Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποτό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποτό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 11

Απόψε βγήκε για ένα -λέμε τώρα- ποτό μόνη. Για να περιφέρει τη θλίψη της, ν’ αλλάξει παραστάσεις, να περισυλλέξει τις σκέψεις της, για να ψάξει να βρει το φως στο σκοτάδι των άλλων φυλών, των διαφορετικών, της νύχτας.
Είναι ντυμένη προκλητικά. με ρούχα που αναδεικνύουν μαεστρικά κάθε γραμμή και καμπύλη του καλοδιατηρημένου, αλλά όχι και τόσο νεανικού της πια κορμιού. κι είναι βαμμένη λιτά, θέλοντας να τονίσει την ομορφιά του -αμέτρητες φορές ξεπλυμένου με δάκρυα- προσώπου της. Το μοβ και το μαύρο της πάνε πολύ.
Κάθεται νωχελικά σ’ ένα σκαμπό, στη μπάρα ενός κάπως υπερβολικού προφίλ μπαρ, με το ένα πόδι σταυρωμένο πάνω απ’ τ’ άλλο, πίνει ένα κοκτέιλ και παρατηρεί σχεδόν αδιάφορα το καλοντυμένο πλήθος. Να ένα μέρος που ποτέ δε θα ερχόταν εκείνος, σκέφτεται η Βασιλική, ο ναός των σύγχρονων ευνούχων!
Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων μ’ αυτούς τους ανθρώπους; Τι απέγιναν οι άντρες; Είναι εκεί μόνη, είναι όμορφη και με τον τρόπο της φωνάζει διαθέσιμη, αλλά κανείς δεν τολμά να την πλησιάσει. Λες να διαβάζουν στα μάτια της τον πόνο; Λες, κάπως, να τους τρομάζει; Λες... να μην ανήκει εκεί; Να μην ανήκει! Εκεί!
Θέλοντας και μη, κι αφού δεν της παρουσιάζεται και κάνα διέξοδο κάνει και πάλι βουτιά στο μέσα της. στο τότε. Στο τότε που τον γνώρισε. Θυμάται ακόμη τα πάντα με μια ανεξήγητη διαύγεια. Τα ρούχα που φορούσε, τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά, τον τρόπο που την κοιτούσε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που την αντίκρισε. πώς πήρε αμέσως να τη γδύνει με το βλέμμα. Θυμάται το πώς ένιωσε μια έλξη ακαταμάχητη για κείνον. Θυμάται πόσο της προκάλεσαν την περιέργεια οι τρόποι του. Θυμάται πόσο τον ήθελε. εκεί, εκείνη την ώρα και για πάντα. Και θυμάται ακόμη πώς ένιωσε όταν έμαθε ότι ήταν παντρεμένος, ότι ανήκε σε κάποια άλλη. Όχι, δε λυπήθηκε, δεν απογοητεύτηκε. πείσμωσε. Πείσμωσε και είπε θα τον κάνω δικό μου. Και τον έκανε. Σιγά να μην της ξέφευγε! Ήταν... Ήταν τόσο διαφορετικός εκείνος. μύριζε άντρας. Όχι σαν κι ετούτα δω τα παιδαρέλια, τα κάθε ηλικίας και τα καθωσπρέπει, που την περιτριγυρίζουν δίχως να την πλησιάζουν.
Σηκώνει το βλέμμα απ’ το πολύχρωμο ποτό, απ’ το γκρίζο μέσα της. Προσπαθεί ν’ ακούσει τους στίχους του τραγουδιού που παίζει, αλλά είναι αδύνατο, οι φωνές των απόντων τους υπερκαλύπτουν. Θέλει να σηκωθεί να φύγει, να πάει κάπου αλλού, αλλά δε θα το κάνει. Θα μείνει εκεί και θα μεθύσει. Και μετά θα βγει έξω στο δρόμο και θα πάρει τρεκλίζοντας ένα ταξί για το σπίτι της, για τη φυλακή της. Κι εκεί θα πέσει στο κρεβάτι της ξερή, σαν το κούτσουρο που είναι. Κι ύστερα από δυο-τρεις ώρες θα ξυπνήσει διψασμένη απ’ το πιοτό, αφυδατωμένη απ’ την απουσία του. Έτσι ακριβώς θα κάνει. Έτσι ακριβώς θα γίνει.
