Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πληγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πληγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Το Τάμα

«Θεέ μου, τι σου έφταιξα; Τι αμαρτίες έχω και πληρώνω; Πάντα δίκαιος και καλός άνθρωπος δεν ήμουνα; Μήπως έβλαψα ποτέ κανένα; Μα, γιατί; Γιατί δοκιμάζεις τόσο σκληρά την πίστη μου;»
Μέγα κακό βρήκε το σπίτι του, κι ο Γιώργης δεν ήξερε πως να αντιδράσει, αμάθητος καθώς ήταν. Έτσι τη μια το έριχνε στο πιοτό, την άλλη στη σιωπή και την παράλλη στην οργή και στο βρισίδι, κάποια φορά μάλιστα έφτασε να κτυπήσει και τη δόλια τη γυναίκα του, μα φυσικά δεν ξεφορτώθηκε το βάρος του, δε βρήκε σωτηρία. Μια ζωή στα ίδια και τα ίδια είχε συνηθίσει κι αυτός ο κακομοίρης, και τώρα που η πλανεύτρα μοίρα η άκαρδη του ’παιξε σκληρό παιχνίδι, βάλτωσε, τα έχασε, σκοτείνιασε το βλέμμα και μαράζωσε η ψυχή του.
Οι γιατροί σήκωναν τα χέρια ψηλά, τα παραδοσιακά γιατροσόφια δεν έφερναν κανένα απολύτως αποτέλεσμα, οι ξερόλες έχασαν τη μιλιά τους, όλοι ήταν σίγουροι ότι το παιδί του, έτσι απλά, θα σιγόσβηνε και θα πέθαινε. Θα πέθαινε το καμάρι του προτού καν προλάβει να ζήσει τη ζωή, προτού να τη ρουφήξει. Πώς να αντέξει την ιδέα αυτή και να μη χάσει τα λογικά του; Πώς; Αδύνατον!
Ένα πανέμορφο λουλούδι ήταν το παιδάκι του, μια νεράιδα του κάμπου, ένα κορίτσι που στην εφηβεία του άνθισε σα μυγδαλιά, προτού πάρει να ξεραίνεται σαν στάχυ, ένα ρυάκι με κελαρυστό νερό, το υφαντό του ουρανού μες στο απέραντο σκοτάδι. Κι όμως χανόταν κι έσβηνε και όλο πιο πολύ ψυχορραγούσε.
Μα πώς να βρεθεί η γιατρειά αφού ούτε ο ίδιος, μήτε η γυναίκα του, ούτε οι γιατροί και οι κάθε λογής οι τσαρλατάνοι, δεν καταλάβαιναν ότι από αρρώστια της ψυχής έλιωνε το κορίτσι; Κάτι τέτοιο, τρομερό, ξεπερνούσε αόρατο και με ορμή τη φτωχική τους φαντασία. το πως δηλαδή μια κόρη πάνω στης νιότης της το άνθος, θα μπορούσε ποτέ να άφηνε με πείσμα, θεληματικά, τη φλόγα της ζωής να σβήσει.
Έτσι, αφού είδαν απόειδαν με τη γυναίκα του και βάλσαμο δε βρήκαν, είπαν να επιστρατεύσουν κι αυτοί τα μέσα τα μεγάλα, να στραφούν στη μάνα τη μοναδική που μπορούσε να προσφέρει ίαση ή μια κάποια ελπίδα, την Παναγία. Είχε κι εκείνη παιδί, σκέφτονταν, σίγουρα θα τους βοηθούσε. Έπιασαν, λοιπόν, τις προσευχές, κρεμάστηκαν με νύχια και με δόντια από πάνω τους, και κάναν κι ένα τάμα. Αν γινόταν, λέει, καλά η μικρή, θα έφτιαχναν ένα κερί στο μπόι της αφιέρωμα στην Παναγία. κι ο πατέρας με τα πόδια θα ανέβαινε στην κορφή του μεγάλου βουνού, που ήτανε η εκκλησιά, για να το πάρει.
