Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Το Στοιχειωμένο Σπίτι

Πέντε η ώρα το πρωί, κι ένας οδυνηρός πόνος στο πόδι και η τρέλα που με δέρνει δε μ' αφήνουν να κοιμηθώ. Έτσι είπα να ανεβάσω για σας μια σχεδόν τρομακτική ιστορία και να την κάνω σιγά-σιγά για το χωριό. Υγρασίας βοηθούσης ίσως έχω την ευκαιρία να συλλαβώ με το φωτογραφικό φακό μια ματωμένη ανατολή.
Τα λέμε, μάλλον, το Σάββατο...

Ακούγαμε πολλά για κείνο το σπίτι. Έζησε, μας λέγαν οι παλιοί, και πέθανε εκεί μια πολύ κατατρεγμένη απ’ την τύχη γυναίκα. Από κείνες δα που μόνο δυστυχία γνώρισαν στη ζωή τους. Η γιαγιά μου, πούταν σοφή γριά, μας έλεε πως μέσα κει κατοικούσε ο Χάρος.
Κι όμως, εμάς που ήμασταν παιδιά, δε μας φάνταζε τόσο τρομαχτικό. Μας προκαλούσε, θα έλεγα. Μας προκαλούσε να το εξερευνήσουμε, ν’ ανακαλύψουμε τα δήθεν του μυστήρια. Αλλά οι μεγάλοι δε μας άφηναν, και κάθε που το αναφέραμε σταυροκοπιούνταν κι έφτυναν στον κόρφο τους για να διώξουν το κακό. «Με το θεό και με το διάολο, δεν παίζει κανείς», μονολοούσε η γιαγιά.
Μα ποιο θεό; και ποιο διάολο; Δουλειά δεν έχουνε να κάνουν και θα κάτσουν να φυλάνε ένα σπίτι; Παράξενοι πολύ, ήτανε οι μεγάλοι και άλλο από σύγχυση δεν καταφέρναν να σκορπίσουν.
Μα, ο χρόνος περνούσε βιαστικά, κι η περιέργειά μας όλο και μεγάλωνε. Τι ήταν εκείνο που τόσο φόβιζε τους μεγάλους; Και τι μυστικά έκρυβε εκείνο το συνηθισμένο σαν όλα τ’ άλλα, στην όψη, σπίτι. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ήταν παρά ένα διώροφο πλινθόκτιστο γιαπί, που στο φως της μέρας δε φάνταζ’ αλλόκοτο. Αλλά «τη νύχτα είναι που βγαίνουν τα στοιχειά», υποστηρίζαν τα γερόντια.
«Αλήθεια, πως μοιάζουν τα στοιχειά;» απορούσαμε. Και μαθαίναμε πως έχουν μαύρα κέρατα, σαν του τράγου μαθές, και τα μάτια τους είναι κόκκινα, όπως και το δέρμα τους κάποτε, και περπατούν άλλοτε με τα δυο κι άλλοτε με τα τέσσερά τους πόδια, και πετούν κιόλας σα σίφουνες, όπως τα παλιά χρόνια οι δράκοι.
Μετά από τούτες τις καλές περιγραφές, όταν πηγαίναμε για ύπνο βλέπαμε όνειρα αλλόκοτα που σαν τα διηγιόμασταν στους μεγάλους σηκώνονταν κάγκελο οι τρίχες τους, κι άρχιζαν πάλι τα «πτου πτου πτου, κακό να μη μας έβρει». Θα τους έβρισκε κακό επειδή ονειρευόμασταν;
Χρόνο με το χρόνο ο θρύλος του στοιχειωμένου του σπιτιού γινόταν όλο και πιο σκοτεινός, κι άρχισε ν’ αποκτά και παραλλαγές. Οι γερόντοι που δεν είχαν τι άλλο να κάνουν κάθονταν στον καφενέ, και περιμέναν πως και πως την ώρα που θα ’ρχοταν κάποιος ξένος, για να του πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, σιγά σιγά στο σπίτι άρχισαν να κυκλοφορούν ακέφαλα σώματα ή και ανεξάρτητα κεφάλια, κάθε βράδυ η γριά που πριν το κατοικούσε - και πέθανε απ’ τον καημό της - σηκωνόταν προς νερού της, κάποιες ασέληνες σκοτεινές νυχτιές, ακούγονταν από κει μερικές τρομαχτικές κραυγές που αναστατώναν τους περαστικούς: «ωωωωωωωωω, αααααααααα, βαλλλλλλλλλλλλλλ, τιιιιιιιιιιιιιιιιι, ουυυυυυυυυυυ». Μα, την αλήθεια για να πω, τόσες νυχτιές που απ’ έξω στάθηκα, ποτέ δεν άκουσα κραυγές κι ούτε κάτι παράξενο είδα.
