Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Της ζωής της αποκόμματα

Οι τυφώνες της σκέψης της την παρασύρουν από το ένα μέρος στο άλλο,
από τη μια θλίψη στην επόμενη,
από το ένα λειψό χαμόγελο σ’ αυτό που το ακολουθεί,
το ακόμη φτωχότερο.
Θα πάρει και πάλι στα χέρια της τους θησαυρούς που της έστειλε
και θα βαλθεί να διαβάζει ξανά και ξανά την κάθε ματωμένη σελίδα τους.
Θ’ αφήσει για μια ακόμη φορά τον εαυτό της ελεύθερο
να κλάψει όπως δεν έκλαψε ποτέ,
και μέσα από εκείνους να νιώσει ότι ποτέ δεν ένιωσε.
Θα ψάξει να βρει ανάμεσα στις γραμμές
τις διακριτικές τους ανάσες,
να αφουγκραστεί ξανά τους ερωτικούς τους ψίθυρους.
Θα νιώσει τη ζήλια να φουντώνει μέσα της και πάλι
σαν άγριο κύμα,
και να σβήνει σαν απόηχος μιας γαληνεμένης θάλασσας
σε κάποια μυστική ακρογιαλιά.
Θα κλέψει δίχως ενοχές τις ζωές τους
και θα τις αφομοιώσει, θα τις κάνει δικές της.
Κι έτσι θα βρεθεί στην κάμαρά τους τη μικρή,
και θ’ αντικρίσει μέσα από τα δικά τους μάτια
το θάνατο και τον έρωτα.
Θα γίνει, για όσο κρατήσει η ανάγνωση, κάποια άλλη.
κάποια που είναι γυναίκα και παιδί,
πηλός και δημιουργός,
ένα πλάσμα αλλόκοτο που ξεχειλίζει από αισθήσεις,
κάποιων άλλων ψυχών η αλήθεια, το όνειρο και η ζωή.
Θα χωθεί και θα χαθεί μέσα στη φλόγα τους.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Ξημέρωσε Άδη

Κάτι αλλιώς κι αλλιώτικο σήμερα:
Νυχτοπατώντας έφυγε
αφήνοντας πίσω του ανάσες αγάπης
θραύσματα πόνου ελπίδες επιστροφής.
Σκοτάδι πικρό
κόλαση άδειας φαντασίας
πλαισιωμένη από
αιμάτινο κάδρο δακρύων.
Φτερούγες ραγίζουν κάποτε τη σιωπή
σκιρτώντας αναμνήσεις κόκκινης καρδιάς
μονάχης
κλωτσοσκούφι στις ορμές του χρόνου.
Πτώση στο πηγάδι των αναίτιων πόθων
κραυγή Βοήθεια στους νεκρούς
τα παλιά να γίνονται θηλιά και
να την πνίγουν.
Πόνος αβάσταχτος θρήνος του μεσημεριού
ζωή του μη παρέκει ο
αυγερινός κλείνοντας πονηρά το
μάτι του στη θλίψη
ξημέρωσε Άδη.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Ψυχή

Κι ήρθε κι αυτή, η απουσία σου, για να μας φέρει πιο κοντά. Είσαι μακριά μου, αλλά η εικόνα σου δε φεύγει ποτέ από τα μέσα μου μάτια, δε χάνεται στιγμή απ’ την ψυχή μου. Κάθε ανάσα μου ταξιδεύει σε σένα. Ακόμη κι αυτός ο εκκωφαντικός άνεμος που πνέει ανελέητα απ’ το πρωί φαίνεται να θέλει να σου μεταφέρει το μήνυμά μου: εγώ είμαι για σένα, κι εσύ για μένα, και οι αποστάσεις δε θα σταθούν ποτέ ικανές να μας χωρίσουν. Τουλάχιστον όχι όσο είσαι η πρώτη σκέψη μου όταν ξυπνώ κι η τελευταία όταν κοιμάμαι, όχι όσο κατοικείς στα όνειρά μου, όχι όσο μου δίνεις χαρά και αγαλλίαση μόνο και μόνο γιατί υπάρχεις. Λένε πολλά για την αγάπη, είπα κι εγώ πολλά, αλλά αν με ρωτούσαν τώρα τι είναι δε θα ήξερα τι να τους απαντήσω. Ίσως να τους έλεγα απλά: είναι αυτό που νιώθω. Αυτό που νιώθω για σένα, η θλίψη του να είμαι μακριά σου, η χαρά του να σε έχω μέσα μου, η γιορτή της ζωής που είναι η ένωσή μας. Λόγια, ε; Στα λόγια πάντα τα κατάφερνα, κάπου στα έργα υστερούσα. Το λοιπόν, θα προσπαθήσω να κάνω αλμάτα και στα έργα, να γίνω καλύτερος άνθρωπος, για σένα, για μας. Πόσο μου αρέσει αυτό το “μας”, αυτός ο πληθυντικός που θέλει να σκοτώσει το δόλιο το εγώ! Τώρα, καθώς κάθομαι και γράφω αυτά τα λόγια, καθώς ακούω αυτή το υπέροχο κλασικό “Καλοκαίρι” του Βιβάλντι, καθώς νιώθω την ψυχούλα σου κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, σκέφτομαι πόσο τυχερός στάθηκα στη ζωή: αγάπησα κι αγαπήθηκα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ετούτες οι γραμμές γράφονται για την κάθε ψυχή που ένιωσε τον πόνο και τη χαρά μας, που δεν ξέχασε πως είναι να αγαπάς και να μοιράζεσαι, να δακρύζεις και να χαμογελάς, να πονάς και να υπομένεις. Είναι αφιερωμένες και στην κάθε ψυχή που τόλμησε να κάνει τα μεγάλα, που δεν υποχώρησε ποτέ μπροστά στα δύσκολα, που με νύχια και με δόντια αγωνίστηκε και πραγματοποίησε τα όνειρά της. Τέτοια ψυχή, πιστεύω είναι κι η δικιά σου, γλυκιά μου αγαπημένη, και θέλω να ξέρεις ότι πάντοτε θα έχεις κάποιο δίπλα σου για να σε στηρίξει, για να σε σπρώξει να ανέβεις πιο ψηλά, στους δικούς σου ουρανούς. Όπως κάνεις κι εσύ για μένα, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεσαι. Πιστεύω σε σένα και στα όνειρά σου, πιστεύω ότι μπορείς να ζωγραφίσεις ένα πιο όμορφο κόσμο και να ζήσεις μέσα του, πιστεύω ότι εκεί που υπάρχει η θλίψη μπορεί να ανθίσει το χαμόγελο, και ότι τη θέση του πόνου μπορεί να πάρει η χαρά. Φτάνει, ό,τι κι αν γίνει, να μην αλλάξεις ψυχή, να μείνεις εσύ! Κάθε σταγόνα ευτυχίας δικής σου είναι ένας ωκεανός ευτυχίας για μένα. Θέλω να σε βλέπω πάντα χαρούμενη, αισιόδοξη και να χαμογελάς. Κι αν κάποτε σε επισκεφθεί το δάκρυ, να το καλοδεχτείς σα φίλο κι αδελφό, αλλά μετά να το αφήσεις να συνεχίσει το δρόμο του. Ψυχή που δε δάκρυσε, δεν πόνεσε και δεν ξαναναστήθηκε είναι ψυχή χαμένη! Θέλω τόσα να σου πω, αλλά και πάλι δε μου βγαίνουν οι λέξεις. Θα σ’ τα πω με τη σιωπή, κάποια βραδιά, κάτω από ’να ολόφεγγο αστρολουσμένο ουρανό, κρύβοντάς σε μες στην αγκαλιά μου, γεμίζοντάς σε με φιλιά. Σε μια απ’ τις πολλές στιγμές μαγείας που ίσως να μας είναι γραφτό να ζήσουμε…

υ.γ. σήμερα θα ανέβαζα φωτογραφίες αλλά ο κύριος μπλόγκερ αρνείται, έτσι είπα να ανεβάσω (προ-προ-προ-) πέρσινα ξινά σταφύλια. Ένα κείμενο γραμμένο εν βρασμώ ψυχής πριν οκτώ χρόνια. Chok Tee

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Αδιέξοδη ζωή

Κι αυτό παλιό. Δε θυμάμαι αν το ανέβασα εδώ ξανά. Αν ναι, ευκαιρία να το θυμηθείτε. Αν όχι, πάρε κόσμε ένα ακόμη τερατούργημά μου...

