Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποφάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποφάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Το λευκό φως κι η σιωπή

Προσπαθούσα να κοιμηθώ
Μα δεν μπορούσα.
Σκέψεις με ταλάνιζαν
Αναμνήσεις κρατούσαν τα μάτια μ’ ορθάνοικτα.
«Πρέπει...
Πρέπει να τελειώνω με όλα
Όσο είναι ακόμη νωρίς,»
Σκεφτόμουνα.
Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω κάτι,
Καθώς ήμουν,
Νυσταγμένος, αλλά άυπνος,
Αποφασισμένος μα αδύναμος.
Η ώρα περνούσε γρήγορα κι αργά,
Με πειθώ αλλά και με μετέωρο το βήμα,
Μέχρι που πήρε να ξημερώνει.
Τότε, σιγά-σιγά, μα ωστόσο αμετάκλητα,
Πήραν να εισβάλλουν στο δωμάτιό μου,
Απ’ το μισόκλειστο παράθυρο,
Το λευκό φως και η πρωινή σιωπή,
Να μπλέκουν τα δάχτυλά τους
Και να πλημμυρίζουν το μέσα μου όλο
Με λόγια ανήκουστα και εικόνες αλλόκοτες -
Όμορφες, μελλοντικές.
Ξύπνησα,
Απ’ την αγρύπνια μου, ξύπνησα,
Άνοιξα τα μάτια της ψυχής στη νέα μέρα και
«Ναι,» ξεφώνισα,
«Ναι, έφτασ’ η ώρα!»
Σηκώθηκα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο
Στα χείλη απ’ το κρεβάτι,
Κινώντας με όρεξη κι ανυπομονησία πολλή
Για το βασίλειο του μέλλοντός μου.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 20

Ψες έγινε στ’ αλήθεια λιώμα η Βασιλική και βγήκε να χορέψει γυμνή στη βροχή. το μόνο που δεν έβρεχε.
Παραπαίει, όλο και πιο πολύ παραπαίει. Έχει μείνει απόλυτα μόνη. Τώρα δεν έχει σε ποιον να μιλήσει, πού να στραφεί για μια κουβέντα παρηγοριάς. Η Δανάη το ’πε και το ’κανε. την έγραψε κανονικά. Δεν απαντά στα τηλεφωνήματά της και ούτε και την πόρτα της ανοίγει όταν κάθε τόσο αποφασίζει να την επισκεφθεί. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε οι δυο μας, της φωνάζει από μέσα και την αφήνει απ’ έξω μοναχή να παραδέρνει με τους δαίμονές της. Το πήρε πια οριστικά απόφαση: καλύτερο ακροατή από τον τοίχο της αποκλείεται να βρει.
Αν ερχόταν τουλάχιστον για λίγο κοντά της εκείνος, αν την έκλεινε στην αγκαλιά του, αν τη γέμιζε για μία ακόμη φορά με του κορμιού του τούς χυμούς; Μα, δε θα ’ρθει. Ποτέ δε θα γυρίσει κοντά της ξανά. Της το είπε ξερά, κατάμουτρα, όταν έκανε την καρδιά της πέτρα, σα μάσησε τους φόβους της κι αποφάσισε να τον επισκεφθεί στο ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, όπου έμενε. Της έβαλε τις φωνές, την έβρισε, της είπε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον επισκεπτόταν, ότι δε θα τον έβλεπε ποτέ ξανά. Αν επιχειρούσε να το κάνει, την απείλησε ξεκάθαρα, θα πάθαινε κακό, κακό μεγάλο. Όχι, δε φοβήθηκε τις φωνές, τη μιλημένη οργή του. το θεριό των ματιών του ήταν που την τρομοκράτησε.
«Ώστε έτσι, Αντρέα!» μιλά με τον απόντα τώρα. «Ώστε τα έσβησες όλα, όλα όσα ζήσαμε, όλα τα μηδένισες. Λες και δεν υπήρξαμε μαζί. Λες και για τόσα χρόνια ήμουνα με άλλο άντρα. Λες...»
Σταματά να απευθύνεται στον κανένα. Έτσι κι αλλιώς, τι να της απαντήσει το γύρω της κενό; Πώς να τη διαφωτίσουν οι εκκωφαντικές σιωπές; Τον έχασε. Απλά και ξάστερα τον έχασε. Για πάντα. Αυτό το γνωρίζει τώρα καλά. Τον αγάπησε. Τον έχασε. Τον μίσησε. Ναι, τώρα τον μισεί, βαθιά, απόλυτα. Για τόσα χρόνια του χάριζε αγάπη κι αυτός της ανταπόδωσε το ακριβό της δώρο με περιφρόνηση, μ’ ένα βαρύ κατηγορώ. Εσύ φταις για όλα, της είπε. Αυτή φταίει για όλα! Όσο είχε την ανάγκη της ήταν καλή και άγια η Βασιλική, αλλά μόλις τα βρήκε λίγο σκούρα φόρτωσε όλα τα κρίματα πάνω της το ανθρωπάκι, την έφτυσε.
Πρέπει να τον εκδικηθεί. Πρέπει να τον κάνει να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Αλλά πώς; Το να πάει να μιλήσει στη γυναίκα του για τη σχέση τους θα ήταν μάταιο. τη γνώριζε ήδη, η δειλή εκείνη γυναικούλα. Λες; Λες να προσπαθήσει να του κάνει σωματικό κακό; Λες να πληρώσει κάποιον για να τον σακατέψει; Αυτό δα θα μπορούσε να το κάνει πολύ εύκολα, είχε τα μέσα, είχε τις γνωριμίες, αλλά... Αλλά, δεν είναι το κορμί του που θέλει να ματώσει, είναι την ψυχή του. Τον θέλει να πονέσει κι άλλο, και τον θέλει να ξέρει πώς πίσω από τα νέα βάσανά του κρύβεται αυτή. η προδομένη, η τόσο άδικα παρατημένη.
Είσαι αδίστακτη γυναίκα, της είπε κάποια μέρα ο Αντρέας, κι είχε δίκιο. Ήταν αδίστακτη. Περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Κι είχε αίμα στα χέρια της και δε θα δίσταζε να χύσει κι άλλο. Όμως όχι τώρα, όχι ακόμη.
Περπατά πάνω-κάτω σ’ ένα ερημωμένο σπίτι, σ’ ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο και σκέφτεται τις επιλογές της. Τι θα τον έκανε να πονέσει πιο πολύ; Τι; Τι θα τον έκανε να κυλήσει ακόμη πιο βαθιά στην άβυσσο; Πόσο σπρώξιμο χρειαζότανε για να καταρρεύσει οριστικά και αμετάκλητα; Ξέρει τις αδυναμίες του! Τις ξέρει καλά. Από λόγια δεν χαμπαρίζει αυτός, οι πόνοι του σώματος δεν τον αγγίζουν. Η ψυχή του. αυτή είναι το αδύνατο σημείο του. Και τώρα είναι αυτή που σηκώνει τα περισσότερα βάρη. Πώς να την κάνει πιότερο να ματώσει; Τι είναι εκείνο που ετούτη τη στιγμή περισσότερο τη βαραίνει; Σκέφτεται ένα-ένα όλα τα ενδεχόμενα η Βασιλική. Και όσο τα σκέφτεται τόσο και πιο ξεκάθαρα μοιάζουν όλα μέσα της. Ναι, αυτό είναι! Ξέρει τι να κάνει. Ξέρει πώς να τον γονατίσει. Παίρνει αμέσως, δίχως δεύτερες σκέψεις, την απόφασή της.
«Καημένε μου, Αντρέα,» ψιθυρίζει στη σιγή, «αχ και να ’ξερες τι σε περιμένει!»
Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίζεται σιγά-σιγά στα χείλη της. Ναι, θα πάρει την εκδίκησή της. Και μετά θα συνεχίσει με τη ζωή της. Όχι, αυτή δεν έχει όνειρα να πραγματοποιήσει. μονάχα σχέδια έχει να βάλει σ’ εφαρμογή.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Η εκδίκηση της Μαριέτας