Ωστόσο, η φήμη του σπιτιού διέσχισε όλη την επαρχία και άνθρωποι έρχονταν από παντού για να το επισκεφτούνε. Στο φως της μέρας έμοιαζε ακίνδυνο, απλά ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ωστόσο, εκείνοι που μέσα μπαίνανε για να το εξερευνήσουν, βγαίνοντας ήταν σίγουροι ότι το σπίτι εκείνο έκρυβε πολλά μυστικά. Λέγαν πως το πάτωμα από κάτω ήταν κενό, πως οι τοίχοι είχαν κρυφά ανοίγματα, πως οι τρεις όλοι κι όλοι αραχνιασμένοι μικροί πίνακες, που βρήκαν κρεμασμένους στο δωμάτιο της γριάς, έκρυβαν κάτι το σατανικό. Κάποτε έκανε την εμφάνισή του και κάποιος που λογιόταν κυνηγός φαντασμάτων και ο οποίος, παρόλες τις προειδοποιήσεις των χωριανών, ήταν αποφασισμένος να περάσει μια νύχτα εκεί μόνος.
Όλοι τον λυπηθήκαμε. Ήμασταν σίγουροι ότι θα τον έβρισκε κάποιο κακό. Ο παπάς, πιστός και προληπτικός όσο έπαιρνε, έμεινε μαζί του ως την τελευταία στιγμή προσπαθώντας να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Αφού είδε κι απόειδε, τα παράτησε κι έφυγε. Του ’στειλε μόνο με την κόρη του τη Ρηνιώ, το καλύτερο κορίτσι του χωριού, λίγο φαγητό και τσάι. «Τουλάχιστον να μην πάει νηστικός», είπε.
Νύχτωσε για τα καλά. Όλοι είχανε την έγνοια του ξένου, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει κατά κει για να δει τι θα γινόταν. Σαν πήγε μεσάνυχτα και κάτι, όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι βυθίστηκαν στον ύπνο, βγήκα κρυφά απ’ το παράθυρο της κάμαράς μου και πήγα να βρω το φίλο μου το Γιάννη. Ήμασταν κι οι δυο δεκάξι χρονών παλικάρια, δε φοβόμασταν, και δε θα χάναμε το θέαμα με τίποτα. Με περίμενε έξω απ’ την πόρτα του και κινήσαμε μαζί για το στοιχειωμένο σπίτι.
Σα φτάσαμε εκεί, σταθήκαμε λίγο απέξω κι αφουγκραστήκαμε. Άκρα του τάφου σιωπή. Έβγαλε ο Γιάννης απ’ την τσέπη του ένα μικρό μπουκάλι ρακή που ’κλεψε απ’ το σπίτι και καθίσαμε κατάχαμα για να πιούμε και να ζεσταθούμε.
Θα πέρασε πολύ ώρα, γιατί αποκοιμηθήκαμε, όταν ακούσαμε μια σπαρακτική κραυγή «μανούλα μου» να βγαίνει απ’ το σπίτι και κάτι να χτυπάει με ορμή την πόρτα από μέσα. Σε λίγα δευτερόλεπτα είδαμε, παγωμένοι απ’ το φόβο μας, τον κυνηγό να πηδάει απόνα παραθύρι και ν’ αρχίζει να τρέχει σαν τρελός. Σα μας πέρασε για λίγο το σάστισμα, πήραμε να τρέχουμε το κατόπι του. Τον φτάσαμε έξω απ’ την εκκλησιά της Παναγιάς, όπου τον βρήκαμε γονατιστό μπροστά απ’ την πόρτα. Ήταν κάτωχρος κι όλο «Παναγιά, βοήθα με, Παναγιά, βοήθα με», μονολοούσε. Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε, αλλά που! Το βλέμμα του ήταν απλανές, πετρωμένο, φαίνονταν να ψήνεται στον πυρετό. «Σα να είδε τον Χάρο», μου ψιθύρισε ο Γιάννης. Σε λίγο κατάφτασ’ ο παπάς που, έμενε κοντά στο σπίτι του διαόλου και, αφυπνίστηκε απ’ τις φωνές. Σιγά σιγά με τη βοήθειά μας τον έπεισε να σηκωθεί για να τον οδηγήσουμε στην ασφάλεια.
