Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φίλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φίλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 19

«Καλά έκανες και πήγες, Αντρέα. Καλά έκανες. Το πρώτο βήμα. Κάλλιο αργά, παρά αργότερα...»
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, Γιώργο. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια, λέξη δεν της είπα. Δείλιασα. Με έπνιξαν οι ενοχές με το που κάθισα δίπλα της.»
«Δεν είναι παράξενο αυτό που συνέβηκε. Παράξενο θα ήταν αν δε συνέβαινε, αφού εσύ ήσουνα ο ηλίθιος που τής έβαλε όρους και καθόρισε και τις βάρδιες...»
«Στ’ αλήθεια, ηλίθιος. Αλλά και τώρα έτσι νιώθω. Ηλίθιος επειδή πήγα. Ηλίθιος επειδή δεν το έκανα τόσο καιρό. Ηλίθιος για όσα έκανα. Ηλίθιος...»
«Θαρρώ πώς τώρα πια δε με χρειάζεσαι εμένα ρε Αντρέα, μια χαρά βρίζεις κι εσύ τον εαυτό σου!» είπε ο Γιώργος κι άρχισε να γελάει.
Ο Αντρέας προσπάθησε να τον μιμηθεί αλλά δεν τα πολυκατάφερε. Το μυαλό του ήταν αλλού. στο νοσοκομείο, στο παιδί του, σ’ εκείνη. Δυνατή πολύ τού φάνηκε, κι αποφασισμένη. Δε βούλιαξε σε κανένα βούρκο εκείνη, αλλά έγινε βράχος και στάθηκε ακλόνητη δίπλα απ’ τον Αλέξη. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για ετούτο τον άθλιο, τον κακομοίρη τον εαυτό του.
«Τα δύσκολα πέρασαν,» τον έβγαλε απ’ το συλλογισμό του ο Γιώργος, «από δω και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Μην τα πολυσκαλίζεις τα πράγματα. Άσ’ τα μόνα τους και θα πάνε εκεί που πρέπει να πάνε.»
«Δεν είναι εύκολο.»
«Λες να μην το ξέρω. Αλλά μην το παίζεις πια και τόσο τραγικός βρε αδελφέ. Κι άλλοι πολλοί βρέθηκαν στη θέση σου ή πέρασαν και χειρότερα, μα δεν το έβαλαν κάτω, και τα κατάφεραν, επιβίωσαν. Πάψε να παριστάνεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ’ρθει το τέλος του κόσμου, γιατί αυτό θαρρώ πώς για την ώρα τουλάχιστον δε θα συμβεί.»
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό...»
«Άσε τους χορούς και τις μαλακίες ρε φίλε. Σταμάτα να τα ψειρίζεις όλα. Και μη μου λες εμένα ότι είμαι στην απέξω. Ξέρεις την ιστορία μου.»
«Ναι, την ξέρω. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν και σένα, Γιώργο. Εγώ δεν μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου, να τους βάλω φρένο, γι’ αυτό και...»
«Σάμπως και μπορώ εγώ! Μην ξεχνάς ότι σε μια στιγμή τρέλας σκότωσα ...»
