Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολογήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολογήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Μια ιστορία ΙΙ

«Ποιος είσαι;»
«Μια ψυχή.»
«Ποιος είσαι;»
«Μια σκιά!»
«Ποιος είσαι;»
«Η σκιά του εαυτού μου!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας αλύτρωτος!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ανέστιος!»
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα βρεις μέσα σου!»
«Πώς λένε αυτόν που θα βρω μέσα μου;»
«Κάποιος με είπε Δέντρο!»
«Θέλω να σκαρφαλώσω στα κλαδιά σου!»
«Καλύτερα να βρεις πρώτα τις ρίζες!»
«Πού να ψάξω;»
«Στα έγκατα της ύπαρξής σου!»
«Της δικής μου;»
«Αφού είμαι μέσα σου!»
Της χαμογελά και την κοιτά βαθιά στα μάτια. Εκείνη δείχνει να πεισμώνει μ’ ένα τρόπο γλυκό κι αποφασίζει να συνεχίσει την επίθεσή της.
«Ποιος είσαι;»
«Αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο!»
«Ποιος είσαι;»
«Μια ελπίδα απέθαντη!»
«Τι ζητάς;»
«Το αδύνατο!»
«Γιατί το ζητάς;»
«Αν ήξερα το γιατί δε θα το ζητούσα!»
«Από που έρχεσαι;»
«Από το χθες!»
«Και πού πας;»
«Στην άγνωστη ουσία!»
«Θα φτάσεις κάποτε μέχρι εκεί;»
«Αν φτάσω θα είναι το τέλος μου!»
«Γιατί;»
«Επειδή δε θα ’χω που να πάω. Εσύ που θες να πας;» τη ρωτά προτού προλάβει να συνεχίσει.
«Στην αγάπη!»
«Δύσκολο το ταξίδι σου και απαιτεί πολλά φονικά!»
«Φονικά;»
«Πρέπει να σκοτώσεις συνήθειες, απόψεις, δισταγμούς, αμφιβολίες. Πρέπει να φτάσεις ως το μη παρέκει. Τότε θα συναντήσεις την αγάπη ή το τέλος μιας οδυνηρής ψευδαίσθησης!»
«Ποιος θα με βοηθήσει να τα καταφέρω;»
«Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής σου!»
Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής της! Πάντα ήξερε ότι ήταν εκεί, τα ένιωθε, τ’ άκουγε να της ψιθυρίζουν σκέψεις ανείπωτες βαθιά μέσα στο είναι της, να ταράζουν τα όνειρά της. Τι της έλεγαν; Ν’ αλλάξει τρόπο ζωής και σκέψης. Τα άκουγε; Όχι. Ήταν αυτή που ήταν και δε θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη. Έτσι γεννήθηκε, έτσι μεγάλωσε, έτσι θα πέθαινε. Άλλωστε και κείνος, ο μόνος άνθρωπος που ποτέ στ’ αλήθεια την κατάλαβε, γι’ αυτό που ήταν την αγάπησε, για της ψυχής της τις αλήθειες. Κι ας επέμενε:
«Μην είσαι απόλυτη στις απόψεις σου, Ελένη. Ποτέ! Ό,τι σκέφτεσαι πως δε θα έκανες ποτέ ίσως κάποια μέρα να το κάνεις. Ό,τι επικρίνεις ίσως κάποτε να το μιμηθείς. Να θυμάσαι ότι η ζωή μας δεν εξαρτάται πάντα, ή μάλλον σχεδόν ποτέ, από εμάς. Είναι πολλοί οι εξωτερικοί παράγοντες που την επηρεάζουν. Μπορεί να κοιμηθούμε στον Παράδεισο και να ξυπνήσουμε στην Κόλαση. μην το ξεχνάς ποτέ αυτό...»
Πώς να το ξεχάσει; Αλλά και πάλι δεν πιστεύει ότι κάποια μέρα θ’ αλλάξει. Όχι αυτή. Η ζωή όμως, η ζωή...

Ακόμη ένα απόσπασμα από εκείνο το μυθιστόρημα που δε γράφτηκε ποτέ. Και το οποίο, μάλλον, ποτέ δε θα γραφεί. Το είχα αρχίσει πριν τρία χρόνια εδώ στην Τσιανγκ Μάι και θα ήταν υποτίθεται ένα «υβριδικό» βιβλίο, αφού θα συνδύαζε ρομαντισμό, σάτιρα και στοιχεία θρίλερ. Από τη στιγμή, όμως, που σταμάτησα να γράφω, αφού έπρεπε να επιστρέψω στην Κύπρο, δεν μπόρεσα να το ξαναπιάσω στα χέρια μου. Ίσως, όμως, κάποια αποσπάσματα όπως το πιο πάνω, μου φανούν χρήσιμα στο μέλλον...