Το σπίτι του παπά ήταν ανάστατο. Κι η παπαδιά, κι ο γιος τους ο Γιώργης, και το Ρηνιώ, πανέμορφο μες στο νυχτικό, ήταν στο πόδι. Βάλαμε τον ταλαίπωρο τον κυνηγό να ξαπλώσει στο σοφά κι αμέσως το Ρηνιώ πήγε να του φτιάξει τσάι, μπας και ξεπαγώσει. «Δε θα κοιμηθεί εύκολα, μ’ έτσι τρομάρα που πήρε», αποφάνθηκε ο παπάς, μα έπεσε έξω. Δεν φτάσαμε καλά καλά να του ποτίσουμε το ζεστό κι αποκοιμήθηκε. Αλλά, κατά ένα παράξενο τρόπο νυστάξαμε κι εμείς μεμιάς, και κινήσαμε για τα σπίτια μας, να κοιμηθούμε.
Την επομένη ήμασταν τα πρόσωπα της ημέρας στο χωριό. Όλοι έρχονταν να μάθουν από πρώτο χέρι τα νέα. Ακόμη κι η Ρηνιώ, που για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που την ξέραμε, πρόσεξε την ύπαρξή μας. Μας χαμογελούσε, μας μιλούσε, ζητούσε λεπτομέρειες. Κι εμείς… νιώθαμε ήρωες!
Ο ξένος έμεινε στο σπίτι του παπά για ένα ακόμα βράδυ. Μετά έφυγε για την πόλη. Όπως μάθαμε απ’ τους επισκέπτες, που όλο και περισσότεροι φτάναν στο χωριό, εκείνος ο κακομοίρης πήγε σ’ ένα τρελογιατρό για να τον ανακουφίσει κι εκείνος τον έκλεισε στο ψυχιατρείο. «Αθεράπευτη περίπτωση», είπε μετά.
Εκείνη η νύχτα πάντως, στάθηκε η πιο σημαντική της ζωής μου. Ένα τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά άντρας, αλλά και… πως να το πω;… να, ήμουνα κι εγώ, όπως κι οι περισσότεροι νέοι του χωριού, ερωτευμένος με τη Ρηνιώ, και, επιτέλους με… είδε! Αχ, ένας άγγελος ήταν η Ρηνιώ. Μα, ήταν κόρη του παπά. Και φρόνιμη πολύ. Πολύ φρόνιμη. «Μικρή αγία», τη λέγανε οι χωριανοί. Αμόλυντη σαν… αμαρτία! Πως να την κατακτήσω; Πως να της μιλήσω για τον έρωτά μου; Μήπως το να ’μαι γενναίος θα ’ταν αρκετό για να ’ρθει κοντά μου;
Τα ξομολοήθηκα όλα στο Γιάννη. «Κι εγώ θαυμάζω τη Ρηνιώ», παραδέχτηκε, «μα, μου φαίνεται αδύνατο κάποιος να την καταφέρει».
Σωστά μου φάνηκαν τα λόγια του. Μπήκε όμως πια στ’ αυλάκι το νερό και δεν ματαγυρίζει, εκτός κι αν αλλάξει δρόμο. «Γιάννη, αν ανακαλύψω το μυστήριο του σπιτιού, λες να μ’ αγαπήσει;» - «Όλα στα λόγια είν’ εύκολα, μα δύσκολα στην πράξη. Ακόμη κι αν τα καταφέρεις, που ξέρεις αν θα σ’ αγαπήσει;»
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και τ’ αποφάσισα: «Αυτός είναι ο δρόμος». Έπεισα και το Γιάννη να με βοηθήσει. Έτσι με το που μπήκε το καλοκαίρι και κλείσαν τα σχολειά, έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Με κάθε ευκαιρία πηγαίναμε με το φίλο μου όξω απ’ το σπίτι του κακού και στήναμε καρτέρι. Κάποιες νυχτιές ακούγαμε υπόκωφες κραυγές που μας παγώνανε το αίμα, κι άλλοτε βήματα συρτά να πάνε πέρα δώθε. Πολλές φορές ακούσαμε πόρτες να τρίζουν, και άλλες τόσες είδαμε ένα αδύναμο κόκκινο φως να λούζει για μια στιγμή ένα παράθυρο που κοίταε το δρόμο.