«Ναι, ρε συ, σκότωσες. Είσαι φονιάς, αλλά είσαι άνθρωπος καλός, σωστός. Εγώ δε σκότωσα κανένα, όχι με τα χέρια μου, αλλά είμαι κάλπης, ψεύτικος από πάνω ως κάτω. Σκότωσα τον Αλέξη και την Αναστασία. Και τους δυο τους σκότωσα, κι ας ζούνε...»
«Κι η δουλειά σου τώρα είναι να τους αναστήσεις!»
«Λόγια... Λόγια... Στ’ αλήθεια τώρα, Γιώργο. τι σου συνέβηκε μέσα στη φυλακή κι άλλαξες τόσο. Σε τίποτα δε θυμίζεις πια τον άνθρωπο που κάποτε ήξερα. Παλιά ήσουνα φωνακλάς, καβγατζής, χωρατατζής... Τώρα, θαρρώ, μόνο το τελευταίο σου ’χει απομείνει. Μπήκες μέσα με οργή, βγήκες έξω με... γαλήνη. Θέλω να μάθω: Πώς έγινε αυτό;»
«Μεγάλη ιστορία, φίλε μου. Και τώρα βαριέμαι να τη διηγηθώ. Θα σου πω μόνο ότι γνώρισα ένα ανθρωπάκι καλό, ένα δασκαλάκο, που μου άλλαξε τη ζωή. Ανεβαίνει αύριο-μεθαύριο απ’ το νησί. Όταν τον γνωρίσεις, όταν σου πει την ιστορία του, τότε θα καταλάβεις τι εννοώ όταν μιλώ για τα χειρότερα.»
«Λες και... Αλλά, εντάξει, άσε, θα σταματήσω να το αναλύω. Για πες μου, θυμάσαι πού και πού τα παλιά ρε Γιώργο; Θυμάσαι πώς ήμασταν κάποτε; Θυμάσαι τις τσάρκες μας, τις πλάκες μας και τα μεθύσια μας; Θυμάσαι τα κορίτσια; Θυμάσαι πόσο ωραία και καλά περνούσαμε τότε;»
«Όλα τα θυμάμαι. Πώς να τα ξεχάσω; Όσο για τα κορίτσια, εκείνα που εννοείς, ακόμη έχω επαφή μαζί τους. Μαθαίνω νέα τους. Άλλα προκόψανε, κι άλλα δεν τα κατάφεραν, και παρέμειναν να γεράσουν στα Σπίτια.»
«Αλήθεια, τι απέγινε εκείνη η μικρή, η Ιωάννα; Τα κατάφερε; Βγήκε απ’ το βούρκο;»
«Αυτή, ποτέ δεν ήτανε στ’ αλήθεια μέσα στο βούρκο, Αντρέα. Απλά πέρασε για λίγο από κει βιαστικά, λερώθηκε στις λάσπες του, κι ύστερα ξεπλύθηκε. Η μικρή μεγάλωσε και πρόκοψε πολύ, όπως όλοι μας μαντεύαμε. Παντρεύτηκε σ’ ένα νησί, αρρώστησε βαριά, μα το ξεπέρασε, έγραψε κι ένα βιβλίο, είναι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η κόρη της. Δεν ήταν πόρνη η Ιωάννα, αγία σε αναμονή ήταν!»
«Ξέρεις τι σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ετούτες μέρες, Γιώργο; Ότι δεν έπρεπε να παντρευτώ, ούτε και να κάνω παιδί. πώς καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζα να συχνάζω στα πορνεία. Ν’ αδειάζω εκεί τ’ απωθημένα μου, στις πόρνες, της μετρητοίς ή και στις άλλες τις κοκότες -της αψηλής, τάχα μου, κοινωνίας- τις καλές, επί πιστώσει... Ίσως έτσι να ήταν όλα πιο καλά. Ίσως να μη συνέβαινε το κακό!»
«Τα ίσως και τα αν είναι πολυτέλειες τώρα, Αντρέα. Το σήμερα μοναχά μετρά και λίγο το αύριο. Φρόντισε γι’ αυτά κι ό,τι προκύψει.»
«Κι ό,τι προκύψει...»