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Άκης Δήμου -...Και Ιουλιέττα

Όλο λέω να βάλω μία τάξη στην κάμαρα-βιβλιοθήκη μου και όλο το αναβάλλω. Όχι πώς δεν έχω τοποθετήσει τα βιβλία στα ράφια, αυτό το έχω κάνει, αλλά να, μπροστά τους ορθώνονται ψηλά εμπόδια (βλέπε κασόνια με διάφορα αρχεία) με αποτέλεσμα κάποιους τίτλους να μην μπορώ καν να τους δω. Έτσι χθες το βράδυ, όταν επιχείρησα ν’ ανακαλύψω το «Πράσινα Μάτια» της Ντυράς, το οποίο θυμήθηκα ξαφνικά, δεν τα κατάφερα. Από ένα ευτυχές γύρισμά της τύχης ωστόσο βρήκα ένα βιβλιαράκι, που μου χάρισε μια φίλη στη Θεσσαλονίκη πριν δέκα χρόνια, με ένα υπέροχο μονόλογο του Άκη Δήμου, από όπου και αντιγράφω δύο μικρά αποσπάσματα:

Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε – αν βέβαια έχετε μια τέτοια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα;
Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν περπατησιά ή αέρινο όπως το σχήμα των χεριών που επιθυμούν να κλείσουν σ’ ένα χάδι βαθύ, ως μέσα στις ρίζες;
Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δε θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. Μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο...

...Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές τού σ’ αγαπώ – έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί...