Μυστήρια πολύ φαίνονταν όλ’ αυτά, αλλά με τον καιρό δε μας τρομάζαν τόσο. Όμως κανείς δεν έμαθε ποτέ τι κάναμε τα βράδια. Με λίγη δουλειά, λίγο παιγνίδι και κάποια τυχαία περάσματα από το σπίτι του παπά, πετούσανε οι μέρες. Η Ρηνιώ, όσο περνούσε ο καιρός, πιο όμορφη γινόταν. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος στο σκοτάδι, αλλά μάτια δεν είχε αυτή για μας. πιστή ήταν στο θεό και αφοσιωμένη.
Κάποια βραδιά, μετά από πολύ καιρό, με το Γιάννη είπαμε να κάνουμε το μέγα βήμα. Έτσι, δυο θα ’ταν η ώρα το πρωί, κινήσαμε για το σπίτι, αποφασισμένοι μέσα για να μπούμε. Η αλήθεια είναι πως λίγο φοβόμασταν, μα ύστερα από τόσο καιρό, πιστεύαμε πως έφτασε η ώρα. Ανοίγουμε, λοιπόν, σιγά σιγά την πόρτα του και νυχοπατώντας προχωρούμε. Ακούμε, ξαφνικά, μια συριχτή κραυγή «ωωωωωωωω», απ’ το πάτωμα να βγαίνει, και στη στιγμή γινόμαστε καπνός. Αν είχαμ’ αντοχή θα τρέχαμε ακόμη!
Την άλλη μέρα δεν τολμήσαμε ξανά εκεί να πάμε. Φανήκαμε τόσο δειλοί, οι άθλιοι, τόσο δειλοί. Βρίζαμε ο καθείς τον άλλο και τον εαυτό του. «Αύριο. Αύριο…», αποφασίσαμε ξανά. Θα πηγαίναμε στη διάρκεια της λειτουργίας, ήταν μαθές Κυριακή, να εξερευνήσουμε το σπίτι, και θα γυρίζαμε το βράδυ για μια νέα «επίθεση των γενναίων».
Όπως το λέω, έγινε! Ψάξαμε τους τοίχους, τις πόρτες, τα παραθύρια, τα πατώματα. Ψάξαμε παντού προσεκτικά κι ανακαλύψαμε πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, και συμφωνήσαμε να πάμε νωρίτερα για να κρατήσουμε τσίλιες, εκείνο το μοιραίο βράδυ. Νιώθαμε σίγουροι πως το μυστήριο, τουλάχιστον για μας, θα ’παιρνε τέλος.
Προμηθευτήκαμε λίγη ρακή, ψωμί, τυρί κι ελιές, κι ένα φανό και για του τρόμου το σπίτι κινήσαμε, πολύ προτού τα μεσάνυχτα φτάσουν. Κρυφτήκαμε σ’ ένα δωμάτιο. κι εκεί στα σκοτεινά, μες στη σιωπή, τρώγαμε, πίναμε και παραμονεύαμε. Αργούσε να περάσ’ η ώρα.
Κάποια στιγμή ακούσαμε την πίσω πόρτα του σπιτιού να τρίζει, και μετά ένα ψίθυρο, βήματα αργά κι ένα αμυδρό κόκκινο φως είδαμε προς την κουζίνα να κινείται. Ξεπρόβαλα το κεφάλι μου αργά και πρόλαβα να δω δυο σχεδόν διάφανα πλάσματα, από μια καταπακτή σ’ ένα άγνωστο υπόγειο να κατεβαίνουν. Παρέμεινα στη σκοτεινιά να παρακολουθάω. Σαν χάθηκαν απ’ το πρόσωπο της γης, ψιθύρισα στο Γιάννη να μείνει ακίνητος και σιωπηλός ακόμα.
Πέρασαν λίγα λεπτά και σιγά σιγά υπόκωφες φωνές στ’ αυτιά μας άρχισαν να φτάνουν: «ωωωωωωωω, ουμμμμμμμμμμμ, τιιιιιιιιιιιιιιιι, αχχχχχχχχχ, τιιιιιιιιι, μουυυυυυυυ, αααααααααααα, ειςςςςςςςςςςς». Μόλις ξεκινήσαν οι φωνές κινήσαμε κι εμείς προς την πηγή τους. Συρθήκαμε προς την καταπακτή και την ανοίξαμε μεμιάς ρίχνοντας μέσα άπλετο φως με το φανάρι. Τότε…

Μετά από τρεις μήνες, ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό, ταράζοντας σχεδόν τους πάντες. Η Ρηνιώ, το πιο καλό και φρόνιμο κορίτσι του χωριού, έμεινε έγκυος απ’ το… κρίνο. Μόνο εμείς γνωρίζαμε πως το επίθετο αυτού ήταν Χατζημιχάλης!


Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 19

«Καλά έκανες και πήγες, Αντρέα. Καλά έκανες. Το πρώτο βήμα. Κάλλιο αργά, παρά αργότερα...»
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, Γιώργο. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια, λέξη δεν της είπα. Δείλιασα. Με έπνιξαν οι ενοχές με το που κάθισα δίπλα της.»
«Δεν είναι παράξενο αυτό που συνέβηκε. Παράξενο θα ήταν αν δε συνέβαινε, αφού εσύ ήσουνα ο ηλίθιος που τής έβαλε όρους και καθόρισε και τις βάρδιες...»
«Στ’ αλήθεια, ηλίθιος. Αλλά και τώρα έτσι νιώθω. Ηλίθιος επειδή πήγα. Ηλίθιος επειδή δεν το έκανα τόσο καιρό. Ηλίθιος για όσα έκανα. Ηλίθιος...»
«Θαρρώ πώς τώρα πια δε με χρειάζεσαι εμένα ρε Αντρέα, μια χαρά βρίζεις κι εσύ τον εαυτό σου!» είπε ο Γιώργος κι άρχισε να γελάει.
Ο Αντρέας προσπάθησε να τον μιμηθεί αλλά δεν τα πολυκατάφερε. Το μυαλό του ήταν αλλού. στο νοσοκομείο, στο παιδί του, σ’ εκείνη. Δυνατή πολύ τού φάνηκε, κι αποφασισμένη. Δε βούλιαξε σε κανένα βούρκο εκείνη, αλλά έγινε βράχος και στάθηκε ακλόνητη δίπλα απ’ τον Αλέξη. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για ετούτο τον άθλιο, τον κακομοίρη τον εαυτό του.
«Τα δύσκολα πέρασαν,» τον έβγαλε απ’ το συλλογισμό του ο Γιώργος, «από δω και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Μην τα πολυσκαλίζεις τα πράγματα. Άσ’ τα μόνα τους και θα πάνε εκεί που πρέπει να πάνε.»
«Δεν είναι εύκολο.»
«Λες να μην το ξέρω. Αλλά μην το παίζεις πια και τόσο τραγικός βρε αδελφέ. Κι άλλοι πολλοί βρέθηκαν στη θέση σου ή πέρασαν και χειρότερα, μα δεν το έβαλαν κάτω, και τα κατάφεραν, επιβίωσαν. Πάψε να παριστάνεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ’ρθει το τέλος του κόσμου, γιατί αυτό θαρρώ πώς για την ώρα τουλάχιστον δε θα συμβεί.»
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό...»
«Άσε τους χορούς και τις μαλακίες ρε φίλε. Σταμάτα να τα ψειρίζεις όλα. Και μη μου λες εμένα ότι είμαι στην απέξω. Ξέρεις την ιστορία μου.»
«Ναι, την ξέρω. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν και σένα, Γιώργο. Εγώ δεν μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου, να τους βάλω φρένο, γι’ αυτό και...»
«Σάμπως και μπορώ εγώ! Μην ξεχνάς ότι σε μια στιγμή τρέλας σκότωσα ...»
«Ναι, ρε συ, σκότωσες. Είσαι φονιάς, αλλά είσαι άνθρωπος καλός, σωστός. Εγώ δε σκότωσα κανένα, όχι με τα χέρια μου, αλλά είμαι κάλπης, ψεύτικος από πάνω ως κάτω. Σκότωσα τον Αλέξη και την Αναστασία. Και τους δυο τους σκότωσα, κι ας ζούνε...»
«Κι η δουλειά σου τώρα είναι να τους αναστήσεις!»
«Λόγια... Λόγια... Στ’ αλήθεια τώρα, Γιώργο. τι σου συνέβηκε μέσα στη φυλακή κι άλλαξες τόσο. Σε τίποτα δε θυμίζεις πια τον άνθρωπο που κάποτε ήξερα. Παλιά ήσουνα φωνακλάς, καβγατζής, χωρατατζής... Τώρα, θαρρώ, μόνο το τελευταίο σου ’χει απομείνει. Μπήκες μέσα με οργή, βγήκες έξω με... γαλήνη. Θέλω να μάθω: Πώς έγινε αυτό;»
«Μεγάλη ιστορία, φίλε μου. Και τώρα βαριέμαι να τη διηγηθώ. Θα σου πω μόνο ότι γνώρισα ένα ανθρωπάκι καλό, ένα δασκαλάκο, που μου άλλαξε τη ζωή. Ανεβαίνει αύριο-μεθαύριο απ’ το νησί. Όταν τον γνωρίσεις, όταν σου πει την ιστορία του, τότε θα καταλάβεις τι εννοώ όταν μιλώ για τα χειρότερα.»