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 16

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πάθη, δεν είναι άνθρωποι. παράσιτα είναι!»
Έμεινε να την κοιτάει με το στόμα λίγο ανοικτό, με μια βαθιά απορία χαραγμένη στο πρόσωπο ο Αντρέας. την Ελένη, τη σύντροφο του φίλου του τού Γιώργου. Αυτήν που ξεστόμισε λίγο πριν αυτά τα λόγια. Την κοιτάει κι αναρωτιέται: πώς και τα ’φτιαξε με το φίλο του; Πώς μπορεί και είναι μαζί του; Άγριος άνθρωπος είναι ο Γιώργος, έξω καρδιά μα άγριος. Τουλάχιστον μέχρι τώρα έτσι τον ήξερε, έτσι τον έβλεπε. Ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως τα χρόνια εκείνα τα χαμένα, στη φυλακή, να τον μαλάκωσαν. Ίσως και να την αγάπησε πολύ αυτήνε τη μορφονιά και να μαλάκωσε. Πώς άλλως; Την παρατηρεί σιωπηλά. Προσπαθεί να τη διαβάσει. Μάταια. Δε μοιάζει με καμιά από τις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο του. με καμιά! Από άλλο ανέκδοτο μοιάζει βγαλμένη ετούτη. Σαν ένα παραστρατημένο, ευτυχισμένο ξωτικό. έτσι φαντάζει στα μάτια του.
«Έι, μην κοιτάς τη γυναίκα μου μ’ αυτό τον τρόπο, μη σ’ αρχίσω στις φάπες, παλιόφιλε!» τον βγάζει με πειραχτικό τρόπο από την περισυλλογή του ο Γιώργος.
«Πώς να μην την κοιτάζω, τόσο όμορφη που είναι;» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.
«Ε, καλά, κοίταζε όσο θέλεις. Δεν την ενοχλεί. Κι αν σου μπει καμιά παράξενη ιδέα, ξέρει αυτή πώς να σε βάλει στη θέση σου!»
Την κοιτάει με περηφάνια, με λατρεία την Ελένη του, ο Γιώργος. Όπως δεν κοίταξε εκείνος καμιά γυναίκα. Είμαστε δυο κόσμοι διαφορετικοί, φίλε μου, αποφασίζει ο Αντρέας από μέσα του, μα δεν το λέει. Νιώθει, ωστόσο ένα βλέμμα να τον καρφώνει με πείσμα, να διαπερνά το πετσί και να κοιτά βαθιά μέσα του. Πάει να ρωτήσει τι αλλά δεν προλαβαίνει.
«Δε θα σου πω τι σκέφτομαι, ρε Αντρέα. Δε θα σου πω τι σκέφτομαι για να μη σε βγάλω απ’ τη βολή σου!»
«Κι από πότε άρχισες εσύ να σκέφτεσαι τη βολή μου. Όλα πάντα χύμα μου τα έλεγες. Πάντα με έβριζες, μού φώναζες, με προκαλούσες. Τώρα σ’ έπιασαν οι καλοσύνες σου; Ή, μήπως...»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Αντρέα. Όταν ο Γιώργος έχει κάτι να πει θα το πει. είτε είμαι μπροστά, είτε όχι.»
«Ας το πει, λοιπόν. Κι ας μη μου αρέσει...»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα; Πες μου τι καρτεράς; Τη λύπησή μου; Δε θα την έχεις. Και θες ν’ ακούσεις και κάτι άλλο; Δε σου αξίζει η Αναστασία. Δε σου αξίζει ο Αλέξης. Ένα γερό χέρι σου αξίζει, μπας κι ανοίξεις τα μάτια σου. Πήγες και...»
«Γιώργο...»