«Ένα σφηνάκι βότκα!» διατάζει τον μπάρμαν, που στέκεται σχεδόν συνέχεια δίπλα της.
«Κερασμένο!» ακούει μια βαθιά φωνή να προστάζει από πίσω.
Γυρίζει το κορμί, στρέφει το βλέμμα. Αντικρίζει ένα ψηλό πολύ και καλοντυμένο μεσήλικα με μαύρα μαλλιά, που πήραν να γκριζάρουν, και μάτια μελισσιά που στάζουν αυτοπεποίθηση. Αυτοπεποίθηση, όχι αλαζονεία.
«Σ’ ευχαριστώ!» του λέει. Τον περιμένει να πάει να καθίσει δίπλα της, αλλά δεν το κάνει. Τον προσκαλεί με το βλέμμα. Δέχεται.
«Μου φάνηκε ότι ήθελες να είσαι μόνη, να σε αφήσουν στην ησυχία σου.»
«Αν το ήθελα αυτό δε θα ’βγαινα. Αλλά κι εδώ που ήρθα, πάλι μόνη ήμουνα. Μέχρι τώρα.»
Προσπάθησε να του χαρίσει ένα από εκείνα τα παλιά τα ζεστά της τα χαμόγελα, μα δεν τα κατάφερε, της βγήκε ψεύτικο, γι’ αυτό και το απέσυρε βιαστικά. Το έκρυψε στο σφηνάκι με τη βότκα.
«Εσύ; Μόνος;» τον ρώτησε λίγο μετά για σπάσει την αμηχανία. τη δική της αμηχανία.
«Εδώ, ναι! Στη ζωή...» Της έδειξε το καταραμένο το δαχτυλίδι.
«Και που είναι το καλύτερο ή το χειρότερο μισό σου;» κατάφερε να ρωτήσει με μια πινελιά ειρωνείας στη φωνή, κάνοντάς τον να χαμογελάσει.
«Τριγυρνά στας Ευρώπας!» απάντησ’ εκείνος μ’ ένα παλιομοδίτικο τρόπο. Κοίταξαν ο ένας -για μια στιγμή διερευνητικά- τον άλλο και ξέσπασαν σ’ ακράτητα γέλια.
«Το χρειαζόμουν αυτό!» κατάφερε να μιλήσει πρώτη εκείνη. «Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που γέλασα.»
«Κι εγώ. Αλλά, τι να κάνει κανείς; Έτσι είν’ η ζωή. Μακάρι να γελούσαμε όλοι πιο πολύ κι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.»
«Στην υγειά σου, γεροφιλόσοφε!» αποκρίθηκ’ εκείνη τσουγκρίζοντας το ποτήρι της με το δικό του, που ήταν ως τη μέση γιομάτο με ουίσκι και πάγο.
«Και γέρος και φιλόσοφος. Δίκιο έχεις και για τα δύο. Αν κι η γυναίκα μου μάλλον μόνο με το πρώτο συμφωνεί. Αυτή χαϊδευτικά μ’ αποκαλεί, γέρο-ξεκούτη!»