Τον αγαπούσε μια ζωή, την τυραννούσε μια ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε μεμιάς όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί. Της λέει πώς όλα τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη τα έκανε. Εκείνος ήταν και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον απάντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος μπαμπάς της, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη δε θα ζούσε τόσα χρόνια μες στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, που του χάρισε τόσα πολλά. Η Μαριέτα που γέννησε κι έχασε ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της λέγαν οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, της φώναζε ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Τίποτα δεν έχει αλλάξει...

και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, και γι’ αυτό θλίβεται, εκνευρίζεται, μετανιώνει. Θέλει να βγάλει μια σπαρακτική κραυγή: “ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ”, αλλά δεν το κάνει αφού το ξέρει, δεν υπάρχουν αυτιά για να τον ακούσουν, μάτια για να τον δουν, να τον δουν όπως πραγματικά είναι. Και πως είναι; Μόνος, σ’ αδιέξοδο, με κομμένα τα φτερά, με όλα τα “σίγουρα” χαμένα. Αλλά, εντάξει, αυτό το τελευταίο δεν τον χαλάει στ’ αλήθεια, εκείνο που τον τρώει είναι το ότι πίστευε πως τούτη τη φορά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς, πως θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Κούνια που τον κούναγε, πριν ξαφνικά ξυπνήσει. Και σαν ξύπνησε, τι κατάλαβε; Άρχισε και πάλι να βυθίζεται στις σκέψεις, οι δυνάμεις του χάθηκαν, ο ύπνος στο ελάχιστο και τα νεύρα που είχε ξεχάσει τι είναι, στα ύψη… Και το ποτό! Τα ούζα απ’ το απόγευμα, μπύρες νωρίς το βράδυ και μετά κρασί, για να σβήσει μες στις αλκοολικές ουσίες. Και οι άλλοι γύρω του να μην καταλαβαίνουν, ή ίσως να μη θέλουν να καταλάβουν, να σκέφτονται “φάση είναι, θα του περάσει”. Θα του περάσει! Πώς να του περάσει, όμως; Αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά τους είναι δίχως καρδιά και εντελώς αναίσθητος; Ας είναι… Θα του περάσει! Κι ας μη ζητά τώρα πια τίποτ’ άλλο πια παρά τη χαμένη ψυχική γαληνή, κι ας η μόνη χαρά που του ‘χει απομείνει είναι το να περπατά αργά το βράδυ ακούγοντας μουσική, κι ας πείθει με μεγάλη προσπάθεια κάθε πρωί τον εαυτό του ότι, ναι, αξίζει να ζήσει μία ακόμη μέρα. Να ζήσει ακόμη μία μέρα, αόρατος…