«Άσε με να του τα πω, Ελένη μου. Άσε με να του τα πω. Βαρέθηκα πια την κλάψα του. Δεν είσαι βρε πια άντρας. Ένας άχρηστος είσαι και το ξέρεις. Και τώρα που τ’ ακούς ίσως και να χαίρεσαι κιόλας, αφού απλά ακούεις κι από κάποιον άλλο την αλήθεια.»
Εκνευρίστηκε ο Αντρέας. Εκνευρίστηκε πολύ. Το μέσα του πήρε φωτιά. Θέλει να σηκωθεί, να κάνει κάτι: τον Γιώργο να σιωπήσει, τις μέσα του κραυγές να βγάλουν τον σκασμό, να χτυπήσει κάποιον, εδώ και τώρα, για να ξαλαφρώσει. Αλλά, τίποτα δε θα κάνει. Θα καθίσει στ’ αυγά του, ήσυχος μες στην ταραχή του. Θα καθίσει εκεί και θα συνεχίσει ν’ ακούει τον καλύτερό του φίλο να του δίνει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Και στο τέλος-τέλος ίσως και να τον ευχαριστήσει κιόλας!
«Δεν έχεις να πεις τίποτα ρε; Καμιά απάντηση; Που πήγαν τα λόγια τα μεγάλα σου; Πούντες τώρα τις δικαιολογίες σου; Πες μου ρε: γιατί πήγες και χαράμισες έτσι τη ζωή σου; Γιατί τα πέταξες όλα στα σκουπίδια; Μόνο και μόνο επειδή σε διαφεντεύει το τσουτσούνι σου ή έψαχνες και κάτι άλλο;»
Η Ελένη πήγε και πάλι να επέμβει, αλλά το ξανασκέφτηκε και στη στιγμή άλλαξε γνώμη. Ίσως να μην έπρεπε να είναι εκεί, αφού αυτή ήταν μια πολύ προσωπική στιγμή. Μια κουβέντα άγρια, αλλά ανάμεσα σε φίλους παλιούς. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Αλλά, όχι! Αυτό δε θέλει να το κάνει, και είναι σίγουρη ότι κι ο Γιώργος το ίδιο θα σκέφτεται, αλλιώς θα της το είχε ήδη ζητήσει. Θα μείνει εκεί, λοιπόν, και θα συνεχίσει να ακούει τις φωνές του ενός και τις σιωπές του άλλου, να γίνεται και πάλι κοινωνός μιας ξένης ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές στο παρελθόν.
«Δεν ξέρω τι να σου πω, ρε Γιώργο! Νομίζεις ότι κάνω και τίποτ’ άλλο από τα να σκέφτομαι όλ’ αυτά νύχτα-μέρα. Στιγμή δεν ησυχάζω. Ποτέ δεν ξεκουράζομαι. Δεν κοιμάμαι. Όλο ρωτάω τον εαυτό μου το γιατί, μα απαντήσεις δεν παίρνω. Το μόνο που παρακαλώ είναι να γίνει καλά ο Αλέξης, να αποφευχθεί το μεγαλύτερο κακό.»
«Συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο τα φανταζόμαστε. εμείς τα κάνουμε να φαίνοντ’ έτσι. Για όλα φταίνε οι άθλιες ιδέες και οι εμμονές μας,» επενέβη χαμηλόφωνα και μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη η Ελένη.
«Για πες μου, ρε συ: την αγαπάς τη Βασιλική;»
«Νομίζω ναι...»
«Νομίζεις; Όσο αγαπάς την Αναστασία;»
«Δεν ξέρω!»
«Και ποιος ξέρει;»
«...»
«Και καλά, ρε άνθρωπέ μου, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν έμαθες να διαβάζεις τους ανθρώπους; Ένας άγγελος είναι η Αναστασία, βλάκα. Ένας άγγελος! Κι η Βασιλική, μια σκύλα...»
