφάλι του ακόμη αντηχούσε.
Σηκώθηκε και άρχισε να τριγυρνάει στο χωριό. Περπατούσε, κοιτούσε, τα ’χανε, συνέχιζε. Οι ντόπιοι τον έβλεπαν κι απλά χαμογελούσαν. Τα κορίτσια του έριχναν πονηρές ματιές, οι νιοι του επέστρεφαν λαμπερό ένα βλέμμα. Μεγαλύτερο απ’ ό,τι περίμενε αποδείχτηκε το Φάντασμα. Περπατούσε, περπατούσε, κι αυτό δεν είχε τελειωμό. Κι οι άνθρωποι, αμέτρητοι, μέλη ενεργά σε μια αλλοτινή μεγάλη πολιτεία.
Το βράδυ τον βρήκε νηστικό σε μια μικρή πλατεία. Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να σκοτώσει την πείνα του, που να ξαπλώσει για να ξαποστάσει το κορμί του. Καθώς τα σκεφτόταν όλ’ αυτά εμφανίστηκε δίπλα του ο γέροντας με τον κόκκινο μανδύα, και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Έτσι και έκανε. Σε λίγο βρέθηκε σ’ ένα τεράστιο κτήριο, ένα λιτό παλάτι. Ο οικοδεσπότης τον οδήγησε σ’ ένα παράξενο δωμάτιο, όπου όλα έμοιαζαν με μια οφθαλμαπάτη. Με μεγάλα αρχαία αγάλματα ήτανε στολισμένο, και υφάσματα πολύχρωμα το ζώναν όλο. Κόρες πανέμορφες, ωσάν θεές και νέοι μ’ αγαλμάτινα κορμιά κάθονταν γύρω από ’να τεράστιο μαρμάρινο τραπέζι, στο οποίο υπήρχαν τα πιο παράξενα φαγιά που είχε ποτέ αντικρίσει ανθρώπου μάτι. Ο γέροντας κι ο ξένος ο άφωνος, κάθισαν ο κάθε ένας στη μια άκρη, με τα νιάτα να τους περιτριγυρίζουν.
«Μπορείς να φας», είπε ο σοφός στο μαρμαρωμένο Γιάννη και όλοι ξέσπασαν στα γέλια. Γέλασε και κείνος, δεν μπορούσε να κάνει άλλωστε αλλιώς, αφού η κατάστασή του ήταν όντως αστεία.
Λίγο λίγο, με το φαγητό, το άφθονο κρασί και τα πολλά τα γέλια, άρχισε να λύνεται κι η γλώσσα. Κυρίως μιλούσε με το γέροντα, ή μάλλον προς το γέροντα, λέγοντάς του για τις περιπέτειές του, για τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, για τους κίνδυνους που είχε διατρέξει, για την ιερή τρέλα που από μικρό τον είχε καταλάβει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει ούτε στιγμή. Ο γέροντας τον άκουγε προσεκτικά, του έκανε ερωτήσεις και κάποια πνευματώδη σχόλια. Τον συμπάθησε ο Γιάννης. «Επιτέλους, γνώρισα ένα σοφό», σκεφτόταν. «Όλοι είναι σοφοί, απλά δεν το ξέρουν», του είπε εκείνος μες στη σκέψη του. «Με τρομάζεις!» είπε σιωπηλά ο Γιάννης. «Το ξέρω», ήρθε η απάντηση. Γέλασαν κι οι δύο.
Ο ξένος πήρε να κοιτάζει ένα ένα τους συνδαιτυμόνες. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κατάξανθη νέα, που είχε φωτεινό το πρόσωπο, τα μάτια γαλανά και εκτυφλωτικά λευκό το δέρμα. «Είναι η κόρη μου», άκουσε τη φωνή του γέροντα μέσα του να κουδουνίζει. Χαμογέλασε. Της χαμογέλασε.
Όταν τέλειωσε το δείπνο βγήκαν όλοι έξω στον κήπο και, κρατώντας από μια κούπα με δροσερό γλυκόπιοτο κρασί, άρχισαν στις ομορφιές που τους έζωναν να σεργιανάνε. Ο Γιάννης βρέθηκε να περπατά δίπλα στη θεσπέσια κόρη. «Είναι όνειρο. Αποκλείεται να συμβαίνουν όλ’ αυτά. Ζω μέσα σ’ ένα όνειρο», σκεφτόταν. Κι όμως, δεν ήταν όνειρο. Βρισκόταν σ’ ένα χωριό στην κορυφή του κόσμου, μόλις πριν λίγο απόλαυσε θεϊκό ένα δείπνο, και τώρα, και τώρα τριγυρνά σ’ ένα παραμυθένιο κήπο, έχοντας σα σιωπηλή συντροφιά μια όμορφη γυναίκα που μοιάζει σα νεράιδα, σαν οπτασία. «Πρέπει να της μιλήσω».
Της μίλησε. Το όνομά της είναι Κλειώ, αλλά κάποιοι τη φωνάζουν Μάγια. «Μια Μούσα», σκέφτηκε. Ναι, με Μούσα μοιάζει. Θα μπορούσε να γίνει η Μούσα κάθε ποιητή, κάθε ζωγράφου, κάθε γλύπτη, κάθε τραγουδιστή.