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Της μοναξιάς

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…
υ.γ. Παλιό το κείμενο αλλά εικόνες και σκέψεις σαν κι αυτές δεν αλλάζουν ποτέ

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Το ψεύτικο χαμόγελο

Ξεθαμμένο κι αυτό απ’ τα συρτάρια του χρόνου

Φόρεσε το ψεύτικο χαμόγελό της και κίνησε για την πόλη.
Σάββατο βράδυ κι οι σκιές πληθύνανε.
Βρήκε τις φίλες, έφαγαν, μίλησαν, πήγαν στους φίλους.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό και χορό
Μέχρι τελικής πτώσης – όπως πάντα.
Τα είπαν, τα ήπιαν και χόρεψαν με τα ξέκωλά τους
Πάνω στα φθαρμένα τραπέζια ενώ οι
Ματάκηδες κρατούσαν τσίλιες.
Και σαν όλα τέλειωσαν πήρε ο καθείς το δρόμο του.
Άλλοι προς τα κρεβάτια του έρωτα
Άλλοι προς τα δωμάτια της συνήθειας
Κι άλλοι προς εξόντωση κάθε πετούμενου στον ουρανό.
Εκείνη τράβηξε προς την κάμαρα της μοναξιάς
Έβγαλε τη μάσκα χαμογέλιου και
Βούλιαξε στο κρεβάτι των δακρύων.
Βαρύ πράμα η μοναξιά και θάνατος η συνήθεια,
Κι αυτή μάταια περιμένει το καλύτερο αύριο που
Μάλλον ποτέ δε θα ’ρθει.
Είναι Σάββατο βράδυ και πάλι και οι σκιές
Παίρνουν αβίαστα να πληθαίνουν.
Σε λίγο θα φορέσει το ψεύτικο χαμόγελό της
Και θα κινήσει για την πόλη.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Silencio

Για μια εποχή περιφερόμουν σα φάντασμα,
Μέσα στις σκιές της νύχτας,
Από τόπο σε τόπο,
Απ’ το τίποτα στο τίποτα.
Δεν είχα κάπου να πάω, όχι στ’ αλήθεια,
Μονάχα περιφερόμουν αναζητώντας στο άγνωστο,
Μια υποψία πίστης που πεισματικά μου διέφευγε.
Ωστόσο, δεν κατάφερα να τη βρω πουθενά.
Κι ύστερα ήρθαν άλλες μέρες, κι άλλες νύχτες,
Νύχτες της μοναχικής συντροφιάς.
Κι εγώ χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνω,
Συνέχιζα την αναζήτησή μου,
Αλλά κάπως αλλιώς,
Ανάμεσα σε ανθρώπους γνωστούς, μα άδειους,
Πίνοντας κρασιά ποτισμένα απ’ τα φίλτρα της λήθης.
Κι αυτά ενώ το είναι μου ακόμη αιμορραγούσε.
Αιμορραγούσε από οργή και θλίψη,
Από νοσταλγία κι απαντοχή,
Αιμορραγούσε από πλήξη.
Κι ύστερα έγιν’ η έκρηξη,
Η έκρηξη μέσα μου,
Η πιο λυτρωτική,
Η πιο οδυνηρή,
Και μεμιάς άνοιξαν τ’ αυτιά της ψυχής
Κι άκουσαν...
Άκουσαν πως μιλούσε τόνους η σιωπή,
Κι έλεγε όλες τις αλήθειες,
Μα οι άνθρωποι ήταν θεληματικά κουφοί,
Αυτοί άκουγαν μονάχα του κενού της την ηχώ.
Τότε...

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Της Φυγής

Να δραπετεύεις κάθε τόσο,
Απ’ τους άλλους και απ’ τον εαυτό σου,
Αυτό πρέπει αμετάκλητα να κάνεις.
Η μοναξιά, όταν είναι ηθελημένη,
Δε σε πνίγει
Σε κάνει με τον τρόπο της λεύτερο
Σού επιτρέπει να πλησιάσεις την ουσία σου.
Μην κλείνεσαι σε κλουβιά που
Σου επέβαλαν αντιλήψεις ξένες και παράταιρες
Και σε φοβίες που πηγάζουν
Απ’ το βαθύτερό σου είναι.
Απλά, κλέβε στιγμές, με κάθε ευκαιρία
Και ντύνε τις όπως εσύ θέλεις
Ζωγράφιζέ τις με τα χρώματα των πόθων σου.
Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις αυτό,
Φτάνει να ’χεις πίστη σε σένα
Και επιμονή πολλή – διαλλακτική.
Φτάνει να θέλεις στ’ αλήθεια ν’ ανακαλύψεις
Το τι θα μπορούσες να κάνεις αν ήσουν αλλιώς,
Αν έκανες πάντοτε εκείνο που επιθυμούσες.
Δεν είναι εύκολος ο δρόμος,
Δύσβατο πολύ το μονοπάτι,
Αλλά είναι καλύτερα να παίρνεις μεγάλα ρίσκα
Και να φτάνεις στα δικά σου κάπου,
Παρά ν’ ακολουθείς τους εύκολους δρόμους
Και να καταλήγεις στων αλλωνών το πουθενά

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙ

Αντί απαντήσεων στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης:
Πάνε λίγες μέρες που τον εγκατέλειψε
-εγκατάλειψη, λέξη σκληρή, μα αναγκαία-
Και είναι ήδη στα πάνω της.
Κι εκείνος στα πάνω του θα ’ναι,
Είναι σίγουρη γι’ αυτό.
Ήταν σίγουρη απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να φύγει,
Αφού τον ήξερε καλά,
Πολύ καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του.
Αν του έλεγε την αλήθεια,
Αν του έλεγε πως έφευγε επειδή απλά δεν τον άντεχε,
Σίγουρα θα τον έπιαναν τ’ αυτοκτονικά του,
Θα έπεφτε σε κατάθλιψη βαριά και ανεπίτρεπτη.
Ενώ τώρα...
Ενώ τώρα θα την έχει ξεπεράσει ήδη,
Κι ας υποστήριζε ότι την αγαπούσε πιότερο
Απ’ την ψυχή του στην ίδια.
«Ποιος ξέρει που περιπλανιέται τώρα
και ποια αναζητά;» αναρωτιέται.
Στους διαδρόμους της ζωής ή στα σοκάκια
Του διαδικτύου άραγε;
Όχι πως έχει σημασία – όχι πια.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έφυγε και σώθηκε,
Κι εκείνος θα την ξεχάσει,
Όπως και όλες τις γυναίκες που άλλοτε διαλαλούσε
Πως αγάπησε με αιώνια, με ακατάλυτη αγάπη.
Τώρα αυτή θα ζήσει μέσα στις αλήθειες της,
Και θ’ αφήσει εκείνον να συνεχίσει να πορεύεται
Μέσα στα ψέματά του...