«Είναι καλή γυναίκα η Βασιλική, Γιώργο. Και τη γνώμη σου για κείνη θα κάνω πώς δεν την άκουσα για να μην...»
«Για να μην τι, ρε; Για να μην τι; Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας; Για να μην με πλακώσεις; Για να τη βγάλεις καθαρή; Για να μην τι; Όσο για τη Βασιλική σου, δεν είναι καλή γυναίκα, κι αυτό κάποια μέρα θα το καταλάβεις. θα ξυπνήσεις ξαφνικά και θα θυμηθείς τα λόγια μου. Πονεμένη είναι, καλή όχι. Αυτή θα μπορούσε να κάνει το καθετί, να φτάσει ως το φόνο, για να περάσει το δικό της. Τα μάτια της ξεχειλίζουν από μίσος, κακία κι υστεροβουλία. Ακόμη κι ένας τυφλός θα μπορούσε να το δει αυτό, αλλά εσύ όχι...»
«Μα, δεν τη βλέπω πια!»
«Δεν τη βλέπεις, αλλά τη σκέφτεσαι. Σε τρώνε οι ενοχές και η λαγνεία σου. Και καθόλου δε θα παραξενευόμουνα αν μάθαινα ότι, ενώ το παιδί σου παραδέρνει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, εσύ άρχιζες να μοιράζεσαι και πάλι το χρόνο σου μ’ εκείνη τη λάμια...»
Έγινε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Αντρέας. Απ’ την οργή για τον Γιώργο, αλλά και για τον εαυτό του. Δίκιο έχει ο φίλος του, δίκιο σε όλα. Και είν’ αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτηκε να πάει να την επισκεφτεί, να χωθεί στον κόρφο της και να ξεχαστεί, μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε. όχι για το παιδί του, όχι για τη γυναίκα του, αλλά για εκείνον τον ίδιο. Ήθελε και έπρεπε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση η δική του, ότι του έχει απομείνει ένα ισχνό αίσθημα, ένα ίχνος, μια ανάμνηση αξιοπρέπειας. Τώρα, τι να του πει του άλλου; Πώς να τον κάνει να σωπάσει; Αν μιλήσει θ’ ακούσει κι άλλα πολλά, πράγματα που δε θέλει να ακούσει. Καλύτερα να σκύψει το κεφάλι. Καλύτερα να δηλώσει ένοχος με τη σιωπή του. Μόνο έτσι θα περάσει η μπόρα. Μόνο έτσι δε θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα.
Κοιτάει το Γιώργο, αλλά όχι στα μάτια, φοβάται. Στρέφει το βλέμμα του στην Ελένη. Του χαμογελά ζεστά. Μα, πώς μπορεί και χαμογελά μέσα σε τούτη όλη την αναταραχή, μες στη φουρτούνα; Λες και προσπαθεί να του πει κάτι. Με καταλαβαίνει, σκέφτεται κι αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό να του ξεφύγει. Με καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου το πει με το βλέμμα. Θέλει να κλάψει. Θέλει ν’ αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν ορμητικά από μέσα του, ν’ αδειάζουν για λίγο την πηγή του πόνου. Αλλά, δε θα το κάνει. Όχι τώρα. Μπροστά στον Γιώργο, ποτέ! Ίσως αργότερα. στην κρύα ερημιά του νοσοκομείου.