Καθώς ήταν μαζί της ο Γιάννης, ένιωθε το γύρω κόσμο του να σβήνει. Όλες οι φωνές χάθηκαν, οι ήχοι όλοι έσβησαν, ακόμη κι οι εικόνες ομορφιάς που έβλεπε δεν ήταν παρά μια αντανάκλαση του χρώματος των ματιών της, που τώρα έμοιαζαν πράσινα. Έχασε κάθε αίσθηση του χρόνου. Εγκατέλειψε το σώμα του η ψυχή και περιπλανήθηκε σε άλλους κόσμους, κόσμους πολύ όμορφους για να ’ναι αληθινοί. Κάποια στιγμή ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει το δικό του και, ξύπνησε. Είχε ξημερώσει, κι αυτός καθόταν στις όχθες μιας πανέμορφης λίμνης, δίπλα στην Κλειώ. Στην Κλειώ, που δεν ήταν όνειρο, αλλά απτή πραγματικότητα. Τον είχε αγγίξει. Και τώρα, τον άγγιζε ξανά καθώς σηκωνόταν. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι για να τον οδηγήσει πίσω στο παλάτι. Για να τον βάλει να κοιμηθεί κανονικά, να ξεκουραστεί. Αρκετές συγκινήσεις γνώρισε σε μία και μόνο μέρα.

Ο Γιάννης έζησε για πολύ καιρό σ’ εκείνο το παράξενο χωριό, μέσα σ’ εκείνο το παράξενο παλάτι, το βγαλμένο απ’ το χθες. Η ζωή του ολόκληρη είχε αλλάξει, το χθες του έμοιαζε να έχει ξεχαστεί για πάντα. Αλλά, που και που, κάποιες ξάστερες νυχτιές θυμόταν τα παλιά. Τα ατέλειωτα ταξίδια του, τις περιπέτειες που πάντα τον έφερναν πολύ κοντά στο θάνατο για να τον οδηγήσουν και πάλι στη ζωή. Σκεφτόταν αυτά που έχασε ή, που μάλλον εγκατέλειψε, αλλά την ίδια στιγμή ένιωθε πλούσιος, πλούσιος σε εμπειρίες και συγκινήσεις, και τυχερός γιατί πίστευε ότι εκείνα που ζούσε εκεί που βρισκόταν, δεν τα έζησε ξανά ποτέ κανείς θνητός, τουλάχιστον κανείς κοινός θνητός. Το βουνό, το χωριό, τους ανθρώπους, τους περιέβαλε μια μαγική αύρα, μια αύρα απ’ το χθες, μια αύρα από ένα άλλο κόσμο. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τους κατοίκους τόσο και μεγάλωνε το μυστήριό τους. «Κάτι κρύβουν. Κάτι μου κρύβουν» σκεφτόταν, αλλά δε ρωτούσε. Ήθελε να μάθει μοναχός τις απαντήσεις, ν’ ανακαλύψει ο ίδιος τα μυστικά. Και ο καιρός συνέχισε να περνά σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, μέχρι που ο Γιάννης βρέθηκε παντρεμένος με την Κλειώ. Πότε έγινε αυτό; Όταν το σκέφτεται η εικόνα που έρχεται στο μυαλό του είναι θολή. Βλέπει ένα μαρμάρινο ναό, το γέροντα του χωριού με τον κόκκινο μανδύα να στέκεται μπροστά από ένα θυσιαστήριο και να αποτίνει τιμές σε κάποιους άγνωστους θεούς, λευκοντυμένες κόρες και ημίγυμνους νέους να τραγουδάνε με μια φωνή ύμνους σε μια άγνωστη γλώσσα. Θυμάται, τη μεγάλη γιορτή που ακολούθησε, τα τραγούδια, τους χορούς και το φαγοπότι, που μοιάζαν να κρατήσαν για πολλές μέρες. Μετά θυμάται τη γέννηση των παιδιών του. Μιας κόρης και ενός γιου, που έχουν πια μεγαλώσει. Αλήθεια, πότε έγιναν όλ’ αυτά;
Τα είχε χαμένα ο Γιάννης, αλλά ρουφούσε άπληστα τους χυμούς της ζωής που του προσφέρονταν. Ποιος δε θα ήθελε να είναι στη θέση του; Ήταν παντρεμένος με μια πλούσια και όμορφη γυναίκα, που έμοιαζε να μην την αγγίζει ο χρόνος. Έγινε ο πατέρας δύο εξαιρετικών παιδιών. Ήταν ένας άρχοντας δημιούργημα της τύχης!

Κι όμως, κάτι του λείπει. Κάτι του λείπει και τον πληγώνει. Απλά δεν μπορεί να θυμηθεί τι είναι αυτό. Παρόλη την αγάπη και τη φροντίδα της γυναίκας του, το κενό μέσα του μεγαλώνει, βουλιάζει όλο και περισσότερο στη σιωπή και τη θλίψη. Μέχρι που μια βραδιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, τα πράγματα αλλάζουν. Θυμάται! Θυμάται γιατί πήγε εκεί. Θυμάται ποιος ήταν. Θυμάται πως έφτασε εκεί. Τι έψαχνε να βρει. Το πνεύμα της περιπέτειας ξυπνά και πάλι μέσα του.