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ο Αγαπειρήνης

«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της ξανά και ξανά η Ζήνα, μα οι απαντήσεις δεν της δίνονται. Ποιος να της απαντήσει, άλλωστε; Και να της πει τι; Αφού όλα από εκείνη εξαρτιόνταν, έστω και για λίγο, και τα θαλάσσωσε. Και τώρα, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, τη χώρα της, είναι μέρα και νύχτα μοναχή κι αναμετριέται με τα φαντάσματά της, με τα αν, τα τι και τα γιατί της.
Τον γνώρισε στη Σόφια. Ήταν περαστική από κει -καθοδόν για ένα συνέδριο σε κάποια άλλη πόλη της Βουλγαρίας, τη Βάρνα-. και σαν τέτοια δεν ήξερε πως να ξοδέψει το χρόνο της. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά από δω κι από κει, να κοιτά τους ανθρώπους και τις βιτρίνες, να παρατηρεί τις παραστάσεις ενός άλλου κόσμου, τόσο παρόμοιου, αλλά διαφορετικού από το δικό της.
Η βόλτα μεγάλη, οι ώρες πολλές, στο τέλος-τέλος ένιωσε να κουράζεται και κάθισε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη ενός λίγο παραμελημένου, αλλά ντυμένου όσο έπαιρνε στο πράσινο πάρκου, για να ξαποστάσει και να σκοτώσει λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν άκουσε κάποιον να της μιλά στα βουλγάρικα και να της δείχνει το παγκάκι.
«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε με τη χαρακτηριστική σλαβική προφορά. «Ρωτούσα αν μπορώ να καθίσω εδώ.»
«Ελεύθερα,» του απάντησε κι εκείνος κάθισε μεμιάς, πλατιά χαμογελώντας.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Ω, έπρεπε να το καταλάβω. Όμορφη σαν ελληνίδα είσαι.»
Εκείνη απλά χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να του πει άλλωστε, αφού δεν ήτανε μαθημένη στα κομπλιμέντα. Τον ρώτησε μονάχα τι κάνει στη ζωή του.
«Φοιτητής είμαι,» αποκρίθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας στο πουθενά. Μια αίσθηση οικείας αμηχανίας έμοιαζε να διατρέχει τον αέρα. Τελικά, αφού αντιλήφθηκε ότι αν δε μιλούσε ο ίδιος εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα τους, πλάκωσε τις ερωτήσεις.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι; Α, ναι, όχι. Όχι, δεν είμαι φοιτήτρια. Τέλειωσα...»
«Είσαι εδώ για διακοπές;»
«Για δουλειά. Ή μάλλον όχι ακριβώς για δουλειά, αλλά για ένα σεμινάριο.»
«Τι σεμινάριο;»
«Παιδαγωγικής. Εσύ; Τι σπουδάζεις;»
«Δεν ξέρω!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια ερωτηματικά και μετά πήρε να γελάει. Δεν ξέρει, σκεφτόταν, δεν ξέρει λέει, και δώσ’ του γέλιο. Το χρειαζόταν αυτό, πολύ, αφού μετά από μια απόλυτα μηχανική και μοναχική μέρα, το γέλιο ήτανε το καλύτερο γιατρικό, ο τέλειος, ο ιδανικός αποφορτιστής.
«Έλα τώρα, πες μου την αλήθεια,» απαίτησε, όταν κατάφερε λίγο να συνέλθει.
«Βασικά κάτι σαν ψυχολόγος προσπαθώ να γίνω, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνω. Η πολλή θεωρία με κάνει και νυστάζω.»
«Εγώ πάντα νυστάζω,» επισήμαν’ εκείνη μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αλήθεια ήταν!
«Έχεις χρόνο για μια βόλτα;»
«Ναι. Φυσικά. Έτσι κι αλλιώς βαρέθηκα να κάθομ’ εδώ.»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να περιπλανιόνται στους δειλινούς δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό. Περπατούσαν αργά, μιλούσαν σιγά, ανακάλυπταν και αποκάλυπταν τα κοινά και τις διαφορές τους. Έμοιαζαν να μοιάζουν πολύ. Όσο πολύ μοιάζουν δηλαδή δυο άγνωστοι άνθρωποι που δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, εκτός κι αν η μοίρα αποφασίσει αλλιώς.
Καθώς ο ήλιος έπεφτε και το φεγγάρι πήρε να ξεμυτίζει ανάμεσα από δέντρα ψηλά και πολυκατοικίες παλιές, του είπε ότι ήταν πια καιρός να επιστρέψει στο πανδοχείο που έμενε, αφού την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ξεκινήσει για τη Βάρνα.
Προσφέρθηκε αμέσως να τη συνοδέψει εκεί, όπως κι έγινε. Και σαν της ζήτησε να περάσει μέσα μαζί της δεν του αρνήθηκε, αφού τον ήθελε εκεί. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε πολύ, αλλά δεν ήταν πρόθυμη ν’ αποζητήσει τίποτα περισσότερο απ’ δαύτηνε.
Έτσι, πήγαν στο δωμάτιό της, κάθισαν κατάχαμα, κι ακουμπισμένοι στο κρεβάτι πήραν να μοιράζονται δυο-τρεις μπύρες, λόγια και σιωπές. Καλά περνούσαν, μα εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ εξαντλημένη και στο τέλος-τέλος του είπε ότι λυπόταν, αλλά έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα την παρακάλεσε να του δανείσει το κινητό της για να κάνει μια κλήση. Τελειώνοντας, σηκώθηκε από χάμω και βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί, την αγκάλιασε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μάγουλο, λέγοντας:
«Όταν γυρίσεις από τη Βάρνα, αν έχεις καιρό, ψάξε με.»
«Θα το κάνω,» απάντησε αβέβαια εκείνη, τον συνόδευσε έξω και την τελευταία στιγμή βιάστηκε να τον ρωτήσει:
«Έι, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Λιουμπομίρ! Σημαίνει αγάπη και ειρήνη,» απάντησε πλατιά χαμογελώντας.
«Ο Αγαπειρήνης, λοιπόν!» ψιθύρισε με θαυμασμό εκείνη.
«Κι εσύ είσαι η...»
«Ζήνα.»
«Δεν της μοιάζεις. Εσύ είσαι πιο όμορφη.»
«Πιο όμορφη;»
Έμεινε να τον κοιτά για λίγο απορημένη, αλλά ύστερα θυμήθηκε, κατάλαβε, πήρε να γελάει. Τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί στον αέρα.
Πέντε μέρες ξόδεψε στη Βάρνα, κι έτσι ακριβώς τις ένιωσε, σαν ξοδεμένο χρόνο δηλαδή. Τίποτα δεν είχε να της πει εκείνο το συνέδριο, τίποτα να της χαρίσει. Από τη μια πλήξη στην άλλη ταξίδευε όσο ήταν εκεί.
Έτσι, με το που επέστρεψε στη Σόφια, όπου δε θα μπορούσε να μείνει περισσότερο από μισή όλη κι όλη μέρα -από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ- ήταν αποφασισμένη όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να συναντήσει τον Αγαπηρείνη, εκείνον που την έκανε και χαμογελούσε.
Να τον συναντήσει, αλλά πώς; Αφού εκείνος δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Αφού δεν είχε τα στοιχεία του. Αφού... Αλλά, θυμήθηκε! Θυμήθηκε ότι είχε κάνει κλήση από το κινητό της σε κάποιο φίλο του. Ο αριθμός υπήρχε ακόμη στη μνήμη. Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του. Έγραφε ότι θα τον περίμενε σε μια ώρα εκεί που είχαν πρωτογνωριστεί.
Πήγε, λοιπόν, στο πάρκο, κάθισε και τον περίμενε. Για μια ώρα και άλλη μία και μισή. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ο Αγαπηρείνης της, κι εκείνη, με βαριά καρδιά σηκώθηκε κι έφυγε, αφού σύντομα έπρεπε να κινήσει για το αεροδρόμιο.
«Δεν ήτανε της μοίρας μας γραφτό,» σκεφτότανε με μια δόση απογοήτευσης και λίγο λυπημένη καθώς έφτανε στο πανδοχείο.
Εκεί, έκανε ένα ντους, ντύθηκε όπως-όπως, όπως πάντα, και κατέβηκε στην είσοδο για να πάρει το λεωφορείο που θα την οδηγούσε όσο πιο πολύ γινόταν μακριά του, και μετά το αεροπλάνο που θα την πετούσε ακόμη μακρύτερα.
Αλλά, με το που βγήκε έξω τον είδε. Στεκόταν εκεί αναψοκοκκινισμένος, με κομμένη την ανάσα, φανερά εξαντλημένος αφού έτρεχε, έτρεχε για να την προλάβει. Και την πρόλαβε. Την πρόλαβε για να τη δει και να της πει αντίο.
Αγκαλιάστηκαν. Αντάλλαξαν ένα φιλί ανάλαφρο σαν υπόσχεση αόριστη και τις διευθύνσεις των ηλεκτρονικών τους ταχυδρομείων και αποχαιρετίστηκαν.
Δάκρυα μικρά, λειψά, σαν τις δυνάμεις της, άρχισαν να χαράζουν πορείες στα μάγουλα και να σκιαγραφούν απορίες στα μάτια της, καθώς το λεωφορείο έβαζε μπρος κι έπαιρνε να κινείται με ταχύτητα γοργή κι αβίαστη, ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και τις φτωχικές μα φωτεινές αναμνήσεις της πόλης. Τώρα πια ταξίδευε αμετάκλητα μακριά του.
«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της η Ζήνα, μα απάντηση δεν περιμένει καμιά.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Στιγμή

Πήρε να πέφτει το σκοτάδι κι
οι σκιές των δέντρων άρχισαν
να τρεμοπαίζουν κάτω απ’ το ολόγιομο
φεγγάρι που πεισματικά χαρίζει φως
σε μια άψυχη πόλη.
Οι ήχοι απ’ τα τροχοφόρα δε
λένε να σωπάσουν ούτε στιγμή ενώ
μακρινές μουσικές φτάνουν ως εδώ
προτού τις παρασύρει παρά πέρα
το άηχο τούτο αεράκι.
Αφουγκράζομαι τους ήχους και τις
σιωπές της νύχτας εισπνέω
βαθιά ανάσες από καλοκαίρι
και υγιές καυσαέριο.
Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι
κάποιες βραδιές όλο μαγεία στο βουνό
που ξαπλώναμε κάτω από ’να
αστρολουσμένο ουρανό ακούγοντας
μόνο τα νερά ενός μικρού καταρράκτη
να σπάνε τη σιωπή χαρίζοντάς μας
ψιχάλες ευδαιμονίας και…
δακρύζω!