«Λες και... Αλλά, εντάξει, άσε, θα σταματήσω να το αναλύω. Για πες μου, θυμάσαι πού και πού τα παλιά ρε Γιώργο; Θυμάσαι πώς ήμασταν κάποτε; Θυμάσαι τις τσάρκες μας, τις πλάκες μας και τα μεθύσια μας; Θυμάσαι τα κορίτσια; Θυμάσαι πόσο ωραία και καλά περνούσαμε τότε;»
«Όλα τα θυμάμαι. Πώς να τα ξεχάσω; Όσο για τα κορίτσια, εκείνα που εννοείς, ακόμη έχω επαφή μαζί τους. Μαθαίνω νέα τους. Άλλα προκόψανε, κι άλλα δεν τα κατάφεραν, και παρέμειναν να γεράσουν στα Σπίτια.»
«Αλήθεια, τι απέγινε εκείνη η μικρή, η Ιωάννα; Τα κατάφερε; Βγήκε απ’ το βούρκο;»
«Αυτή, ποτέ δεν ήτανε στ’ αλήθεια μέσα στο βούρκο, Αντρέα. Απλά πέρασε για λίγο από κει βιαστικά, λερώθηκε στις λάσπες του, κι ύστερα ξεπλύθηκε. Η μικρή μεγάλωσε και πρόκοψε πολύ, όπως όλοι μας μαντεύαμε. Παντρεύτηκε σ’ ένα νησί, αρρώστησε βαριά, μα το ξεπέρασε, έγραψε κι ένα βιβλίο, είναι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η κόρη της. Δεν ήταν πόρνη η Ιωάννα, αγία σε αναμονή ήταν!»
«Ξέρεις τι σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ετούτες μέρες, Γιώργο; Ότι δεν έπρεπε να παντρευτώ, ούτε και να κάνω παιδί. πώς καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζα να συχνάζω στα πορνεία. Ν’ αδειάζω εκεί τ’ απωθημένα μου, στις πόρνες, της μετρητοίς ή και στις άλλες τις κοκότες -της αψηλής, τάχα μου, κοινωνίας- τις καλές, επί πιστώσει... Ίσως έτσι να ήταν όλα πιο καλά. Ίσως να μη συνέβαινε το κακό!»
«Τα ίσως και τα αν είναι πολυτέλειες τώρα, Αντρέα. Το σήμερα μοναχά μετρά και λίγο το αύριο. Φρόντισε γι’ αυτά κι ό,τι προκύψει.»
«Κι ό,τι προκύψει...»

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 13

«Δεν πας καλά!»
«Λες να μην το ξέρω, ρε Γιώργο;»
«Ε, και τι κάνεις γι’ αυτό; Όλη μέρα πίνεις, κι ύστερα πιωμένος ξενυχτάς. Μέχρι πότε...»
«Όσο αντέχω!»
«Και μετά;»
«Και μετά θα πάω στο διάολο να ησυχάσουμ’ όλοι!»
Κάθε μέρα όλο και χειρότερα δείχνει ο Αντρέας. Κάθε μέρα πίνει όλο και πιο πολύ, κοιμάται όλο και πιο λίγο, δεν τρώει καθόλου, κι ούτε δουλεύει. Μόνο σκέφτεται. Κλείνει τα μάτια και κοιτά μπροστά. στο τίποτα που του ανήκει.
«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει ο Αλέξης, φίλε. Θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ. Άλλη λύση δεν υπάρχει.»
«Και ποιος σου ’πε πώς ο θάνατος είναι η λύση; Αν νιώθεις τόσο άσκημα όσο λες, πρέπει να ζήσεις. να ζήσεις με τις ενοχές σου...»