Πηγαίνει να βρει γέροντα του χωριού. «Αλήθεια, γιατί μόνο αυτός είναι γέρος;» αναρωτιέται. Εκείνος του λέει ότι τον περίμενε. «Ξέρω γιατί ήρθες εδώ. Σου ξύπνησε η μνήμη! Αλλά, εκείνο που θες να μου ζητήσεις, δεν μπορεί να γίνει. Δεν είσαι έτοιμος ακόμη για να κατέβεις το μυστικό ποτάμι.» «Το μυστικό ποτάμι! Ναι, γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τώρα, τα θυμάμαι όλα. Κι όταν λες ότι δεν είμαι ακόμη έτοιμος να το κατέβω σε πιστεύω. Αλλά, δε μου λες άρχοντα, πότε θα είμαι έτοιμος; Κι αλήθεια ποιο είναι το όνομά σου; Και γιατί είσαι ο μόνος γέροντας σε όλο το χωριό;»
Ο γέροντας έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλός, έμοιαζε να σκέφτεται, αλλά στα μάτια σπινθήριζε παιχνιδιάρικο το βλέμμα. «Κάποια πράγματα είναι καλύτερα να μην τα ξέρει κανείς απ’ τους απέξω, αλλά εσένα θα στα πω, αφού είμαι σίγουρος ότι θα κρατήσεις τα κρυφά κρυμμένα. Έχω πολλά ονόματα, έτσι μάλλον θάταν μάταιο να με αποκαλείς με κάποιο συγκεκριμένο. Άλλοι με λένε Άρχοντα, κάποιοι άλλοι Γέροντα ή Πατέρα, κι οι πιο μεγάλοι Παλαιό των Ημερών. Διάλεξε και πάρε. Για μένα το ίδιο κάνει. Όσο για το γιατί είμαι ο μόνος γέροντας εδώ, απλά κοίταξε γύρω σου, κανείς εδώ δε γερνάει. Όταν ήρθα να κατοικήσω σ’ αυτό το βουνό, ήμουνα όπως με βλέπεις τώρα. Ήρθα με τη γυναίκα μου, αλλά εκείνη, κάποια στιγμή αποφάσισε να πεθάνει. Όλοι οι κάτοικοι είναι τα παιδιά και τα δισέγγονά μου. Όσοι γεννιούνται εδώ, φτάνουν μέχρι κάποια ηλικία, αλλά ποτέ δε γερνάνε. Ωστόσο πεθαίνουν. Όταν το θελήσουν πεθαίνουν. Το πώς δε θα σου το πω και μη ρωτήσεις κανένα άλλο, γιατί δε θα σου απαντήσει. Όσο για το πότε θα είσαι έτοιμος να κατέβεις εκείνο το ποτάμι θα στο πω εγώ, αλλά θα το καταλάβεις και μόνος, αφού μόνο όταν φτάσει η ώρα θα μπορέσεις να το ανακαλύψεις. Φύγε τώρα, πήγαινε στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, που σε περιμένουν».
Υπάκουσε ο Γιάννης. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, άλλωστε. Το μόνο, που αντί να του γαληνέψει η ψυχή, πήρε πιότερο να γίνεται ανήσυχη. Χίλια γιατί τον βασανίζαν, κι ήταν σίγουρος ότι όσο κι αν ρωτούσε, όσο κι αν προσπαθούσε δε θα μπορούσε να βρει τις απαντήσεις.
Για πολύ καιρό αφέθηκε και πάλι στην ευδαιμονία. Τα παιδιά του παντρεύτηκαν κι απόκτησαν τα δικά τους παιδιά, η γυναίκα του ήταν πιο ωραία από ποτέ, το τραγούδι της γλυκό σαν της λησμονιάς. Κι όμως, που και που, εξακολουθούσε να σκέφτεται την παλιά του ζωή, αυτά που άφησε κι εκείνα που δε γνώρισε. «Ζω στον παράδεισο, κι όμως ούτε κι αυτός δεν είναι αρκετός για μένα. Δε θα σβήσει, λοιπόν, ποτέ η δίψα μου!»
Μιλούσε στην Κλειώ για τις έγνοιες του, κι εκείνη τον χάιδευε σα μικρό παιδί και τον παρηγορούσε. «Θα συνεχίσεις το ταξίδι, μην ανησυχείς. Θα το συνεχίσεις όταν έρθει η ώρα…».
Το να συνεχίσει το ταξίδι, το να διασχίσει το μυστικό ποτάμι. Αυτοί ήταν πια οι μοναδικοί στόχοι της ζωής του.
Κάποια νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Μια σκηνή απ’ την παλιά ζωή του. Καθόταν σ’ ένα κλειστό δωμάτιο και διάβαζε ένα βιβλίο μικρό, για το μέρος που βρισκόταν. Διάβαζε για τα θαύματα που καθημερινά ζούσε, αλλά και για τα μυστικά τα φοβερά του βουνού εκείνου. Σ’ ένα σημείο γινότανε αναφορά και στο κρυφό ποτάμι, το οποίο «μόνο οι νεκροί μπορούν να το διασχίσουν.» Ξύπνησε τρομαγμένος.
Λίγο πριν το μεσημέρι βρέθηκε στις πράσινες όχθες της λίμνης, να κάθεται μονάχος και σκεφτικός. Κοιτούσε τα ήσυχα νερά κι αναπολούσε το παράξενο όνειρο. «Τι ήθελε να μου πει;» αναρωτιόταν. Πίστευε ότι τα όνειρα πάντα κάποιο μήνυμα έχουνε να σου μεταφέρουν, αλλά, ποιο ήταν εκείνο που θα προέκυπτε απ’ το συγκεκριμένο, δεν μπόρεσε να καταλάβει. Μετά από καμπόση ώρα σηκώθηκε, έτοιμος να πάρει το δρόμο για το σπίτι, και τότε, είδε! Είδε την αντανάκλαση του πρόσωπού του στο νερό και τρόμαξε. Ήταν γέρος! Στην αρχή δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε, αλλά αφού το ψαχούλεψε για λίγο, και πείστηκε ότι η μορφή που έβλεπε ήταν όντως η δική του, το πήρε απόφαση, και λες και ξύπνησε απόνα όνειρο, στο οποίο ήταν για χρόνια παραδομένος. Όλα όσα έζησε εκεί, πέρασαν με μιας σαν αστραπή μέσα απ’ το μυαλό του. Όλα είχαν τη λογική τους: Η γυναίκα του που έμενε νέα, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, τα λόγια του γέροντα σοφού… «Όσοι γεννιούνται εδώ δε γερνάνε», του είπε. Ναι, εκείνοι δε γερνάνε, αλλά αυτός γέρασε μια και δε γεννήθηκε εκεί. Το καθετί ή σχεδόν το καθετί είχε την εξήγησή του. Κοίταξε γύρω του. Στην απέναντι όχθη της λίμνης αντίκρισε το στόμιο μιας σπηλιάς, που τόσα και τόσα χρόνια που βρίσκονταν εκεί, δεν είχε ποτέ προσέξει. Χαμογέλασε!