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Ανάξια

«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»
Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αδιέξοδη Ζωή

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

υ.γ. παλιό και ξαναδουλεμένο

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Το Δράμα της Μάρθας


Αφού λόγω της "ξηρασίας λέξεων" και της δόλιας της γρίπης δεν μπορώ να γράψω κάτι νέο, είπα ν' ανεβάσω μια παλιά ιστορία που είχα ξαναδουλέψει πρόσφατα. Διαβάστε, λοιπόν, για Το Δράμα της Μάρθας:


Έκλαιγε με λυγμούς, εδώ και μέρες, απαρηγόρητα, χωρίς σταματημό. Έκλαιγε μόνο. Δε μιλούσε, δε φώναζε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο. Έκλαιγε. Επειδή έχασε τον αγαπημένο της, τοn ένα και μοναδικό της αγαπημένο. Από την ημέρα που της πέθανε ο κόσμος της ολάκερος άρχισε σιγά-σιγά να γκρεμίζεται, η ζωή της, που άλλοτε ξεχείλιζε από χρώματα και μουσικές και χίλιες δυο ομορφιές, έχασε το νόημα, τη σημασία της. Στ’ αλήθεια δε χωρούσε στο φτωχό της το μυαλό, στην πονεμένη της ψυχή, η ιδέα αυτού που συνέβηκε. Γιατί πέθανε, ε; Γιατί; Πώς μπόρεσε και της το έκανε αυτό; Ω, ήταν άδικο, άδικο πολύ και κρίμα.
Προτού τον γνωρίσει ήταν αλύγιστα μόνη, αλλά συνήθιζε να λέει ξανά και ξανά σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ότι χρειαζόταν κάποιον για να αγαπήσει. Ναι, χρειαζόταν κάποιον γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και το επαναλάμβανε μονότονα, σαν εκείνο το παλιό αγαπημένο τραγούδι των Queen: I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…
Κι επιτέλους, κάλλιο αργά παρά ποτέ, τον βρήκε, κι από τότε η ζωή της απέκτησε παραδείσια ομορφιά, η ύπαρξή της ουσία. Εκείνος ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε: τρυφερός, παιχνιδιάρης, γλυκύτατος, συμπονετικός, πάντα πρόθυμος να την ακούσει και να της συμπαρασταθεί στο καθετί. Με μια λέξη ήταν τέλειος, ο Τζόνι της. Τέλειος! Από την ημέρα που βρέθηκε κοντά της, στο πλάι της, από τη στιγμή που ήρθε για να γεμίσει όλα τα μεγάλα κενά της ζωής της, ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη η Μάρθα. Η παρουσία του και μόνο την έκανε να νιώθει θεσπέσια, σα μια πριγκίπισσα σ’ ένα απερίγραπτο βασίλειο της φαντασίας, σαν κάποια που τα είχε στ’ αλήθεια όλα, μα το πιο σημαντικό: Somebody, somebody, somebody to love…
Έζησαν πολλά μαζί οι δυο τους, αμέτρητες στιγμές γαλήνης και ομορφιάς και άδολης αληθινής αγάπης. Η Μάρθα πίστευε βαθιά μέσα της ότι τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τους χωρίσει, πώς ήταν φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο. Απ’ τη στιγμή που είχε τον καλό της, τον Τζόνι, στο πλευρό της ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο πόνος και το δάκρυ δε θα επισκέπτονταν ξανά τον κόσμο της.
Κάποιες φορές τα βράδια, ενώ εκείνος κοιμόταν, η Μάρθα παρέμενε ξύπνια για ώρα πολλή και τον παρατηρούσε, μ’ εκείνα τα μεγάλα, τα γεμάτα θαυμασμό μάτια της. Έμοιαζε τόσο μικρός, τόσο ευάλωτος, τόσο όμορφος, σαν ένα παιδί, το παιδί της. Αλλά, δεν ήταν παιδί, ήταν ο αγαπημένος της, η προίκα κι η περιουσία της, ένα πλάσμα του ονείρου, με σάρκα όμως, και οστά. Γι’ αυτό και ένιωσε τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια της όταν, έτσι στα ξαφνικά, της πέθανε. Ναι, αρρώστησε και της πέθανε από τη μια στιγμή στην άλλη, προτού καλά-καλά προλάβει να ζήσει.
Στην κηδεία του πήγαν λίγοι, μέλη της οικογένειας και λιγοστοί φίλοι, λες και για κανέναν άλλο δεν είχε σημασία η ζωή κι ο θάνατός του. Η Μάρθα σε ολόκληρη τη διάρκεια της σύντομης τελετής έκλαιγε ασταμάτητα, με αναφιλητά, χωρίς να νοιάζεται τι θα πουν οι άλλοι για κείνη. Έχασε τον αγαπημένο. Ασήκωτο ήταν το φορτίο του πόνου της. Πώς να το αντέξει;
I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love… Άρχισε και πάλι το γνωστό τροπάρι, αλλά που θα έβρισκε ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, κάποιον που θα την αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτό που ήταν; Δύσκολο πολύ, αν όχι ακατόρθωτο, να συμβεί κάτι τέτοιο δεύτερη φορά.
Σιγά-σιγά πήρε να τρελαίνει τους γύρω της με το μονότονό της θρήνο, με τον πόνο, το δάκρυ και την απόγνωση, που ήταν μόνιμα ζωγραφισμένα στα απαλά χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ως πότε; Ως πότε θα συνεχίσει να μένει δεμένη στο άρμα του χθες; Και πότε θα μπορέσει να καταλάβει, επιτέλους, ότι η ζωή δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σ’ ένα άτομο; Και πότε θα επιστρέψει το χαμόγελο στο πρόσωπό της; Αυτά αναρωτιόνταν, συζητώντας αργά κάθε βράδυ ψιθυριστά οι γονείς της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή σύντομα ο χρόνος, θα επούλωνε και τις δικές της τις πληγές. Αλλά οι ελπίδες, κάθε ώρα και στιγμή που περνούσε, φαίνονταν να λιγοστεύουν, καθώς η καημένη η Μάρθα, το αγαπημένο τους παιδί, έμοιαζε να καταρρέει. Μία μονάχα λύση υπήρχε, κατέληξαν, να βρει κάποιον άλλο ν’ αγαπήσει. Έτσι, αφού το πήραν επιτέλους απόφαση, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος να διαβούν, η απελπισμένη και στα όρια νευρικού κλονισμού μάνα, έσπευσε στο δωμάτιό της για να της πει τα καλά νέα. Ωστόσο, όταν την είδε να κλαίει σπαρακτικά και να μην μπορεί ν’ ακούσει αυτά που πήγε να της πει, δεν άντεξε, έβαλε τις φωνές, ξέσπασε: Μάρθα, άκουσέ με. Άκουσέ με, Μάρθα. Μάρθαααααααα, βγάλε επιτέλους τον σκασμό. Θα σου πάρουμε άλλο χάμστερ. Στο άκουσμα της ευχάριστης είδησης η μικρούλα σήκωσε το κλαμένο της το προσωπάκι από τα μαξιλάρια, σκούπισε στα μανίκια της τα δάκρυα και χάρισε στη μανούλα της το πιο γλυκό χαμόγελο. Ω, ναι, επιτέλους, θα είχε ξανά κάποιον για να αγαπά! Άρχισε να τραγουδά με την κελαρυστή φωνούλα της: I’ll have somebody to love. I’ll have somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 20