Περνούσε γρήγορα ο καιρός, μέσα στον πόνο και την ανησυχία, και καθώς δίναν και παίρνανε οι προσευχές, κατέφθασε ολόλαμπρη η άνοιξη με τα πλήθια της τα δώρα. Ο ερχομός της βοήθησε καταπώς φαίνεται να φτιάξει ο καιρός και μες στην καρδιά του μαραζωμένου κοριτσιού, που θέλησε και πάλι ν’ αδράξει με περισσή ορμή, τον παλμό ζωής που της αναλογούσε. Έτσι, προτού περάσει χρόνος πολύς η ομορφιά πήρε σαν νιος ταξιδευτής να επιστρέφει, να της χαϊδεύει το πρόσωπο και την ψυχή, να της ξυπνά στο είναι της όλο κρυφά όνειρα κι ανομολόγητα πάθη.
Για μέγα θαύμα μιλήσαν οι θανατοαγγιγμένοι οι γονιοί, και βούιξε όλο το χωριό απ’ το καλό μαντάτο. Αλλά, μια φίλη της κόρης γκαρδιακή, για άλλο θαύμα μονολοούσε. Επέστρεψε, λέει, στο χωριό ο νιος που εκείνη αγάπησε πολύ, μα που την είχε μήνες πριν σκληρά εγκαταλείψει. Μα, έμειναν τα κρυφά κρυμμένα.
Γι’ αυτό και όταν επιτέλους η ξανανιωμένη κοπελιά σηκώθηκε για τα καλά απ’ το κρεβάτι, είπε κι ο κύρης της στην Παναγιά το τάμα του να εκπληρώσει. Έτσι παράγγειλε ομοίωμα κεριού στο ύψος του παιδιού, και μια λιόλουστη Κυριακή ξεκίνησε για τον προορισμό του. Αλλά, σαν έφτασε με τ’ αμάξι του στα ριζά του βουνού σκέφτηκε πως αφού το κορίτσι ήταν πια καλά, δε θα την επείραζε την κυρά την Παναγιά, αν δεν ανέβαινε όλο εκείνο το θεριό με τα πόδια. Πήρε, λοιπόν, με τ’ αυτοκίνητο ν’ ανεβαίνει λίγο βιαστικά το φιδογυριστό το δρόμο. Ωστόσο, σε μια περίεργη στροφή του ξέφυγε το τιμόνι, τον έλεγχο έχασε του αμαξιού και πάνω στην κόψη του βουνού τράκαρε μ’ ορμή και βία. Λίγο τραντάχτηκε, τρόμαξε λίγο, αλλά ήταν καλά, δεν έχυσε ούτε μια σταγόνα αίμα. Βγήκε, λοιπόν, έξω και κοίταξε τη μούρη τ’ αμαξιού, μεγάλη η ζημιά, μα τι να γίνει; Έριξε μία βλαστημιά, στο στραπατσαρισμένο του όχημα μπήκε ξανά και κούτσα-κούτσα, με περισσή επιμονή, κατάφερε να το ξεκινήσει.
Πήρε ν’ ανεβαίνει και πάλι προς την κορυφή, την εκκλησιά, εκεί που έπρεπε ανέκκλητα να φτάσει.
Η ξύλινη και γέρικη πόρτα της ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, μα να, σα να του φάνηκε ότι από πίσω της ακούγονταν παράξενοι, παράταιροι και θρηνητικοί κάποιοι ύμνοι. Αυτό τον ξένισε πολύ, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να σκεφτεί, έτσι πήρε την πόρτα να χτυπά, για να μπει επιτέλους μέσα στο ναό, το χρέος του να ξεπληρώσει. Σχεδόν αμέσως του άνοιξε, με πρόσωπο αβάστακτα λυπημένο, μια μοναχή γριά ντυμένη μ’ άσπρο ράσο.
«Τι γίνετ’ εδώ, μητέρα;» τη ρωτά.
«Μα, η κηδεία σου θαρρώ, παιδί μου!» απαντήσ’ εκείνη.
υ.γ. Αυτή είναι η πρώτη από μια σείρα δώδεκα ιστοριών που μοιάζουν με παραμύθια. Τις είχα πρωτογράψει πριν έξι χρόνια και τώρα πήρα να τις "ξανακοιτώ" κάνοντας κάποιες βελτιώσεις.

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 10

«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»
«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;