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 13

«Δεν πας καλά!»
«Λες να μην το ξέρω, ρε Γιώργο;»
«Ε, και τι κάνεις γι’ αυτό; Όλη μέρα πίνεις, κι ύστερα πιωμένος ξενυχτάς. Μέχρι πότε...»
«Όσο αντέχω!»
«Και μετά;»
«Και μετά θα πάω στο διάολο να ησυχάσουμ’ όλοι!»
Κάθε μέρα όλο και χειρότερα δείχνει ο Αντρέας. Κάθε μέρα πίνει όλο και πιο πολύ, κοιμάται όλο και πιο λίγο, δεν τρώει καθόλου, κι ούτε δουλεύει. Μόνο σκέφτεται. Κλείνει τα μάτια και κοιτά μπροστά. στο τίποτα που του ανήκει.
«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει ο Αλέξης, φίλε. Θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ. Άλλη λύση δεν υπάρχει.»
«Και ποιος σου ’πε πώς ο θάνατος είναι η λύση; Αν νιώθεις τόσο άσκημα όσο λες, πρέπει να ζήσεις. να ζήσεις με τις ενοχές σου...»
«Ναι, το ξέρω, εύκολη λύση είν’ ο θάνατος, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Πάντα ήσουνα ντόμπρος άνθρωπος, Αντρέα, ξέρεις ποιο είναι το καθήκον σου, κι ας μη σου αρέσει. Πρέπει να σταθείς δίπλα της, όπως στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου. Το πιοτό κι η αυτολύπηση δε βοηθάνε, μόνο χειρότερα μπορούν να κάνουν τα πράματα.»
«Θέλω να το κάνω αυτό. θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω, να τη συγχωρέσω. απλά δεν μπορώ.»
«Να μπορέσεις. Αν μπορεί να σε συγχωρέσει εκείνη, σίγουρα κι εσύ μπορείς. Μην κωλώνεις τώρα, στα δύσκολα!»
Δίκιο έχει ο Γιώργος. Αλλά, τι να κάνει; Αυτός είναι αλλιώς μαθημένος. Μια ζωή λιγομίλητος ήταν σε ό,τι αφορούσε τα συναισθήματά του, με το ζόρι του έβγαζες κουβέντα, ενώ τώρα... Ενώ τώρα μιλά και σταματημό δεν έχει. Και γι’ αυτό νιώθει αδύνατος πολύ, ευάλωτος, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί δημόσια το μέσα του. Αν και όταν μιλάμε για τον Γιώργο, μιλάμε για τον άνθρωπό του, τον αδελφό του, ωστόσο... Ω, δεν ξέρει τι να σκεφτεί! Ίσως να είναι το πιοτό, ή, ίσως να είναι και ο πόνος που τον κάνουν τόσο ευαίσθητο, ένα παιδί κλαψιάρικο. Δεν του πάει αυτό το σκηνικό, καθόλου δεν του πάει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να το αλλάξει. Το είναι του όλο πια έχει φορέσει το προσωπείο της θλίψης, της άρνησης. Όχι, δεν κάνει αρνητικές σκέψεις. τις συνιστά. είναι το αποτέλεσμά τους.
«Είμαι μικρός, Γιώργο, πολύ μικρός μπροστά σ’ εκείνη. Εκείνη αντέχει τον πόνο, τον κοιτά κατάματα, ενώ εγώ...»
«Τι θες να σου πω τώρα; Να υψώσεις το ανάστημά σου; Να φανείς δυνατός; Μαλακίες! Το παιδί σου ίσως να πεθαίνει και τα λόγια σ’ αυτή την περίπτωση δε βοηθάνε. Να ρίξεις το εγώ σου, αυτό πρέπει να κάνεις, καλέ μου φίλε. Πρέπει ν’ αφήσεις τους εγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσεις να τα βρεις, έστω όπως-όπως, με τη γυναίκα σου. Είναι καλή γυναίκα η Αναστασία. Της αξίζει λίγος σεβασμός...»
«Όπως αξίζει σε μένα καταφρόνια!»
«Όχι καταφρόνια, συγχώρεση.»
«Συγχώρεση!»
Αφήνει τη λέξη να αιωρείται στον αέρα. Ναι, το ξέρει, αυτό χρειάζεται. Όχι άφεση αμαρτιών, απλά συγχώρεση. Σκέφτεται την Αναστασία του. Φέρνει την εικόνα της στο μυαλό του. Ακόμη είναι όμορφη πολύ, τουλάχιστον στα μάτια του. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που γνωρίστηκαν. Λες κι ο χρόνος παρέλειψε ν’ αφήσει πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της τα σημάδια του. Κι εκείνη η καλοσύνη της, η μεγάλη της καρδιά είναι... Είναι που τον γεμίζουν πιότερο με ενοχές. Η άλλη; Η άλλη είναι απλά κορμί, είναι φωτιά, δεν είναι πνεύμα. Αχ, Αναστασία μου! Αχ, κορίτσι μου όμορφο. Αχ και να ’ξερες τι σε περίμενε όταν δεχόσουνα να με παντρευτείς. Αχ και να ’ξερες τι κουμάσι ήταν ο καλός σου...
Κοιτάει τον Γιώργο που πίνει το βαρύ πικρό καφέ του και κοιτάει στο πουθενά. Δίκιο έχει, σκέφτεται, δίκιο κι άδικο. Δίκιο, επειδή του λέει τι είναι το σωστό, άδικο, επειδή φαίνεται να πιστεύει πώς μπορεί να το κάνει. Όχι, δεν μπορεί. Είναι αδύνατον. Ο εγωισμός του είναι μεγάλος, οι ενοχές του ακόμη μεγαλύτερες. Θα μείνει στο σκοτάδι. Εκεί θα μείνει. Οπουδήποτε αλλού φοβάται. Όλους και όλα τα φοβάται. τα λόγια και τις σιωπές, τη συμπόνια και τη λύπηση, ακόμη και τον εαυτό του τον ίδιο, τον οποίο δεν τολμάει πια να κοιτάξει μες στα μάτια, αφού είναι σίγουρος πώς κι εκεί θα διαβάσει την καταφρόνια.
Λες! Λες να προσπαθήσω, κι ό,τι βγει; Χειρότερα αποκλείεται να τα κάνω τα πράγματα...