Ψες έγινε στ’ αλήθεια λιώμα η Βασιλική και βγήκε να χορέψει γυμνή στη βροχή. το μόνο που δεν έβρεχε.
Παραπαίει, όλο και πιο πολύ παραπαίει. Έχει μείνει απόλυτα μόνη. Τώρα δεν έχει σε ποιον να μιλήσει, πού να στραφεί για μια κουβέντα παρηγοριάς. Η Δανάη το ’πε και το ’κανε. την έγραψε κανονικά. Δεν απαντά στα τηλεφωνήματά της και ούτε και την πόρτα της ανοίγει όταν κάθε τόσο αποφασίζει να την επισκεφθεί. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε οι δυο μας, της φωνάζει από μέσα και την αφήνει απ’ έξω μοναχή να παραδέρνει με τους δαίμονές της. Το πήρε πια οριστικά απόφαση: καλύτερο ακροατή από τον τοίχο της αποκλείεται να βρει.
Αν ερχόταν τουλάχιστον για λίγο κοντά της εκείνος, αν την έκλεινε στην αγκαλιά του, αν τη γέμιζε για μία ακόμη φορά με του κορμιού του τούς χυμούς; Μα, δε θα ’ρθει. Ποτέ δε θα γυρίσει κοντά της ξανά. Της το είπε ξερά, κατάμουτρα, όταν έκανε την καρδιά της πέτρα, σα μάσησε τους φόβους της κι αποφάσισε να τον επισκεφθεί στο ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, όπου έμενε. Της έβαλε τις φωνές, την έβρισε, της είπε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον επισκεπτόταν, ότι δε θα τον έβλεπε ποτέ ξανά. Αν επιχειρούσε να το κάνει, την απείλησε ξεκάθαρα, θα πάθαινε κακό, κακό μεγάλο. Όχι, δε φοβήθηκε τις φωνές, τη μιλημένη οργή του. το θεριό των ματιών του ήταν που την τρομοκράτησε.
«Ώστε έτσι, Αντρέα!» μιλά με τον απόντα τώρα. «Ώστε τα έσβησες όλα, όλα όσα ζήσαμε, όλα τα μηδένισες. Λες και δεν υπήρξαμε μαζί. Λες και για τόσα χρόνια ήμουνα με άλλο άντρα. Λες...»
Σταματά να απευθύνεται στον κανένα. Έτσι κι αλλιώς, τι να της απαντήσει το γύρω της κενό; Πώς να τη διαφωτίσουν οι εκκωφαντικές σιωπές; Τον έχασε. Απλά και ξάστερα τον έχασε. Για πάντα. Αυτό το γνωρίζει τώρα καλά. Τον αγάπησε. Τον έχασε. Τον μίσησε. Ναι, τώρα τον μισεί, βαθιά, απόλυτα. Για τόσα χρόνια του χάριζε αγάπη κι αυτός της ανταπόδωσε το ακριβό της δώρο με περιφρόνηση, μ’ ένα βαρύ κατηγορώ. Εσύ φταις για όλα, της είπε. Αυτή φταίει για όλα! Όσο είχε την ανάγκη της ήταν καλή και άγια η Βασιλική, αλλά μόλις τα βρήκε λίγο σκούρα φόρτωσε όλα τα κρίματα πάνω της το ανθρωπάκι, την έφτυσε.
Πρέπει να τον εκδικηθεί. Πρέπει να τον κάνει να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Αλλά πώς; Το να πάει να μιλήσει στη γυναίκα του για τη σχέση τους θα ήταν μάταιο. τη γνώριζε ήδη, η δειλή εκείνη γυναικούλα. Λες; Λες να προσπαθήσει να του κάνει σωματικό κακό; Λες να πληρώσει κάποιον για να τον σακατέψει; Αυτό δα θα μπορούσε να το κάνει πολύ εύκολα, είχε τα μέσα, είχε τις γνωριμίες, αλλά... Αλλά, δεν είναι το κορμί του που θέλει να ματώσει, είναι την ψυχή του. Τον θέλει να πονέσει κι άλλο, και τον θέλει να ξέρει πώς πίσω από τα νέα βάσανά του κρύβεται αυτή. η προδομένη, η τόσο άδικα παρατημένη.
Είσαι αδίστακτη γυναίκα, της είπε κάποια μέρα ο Αντρέας, κι είχε δίκιο. Ήταν αδίστακτη. Περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Κι είχε αίμα στα χέρια της και δε θα δίσταζε να χύσει κι άλλο. Όμως όχι τώρα, όχι ακόμη.
Περπατά πάνω-κάτω σ’ ένα ερημωμένο σπίτι, σ’ ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο και σκέφτεται τις επιλογές της. Τι θα τον έκανε να πονέσει πιο πολύ; Τι; Τι θα τον έκανε να κυλήσει ακόμη πιο βαθιά στην άβυσσο; Πόσο σπρώξιμο χρειαζότανε για να καταρρεύσει οριστικά και αμετάκλητα; Ξέρει τις αδυναμίες του! Τις ξέρει καλά. Από λόγια δεν χαμπαρίζει αυτός, οι πόνοι του σώματος δεν τον αγγίζουν. Η ψυχή του. αυτή είναι το αδύνατο σημείο του. Και τώρα είναι αυτή που σηκώνει τα περισσότερα βάρη. Πώς να την κάνει πιότερο να ματώσει; Τι είναι εκείνο που ετούτη τη στιγμή περισσότερο τη βαραίνει; Σκέφτεται ένα-ένα όλα τα ενδεχόμενα η Βασιλική. Και όσο τα σκέφτεται τόσο και πιο ξεκάθαρα μοιάζουν όλα μέσα της. Ναι, αυτό είναι! Ξέρει τι να κάνει. Ξέρει πώς να τον γονατίσει. Παίρνει αμέσως, δίχως δεύτερες σκέψεις, την απόφασή της.
«Καημένε μου, Αντρέα,» ψιθυρίζει στη σιγή, «αχ και να ’ξερες τι σε περιμένει!»
Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίζεται σιγά-σιγά στα χείλη της. Ναι, θα πάρει την εκδίκησή της. Και μετά θα συνεχίσει με τη ζωή της. Όχι, αυτή δεν έχει όνειρα να πραγματοποιήσει. μονάχα σχέδια έχει να βάλει σ’ εφαρμογή.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 17

Προσπάθησε να κοιμηθεί χωρίς να πιει ψες, παίρνοντας μοναχά το μαγικό μοβ χαπάκι. Μα, δεν κοιμήθηκε. Τουλάχιστον όχι κανονικά. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου για ώρες πολλές περιπλανιότανε, βλέποντας εικόνες παράξενες, πολύχρωμες, απ’ τη φαντασία καλά καμωμένες, κι ακούγοντας λόγια περίεργα, λέξεις άγνωστες, μια αφήγηση που έφτανε λες στ’ αυτιά της από κόσμους άλλους, παραμυθένιους, αλλοτινούς. Τρίπαρε για τα καλά η Βασιλική, δίχως να το περιμένει. Όχι από το χαπάκι. Ίσως... Ίσως να φταίει ότι για πρώτη φορά το πήρε χωρίς να βάλει στο στόμα της πριν σταγόνα αλκοόλ. Ίσως γι’ αυτό. Η αλήθεια, όμως, είναι πώς πολύ της άρεσε η όλη φάση, το παράδοξο σκηνικό. Θα ήθελε κάποτε να το επαναλάβει, αλλά όχι σύντομα, και όχι για πολλή καιρό. Προτιμά τον ύπνο το βαρύ, τον λυτρωτικό, εκείνον που μόνο ο συνδυασμός των δύο ουσιών μπορεί να της χαρίσει.
Σήμερα, είναι σα ρομπότ. Παραπαίει όρθια μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, αλλά δε νιώθει κι άσχημα. Οι σκέψεις της κι οι αισθήσεις της μοιάζουν ναρκωμένες. Λες και ντύθηκε με τ’ αδιάβροχο της αδιαφορίας και τίποτα δεν μπορεί να την αγγίξει. Κοιτάει τη Δανάη, που για μια ακόμη φορά κάθεται απέναντί της και ξεφυλλίζει τα περιοδικά ένα-ένα κοιτώντας τις φωτογραφίες. Μοναχά τις κοιτάει, δεν τις βλέπει. Κι αυτή χαμένη στο μέσα της είναι. Το μόνο που αυτηνής ο πόνος της μοιάζει κάπου αληθινός, όχι σαν της Βασιλικής, που πονάει -βαθιά μέσα της το παραδέχεται- για τον πληγωμένο της εγωισμό. Θέλει να γελάσει η τελευταία. Θέλει να γελάσει σκληρά, άκαρδα, να περιγελάσει τη φίλη της και να την στείλει στον αγύριστο. Τι θέλει και της κουβαλιέται εκεί όλη μέρα; Λες και δεν έχει αρκετά προβλήματα από μόνη της η δόλια και πρέπει να φορτώνεται κι εκείνα των άλλων. Τι να κάνει με δαύτηνε; Πρέπει να την ξεφορτωθεί με κάποιο τρόπο. Δεν έχει όρεξη για κλάψες σήμερα.
«Ήπιες το αμίλητο νερό, Δανάη!»
«Δεν έχω όρεξη για κουβέντα...»
«Γιατί ήρθες τότε;»
«Επειδή δεν είχα που αλλού να πάω.»
Τι να της πει τώρα της μουρλής; Δεν μπορεί να της ζητήσει να της αδειάσει τη γωνιά. Όχι στα ίσια. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι φίλη της, η μοναδική που έχει, κι ας μην τη συμπαθεί και ιδιαίτερα.
«Αχ!» αφήνει ένα αναστεναγμό να της ξεφύγει θεατρικά απ’ τα στήθια.
«Τι έχεις;»
«Μπα τίποτα. Μια ζαλάδα. Θα μου περάσει. Εσύ, κοιμάσαι καθόλου;»
«Λίγο. Όπως κι εσύ υποθέτω.»
«Α, όχι. Εγώ, μ’ εξαίρεση χθες το βράδυ, κοιμάμαι καλά. Μάλλον όχι καλά, βαριά. Πέφτω σε λήθαργο.»
«Εγώ δεν μπορώ να πάρω υπνωτικό. Δε θα ξυπνάω με τίποτα μετά. Εξάλλου δεν πιστεύω ότι τα χάπια ή το αλκοόλ μπορούν να λύσουν τα προβλήματά μου...»
«Θέλεις κάτι να μου πεις, Δανάη;»
«Α, όχι. μη με παρεξηγείς, για μένα μιλάω. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα πράγματα με το δικό του τρόπο. Δε θέλω να σε κρίνω.»
«Μα, αυτή είναι η δουλειά σου σα φίλης,» αποκρίθηκε μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα και φανερά εκνευρισμένη η Βασιλική, «οφείλεις να με κρίνεις. Κάνε το λοιπόν!»
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Τι σ’ έπιασε σήμερα; Γιατί με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα; Με τρομάζεις.»
«Κρίνε με, μαλακισμένη. Κρίνε με. Μόνο αυτό σου λέω,» απάντησ’ εκείνη μ’ οργισμένο ύφος. «Κρίνε με ή συμβούλευσέ με ή βγάλε το σκασμό επιτέλους!»
Έμειν’ άφωνη η Δανάη. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να μιλήσει; Να σιωπήσει; Ή να σηκωθεί να φύγει; Κοιτάει τη Βασιλική βαθιά μες στα μάτια. Ψεύτικη της φαίνεται η οργή της, μια πόζα. Μάλλον να με ξεφορτωθεί θέλει, αποφασίζει. Αλλά, αν είν’ έτσι γιατί δεν της το ζητάει στα ίσια; Για ποιο λόγο της φωνάζει και την προκαλεί;
«Εντάξει, καλή μου. Το πήρα το μήνυμα σου, το διάβασα, θα φύγω. Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος, κι ας λες ότι είσαι φίλη μου. Κι αφού ζητάς και την κριτική μου, άρπα την κι αυτή: σταμάτα πια μαλακισμένη το πιοτό. Το πιοτό δεν είναι λύτρωση. δικαιολογία είναι. Αν πονάς, όσο λες -και θέλω να ξέρεις ότι δε σε πιστεύω- ζήσε τον πόνο σου με το μυαλό καθαρό, με το μέτωπο ψηλά, μ’ αξιοπρέπεια και άει παράτα μας. Αν με χρειαστείς ξέρεις που να με βρεις, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη κατά πόσο θα είμαι εκεί.»
Είπε κι ελάλησε οργισμένη η Δανάη, σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της κι έφυγε μ’ ορμή, βιαστικά, πριν να μετανιώσει. Άφησε τη Βασιλική εμβρόντητη ν’ ακολουθεί με τα μάτια τα βήματά της, να τη βλέπει να βγαίνει έξω και ν’ ακούει την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο. Δεν το περίμενε αυτό. Από που της ήρθε; Πρέπει να τρέξει, να την προλάβει, ν’ απολογηθεί, να ζητήσει τη συγχώρεσή της. Πρέπει! Αλλά, δε θα το κάνει. Το εγώ της δε θα την αφήσει. Τώρα είσαι απόλυτα μόνη, όπως ακριβώς ήθελες, λέει στον εαυτό της και προσπαθεί να χαμογελάσει. Δεν της βγαίνει όμως. Μόνο ένα σκοτάδι αποπνικτικό, απόλυτο, και κοφτές ανάσες, βασανιστικές, προβάλλουν από μέσα της και την τυλίγουν ολόκληρη. Είμαι κακός άνθρωπος, τελικά; αναρωτιέται φωναχτά.
Σηκώνεται βαριεστημένα απ’ την πολυθρόνα και πηγαίνει, σαν το ερείπιο μιας ξάγρυπνης νύχτας που είναι, στον καθρέφτη. Παρατηρεί το είδωλό της. Είμαι κακός άνθρωπος; μοιάζει να τον ρωτάει.
Τα μάτια φωνάζουν τις απορίες τους, κι η σιωπή τις απαντά μία-μία και με τη σειρά.