«Ναι, το ξέρω, εύκολη λύση είν’ ο θάνατος, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Πάντα ήσουνα ντόμπρος άνθρωπος, Αντρέα, ξέρεις ποιο είναι το καθήκον σου, κι ας μη σου αρέσει. Πρέπει να σταθείς δίπλα της, όπως στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου. Το πιοτό κι η αυτολύπηση δε βοηθάνε, μόνο χειρότερα μπορούν να κάνουν τα πράματα.»
«Θέλω να το κάνω αυτό. θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω, να τη συγχωρέσω. απλά δεν μπορώ.»
«Να μπορέσεις. Αν μπορεί να σε συγχωρέσει εκείνη, σίγουρα κι εσύ μπορείς. Μην κωλώνεις τώρα, στα δύσκολα!»
Δίκιο έχει ο Γιώργος. Αλλά, τι να κάνει; Αυτός είναι αλλιώς μαθημένος. Μια ζωή λιγομίλητος ήταν σε ό,τι αφορούσε τα συναισθήματά του, με το ζόρι του έβγαζες κουβέντα, ενώ τώρα... Ενώ τώρα μιλά και σταματημό δεν έχει. Και γι’ αυτό νιώθει αδύνατος πολύ, ευάλωτος, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί δημόσια το μέσα του. Αν και όταν μιλάμε για τον Γιώργο, μιλάμε για τον άνθρωπό του, τον αδελφό του, ωστόσο... Ω, δεν ξέρει τι να σκεφτεί! Ίσως να είναι το πιοτό, ή, ίσως να είναι και ο πόνος που τον κάνουν τόσο ευαίσθητο, ένα παιδί κλαψιάρικο. Δεν του πάει αυτό το σκηνικό, καθόλου δεν του πάει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να το αλλάξει. Το είναι του όλο πια έχει φορέσει το προσωπείο της θλίψης, της άρνησης. Όχι, δεν κάνει αρνητικές σκέψεις. τις συνιστά. είναι το αποτέλεσμά τους.
«Είμαι μικρός, Γιώργο, πολύ μικρός μπροστά σ’ εκείνη. Εκείνη αντέχει τον πόνο, τον κοιτά κατάματα, ενώ εγώ...»
«Τι θες να σου πω τώρα; Να υψώσεις το ανάστημά σου; Να φανείς δυνατός; Μαλακίες! Το παιδί σου ίσως να πεθαίνει και τα λόγια σ’ αυτή την περίπτωση δε βοηθάνε. Να ρίξεις το εγώ σου, αυτό πρέπει να κάνεις, καλέ μου φίλε. Πρέπει ν’ αφήσεις τους εγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσεις να τα βρεις, έστω όπως-όπως, με τη γυναίκα σου. Είναι καλή γυναίκα η Αναστασία. Της αξίζει λίγος σεβασμός...»
«Όπως αξίζει σε μένα καταφρόνια!»
«Όχι καταφρόνια, συγχώρεση.»
«Συγχώρεση!»
Αφήνει τη λέξη να αιωρείται στον αέρα. Ναι, το ξέρει, αυτό χρειάζεται. Όχι άφεση αμαρτιών, απλά συγχώρεση. Σκέφτεται την Αναστασία του. Φέρνει την εικόνα της στο μυαλό του. Ακόμη είναι όμορφη πολύ, τουλάχιστον στα μάτια του. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που γνωρίστηκαν. Λες κι ο χρόνος παρέλειψε ν’ αφήσει πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της τα σημάδια του. Κι εκείνη η καλοσύνη της, η μεγάλη της καρδιά είναι... Είναι που τον γεμίζουν πιότερο με ενοχές. Η άλλη; Η άλλη είναι απλά κορμί, είναι φωτιά, δεν είναι πνεύμα. Αχ, Αναστασία μου! Αχ, κορίτσι μου όμορφο. Αχ και να ’ξερες τι σε περίμενε όταν δεχόσουνα να με παντρευτείς. Αχ και να ’ξερες τι κουμάσι ήταν ο καλός σου...
Κοιτάει τον Γιώργο που πίνει το βαρύ πικρό καφέ του και κοιτάει στο πουθενά. Δίκιο έχει, σκέφτεται, δίκιο κι άδικο. Δίκιο, επειδή του λέει τι είναι το σωστό, άδικο, επειδή φαίνεται να πιστεύει πώς μπορεί να το κάνει. Όχι, δεν μπορεί. Είναι αδύνατον. Ο εγωισμός του είναι μεγάλος, οι ενοχές του ακόμη μεγαλύτερες. Θα μείνει στο σκοτάδι. Εκεί θα μείνει. Οπουδήποτε αλλού φοβάται. Όλους και όλα τα φοβάται. τα λόγια και τις σιωπές, τη συμπόνια και τη λύπηση, ακόμη και τον εαυτό του τον ίδιο, τον οποίο δεν τολμάει πια να κοιτάξει μες στα μάτια, αφού είναι σίγουρος πώς κι εκεί θα διαβάσει την καταφρόνια.
