Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράπονο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράπονο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Το παράπονό της

Κι είναι το παράπονο που τώρα σε πνίγει.
Ποτέ δεν έχεις χρόνο για τον εαυτό σου λες
Ποτέ!
Αλλά εσύ δεν ήσουνα που διάλεξες αυτή τη φυλακή;
Εσύ δεν ήσουνα που πήρες πεισματικά ετούτο το δρόμο;
Τότε, γιατί παραπονιέσαι;
Γιατί;
Ναι, ξέρω, σε καταλαβαίνω,
Δίνεις πολλά, θέλεις και κάτι να πάρεις, αλλά…
Αλλά παίρνεις και το ξέρεις καλά.
Το παράπονο ωστόσο…
Το παράπονο!
Τυχερή είσαι όμως, σκέφτομαι εγώ, τυχερή,
Επειδή μπορείς!
Η φυλακή σου είναι αυτή που σε κάνει να ξεχωρίζεις,
Αυτή που αναδεικνύει εκείνο που
Από τον κόσμο μας πια τόσο λείπει,
Την ανθρωπιά.
Δύσκολος ο δρόμος που διάλεξες και μοναχικός,
Αλλά εσύ τουλάχιστον φεύγοντας
Θ’ αφήσεις πίσω σου κάτι,
Ενώ οι άλλοι…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αδιέξοδη Ζωή

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

υ.γ. παλιό και ξαναδουλεμένο

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Οι Παλιόφιλοι

Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού και περιφερόμουν δίχως σκοπό στο μοναδικό πάρκο που απέμεινε, να φυτοζωεί έστω, στην αφιλόξενη πόλη μου, όταν είδα δύο γεροντάκια στα περασμένα ογδόντα τους, να κάθονται σκεφτικά και κάπως λυπημένα σ’ ένα παγκάκι και να συζητάνε, ν’ αναπολούν με πίκρα τα παλιά. Έδειχναν τόσο μόνοι. Ένιωθαν τόσο μόνοι. Απ’ τη φύση μου περίεργος, κάθισα κι εγώ με τη σειρά μου σ’ ένα παγκάκι ακριβώς από πίσω τους και, πήρα να τους κρυφακούω.
- Μας ξέχασαν όλοι, Γιώργη. Τώρα που δε μας χρειάζονται, μας ξέχασαν. Μας παράτησαν. Την κατάρα μου να ’χουν όλοι τους.
- Άτιμο πράμα τα γηρατειά, ρε φίλε, άτιμο. Κι οι κατάρες δε βοηθάνε. Άσε...
Άτιμο πράμα, στ’ αλήθεια. Τα χρόνια κι οι άλλοι άνθρωποι ξεζουμίσουν πάντα τον φτωχό και μετά τον παραπετάνε σα σκουπίδι στη χωματερή, παρέα με τα υπόλοιπα απομεινάρια μιας απομίμησης ζωής. Και τον αφήνουν εκεί, ανάμεσα σε όλους τους παρατημένους μόνο, ν’ αναρωτιέται νύχτα μέρα αν τελικά κάτι απ’ όλα όσα έζησε έχει νόημα, αν κάτι απ’ αυτά τα λίγα ή πολλά που έκανε έχει αξία.
- Πενήντα χρόνια στο μεροκάματο ρε Γιώργη, και τι κερδίσαμε; Μια θέση στο παγκάκι. Αυτή μονάχα. Μια ζωή δουλειά και κούραση, κι αγρύπνια, κι αγωνία, για μια θέση στο παγκάκι. Πλούσια στ’ αλήθεια ανταμοιβή!
- Δύσκολα χρόνια, φίλε μου Αντρέα, αλλά δεν είχαμε και άλλη επιλογή.
- Δεν είχαμε;
Παρέμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί, κοιτώντας το κενό μ’ εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο των αποσταμένων από τη ζωή, των ηλικιωμένων, εκείνων που πάντα σκέφτονται, πονούν, γελούν και θυμούνται.
Χαμογελούν τώρα. Χαμογελούν σε κάποια άγνωστη ανάμνηση και παλιά. Παλιά σαν αλλοτινό, φθαρμένο στο διάβα του χρόνου, τετράδιο.
- Θα έπρεπε να παίρναμε εκείνο το καράβι, Γιώργη, να πηγαίναμε κάπου αλλού, να βλέπαμε λίγο απ’ το φως του κόσμου εκεί έξω, κι ας πεθαίναμε μετά...
- Μα, ήμασταν δειλοί, κιοτήδες. Μα, θαρρείς πώς εγώ δεν το ’χω μετανιώσει; Αν φεύγαμε τότε ίσως τώρα να μην καθόμασταν εδώ αναπολώντας μια ζωή γεμάτη πόνο και πλήξη και μοναξιά.
Αν έφευγαν! Το για πάντα ματαιωμένο ταξίδι στο άγνωστο, ίσως να στεκόταν η σωτηρία τους, η προσωπική τους σωτηρία, ίσως να τους άνοιγε το δρόμο για μια καλύτερη και πιο γιομάτη από χρώματα ζωή, πολύ διαφορετική απ’ την ασπρόμαυρη δικιά τους. Αλλά, δεν έφταιγαν σε τίποτα κι ετούτοι οι κακομοίρηδες. Έκαναν ακριβώς εκείνο που ήξεραν, ακολούθησαν τη λογική, κι από τότε πληρώνουν ακριβά για τη συγκεκριμένη επιλογή.
- Ξέρεις, Αντρέα, τα βαρέθηκα όλα. Και τη ζωή την ίδια. Ακόμη και τα παιδιά μου, που τόσο πάσκισα για ν’ αναστήσω, και για τα οποία τώρα πια νιώθω πώς είμαι μονάχα ένα βάρος περιττό. Μακάρι να με σήκωναν ακόμη ετούτα τα καταραμένα τα πόδια μου και θα συνέχιζα να δουλεύω. Τουλάχιστον έτσι δε θα μαράζωνα.
Στο βαθιά χαραγμένο απ’ τους τροχούς του χρόνου μάγουλο κύλησε ένα δάκρυ.
- Κι εγώ βαρέθηκα, Γιώργη, αλλά τι να γίνει; Από τότε που έμεινα μόνος δεν έχω τι να κάνω, από που να πιαστώ.
- Πήραμε τη ζωή μας λάθος...
Άναψαν από ένα τσιγάρο σέρτικο, βαρύ, μπας και πήγαιναν κάτω με τον καπνό τα κρυφά τους τα φαρμάκια, και μείναν σιωπηλοί. Τι άλλο να έλεγαν, άλλωστε; Για τι άλλο να εκφράζανε την πίκρα τους; Τόσα χρόνια φίλοι αδελφικοί, σύντροφοι στον πόνο, ήξεραν πολύ καλά τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Καθώς πήρα να σηκώνομαι αργά, αθόρυβα, για να φύγω, η εικόνα τους άρχισε να παίρνει στο μυαλό μου ολοζώντανη μορφή, μα δίχως χρώματα, κλεμμένη λες από κάποια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία. Θυμήθηκα...
- ...μα δεν αλλάξαμε ζωή!