«Γέροντα, ήρθε η ώρα!» ξεφώνησε, με το που μπήκε στο παλάτι. Ο γέροντας του χαμογέλασε: «Έχεις δίκιο, παιδί μου! Άιντε, πήγαινε στην οικογένειά σου κι απόψε θα οργανώσουμε γιορτή μεγάλη. Τη γιορτή του αποχαιρετισμού σου!»
Το πιο θεσπέσιο κρασί έρεε άφθονο εκείνη τη νύχτα και τα πιο εκλεκτά φαγιά πλημμύριζαν τα μαρμάρινα τραπέζια. Τραγούδια γλυκά κι ονειρικά, ειπωμένα από θεϊκές φωνές ξεχύνονταν στην πλάση, που ολόκληρη κι αυτή έμοιαζε να γιορτάζει. Ο Γιάννης αγκαλιά με την όμορφή του την Κλειώ, κι έχοντας γύρω του παιδιά κι εγγόνια, ζούσε εκείνη που δίχως δισταγμό θα ονόμαζε σαν, «την πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου». Θεοί κι άνθρωποι σύμπραξαν για να τονε τιμήσουν.
Η γιορτή κράτησε ως την αυγή. Σαν πήρε να χαράζει, όλοι οι κάτοικοι του χωριού τον πλησίασαν, ο ένας μετά τον άλλο για να τον αποχαιρετήσουν, με γλυκά χαμόγελα κι ευχές για το μακρινό ταξίδι. Ο γέροντας και η Κλειώ, κι η οικογένειά του όλη, περπάτησαν μαζί του ως τις όχθες της λίμνης. Τους αποχαιρέτισε με αγκαλιές, φιλιά και γλυκό ένα δάκρυ. Η Κλειώ του έδωσε ένα χρυσό φλουρί. «Θα το χρειαστείς», του είπε. Ο Γιάννης βούτηξε στα ήσυχα νερά και άρχισε προς την σπηλιά να κολυμπάει.
Δεν του πήρε ώρα πολύ για να φτάσει στον προορισμό του. Ένα παράξενο ημίφως επικρατούσε στο εσωτερικό της, όσο όμως κι αν προχωρούσε προς τα βάθη της, αυτό δεν φαίνονταν να λιγοστεύει ούτε στιγμή. Άλλοτε περπατώντας άνετα και άλλοτε σκυφτός, κι ακόμη μερικές φορές έρποντας, όλο και πλησίαζε προς το μυστικό ποτάμι. Τώρα, μπορούσε ν’ ακούσει τα νερά. Κάποτε έφτασε εκεί για να αντικρίσει, με μεγάλη έκπληξη, ένα βαρκάρη να τον περιμένει. Τον χαιρέτισε, αλλά εκείνος δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να μπει στη βάρκα. Μπήκε, λοιπόν, και άρχισε το ταξίδι. Ο βαρκάρης κωπηλατούσε σταθερά κι αβίαστα και δίχως κόπο, αν και έδειχνε πολύ γέρος. Ωστόσο δε μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκαν νερά να πέφτουν από ψηλά, σα βίαιος καταρράκτης. Μονάχα τότε γύρισε προς το Γιάννη και του ζήτησε το φλουρί. Εκείνος του το έδωσε χαμογελώντας, λέγοντας την ίδια ώρα: «Κάποιος μου είπε, κάποτε, ότι κανείς δε βγήκε ζωντανός, μέσα από τούτο το ποτάμι…». «Σου είπε την αλήθεια», απάντησε ο βαρκάρης, και σε μια στιγμή η βάρκα βρέθηκε να κάνει βουτιά σ’ ένα υδάτινο χάος.


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ο γέρος που σκέφτεται

Ήθελα να ξαναγράψω αυτό το παραμύθι-ιστορία προτού το ανεβάσω εδώ, αλλά τις τελευταίες μέρες το μυαλό δε λειτουργεί, έτσι σας το παραδίδω όπως ακριβώς το αποτύπωσα την πρώτη φορά:

Και ξαφνικά η πλατεία του χωριού απόκτησε ζωή. Ένας παράξενος γέρος έφτασε κει μια μέρα κι έκανε κατάληψη στην κρήνη. Τα νέα διαδόθηκαν σ’ όλο το μεγαλοχώρι μας σε μια στιγμή. Βγήκαν τελάληδες τα παιδιά εις τα στενά και το διαλαλήσαν: «Ήρθε στο χωριό ένας γέρος με φουστάνι».
Τρέξαμε όλοι από περιέργεια να τον υποδεχτούμε, να τον περιεργαστούμε. Σαν αξιοθέατο μάς φάνταζε και ναι, τα παιδιά είχαν δίκιο φορούσε φουστάνι ή μάλλον κελεμπία. Σκεφτήκαμε πως ήταν άραβας, μα γυάλιζε απ’ ασπράδα το πρόσωπό του. Ένα γαλήνιο πρόσωπο.
«Καλώς μας βρήκες γέροντα», τον καλωσορίσαμε.
«Καλώς σας βρήκα άρχοντες», ανταπάντησ’ εκείνος.
«Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στα μέρη μας;»
«Ο νοτιάς. Είμαι ταξιδευτής!»
Πολύ παράξενος μας φάνηκε τούτος ο γέροντας μα δε μιλήσαμε, κι εκείνος δε φαίνονταν να θέλει κάτι άλλο να μας πει. Οι μεγαλύτεροι κινήσαμε και πάλι για τις δουλειές π’ αναβολή δεν παίρναν, μα τα παιδιά μείναν εκεί και πήραν γύρω του να τραγουδούν και να χορεύουν. Εκείνος τα ’βλεπε χαμογελαστός μα ρούπι από κει που κάθισε δεν το κουνούσε.