Πήραν να γελάνε και πάλι. Της άρεσε! Της άρεσε πολύ, εκ πρώτης όψεως, αυτός ο άγνωστος, ο παράξενος άνθρωπος. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος άντρας που δέησε να την πλησιάσει, ίσως επειδή έμοιαζε κάπου να την καταλαβαίνει, ίσως κι επειδή τίποτα δε ρωτούσε, καθόλου δεν την τυραγνούσε μ’ ερωτήσεις ανούσιες, που θα της χαλούσαν τη στιγμή και θα της έκλεβαν το σχεδόν ξεχασμένο στο πέρασμα του χρόνου κέφι. Τελικά θα αποδεικνυόταν μεγάλη ετούτη η νύχτα. πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα περίμενε ποτέ η Βασιλική, και δε θα ήταν λουσμένη όπως πάντοτε, τώρα τελευταία, στη μέθη και τη θλίψη, αλλά στη μέθη και την προσδοκία.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 3

«Με ρωτάς τι έπαθα και κόλλησα μαζί της. Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω και αν σου το πω θα γελάσεις. Να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό!»
«Για λέγε.»
«Ξέρεις ποιο ήταν το πρώτο δώρο που μου έκανε;»
«Ξέρω ’γω; Καμιά γραβάτα;»
«Ένα κουτί με προφυλακτικά: Για τις νύχτες ηδονής που σε περιμένουν, μου είπε.»
Πήραν κι οι δυο να γελάνε. Να γελάνε και να πνίγονται, απ’ τον καπνό των τσιγάρων τους και το πιοτό.
«Καλή!» επικρότησε ο Γιώργος.
«Πολύ καλή!» σιγόνταρε ο Αντρέας. «Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. πώς αφήνεις, πώς παρατάς μια τέτοια γυναίκα;»
«Καλά μωρέ, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες στον κόσμο. Όλο και κάποια θα βρεθεί και για σένα.»
«Δε θέλω άλλες, ρε φίλε, εκείνη θέλω. Αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει να χωρίσουμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.»
«Ό,τι κι αν σου πω θα ’ναι λόγια του αέρα, το ξέρω. Κάνε ό,τι νομίζεις.»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω. Αλλά αυτό είναι που με σκοτώνει κιόλας.»
«Τόσο πολύ την αγαπάς, λοιπόν;»
«Δεν είναι αγάπη, ρε Γιώργο, είναι χημεία, είναι κάτι άλλο, κάτι περισσότερο, κάτι πιο μεγάλο. Μόλις τη βλέπω το κορμί μου παίρνει φωτιά, θέλει να την αγκαλιάσει με ορμή, να μπει μέσα της για να καταλαγιάσει ο πόθος, να σβήσει η φωτιά. Ω, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Τώρα στα γεράματα μ’ έπιασε να λέω ποιητηκούρες...»
«Πλάκα έχεις, φίλε μου, μα δε μας πήραν και τα χρόνια. Σε καταλαβαίνω, ωστόσο. Μου έτυχε κι εμένα μια φορά αυτό που λες, και τα ’χασα ολότελα, δεν ήξερα ποιος ήμουνα και που πήγαινα. Μα, δεν κράτησε. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Δεν ξέρω.»
«Οι γυναίκες!» αναστέναξε ο Αντρέας.
«Στις γυναίκες!» σήκωσε το ποτήρι του σε πρόποση ο Γιώργος.
Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Παρατηρούν τους άλλους θαμώνες στο καφενείο, που δε μοιάζει να τους σκιάζει σκοτούρα καμιά. Τους ζηλεύουν λίγο. η αλήθεια να λέγεται. Αρχίζουν και πάλι να μιλάνε.
«Πόσα χρόνια είσαστε μαζί;»
«Πέντε, θαρρώ.»
«Καυγάδες;»
«Ου, αμέτρητοι. Αλλά, γι’ αυτό μ’ αρέσει. Επειδή μ’ αυτή μπορώ να τσακώνομαι άγρια, να βγάζω τα απωθημένα μου. Αν δεν ήτανε αυτή που είναι, τόσο οργισμένη, τόσο αλανιάρα, δε θα ήθελα να την έχω. Δεν είναι δα κι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο. Ωστόσο, ίσως να είναι η πιο ειλικρινής. Έτσι και πει κι ανοίξει το στόμα της, όλοι τρέχουνε για να κρυφτούν.»