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 11

Απόψε βγήκε για ένα -λέμε τώρα- ποτό μόνη. Για να περιφέρει τη θλίψη της, ν’ αλλάξει παραστάσεις, να περισυλλέξει τις σκέψεις της, για να ψάξει να βρει το φως στο σκοτάδι των άλλων φυλών, των διαφορετικών, της νύχτας.
Είναι ντυμένη προκλητικά. με ρούχα που αναδεικνύουν μαεστρικά κάθε γραμμή και καμπύλη του καλοδιατηρημένου, αλλά όχι και τόσο νεανικού της πια κορμιού. κι είναι βαμμένη λιτά, θέλοντας να τονίσει την ομορφιά του -αμέτρητες φορές ξεπλυμένου με δάκρυα- προσώπου της. Το μοβ και το μαύρο της πάνε πολύ.
Κάθεται νωχελικά σ’ ένα σκαμπό, στη μπάρα ενός κάπως υπερβολικού προφίλ μπαρ, με το ένα πόδι σταυρωμένο πάνω απ’ τ’ άλλο, πίνει ένα κοκτέιλ και παρατηρεί σχεδόν αδιάφορα το καλοντυμένο πλήθος. Να ένα μέρος που ποτέ δε θα ερχόταν εκείνος, σκέφτεται η Βασιλική, ο ναός των σύγχρονων ευνούχων!
Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων μ’ αυτούς τους ανθρώπους; Τι απέγιναν οι άντρες; Είναι εκεί μόνη, είναι όμορφη και με τον τρόπο της φωνάζει διαθέσιμη, αλλά κανείς δεν τολμά να την πλησιάσει. Λες να διαβάζουν στα μάτια της τον πόνο; Λες, κάπως, να τους τρομάζει; Λες... να μην ανήκει εκεί; Να μην ανήκει! Εκεί!
Θέλοντας και μη, κι αφού δεν της παρουσιάζεται και κάνα διέξοδο κάνει και πάλι βουτιά στο μέσα της. στο τότε. Στο τότε που τον γνώρισε. Θυμάται ακόμη τα πάντα με μια ανεξήγητη διαύγεια. Τα ρούχα που φορούσε, τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά, τον τρόπο που την κοιτούσε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που την αντίκρισε. πώς πήρε αμέσως να τη γδύνει με το βλέμμα. Θυμάται το πώς ένιωσε μια έλξη ακαταμάχητη για κείνον. Θυμάται πόσο της προκάλεσαν την περιέργεια οι τρόποι του. Θυμάται πόσο τον ήθελε. εκεί, εκείνη την ώρα και για πάντα. Και θυμάται ακόμη πώς ένιωσε όταν έμαθε ότι ήταν παντρεμένος, ότι ανήκε σε κάποια άλλη. Όχι, δε λυπήθηκε, δεν απογοητεύτηκε. πείσμωσε. Πείσμωσε και είπε θα τον κάνω δικό μου. Και τον έκανε. Σιγά να μην της ξέφευγε! Ήταν... Ήταν τόσο διαφορετικός εκείνος. μύριζε άντρας. Όχι σαν κι ετούτα δω τα παιδαρέλια, τα κάθε ηλικίας και τα καθωσπρέπει, που την περιτριγυρίζουν δίχως να την πλησιάζουν.
Σηκώνει το βλέμμα απ’ το πολύχρωμο ποτό, απ’ το γκρίζο μέσα της. Προσπαθεί ν’ ακούσει τους στίχους του τραγουδιού που παίζει, αλλά είναι αδύνατο, οι φωνές των απόντων τους υπερκαλύπτουν. Θέλει να σηκωθεί να φύγει, να πάει κάπου αλλού, αλλά δε θα το κάνει. Θα μείνει εκεί και θα μεθύσει. Και μετά θα βγει έξω στο δρόμο και θα πάρει τρεκλίζοντας ένα ταξί για το σπίτι της, για τη φυλακή της. Κι εκεί θα πέσει στο κρεβάτι της ξερή, σαν το κούτσουρο που είναι. Κι ύστερα από δυο-τρεις ώρες θα ξυπνήσει διψασμένη απ’ το πιοτό, αφυδατωμένη απ’ την απουσία του. Έτσι ακριβώς θα κάνει. Έτσι ακριβώς θα γίνει.
«Ένα σφηνάκι βότκα!» διατάζει τον μπάρμαν, που στέκεται σχεδόν συνέχεια δίπλα της.
«Κερασμένο!» ακούει μια βαθιά φωνή να προστάζει από πίσω.
Γυρίζει το κορμί, στρέφει το βλέμμα. Αντικρίζει ένα ψηλό πολύ και καλοντυμένο μεσήλικα με μαύρα μαλλιά, που πήραν να γκριζάρουν, και μάτια μελισσιά που στάζουν αυτοπεποίθηση. Αυτοπεποίθηση, όχι αλαζονεία.
«Σ’ ευχαριστώ!» του λέει. Τον περιμένει να πάει να καθίσει δίπλα της, αλλά δεν το κάνει. Τον προσκαλεί με το βλέμμα. Δέχεται.
«Μου φάνηκε ότι ήθελες να είσαι μόνη, να σε αφήσουν στην ησυχία σου.»
«Αν το ήθελα αυτό δε θα ’βγαινα. Αλλά κι εδώ που ήρθα, πάλι μόνη ήμουνα. Μέχρι τώρα.»
Προσπάθησε να του χαρίσει ένα από εκείνα τα παλιά τα ζεστά της τα χαμόγελα, μα δεν τα κατάφερε, της βγήκε ψεύτικο, γι’ αυτό και το απέσυρε βιαστικά. Το έκρυψε στο σφηνάκι με τη βότκα.
«Εσύ; Μόνος;» τον ρώτησε λίγο μετά για σπάσει την αμηχανία. τη δική της αμηχανία.
«Εδώ, ναι! Στη ζωή...» Της έδειξε το καταραμένο το δαχτυλίδι.
«Και που είναι το καλύτερο ή το χειρότερο μισό σου;» κατάφερε να ρωτήσει με μια πινελιά ειρωνείας στη φωνή, κάνοντάς τον να χαμογελάσει.
«Τριγυρνά στας Ευρώπας!» απάντησ’ εκείνος μ’ ένα παλιομοδίτικο τρόπο. Κοίταξαν ο ένας -για μια στιγμή διερευνητικά- τον άλλο και ξέσπασαν σ’ ακράτητα γέλια.
«Το χρειαζόμουν αυτό!» κατάφερε να μιλήσει πρώτη εκείνη. «Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που γέλασα.»
«Κι εγώ. Αλλά, τι να κάνει κανείς; Έτσι είν’ η ζωή. Μακάρι να γελούσαμε όλοι πιο πολύ κι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.»
«Στην υγειά σου, γεροφιλόσοφε!» αποκρίθηκ’ εκείνη τσουγκρίζοντας το ποτήρι της με το δικό του, που ήταν ως τη μέση γιομάτο με ουίσκι και πάγο.
«Και γέρος και φιλόσοφος. Δίκιο έχεις και για τα δύο. Αν κι η γυναίκα μου μάλλον μόνο με το πρώτο συμφωνεί. Αυτή χαϊδευτικά μ’ αποκαλεί, γέρο-ξεκούτη!»
Πήραν να γελάνε και πάλι. Της άρεσε! Της άρεσε πολύ, εκ πρώτης όψεως, αυτός ο άγνωστος, ο παράξενος άνθρωπος. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος άντρας που δέησε να την πλησιάσει, ίσως επειδή έμοιαζε κάπου να την καταλαβαίνει, ίσως κι επειδή τίποτα δε ρωτούσε, καθόλου δεν την τυραγνούσε μ’ ερωτήσεις ανούσιες, που θα της χαλούσαν τη στιγμή και θα της έκλεβαν το σχεδόν ξεχασμένο στο πέρασμα του χρόνου κέφι. Τελικά θα αποδεικνυόταν μεγάλη ετούτη η νύχτα. πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα περίμενε ποτέ η Βασιλική, και δε θα ήταν λουσμένη όπως πάντοτε, τώρα τελευταία, στη μέθη και τη θλίψη, αλλά στη μέθη και την προσδοκία.