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 8

Μεθάει όμορφα, χαριτωμένα, γαλήνια, χαμογελαστά. Και μαζί της μεθάει κι η Δανάη. Όχι για συμπαράσταση, όχι, κάθε άλλο. μεθάει επειδή το ’χει ανάγκη, επειδή -έτσι στα ξαφνικά- έμεινε κι εκείνη μόνη.
«Πώς τα καταφέραμε έτσι, Βασιλική;»
«Με μαεστρία πολλή!»
«Τουλάχιστον ο δικός σου έχει μια δικαιολογία σοβαρή, ενώ ο δικός μου... Άστα να πάνε.»
«Ακριβώς. Άστα να πάνε. Αλλά, εσύ ήσουν πιο τυχερή απ’ την αφεντιά μου, έβλεπες τα σημάδια, το περίμενες, ενώ εμένα μου ’ρθε απ’ το πουθενά...»
«Τα έβλεπα, αλλά δεν ήθελα να τα πιστέψω, Βασιλική!»
«Κι ύστερα μου λες εμένα...»
«Ναι. Δίκιο έχεις. Δάσκαλε που δίδασκες...»
«Πάντως δεν περίμενα να σε πάρει τόσο από κάτω. Όχι εσένα.»
«Α, δεν είμαι και τόσο άσκημα. Πιότερο ξαφνιασμένη είμαι και λίγο χαμένη. Είναι τα χρόνια που περνάνε. Είναι η μοναξιά που τώρα πια δεν αντέχεται.»
«Είναι και τα...»
«Ξέρεις τι θέλω να κάνω; Να χτυπήσω κάποιον. Να τον χτυπήσω τώρα, αμέσως, άγρια. Πριν μου περάσει. Πριν το ποτό με ηρεμήσει και πάλι. Θέλω...»
«Κτυπά εμένα, λοιπόν. Δε θα πονέσω. Καθόλου! Τίποτα πια δε μου προκαλεί πόνο.»
«Μη λες μαλακίες. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.»
«Φυσικά και καταλαβαίνω. Αλλά και πώς καταλαβαίνω τι έγινε; Ξαναφτιάχνουν τα πράγματα; Δεν ξαναφτιάχνουνε...»
Κάπου χαμένη στο μέσα της είναι τώρα κι η Δανάη, αντίγραφο -όχι και τόσο πιστό- της φίλης της, που μέχρι χθες παρηγορούσε. που παρηγορεί ακόμη. Η μοναξιά που την περιμένει τη φοβίζει, αλλά θα ρίξει γροθιές μαζί της, θα την πολεμήσει, δεν είναι αδύναμη σαν κι εκείνη αυτή. Θα ξαναπιάσει την πόρνη τη ζωή απ’ τα κέρατα, όσο έχει ακόμη καιρό.
Κάθεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη Βασιλική. Την παρατηρεί και την παρατηρεί. Δύο ανώμαλα προσγειωμένες ψυχές, δυο λαβωμένοι απ’ τη ζωή άγγελοι. Ψάχνει το είδωλό της στον καθρέφτη των ματιών που την κοιτάνε και βλέπει κάποια άλλη. μια ξένη, κάποια παραχαράκτη. Της αρέσει πολύ η παραμορφωμένη εικόνα που αντικρίζει μέσα εκεί. Χαμογελά.
«Ίσως όλα να έγιναν για το καλό!» λέει στην εμβρόντητη Βασιλική, που ξαφνικά νιώθει την ανάγκη να την αρπάξει απ’ το λαιμό και να την πνίξει.
«Ε, μα εσύ δεν υποφέρεσαι!» προσπαθεί να στραγγίξει μέσα απ’ τις λέξεις την οργή της. «Πριν μια στιγμή μου κλαιγόσουν και τώρα λες...» Δεν ξέρει τι άλλο να της πει. Αυτή η γυναίκα έχει μια μοναδική ικανότητα να τη φέρνει, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, στα όριά της. Εκτός κι αν...
«Δε μου λες: στ’ αλήθεια χώρισες ή μου παίζεις θέατρο;»
«Χώρισα, καλή μου, χώρισα. Απλά, όσο κι αν πονώ, δεν μπορώ να ξοδεύομαι άλλο πια σε κλαψούρες. Ο χρόνος τρέχει. Πρέπει να προλάβω...»
«Μα, έλεγες ότι τον αγαπούσες σα τη ζωή σου τον Μένιο.»
«Τον αγαπούσα σαν τη ζωή μου, όταν ήμουν μαζί του. Τώρα που με παράτησε, δεν έμεινε κάτι ν’ αγαπώ.»
«Κι έτσι απλά, θα προχωρήσεις;»
«Όχι. Όχι, έτσι απλά. Θα μαδήσω σιγά-σιγά σαν ψόφιο κοτόπουλο το δέρμα του πόνου, μέχρι να το καθαρίσω απόλυτα και μετά, όπου με βγάλει ο δρόμος. Εξάλλου αν δεν πονούσα, δε θα μεθούσα. Με ξέρεις...»
«Σε ξέρω; Δεν ξέρω!»
Πήραν να γελάνε. Να γελάνε με τα χάλια και τις προοπτικές τους, να γλεντούν ακαριαία κι αλκοολικά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.
«Μακάρι να ’μουν σαν και σένα, Δανάη!»
«Δηλαδή, άκαρδη σκύλα, όπως με αποκαλούν οι πρώην μου;»
«Άκαρδη σκύλα, με μεγάλη ψυχή και πολλή κουράγιο.»
«Δεν είναι που έχω κουράγιο, είναι που είμαι κυνική. Δε μ’ αρέσει να κλαίω για χαμένους έρωτες. τουλάχιστον όχι για πολύ.»
«Κι εγώ που κλαίω τι κατάλαβα;»
«Έλα ντε. Τι; Ακόμη στο σκοτάδι βρίσκεσαι.»
«Πάντα εκεί. Πιστός φρουρός κι αναζητητής.»
«Αναζητητής; Μην το ψάχνεις το σκοτάδι, είναι μέσα σου.»
«Το ξέρω. Μοναχά αυτό μου ανήκει...»
Πάντα, ό,τι και να κάνουν, ό,τι και να πουν, στα ίδια και στα ίδια καταλήγουν: στα χαμηλωμένα βλέμματα, στις απειλητικές σιωπές, στις αναμνήσεις.
«Θυμάσαι, Δανάη; Θυμάσαι τι μας έλεγε εκείνη η μουρλή, η φιλόλογός μας;»
«Όχι. Τι;»
«Δεν υπάρχει λόγος να περπατάς μ’ ομπρέλα στη βροχή. Τι ζημιά να σου κάνει αυτή; Η δόλια η ζωή είναι που θα κάνει μούσκεμα τα όνειρά σου!»
«Ω, ναι, θυμάμαι. Κι εμείς την κοροϊδεύαμε. Πού να ξέραμε!»
Νιώθει παράξενα πολύ η Δανάη. Δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Πονάει και χαίρεται, κι ανυπομονεί, κι αγωνιά. Όλα μέσα της ένα κουβάρι. Πιότερο μοιάζει να λυπάται για τη φίλη της, παρά για τη δική της απώλεια. Ίσως ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κατάστασή της η Βασιλική, να ελαττώνει στα μάτια της το μέγεθος του προσωπικού της μικρού δράματος. Και ίσως θα ήταν καλύτερα για την ίδια να μη βρισκόταν τώρα εκεί, μαζί της. αλλά δεν είχε που αλλού να πάει, κάποιον άλλο για να πει τον πόνο της. Είναι το ποτό ή η κουβέντα που την έκανε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να νιώσει καλύτερα; Δεν ξέρει. Δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Το μόνο που τη νοιάζει είναι το τώρα. το γλυκά μεθυστικό τώρα. Αφήνει, επιτέλους, τα δάκρυα ρυάκια να τρέξουν απ’ τα μάτια της, να χαράξουν πικρά μονοπάτια στα μάγουλα και να βρέξουν ανακούφιση στο στήθος της. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτεται, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να χαμογελάσει. Όλα θα πάνε καλά, επειδή έτσι πρέπει. Επειδή η ίδια θα τα κάνει να πάνε. Για την ίδια. Για τη φίλη της δεν ξέρει. Γι’ αυτή δεν μπορεί να μιλήσει. Το μόνο που μπορεί είναι να την αγκαλιάσει σφικτά και να ρουφήξει, για μια ακόμη φορά, τις αφόρητες μυρουδιές απ’ το μεθυσμένο χνώτο της, που μάλλον τώρα δε θα διαφέρει και πολύ απ’ το δικό της.