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Οι Παλιόφιλοι

Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού και περιφερόμουν δίχως σκοπό στο μοναδικό πάρκο που απέμεινε, να φυτοζωεί έστω, στην αφιλόξενη πόλη μου, όταν είδα δύο γεροντάκια στα περασμένα ογδόντα τους, να κάθονται σκεφτικά και κάπως λυπημένα σ’ ένα παγκάκι και να συζητάνε, ν’ αναπολούν με πίκρα τα παλιά. Έδειχναν τόσο μόνοι. Ένιωθαν τόσο μόνοι. Απ’ τη φύση μου περίεργος, κάθισα κι εγώ με τη σειρά μου σ’ ένα παγκάκι ακριβώς από πίσω τους και, πήρα να τους κρυφακούω.
- Μας ξέχασαν όλοι, Γιώργη. Τώρα που δε μας χρειάζονται, μας ξέχασαν. Μας παράτησαν. Την κατάρα μου να ’χουν όλοι τους.
- Άτιμο πράμα τα γηρατειά, ρε φίλε, άτιμο. Κι οι κατάρες δε βοηθάνε. Άσε...
Άτιμο πράμα, στ’ αλήθεια. Τα χρόνια κι οι άλλοι άνθρωποι ξεζουμίσουν πάντα τον φτωχό και μετά τον παραπετάνε σα σκουπίδι στη χωματερή, παρέα με τα υπόλοιπα απομεινάρια μιας απομίμησης ζωής. Και τον αφήνουν εκεί, ανάμεσα σε όλους τους παρατημένους μόνο, ν’ αναρωτιέται νύχτα μέρα αν τελικά κάτι απ’ όλα όσα έζησε έχει νόημα, αν κάτι απ’ αυτά τα λίγα ή πολλά που έκανε έχει αξία.
- Πενήντα χρόνια στο μεροκάματο ρε Γιώργη, και τι κερδίσαμε; Μια θέση στο παγκάκι. Αυτή μονάχα. Μια ζωή δουλειά και κούραση, κι αγρύπνια, κι αγωνία, για μια θέση στο παγκάκι. Πλούσια στ’ αλήθεια ανταμοιβή!
- Δύσκολα χρόνια, φίλε μου Αντρέα, αλλά δεν είχαμε και άλλη επιλογή.
- Δεν είχαμε;
Παρέμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί, κοιτώντας το κενό μ’ εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο των αποσταμένων από τη ζωή, των ηλικιωμένων, εκείνων που πάντα σκέφτονται, πονούν, γελούν και θυμούνται.
Χαμογελούν τώρα. Χαμογελούν σε κάποια άγνωστη ανάμνηση και παλιά. Παλιά σαν αλλοτινό, φθαρμένο στο διάβα του χρόνου, τετράδιο.
- Θα έπρεπε να παίρναμε εκείνο το καράβι, Γιώργη, να πηγαίναμε κάπου αλλού, να βλέπαμε λίγο απ’ το φως του κόσμου εκεί έξω, κι ας πεθαίναμε μετά...
- Μα, ήμασταν δειλοί, κιοτήδες. Μα, θαρρείς πώς εγώ δεν το ’χω μετανιώσει; Αν φεύγαμε τότε ίσως τώρα να μην καθόμασταν εδώ αναπολώντας μια ζωή γεμάτη πόνο και πλήξη και μοναξιά.
Αν έφευγαν! Το για πάντα ματαιωμένο ταξίδι στο άγνωστο, ίσως να στεκόταν η σωτηρία τους, η προσωπική τους σωτηρία, ίσως να τους άνοιγε το δρόμο για μια καλύτερη και πιο γιομάτη από χρώματα ζωή, πολύ διαφορετική απ’ την ασπρόμαυρη δικιά τους. Αλλά, δεν έφταιγαν σε τίποτα κι ετούτοι οι κακομοίρηδες. Έκαναν ακριβώς εκείνο που ήξεραν, ακολούθησαν τη λογική, κι από τότε πληρώνουν ακριβά για τη συγκεκριμένη επιλογή.
- Ξέρεις, Αντρέα, τα βαρέθηκα όλα. Και τη ζωή την ίδια. Ακόμη και τα παιδιά μου, που τόσο πάσκισα για ν’ αναστήσω, και για τα οποία τώρα πια νιώθω πώς είμαι μονάχα ένα βάρος περιττό. Μακάρι να με σήκωναν ακόμη ετούτα τα καταραμένα τα πόδια μου και θα συνέχιζα να δουλεύω. Τουλάχιστον έτσι δε θα μαράζωνα.
Στο βαθιά χαραγμένο απ’ τους τροχούς του χρόνου μάγουλο κύλησε ένα δάκρυ.
- Κι εγώ βαρέθηκα, Γιώργη, αλλά τι να γίνει; Από τότε που έμεινα μόνος δεν έχω τι να κάνω, από που να πιαστώ.
- Πήραμε τη ζωή μας λάθος...
Άναψαν από ένα τσιγάρο σέρτικο, βαρύ, μπας και πήγαιναν κάτω με τον καπνό τα κρυφά τους τα φαρμάκια, και μείναν σιωπηλοί. Τι άλλο να έλεγαν, άλλωστε; Για τι άλλο να εκφράζανε την πίκρα τους; Τόσα χρόνια φίλοι αδελφικοί, σύντροφοι στον πόνο, ήξεραν πολύ καλά τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Καθώς πήρα να σηκώνομαι αργά, αθόρυβα, για να φύγω, η εικόνα τους άρχισε να παίρνει στο μυαλό μου ολοζώντανη μορφή, μα δίχως χρώματα, κλεμμένη λες από κάποια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία. Θυμήθηκα...
- ...μα δεν αλλάξαμε ζωή!