Λες! Λες να προσπαθήσω, κι ό,τι βγει; Χειρότερα αποκλείεται να τα κάνω τα πράγματα...

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

John Sandford: Mind Prey

Ο Τζον Σάντφορντ γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα, στους τίτλους των οποίων πάντα αναφέρεται η λέξη Θήραμα (Prey).
Το ανά χείρας μυθιστόρημα, το «Θήραμα στο νου» είναι η ιστορία ενός πρώην τροφίμου ψυχιατρικού ιδρύματος, που καταφέρνει να πείσει τις αρχές ότι είναι νεκρός, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μια απρόσμενη και επικίνδυνη για τους άλλους ελευθερία.
Όλα αρχίζουν όταν ο Τζον Μέιλ, όπως είναι το όνομά του, απαγάγει την πρώην ψυχίατρό του, αυτή που τον είχε κλείσει στο ίδρυμα, μαζί με τις δυο της κόρες. Κι αυτό το κάνει μέρα μεσημέρι στην παρουσία μαρτύρων. Από την στιγμή εκείνη αρχίζει ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό για εντοπισμό του άγνωστου ακόμη για την αστυνομία δράστη, που κάθε άλλο παρά «τρελό» θυμίζει, αφού πάντα καταφέρνει, με τη βοήθεια κάποιου απροσδόκητου σύμμαχου, αλλά και της έμφυτης καχυποψίας του, να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες του.
Συστήνοντάς μας το δράστη από την πρώτη στιγμή ο συγγραφέας δεν αφαιρεί τίποτα από την πλοκή του έργου, αφού γνωρίζοντας το ποιος παίρνουμε ν’ αναρωτιόμαστε το γιατί, ενώ η «αγωνία» για τη σύλληψή του παραμένει στο ζενίθ από την αρχή μέχρι το τέλος. Παράλληλα άγνωστη για πολύ παραμένει και η ταυτότητα του πληροφοριοδότη, που τον προστατεύει από τις διωκτικές αρχές.
Ο Σάντφορντ με αφορμή αυτήν την ιστορία απαγωγής μας μιλά για τα σαθρά θεμέλια των μεγάλων πλούσιων οικογενειών και για τα τρομερά τους μυστικά, καθώς και για τους επαγγελματίες του χώρου της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης που θα ήταν ικανοί να κάνουν το καθετί, να χρησιμοποιήσουν κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο, για να βρουν κάποιο προσωπικό «λαβράκι» που θα τους εκτινάξει στην ελίτ του κλάδου τους.
Στο τέλος τέλος, παρά την κτηνώδη και δίχως έντονα -πλην του βίαιου, ερωτικού- συναισθήματα συμπεριφορά του εγκληματία, ο αναγνώστης θέλοντας και μη έρχεται να τον συμπαθήσει λίγο, να τον δικαιολογήσει, κι ας είναι εντελώς αδικαιολόγητος, αφού αυτός είναι απλά αυτός που είναι, αυτός που έγινε, είναι ο εαυτός του, ενώ σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι φαντάζουν ψεύτικοι, μέχρι τα μπούνια υποκριτές.
Παράλληλα με την ιστορία της καταδίωξης, ωστόσο, διαδραματίζεται και μια άλλη - ερωτική αυτή τη φορά. Είναι η ιστορία του αστυνομικού διώκτη του Μέιλ, που ενώ στην επαγγελματική του ζωή τα καταφέρνει πάντα μια χαρά, στην προσωπική δεν τα πάει και τόσο καλά, αφού όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό του να ζητήσει την αγαπημένη του σε γάμο. Από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία κουβαλεί στην τσέπη του το δαχτυλίδι, το οποίο αδυνατεί να της δώσει. Θα βρει το κουράγιο να το κάνει ή όχι;
Το Θήραμα στο Νου είναι ένα μυθιστόρημα αστυνομικά απολαυστικό, με καταιγιστική δράση, που δε θα απογοητεύσει τους φίλους του είδους.
Κυκλοφορεί σε μετάφραση της Ντενίζ Ρώντα από τις εκδόσεις Κέδρος.