«Ακόμη και τώρα;»
«Τώρα; Τώρα άλλαξε. Σα να μαλάκωσε κάπου, σα να ράγισε. Και φταίω εγώ γι’ αυτό. Αλλά, φταίει κι εκείνη. Της είπα ποιος είμαι απ’ την αρχή. Της είπα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τι αγαπώ πιότερο στον κόσμο. Της τα είπα όλα και τάχατες τα κατάλαβε, τάχατες δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, όμως τώρα...»
«Έχει και τα δίκια της.»
«Τα έχει δε λέω, αλλά...»
«Μη μιλήσεις. Ξέρω, ρε συ. Άσε να δούμε τι θα φέρει ο χρόνος. Ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα.»
«Ελπίζω αλλά φοβάμαι, Γιώργο. Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που ήμασταν στην εφηβεία. Όλο να κοιτάμε μπροστά. όλο αυτό μας έλεγαν. Μα τώρα, ούτε μπροστά, μήτε πίσω δεν τολμάω να κοιτάξω. Εδώ και πολλή καιρό δεν περιμένω πια τον ήλιο, αλλά μονάχα περισσότερη βροχή.»
«Ίσως να βρέξει και να ξεπλύνει τα κακώς έχοντα...»
«Μαλακίες. Ακούς εκεί, τα κακώς έχοντα! Αφού κι εκείνα εγώ, εμείς τα δημιουργήσαμε ρε. λες να νοιαστεί ξαφνικά για μας ο καλός θεούλης και να τρέξει να μας βοηθήσει;»
«Ποτέ δεν ξέρεις!»
«Δεν ξέρω, δεν προσεύχομαι, δεν ελπίζω. Σ’ αυτά τα βρώμικα νερά θα κολυμπήσουμε εγώ κι εκείνη, μοναχοί.»
«Άντε, γεια μας. Και καλή καρδιά...»
«Γεια μας!»

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 2

«Δεν πας καλά, Βασιλική...»
«Λες να μην το ξέρω!»
«Ε, τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό;»
«Να κάνω τι; Όλη μέρα κι όλη νύχτα αυτό σκέφτομαι, αλλά απάντηση δε βρίσκω. Να κάνω τι;»
«Να πας να τον βρεις, τώρα που σε χρειάζεται.»
«Μα δε με θέλει εκεί, δε με θέλει κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις...»
«Ε, τότε βρες κάτι άλλο να κάνεις, κάτι για να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Για να μη σε τυραννάνε συνεχώς οι σκέψεις σου.»
«Δεν μπορώ. Απλά, δεν μπορώ!»
Μένουν για λίγο σιωπηλές οι δυο φιλενάδες. Κοιτά η μια την άλλη με τα βλέμματα της θλίψης, λίγο ενοχικά, λίγο ραγισμένα. Έχουν μεγαλώσει πια, ασυγχώρητα, κι οι δυο τους. Δεν τους μένει πλέον καιρός για νέες ευκαιρίες, νέα πειράματα. Πρέπει να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή όπως τους έλαχε, με τα σωστά της και τα λάθη της. Επιλογή άλλη καμία.
Παρατηρεί έντονα τη Βασιλική η Δανάη, βλέπει καθαρά το μέσα της που παλεύει και παραδίδεται. Μοιάζει να έχει πια πάρει για τα καλά το δρόμο εκείνο τον γνωστό, τον πολυταξιδεμένο, το δίχως επιστροφή. Πίνει και καπνίζει και πίνει. Λίγο τρώει, πολύ μιλά, πολύ σιωπά. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Για τον άντρα της. Για τον άντρα που ποτέ δεν ήταν, που ποτέ δεν έγινε άντρας της. τουλάχιστον όχι επίσημα. Πρέπει να τη βοηθήσει, θέλει να τη βοηθήσει, αλλά πώς; Αφού από λόγια και παρηγοριές δεν παίρνει χαμπάρι αυτή!
«Πίνεις πολύ, ρε συ...» τολμά να της πει.