Το απόγιομα καθώς γυρίζαμε απ’ τις δουλειές εκεί ακόμα ήταν καθισμένος. Εμείς, νομίζαμε πως θα κάθονταν για λίγο να ξαποστάσει, και μετά πάλι θα κίναγε για τον προορισμό του. Αλλά, εκείνος δε φαίνονταν να έχει τέτοιες σκέψεις. Ακόμα κι όταν φύγαν τα παιδιά κι απόμεινε μονάχος, δεν έλεγε να σηκωθεί για αλλού πια να κινήσει.
Πήγα και τον ρώτησα αν θα έφευγε εκείνη τη βραδιά κι εκείνος μ’ απάντησε με σιγαλή φωνή: «Δεν έχω να πάω πουθενά, αφού δω μ’ έφερε ο δρόμος». Τι να του πω δεν ήξερα έτσι κίνησα για το σπιτικό μου. Μόνο του έστειλα λίγο φαΐ με το μικρό μου γιο και την παραγγελιά αν θέλει απόψε στο δικό μου φτωχικό να ξαποστάσει. Μου μήνυσε με το μικρό πως για χρόνια πολλά κρεβάτι του έχει τη γη, κουβέρτα του τον ουρανό, κι όσο για φαΐ, χάρη στην καλοσύνη μου θε να χορτάσει.
Νωρίς νωρίς τ’ άλλο πρωί, σχεδόν προτού χαράξει, κίνησα να πάω στα χωράφια για να ποτίσω. Μα, δεν άντεξα στον πειρασμό και πέρασα απ’ την κρήνη. Ο γέροντας εκεί ήταν καθιστός, και φαίνονταν να σκέφτεται και να φεγγοβολάει. «Άγγελος για δαίμονας είναι, θεέ μου, αυτός;» Τον πλησίασα και του χάρισα μια καλημέρα. Με καλημέρισε κι αυτός.
«Τι κάνεις παππού;»
«Σκέφτομαι παιδί μου!»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Την ευτυχία!»
Δεν απόσωσε να πει μια απόκοσμη γαλήνη πλημμύρισε και πάλι το πρόσωπό του. Κίνησα για τα χωράφια. Δεν ένιωθα πως μπόραα του γέροντα εκείνου την ψυχή να τηνε διαβάσω.
Περνάει μέρα, περνούν δυο κι ο γέροντας εκεί στην κρήνη. Του έστελναν φαΐ οι χωριανοί με τα παιδιά κι αυτός τους ευχαριστούσε. Κι αν τον ρωτούσανε τι έκανε, πως σκέφτεται την ευτυχία απαντούσε.
Με τα παιδιά φίλεψε μεμιάς κι οι μεγαλύτεροι δεν τον κακοκοιτούσαν. Παράξενος πολύ ο γέροντας αλλά γιομάτος καλοσύνη, και με τον καιρό νιώθαμε πως έγινε δικός μας. Τ’ όνομά του δεν το μάθαμε ποτές κι έτσι δεν ξέραμε πως να τον αποκαλούμε. Στο τέλος τέλος έγινε «Ο γέρος που σκέφτεται», για όλο το χωριό.
Μια φορά που είχα πρόβλημα και λύση δεν μπόραα να βρω, είπα το γέροντα να ρωτήσω, κι αυτός χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί μου είπε τι να κάνω. Στην κυρά μου πάω να το πω αλλ’ αυτή με προλαβαίνει: «Σκέφτηκ’ ο γέροντας για σε, έτσι δεν είναι;» Τ’ ομολόγησα.
Καθώς περνάει ο καιρός η φήμη του πάει και στ’ άλλα τα χωριά και συχνά πυκνά άνθρωποι περαχωρήτες έρχονται για να τον επισκεφτούνε. Όλοι τους φτάνουν σκεφτικοί αλλά με χαμόγελο γλυκό αναχωρούν στα χείλη.
Τα παιδιά που πιότερο τα αγαπά τον περιτριγυρίζουν. Που και που ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις του, σηκώνεται μαζί τους για να παίξει και τους λέει ιστορίες. Κι αυτά π’ αυτί δεν έχουνε ν’ ακούσουν τον παπά που στο σκολειό γράμματα τους μαθαίνει, κοντά του κάθονται σιωπηλά κι υπάκουα, κι απ’ ό,τι έχει να τους πει δε χάνουν λέξη. Όταν παίρνει να πέφτει η νυχτιά τα κλείνει όλα μες στη μεγάλη του αγκαλιά και τα καληνυχτίζει. Εκείνα για τα σπίτια τους τραβούν, στους δικούς τους για να πουν μια νέα ιστορία.
Μάη μήνα ήταν που έφτασε κει ο γέροντας και πήγε Αύγουστος κι αυτός κρεβάτι ποτέ δεν είδε. Μονάχα εκεί στην κρήνη εκαθότανε, κι εσκέφτονταν την ευτυχία. Την ευτυχία που σιγά σιγά άρχισε να πλημμυρίζει το χωριό χωρίς καλά καλά κανείς μας να το καταλάβει. «Δαίμονας είναι», έλεε ο παπάς, «Άγιος» οι κυράδες, και τα παιδιά, στα πόδια του εκάθονταν κι εκειός τα εβλοούσε.
Απ’ την ήμερα που έφτασε εις το χωριό ολονών τα σπιτικά εμερέψαν. Δεν άκουγες κανένα τσακωμό, μονάχ’ όλοι με αγάπη και ομόνοια εζούσαν. Κι αν είχαν κάποιο πρόβλημα στο γέρο μεμιάς ετρέχανε για να το ελύσει. Μονάχα στο δικό του ρώτημα δε φαίνονταν να βρίσκει κάποια άκρη.
«Βρήκες την ευτυχία, γέροντα;»
«Τη σκέφτομαι, τη σκέφτομαι πολύ παιδί μου», έλεε, «δε θα μου ξεφύγει».
Όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο μακριά η φήμη του απλωνόταν. Πολύς ο κόσμος που έφτανε τις Κυριακές για να ιδεί «το γέροντα που σκεφτόταν», ακόμη κι απ’ τη χώρα. Αυτός ένα καλό λόγο είχε για τον καθένα τους να πει, αγάπη να χαρίσει, κι όλος ο κόσμος εμίλαε για το χωριό που ’χε ένα άγιο άνθρωπο να κάθεται στην κρήνη. Και σαν τους ρωτούσαν εκείνοι που δε γνώριζαν τι κάνει εκεί, «σκέφτεται την ευτυχία» απαντούσανε, και τα πρόσωπά τους φέγγανε σα λαμπάδα.
Κάποια Παρασκευή απόγιομα, λίγο προτού ο ήλιος δύσει, είδαμε ξάφνου το γέροντα απ’ τη θέση του ν’ αναπηδάει και χοροπηδώντας δω και κει να φωνάζει, να γελά και σαν παλικάρι νιο να τραγουδάει.
«Τι έγινε, γέροντα;», τρέξαμε όλοι να μάθουμε, απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Αυτός δε μας απάντησε μα πήρε να χορεύει. Ώρα δεν πέρασε πολύ και παιδιά και νιοι και γέροντες μπήκαμε στον τρελό χορό του. Ένα λαγούτο κάπου ακούστηκε να μας ακομπανιάρει, κι οι γυναίκες έφεραν βαρέλια το κρασί, πιατέλες τους μεζέδες, και σμίξανε κι αυτές με μας σ’ ένα ουράνιο γλέντι. Ακόμη κι ο παπάς ξεχάστηκε και μπήκε στο χορό, ρουφώντας μαζί μας τη χαρά και την ελευθερία.
Ώρες και ώρες κράτησε το γλέντι αυτό κι απλόχερα χάρισε σ’ όλους που ’τανε εκεί την ευτυχία. Σαν κόπασε ο χαλασμός το γέροντα πλησίασα για να τονε ρωτήσω πάλι: «Τι έγινε παππού;». «Βρήκα την ευτυχία παιδί μου!». «Που τη βρήκες;». «Στη μη σκέψη!», μου απάντησε χαμογελαστός και κίνησε για τα χωράφια. Χαμογέλασα κι εγώ και πήγα να βρω τη φαμελιά μου.
Το άλλο πρωί ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό πως ο καλός ο γέροντας είχε πια φύγει. Αλλά, πράγμα παράξενο, κανείς δε φαίνονταν στ’ αλήθεια να λυπάται. Λες κι ένα χέρι μαγικό με μια αλλόκοτη χαρά μας είχε ντύσει.
Πέρασε, πέρασ’ ο καιρός και κάποια μέρα ήρθε στο χωριό ένας πραματευτής απ’ τη χώρα. Μας είπε πως σ’ ένα μακρινό χωριό ένας γέροντας καθόταν στην πλατεία, κάτω από ’να πλάτανο κι εσκέφτονταν την ευτυχία…

Για την Τζάκι


Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Ο Αληθινός

Τρελός; Όχι! Όχι δεν ήτανε τρελός, κάθε άλλο, αληθινός ήταν. Τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος. Ψεύτικος σαν τη συνείδησή μας. Τη συνείδησή μας που μοναχά εκείνος ξυπνούσε. Την κακία μας που κοίμιζε. Την καλοσύνη μας που έβαζε πάντα δίχως να προσπαθεί σ’ επιφυλακή. Ο δαίμονας κι ο άγγελός μας. Αυτό ήταν. Κι άλλα πολλά. Πολλά και παράξενα, που δύσκολο πολύ είναι για τα λόγια να περιγράψουν. Ένας άντρας που είχε μείνει παιδί, κάποιος που δεν έχασε ποτέ την αθωότητά του, κάποιος που πίστευε τ’ απίστευτα και τα έκανε πιστευτά, ένας δυσλεκτικός, λίγο αργόστροφος, αλλά πάντοτε δουλευταράς και χαμογελαστός άνθρωπος. Αυτός ήταν ο Πετρής.
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον βλέπαμε πάντα έτσι, δε βλέπαμε την αλήθεια του, λειψοί καθώς ήμασταν τότε στα μυαλά του χωριού μου οι άνθρωποι. Όσο ήταν μικρός όλοι σχεδόν τον αποφεύγαμε, ενώ κάποιοι τον κορόιδευαν κιόλας, φευγάτος καθώς ήταν. Αλλά, σαν πέρασε ο καιρός και πια τον συνηθίσαμε, συμβιβαστήκαμε με τα κουσούρια του, άρχισε με τον τρόπο του να μας δίνει περισσή χαρά και τον αγαπήσαμε. Ήτανε τόσο άκακος και τόσο ονειροπαρμένος, που πολλές φορές μας έπιανε εξ’ απροόπτου μ’ αυτά που είχε να μας πει. Κάθε απόγιομα, ανέκκλητα, όταν μαζεύονταν όλοι οι σερνικοί στον καφενέ για το σκόλασμα της μέρας, ερχότανε καμαρωτός-καμαρωτός κι αυτός εκεί για να μας πει τις ιστορίες του, για να μας περιγράψει τα τρελά ονείρατά του.
Τον ακούγαμε με προσοχή όλοι οι χωριανοί αφού όλο για πράματα θαμαστά και περίεργα μάς μιλούσε. Τη μια μάς έλεε πώς κάποια μέρα θα πετάξει -το είδε, λέει, στ’ όνειρό του- την άλλη τον καιρό προέβλεπε και δεν έπεφτε λιαχτίδα ή βροχής σταγόνα έξω, ενώ πού και πού μάς μίλαε και για γυναίκες παράξενες και διάφανες, βγαλμένες από ’να άλλο κόσμο λες ή από το παρελθόν, που τον επισκέφτονταν καθώς περιπλανιόνταν στα χωράφια, ή και πολλές φορές καθώς κοιμόταν.