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 10

«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»
«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 8

Μεθάει όμορφα, χαριτωμένα, γαλήνια, χαμογελαστά. Και μαζί της μεθάει κι η Δανάη. Όχι για συμπαράσταση, όχι, κάθε άλλο. μεθάει επειδή το ’χει ανάγκη, επειδή -έτσι στα ξαφνικά- έμεινε κι εκείνη μόνη.
«Πώς τα καταφέραμε έτσι, Βασιλική;»
«Με μαεστρία πολλή!»
«Τουλάχιστον ο δικός σου έχει μια δικαιολογία σοβαρή, ενώ ο δικός μου... Άστα να πάνε.»
«Ακριβώς. Άστα να πάνε. Αλλά, εσύ ήσουν πιο τυχερή απ’ την αφεντιά μου, έβλεπες τα σημάδια, το περίμενες, ενώ εμένα μου ’ρθε απ’ το πουθενά...»
«Τα έβλεπα, αλλά δεν ήθελα να τα πιστέψω, Βασιλική!»
«Κι ύστερα μου λες εμένα...»
«Ναι. Δίκιο έχεις. Δάσκαλε που δίδασκες...»
«Πάντως δεν περίμενα να σε πάρει τόσο από κάτω. Όχι εσένα.»
«Α, δεν είμαι και τόσο άσκημα. Πιότερο ξαφνιασμένη είμαι και λίγο χαμένη. Είναι τα χρόνια που περνάνε. Είναι η μοναξιά που τώρα πια δεν αντέχεται.»
«Είναι και τα...»
«Ξέρεις τι θέλω να κάνω; Να χτυπήσω κάποιον. Να τον χτυπήσω τώρα, αμέσως, άγρια. Πριν μου περάσει. Πριν το ποτό με ηρεμήσει και πάλι. Θέλω...»
«Κτυπά εμένα, λοιπόν. Δε θα πονέσω. Καθόλου! Τίποτα πια δε μου προκαλεί πόνο.»
«Μη λες μαλακίες. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.»
«Φυσικά και καταλαβαίνω. Αλλά και πώς καταλαβαίνω τι έγινε; Ξαναφτιάχνουν τα πράγματα; Δεν ξαναφτιάχνουνε...»
Κάπου χαμένη στο μέσα της είναι τώρα κι η Δανάη, αντίγραφο -όχι και τόσο πιστό- της φίλης της, που μέχρι χθες παρηγορούσε. που παρηγορεί ακόμη. Η μοναξιά που την περιμένει τη φοβίζει, αλλά θα ρίξει γροθιές μαζί της, θα την πολεμήσει, δεν είναι αδύναμη σαν κι εκείνη αυτή. Θα ξαναπιάσει την πόρνη τη ζωή απ’ τα κέρατα, όσο έχει ακόμη καιρό.
Κάθεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη Βασιλική. Την παρατηρεί και την παρατηρεί. Δύο ανώμαλα προσγειωμένες ψυχές, δυο λαβωμένοι απ’ τη ζωή άγγελοι. Ψάχνει το είδωλό της στον καθρέφτη των ματιών που την κοιτάνε και βλέπει κάποια άλλη. μια ξένη, κάποια παραχαράκτη. Της αρέσει πολύ η παραμορφωμένη εικόνα που αντικρίζει μέσα εκεί. Χαμογελά.
«Ίσως όλα να έγιναν για το καλό!» λέει στην εμβρόντητη Βασιλική, που ξαφνικά νιώθει την ανάγκη να την αρπάξει απ’ το λαιμό και να την πνίξει.
«Ε, μα εσύ δεν υποφέρεσαι!» προσπαθεί να στραγγίξει μέσα απ’ τις λέξεις την οργή της. «Πριν μια στιγμή μου κλαιγόσουν και τώρα λες...» Δεν ξέρει τι άλλο να της πει. Αυτή η γυναίκα έχει μια μοναδική ικανότητα να τη φέρνει, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, στα όριά της. Εκτός κι αν...
«Δε μου λες: στ’ αλήθεια χώρισες ή μου παίζεις θέατρο;»
«Χώρισα, καλή μου, χώρισα. Απλά, όσο κι αν πονώ, δεν μπορώ να ξοδεύομαι άλλο πια σε κλαψούρες. Ο χρόνος τρέχει. Πρέπει να προλάβω...»
«Μα, έλεγες ότι τον αγαπούσες σα τη ζωή σου τον Μένιο.»
«Τον αγαπούσα σαν τη ζωή μου, όταν ήμουν μαζί του. Τώρα που με παράτησε, δεν έμεινε κάτι ν’ αγαπώ.»
«Κι έτσι απλά, θα προχωρήσεις;»
«Όχι. Όχι, έτσι απλά. Θα μαδήσω σιγά-σιγά σαν ψόφιο κοτόπουλο το δέρμα του πόνου, μέχρι να το καθαρίσω απόλυτα και μετά, όπου με βγάλει ο δρόμος. Εξάλλου αν δεν πονούσα, δε θα μεθούσα. Με ξέρεις...»
«Σε ξέρω; Δεν ξέρω!»
Πήραν να γελάνε. Να γελάνε με τα χάλια και τις προοπτικές τους, να γλεντούν ακαριαία κι αλκοολικά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.
«Μακάρι να ’μουν σαν και σένα, Δανάη!»
«Δηλαδή, άκαρδη σκύλα, όπως με αποκαλούν οι πρώην μου;»
«Άκαρδη σκύλα, με μεγάλη ψυχή και πολλή κουράγιο.»
«Δεν είναι που έχω κουράγιο, είναι που είμαι κυνική. Δε μ’ αρέσει να κλαίω για χαμένους έρωτες. τουλάχιστον όχι για πολύ.»
«Κι εγώ που κλαίω τι κατάλαβα;»
«Έλα ντε. Τι; Ακόμη στο σκοτάδι βρίσκεσαι.»
«Πάντα εκεί. Πιστός φρουρός κι αναζητητής.»
«Αναζητητής; Μην το ψάχνεις το σκοτάδι, είναι μέσα σου.»
«Το ξέρω. Μοναχά αυτό μου ανήκει...»
Πάντα, ό,τι και να κάνουν, ό,τι και να πουν, στα ίδια και στα ίδια καταλήγουν: στα χαμηλωμένα βλέμματα, στις απειλητικές σιωπές, στις αναμνήσεις.
«Θυμάσαι, Δανάη; Θυμάσαι τι μας έλεγε εκείνη η μουρλή, η φιλόλογός μας;»
«Όχι. Τι;»
«Δεν υπάρχει λόγος να περπατάς μ’ ομπρέλα στη βροχή. Τι ζημιά να σου κάνει αυτή; Η δόλια η ζωή είναι που θα κάνει μούσκεμα τα όνειρά σου!»
«Ω, ναι, θυμάμαι. Κι εμείς την κοροϊδεύαμε. Πού να ξέραμε!»
Νιώθει παράξενα πολύ η Δανάη. Δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Πονάει και χαίρεται, κι ανυπομονεί, κι αγωνιά. Όλα μέσα της ένα κουβάρι. Πιότερο μοιάζει να λυπάται για τη φίλη της, παρά για τη δική της απώλεια. Ίσως ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κατάστασή της η Βασιλική, να ελαττώνει στα μάτια της το μέγεθος του προσωπικού της μικρού δράματος. Και ίσως θα ήταν καλύτερα για την ίδια να μη βρισκόταν τώρα εκεί, μαζί της. αλλά δεν είχε που αλλού να πάει, κάποιον άλλο για να πει τον πόνο της. Είναι το ποτό ή η κουβέντα που την έκανε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να νιώσει καλύτερα; Δεν ξέρει. Δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Το μόνο που τη νοιάζει είναι το τώρα. το γλυκά μεθυστικό τώρα. Αφήνει, επιτέλους, τα δάκρυα ρυάκια να τρέξουν απ’ τα μάτια της, να χαράξουν πικρά μονοπάτια στα μάγουλα και να βρέξουν ανακούφιση στο στήθος της. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτεται, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να χαμογελάσει. Όλα θα πάνε καλά, επειδή έτσι πρέπει. Επειδή η ίδια θα τα κάνει να πάνε. Για την ίδια. Για τη φίλη της δεν ξέρει. Γι’ αυτή δεν μπορεί να μιλήσει. Το μόνο που μπορεί είναι να την αγκαλιάσει σφικτά και να ρουφήξει, για μια ακόμη φορά, τις αφόρητες μυρουδιές απ’ το μεθυσμένο χνώτο της, που μάλλον τώρα δε θα διαφέρει και πολύ απ’ το δικό της.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 7

