Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Άκης Δήμου -...Και Ιουλιέττα

Όλο λέω να βάλω μία τάξη στην κάμαρα-βιβλιοθήκη μου και όλο το αναβάλλω. Όχι πώς δεν έχω τοποθετήσει τα βιβλία στα ράφια, αυτό το έχω κάνει, αλλά να, μπροστά τους ορθώνονται ψηλά εμπόδια (βλέπε κασόνια με διάφορα αρχεία) με αποτέλεσμα κάποιους τίτλους να μην μπορώ καν να τους δω. Έτσι χθες το βράδυ, όταν επιχείρησα ν’ ανακαλύψω το «Πράσινα Μάτια» της Ντυράς, το οποίο θυμήθηκα ξαφνικά, δεν τα κατάφερα. Από ένα ευτυχές γύρισμά της τύχης ωστόσο βρήκα ένα βιβλιαράκι, που μου χάρισε μια φίλη στη Θεσσαλονίκη πριν δέκα χρόνια, με ένα υπέροχο μονόλογο του Άκη Δήμου, από όπου και αντιγράφω δύο μικρά αποσπάσματα:

Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε – αν βέβαια έχετε μια τέτοια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα;
Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν περπατησιά ή αέρινο όπως το σχήμα των χεριών που επιθυμούν να κλείσουν σ’ ένα χάδι βαθύ, ως μέσα στις ρίζες;
Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δε θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. Μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο...

...Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές τού σ’ αγαπώ – έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί...

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Η αγαπημένη μου Νεράιδα

Η Νεράιδα του Πρωινού

Αυτή η νεράιδα τρελαίνεται να εμφανίζεται ξαφνικά σε νοικοκυρές και νοικοκύρηδες την ήρεμη στιγμή, που η υπόλοιπη οικογένεια φεύγει για τη δουλειά και το σχολείο. Τότε τους ψιθυρίζει στο αυτί: «Μην κάνεις τις δουλειές σου, μη σε νοιάζει. Ξέχνα τα πιάτα, το ξεσκόνισμα, τον σκύλο, το φαγητό... κάνε κάτι για τον εαυτό σου αυτή τη στιγμή.» Αυτή κρύβεται πίσω από την ακατανίκητη επιθυμία να διαβάσουμε ένα περιοδικό ή ένα βιβλίο ή να δούμε λίγη τηλεόραση... είναι, όμως, εξίσου πιθανό να μας παροτρύνει να γράψουμε επιτέλους εκείνο το μυθιστόρημα, να μάθουμε να παίζουμε όμποε ή να γραφτούμε στην τάξη που πάντα θέλαμε.

Από το βιβλίο Καλές Νεράιδες, Κακές Νεράιδες του Brian Froud, Εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Σεισάχθεια

Διάβασα πρόσφατα ξανά -μετά από εφτά χρόνια- το ομώνυμο βιβλίο της Εύας Ομηρόλη και παραθέτω κάποιες «ατάκες»:

Μπορώ απλώς να υπάρχω, χωρίς να σκέφτομαι, και να ελπίζω πως θα ξεχάσω και θα σωθώ.

Κάποτε κουράστηκα να εμβαθύνω και να φιλοσοφώ. Η νεανική μου διάθεση ν’ αλλάξω τον κόσμο γερνούσε πολύ γρήγορα. Σιγά σιγά την εγκατέλειπα και διατηρούσα μόνο μια ψευδαίσθηση πως εγώ δεν αποτελούσα μέλος εκείνου του συνόλου, μου άρεσε ακόμη να φαντάζομαι πως είμαι διαφορετικός.

Δεν είναι που εμείς είμαστε σκλάβοι, είναι που οι επιθυμίες μας δεν είναι ελεύθερες.

Εγώ αναζητώ τη δύναμη να τα δέχομαι όλα σαν μέρος της ύπαρξης χωρίς να πρέπει να τα κρίνω. Δε θέλω ν’ αναζητώ την καλή πλευρά, θέλω να μάθω ν’ αποδέχομαι και την κακή.

Ο φόβος είναι το πιο μεγάλο ψέμα.

Ο έρωτας, όταν χάνεται, πονάει, αλλά σε οδηγεί από μόνος του στην κάθαρση.

Δεν μπορείς να ξέρεις αν σου λείπει κάτι χωρίς πρώτα να το γνωρίσεις.

Είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιείς τα όνειρά σου παρά να νιώθεις ένοχος για τα απραγματοποίητα όνειρα των άλλων.

Όσο περισσότερους κανόνες εξοντώνει στη ζωή του ένας άνθρωπος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο νόημα της ζωής.

Η ζωή είναι πάντα πιο μεγάλη από τις αποφάσεις.

Ποιος τις χρειάζεται τις λέξεις; Ολομόναχες και θλιβερές, τις πιο πολλές φορές δεν ξέρουν τι εκπροσωπούν.

Η πιο μεγάλη φυλακή είναι τα κεκτημένα.

Αν είναι να αναλωθείς, καταναλώσου για το άγνωστο που έχει πιότερες ελπίδες απ’ το πεπραγμένο.

Σκεφτόμουνα να παρουσιάσω το βιβλίο, αλλά το έκανα ήδη στο μακρινό παρελθόν, και δε μ’ αρέσει -έστω κι έτσι- να επαναλαμβάνομαι.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Του Αγίου Βαλεντίνου

Η χθεσινή ημέρα ήταν η καλύτερή του. Του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, απλά είχε ένα πάθος. Αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως εκείνος ο αλήτης του ντάρμα, ο Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και μοναδικό σ’ ένα ερωτευμένο, άγνωστό του, ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε απ’ το πρωί στους δρόμους σ’ αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το χάριζε σ’ όποιον κι όποιον.



Η συνέχεια στα Διηγήματα

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Η επιθυμία

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι και ακούει την ανάσα της καθώς κοιμάται. Αργή, σχεδόν, ξεψυχισμένη μοιάζει να βγαίνει από μέσα της. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο αργά πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με ματιά κλαμένα, παρακολουθεί τη μορφή της να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Δεν περίμενε να πεθάνει πριν από κείνον. Και τώρα δεν ξέρει τι του γίνεται.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό; τη ρωτά σιωπηλά, και φυσικά δεν περιμένει καμία απάντηση. Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ με την αρρώστια, όμως έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του θανάτου, να τη συνηθίζει. Σε αντίθεση μ’ εκείνον που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Πώς να μην τα έχει άλλωστε; Τριάντα χρόνια και βάλε έζησαν μαζί οι δυο τους. Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση...

Η συνέχεια στα Διηγήματα