Φυσικά, κανείς μας δεν πίστευε όλα όσα εκείνος έλεε εκτός από τα αποδεδειγμένα. Αλλά, εκείνον, φύση αγαθή, καθόλου δεν τον ένοιαζε αν τον πιστεύαμε ή όχι, φτάνει που όλοι τον άκουγαν και τον αγαπούσαν. Ναι, αυτό μετρούσε, καθώς ο ίδιος αγαπούσε πολύ την αγάπη. Κάθε τόσο όταν κάποιος από μας τον ρώταε τι κάνει, αγαπώ, απαντούσε και φωτίζονταν το πρόσωπό του και η φύση όλη απ’ της άσπιλης αθωότητας το πιο πλατύ κι αληθινό χαμόγελο.
Πού και πού, ωστόσο, δημιουργούσε, έστω άθελά του, και κάνα πρόβλημα, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει-στο κεφάλι του μέσα καθώς ζούσε- ότι πέρα απ’ την αλήθεια υπάρχει και το δόλιο το ψέμα, κι έτσι ό,τι άκουε το μετέφερε κι αλλού, το διαλαλούσε σαν κάτι το μοναδικό και όμορφο, κι ας μην ήταν τέτοιο. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μεγάλα μυστικά, κρυφές οδύνες, αλλά ούτε κι η κατάρα της υποκρισίας, αφού ήταν Ο Αληθινός, όπως έλεε κι η συγχωρημένη η Ελένη. Ο μοναδικός αληθινός άνθρωπος που είχαμε την τύχη και την τιμή να γνωρίσουμε.
Μα, δεν τον αγαπούσαν μοναχά οι άνθρωποι, αλλά κι όλα τ’ άλλα ζωντανά: τα πουλιά, τα ζώα, ακόμη θα έλεγε κανείς και τα μυρμήγκια. Με όλους και όλα μιλούσε. Λες και ήξερε ολονών τη μυστική τη γλώσσα. Έτσι, όπου κι αν βρισκότανε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, πάντοτε κάποια ζώα ή μερικά πουλιά ή κι έντομα, μαζεύονταν κοντά του – ξεκουράζονταν δίπλα του, από πάνω του ή στη σκιά του. Τα χάιδευε όλα κι ημέρευαν, τους μιλούσε κι έμοιαζαν να τον ακούν προσεκτικά, να τον υπακούνε. Πιότερο, όμως, απ’ όλα αγαπούσε τα πουλιά, ένιωθε πως ελεύθερα καθώς ήταν εκείνα του έμοιαζαν πολύ, μαζί τους ξόδευε πιότερο το χρόνο του κι όλο τους υποσχόταν πώς μαζί τους κάποια μέρα σύντομα θα πετούσε.
Ήταν ένα αστείο θέαμα, παράταιρο πολύ, να βλέπεις ένα γίγαντα, σαν τον Πετρή, να παίζει όλο χαρά μέσα στις λάσπες με τα ζα και να κάνει όνειρα τρελά πώς θα πετάξει, αλλά να, -πώς να το πω;- η αλήθεια είναι ότι πού και πού νιώθαμε να φουντώνει μέσα μας και να μάς πυρπολά ο δαίμονας της ζήλιας. Ναι, τον ζηλεύαμε εμείς οι μικρόψυχοι πολύ, για τη γαλήνη του και για την καλοσύνη, για την αγάπη που ξεχύνονταν σαν ποταμός, με άφθονο δροσιστικό νερό, από την ύπαρξή του, για τον τρόπο που κοιτούσε τη ζωή ενώ εμείς βαρυγκωμούσαμε, για τη χαρά του. Ω, ατέλειωτη ήταν η χαρά του – λες σαν τον χρόνο τον ίδιο. Χαιρόταν επειδή ζούσε, επειδή περπατούσε, επειδή υπήρχε ο ήλιος, το φεγγάρι κι όλα τα ζωντανά, επειδή η φύση ήταν τόσο όμορφη και -ήμαρτον κύριε, έλεε, πώς του- τραγουδούσε, επειδή...
Εμείς, οι φτωχοί οι άνθρωποι, οι τυφλοί στις χαρές της ζωής κι όλες τις χάρες, χωμένοι καθώς ήμασταν μες στις σκοτούρες και όλα τα πρέπει μας, πώς θα μπορούσαμε ποτέ να τον μιμηθούμε; Αδύνατον! Έτσι παραμέναμε αμίλητοι, βουβοί, της ζωής του το μέγα θαύμα να παρατηρούμε.
Κι είδαμε το πρόσωπό του ν’ αρχίζει με τον καιρό να λούζει μια λάμψη απόκοσμη, μοναδική, λες κι ώρα την ώρα ντύνονταν όλο και πιο πολύ με της σοφίας τα δώρα. Έμοιαζε μπρος στα μάτια μας να μεταμορφώνεται σ’ ένα νιο γέροντα σοφό, κι ας μην πάτησε ποτέ του στο σκολειό, κι ας μην περπάτησε στα μονοπάτια της αλφαβήτας. Έγινε πια τόσο ήρεμος που σου ’σπαζε τα νεύρα. Τον βρίσκαμε πολλές νυχτιές να κάθεται στου ρυακιού την όχθη και ν’ αφουγκράζεται το νερό να κυλάει απαλά και να χάνεται στου σκοταδιού τα βάθη, καθώς τα βατράχια κόβαν βόλτες πάνω στα πόδια και μέσα στις παλάμες του, κι άλλες στην κορυφή του διπλανού βουνού, έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγιάς Κυριακής, να πιάνει κουβέντα με τις κουκουβάγιες και τ’ άλλα νυχτοπούλια, κι όλο να ψιθυρίζει: Θα πετάξω... Θα πετάξω...