«Χα! Κι εσύ που δεν πίνεις, τι κατάλαβες;» απαντά ετοιμόλογα εκείνη.
Τι κατάλαβε; Στ’ αλήθεια τι; Κι εκείνη στον ίδιο βόθρο ζει, κι εκείνη στα ίδια σκατά παραδέρνει. Το μόνο που -αυτή, η τυχερή- δε νιώθει τόσο έντονα τον πόνο, το μόνο που δεν ξεχειλίζει από πίκρα, όπως η φιλενάδα της.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και πλησιάζει τη Βασιλική, καθώς εκείνη ρουφάει μ’ ένα ανεπίτρεπτο πάθος, αλλά δίχως καμιά εμφανή ευχαρίστηση, την τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι της. Η φύση έξω σκοτεινιάζει, οι σιωπές θα γίνουν τώρα αφόρητες, αν τους ανοίξουν την πόρτα. Πρέπει να συνεχίσουν να μιλάνε, για να ξορκίσουν όπως όπως τα φαντάσματά τους, για να μασκαρέψουν τη θλίψη τους. Κάθεται δίπλα της. Την κλείνει ασφυκτικά στην αγκαλιά της. Τα μαλλιά της μυρίζουν καπνό και απλυσιά, το κορμί της το νιώθει σκληρό, απολιθωμένο. Όμως, ξάφνου τη νιώθει να χαλαρώνει λίγο, κι ύστερα να συσπάται. Ακούει την αλκοολούχα ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό. Αρχίζει να κλαίει. Σιωπηλά. Σχεδόν ατάραχα. Πάει να της πει κάτι η Δανάη, αλλά δεν την αφήνει -της κλείνει το στόμα με το χέρι γρήγορα, επιτακτικά, προτού προλάβει να μιλήσει και- συνεχίζει ν’ αδειάζει το μέσα της, για να ’χει χώρο μετά για να το γεμίσει ξανά, με νέες σκέψεις, με τις ίδιες λύπες και σιωπές. Όταν τα δάκρυα στερεύουν, όταν οι αναπνοές της αποκτούν και πάλι την κανονικότητά τους, τότε σηκώνει το ραγισμένο μαύρο των ματιών της, κοιτά με στοργή την καλή της φίλη και της λέει:
«Δεν κλαίω ζητώντας τα λόγια τα ψεύτικα, της παρηγοριάς, καμιά βοήθεια. Κλαίω εκλιπαρώντας σιωπή. οι φωνές μέσα μου να βγάλουν, επιτέλους, τον σκασμό!»
Σιωπή ζητά, σιωπή της δίνει κι η Δανάη – στο έξω όχι στο μέσα της. Εκείνο δεν εξαρτάται απ’ αυτήν. Τι άλλο μπορεί να κάνει; Κάτι!
«Μπορείς;» της προτείνει το ποτήρι της για να το γεμίσει. Το παίρνει. Πηγαίνει με βήματα αργά, σχεδόν βαριεστημένα, προς την κουζίνα και παίρνει ένα ακόμη. Τους βάζει πάγο και τα γεμίζει μέχρι πάνω. Ας πιούνε, λοιπόν. Ας πιούνε μέχρι τελικής πτώσεως αυτή τη νύχτα, κι ας τους φέξει ό,τι θέλει ο θεός σαν ξημερώσει. Σβήνει το φως.
Κάθονται δίπλα-δίπλα, κολλητά η μια στην άλλη, και δίχως φωνή μιλάνε στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι του χώρου που αβίαστα έφτασε, του χρόνου που έφυγε, σ’ εκείνο το σκοτάδι της ζωής το αξεδιάλυτο. εκείνο που δεν έψαξαν.
«Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει!» λέει, ύστερα από αρκετή ώρα, σε μια ανύποπτη στιγμή η Βασιλική, και ξεσπάνε κι οι δυο τους σε γέλια ακράτητα, ασυγκράτητα, απ’ τη μέθη καλά καμωμένα.