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Της θλίψης τ' αδιέξοδα

Κανείς δεν τη νιώθει,

Κανείς δεν την καταλαβαίνει.

Είναι σίγουρη...

Γι’ αυτό και δε μιλά σε κανένα

Για όσα την απασχολούν,

Γι’ αυτό και κλείνεται όλο και πιο πολύ

Όλο και πιο βαθιά στον εαυτό της,

Προσπαθώντας να ξεφύγει από τα

Αδιέξοδα της μονόδρομος θλίψης της.

Ερωτεύτηκε...

Ερωτεύτηκε ραγδαία κι έπεσε με πάταγο.

Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και κεραυνοβολήθηκε.

Ζει μέσα στο κεφάλι της,

Μέσα εκεί ζει έντονα την απογοήτευσή της.

Την απέρριψαν,

Για δεύτερη φορά στη ζωή της την απέρριψαν,

Και δεν ξέρει πως να το χειριστεί αυτό.

Γι’ αυτό και εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη,

Μ’ αυτόν που την έδιωξε.

Προσπαθεί να καταλάβει το γιατί,

Γιατί εκείνος δεν επιθυμούσε αυτό

Που δεκάδες άλλοι κυνήγησαν.

Μήπως δεν του άρεσε;

Μην ήταν ο χαρακτήρας της;

Ίσως η γλώσσα της που δύσκολα συγκρατούσε;

Ποτέ δεν της πέρασε της κακομοίρας απ’ το μυαλό η ιδέα

Ότι δε γίνεται πάντοτε να κερδίζουμε σ’ αυτή τη ζωή,

Και πως έφτασε η δική της σειρά για να χάσει.

Έτσι χώθηκε στο μέσα της κι απομακρύνθηκε

Από τους ανθρώπους που στ’ αλήθεια την αγαπούσαν,

Αφού νόμιζε πως δεν την καταλάβαιναν,

Κι ας στο βάθος την ήξεραν καλύτερα κι απ’ τον εαυτό της τον ίδιο.