«Δεν κρύβομαι στο σκοτάδι, στο φως κρύβομαι. Για να με βλέπω!»
Στο φως κρύβεται, επειδή το φοβάται το σκοτάδι. Φοβάται τις σκέψεις που φέρνει μαζί του, τις ενοχές που στοιχειώνουν το είναι της με την άφιξή του.
Όλα λάθος τα έκανε στη ζωή της. Όλα! Ερωτεύτηκε πολύ νέα, παντρεύτηκε πολύ νέα, απογοητεύτηκε πολύ νέα, τα έκανε όλα σκατά πολύ νέα. Μα, αυτό το λάθος της, το τελευταίο, το τραγικό, αυτό είναι που πάντα θα την κυνηγάει, αυτό είναι που δε θα την αφήσει στιγμή να ησυχάσει και να κάνει εκεχειρία με το μέσα της, με το δόλιο της τον εαυτό, αυτόν που την πρόδωσε. Εκτός κι αν γίνει το θαύμα. Το θαύμα! Κατάντησε μοιρολατρία! Ακούς εκεί, το θαύμα. Αυτά συμβαίνουνε μόνο στα παραμύθια. Τον χάνει, τον έχασε, και το μυαλό της το χάνει, όλ’ τ’ άλλα είναι ιστορίες για αγρίους. Ωστόσο... Ωστόσο, δε θέλει να το λέει, αλλά κάπου μέσα της ελπίζει. Για τι ακριβώς, δεν ξέρει. Ή, μάλλον ξέρει. Το μόνο που δεν έχει από κάπου να πιαστεί, κάπου να στηρίξει αυτή την ελπίδα. Είναι μόνη. Απόλυτα, αφόρητα μόνη. Σε ποιον κουφό της ζωής να μιλήσει; Σε ποιο απομεινάρι της αντίληψης να εξομολογηθεί το κρίμα και τον πόνο της;
Παρατηρεί τις σκιές των δέντρων να κινούνται ρυθμικά και να χαρίζουν ζωή στα γκρίζα χρώματα της απέναντι πολυκατοικίας. Σκιές είμεθα σκιών, θυμάται το στίχο και προσπαθεί να χαμογελάσει, αλλά μάταια. Σκέφτεται. Σκέφτεται την τροπή που πήραν τα πράγματα, πώς όλα ανατράπηκαν. Ένα μικρό παραστράτημα, ένα στιγμιαίο ολίσθημα. τίποτ’ άλλο δε χρειάστηκε για να καταρρεύσει με πάταγο ο χάρτινος πύργος της κοινής τους ζωής, της ψευδαίσθησης ευτυχίας που ζούσαν. Σα μια οδοντογλυφίδα, που έσπασε στη μέση, έτσι παρομοιάζει τη ζωή τους. σα μια ευθεία που απότομα κόπηκε, και απ’ το κέντρο της αναδύθηκε η άβυσσος.
Όσο για κείνον; Τα έμαθε. Τα έμαθε τα νέα του. Κατέρρευσε. Έγινε... Χώμα έγινε. Πληγή αγιάτρευτη. Είναι κλεισμένος μέρα νύχτα στο δωμάτιο ενός άθλιου φτηνού ξενοδοχείου κοντά στο κέντρο και τα κοπανάει. Γίνεται ολημερίς λιώμα για να μην αντικρίσει κατάματα την αλήθεια και γίνει... Τι άλλο να γίνει; Ό,τι ήτανε να γίνει έγινε!
Τι να πει κανείς; Τι; Αλλιώς τα περίμενε όλα, αλλιώς της ήρθανε. Ωστόσο, δεν ήξερε. Δεν ήξερε καλύτερα. Τίποτα δεν ήξερε τότε. Όλα καλά καμωμένα ήτανε – μέχρι που τον γνώρισα, μέχρι που με γνώρισε, σκέφτεται. Μα, κάνει λάθος. Τίποτα στη ζωή δεν είναι καλά καμωμένο. Ή εμείς, μετά από πολλούς κόπους και βάσανα το κάνουμε έτσι, ή αυτό μας οδηγεί στα δικά του μονοπάτια, εκείνα που απευχόμαστε, μα όλο και πιο πρόθυμα κυνηγάμε.
Φεύγει απ’ το παράθυρο. Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο. Ξαπλώνει στο κρεβάτι χωρίς να γδυθεί, αφού θέλει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμη. έτοιμη για να πάρει εκείνη την κλήση που ελπίζει και φοβάται. έτοιμη για να τρέξει προς τη σωτηρία ή την καταδίκη της. Παλιά για να κοιμηθεί έβαζε ωτοασπίδες, αλλά δεν το κάνει πια. Όχι μόνο επειδή υπάρχει κίνδυνος να χάσει εκείνη την ευλογημένη ή καταραμένη κλήση, αλλά και γιατί αν έκλεινε τ’ αυτιά -ήταν σίγουρη γι’ αυτό- θα άκουγε πιο εκκωφαντικά τις δόλιες σκέψεις της.
Κουλουριάζεται πάνω από τα στρώματα, στη στάση του εμβρύου, αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι και προσπαθεί να κλείσει τα μάτια της όσο πιο δυνατά μπορεί, να τ’ αποκλείσει απ’ το φως που τη λυτρώνει και την απειλεί. Μα, δεν κοιμάται. Όχι ακόμη. Όχι μέχρι να εξαντληθεί τελείως και ν’ αφεθεί σ’ ένα ύπνο παράξενο, παραληρηματικό – στον οποίο όλες οι αισθήσεις της, εσωτερικές κι εξωτερικές, θα μοιάζουν σε συνεχή επαγρύπνηση. σ’ ένα ύπνο κατευναστικό κι αγωνιώδη.