Μα, όσο ονειροπόλος κι αν ήταν ο Πετρής, άλλο τόσο ήτανε δουλευταράς και με γερή την κράση. Έτσι, τον παίρνανε μαζί τους για δουλειά, με τη σειρά, όλοι οι χωριανοί, ανάλογα με την ανάγκη. Τη μια εμάζευε ελιές, την άλλη έσκαφτε λάκκους, την παράλλη έβοσκε τα ζα ή έκοβε σταφύλια, και περνούσαν οι μέρες του νερό. Τόσο καλός που ήτανε έδινε χαρά μεγάλη στη δόλια του τη μάνα.. Φοβότανε, βλέπετε, παλιά η καψερή, πως δε θα έβρισκε ποτέ απ’ το λειψό παιδί χαΐρι. Αλλά, μετά μεγάλωσε για να τη διαψεύσει, και να γίνει αυτός το μοναδικό το φως μες στην πικρή ζωή της.
Μα, αλί, κρυφή αρρώστια έτρωγε της γυναίκας αυτής τα σωθικά και στα πενήντα χρόνια της, κάπου εκεί, ξεψύχησε, τον άφησε μονάχο. Ράγισε ο καημένος ο Πετρής, κι ένας πόνος ασήκωτος, που δεν ένιωσε πριν ποτέ, του ξέσκισε σα μαχαιριά αόρατη κι οδυνηρή πολύ τα σπλάχνα. Για πρώτη φορά τον είδαμε να κλαίει αφόρητα και με λυγμούς, και τον σπαραγμό του έμοιαζε να μοιράζεται όλ’ η φύση. Ο θρήνος του έγινε θρήνος του θεού κι ολόκληρης της πλάσης.
Μετά την κηδεία μαζωχτήκαμε όλοι οι χωριανοί στον καφενέ για να βρούμε τρόπο κατάλληλο να του συμπαρασταθούμε. Σύντομα συμφωνήσαμε ότι θα ήταν άδικο και κρίμα απ’ το θεό μεγάλο να τον αφήσουμε μόνο. Έτσι αποφασίστηκε μια γυναίκα να μαγειρεύει κάθε μέρα και γι’ αυτόν φαΐ, κάθε τόσο τα λιγοστά τα ρούχα του να πλένει και το έρμο το φτωχό σπιτάκι του να καθαρίζει.
Σιγά-σιγά με την αγάπη μας και την πολλή στοργή, άρχισε να ξεπερνά τον οδυνηρό πολύ τον πόνο και τ’ αγαθό του πρόσωπο πήρε να γαληνεύει. Αλλά, το βλέμμα του έμοιαζαν τώρα να καλύπτουν αόρατες σκιές, όλο και πιο απλανές γινόταν, κι όλοι φοβόμασταν πως σύντομα θα έχανε τελείως τα λογικά του.
Περνούσε όμως αβίαστα κι ατάραχα ο καιρός, κι οι φόβοι μας μέναν φόβοι. Έτσι, το χαμογέλιο έγινε και πάλι μόνιμός του συνοδός και για τη νέα του ζωή φαίνονταν νάστηνε τρελό χορό η άλλη μάνα του, η φύση. Πάνω απ’ του φτωχικού του σπιτιού την ξώπορτα φτιάξαν φωλιές αμέτρητα πουλιά, απ’ τα ταξιδιάρικα και τ’ άλλα, ενώ στην πίσω την αυλή μοναχά τους, λες, ξεφύτρωσαν αμέτρητα, κάθε λογής λουλούδια. Η δικιά του η χαρά που επανέρχονταν έμοιαζε να ’χει πια για τα καλά δεθεί με τη χαρά της πλάσης.
Ήταν μια μέρα καλοκαιρινή της Κυριακής, όταν τον είδαμε να διασχίζει τρέχοντας όλο το χωριό, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι όλο χαρά θα πετάξω, θα πετάξω, να φωνάζει. Χαμογελάσαμε όλοι πλατιά με τα καμώματά του και συνέχισε ο καθείς το δρόμο του, πηγαίνοντας όπου αγαπούσε. Είχαμε συνηθίσει πια του Πετρή μας τις παραξενιές και ό,τι και αν έκανε εμάς απλά μας έβγαζε λίγο απ’ τη βολή και τίποτ’ άλλο.
Αλλά, την επομένη δεν τον είδε κανείς να περιδιαβαίνει το χωριό κι αυτό παράξενο πολύ μας εφάνη. Σαν πέρασε κι η παράλλη μέρα κι αυτός παρέμειν’ άφαντος, τότε τρομάξαμε για τα καλά, φοβηθήκαμε πως μέγα κακό τον βρήκε και βγήκαμε όλ’ οι χωριανοί στη γύρα για τον βρούμε. Μετά από πολλές ώρες μάταιο ψάξιμο και αγωνία μεγάλη, κάποιος σκέφτηκε και πρότεινε πάνω στο βουνό, στο εκκλησάκι της Αγιάς Κυριακής ν’ ανεβούμε.
Μόλις φτάσαμ’ εκεί είδαμε τα ρούχα του πεταμένα στο χώμα όλα, και δίπλα ακριβώς απ’ αυτά, δυο μεγάλα σαν τα χέρια μας λευκά φτερά μαλαματένια. Μεμιάς όλοι κοιτάξαμε ψηλά και μ’ ανοικτό το στόμα γρικήσαμε ένα τεράστιο λευκό πουλί, που έμοιαζε να ’χει του ανθρώπου το κορμί, προς τον καυτό τον ήλιο μ’ απλωτές, σαν κύμα οπτασίας απαλό, αγέρωχα να κολυμπάει.

Υ.γ. Τρίτο «ξανακοιταγμένο» παραμύθι από τις Αληθινές Μυθιστορίες μου