Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Ένα αντίο

Έχασε τα πάντα μου έλεγε
Και τα μάτια της έσταζαν δάκρυα
Εγκαρτέρηση και πίκρα.
Αλλιώς περίμενε να ζήσει τη ζωή της
Άλλα της έτυχαν.
Όταν ήτανε νέα ήταν όμορφη και πλούσια πολύ
Ο δρόμος της έμοιαζε στρωμένος μ’ αστέρια
Μα οι μοίρες είχαν άλλα σχέδια γι’ αυτήν.
Έτσι τη μία μετά την άλλη της τις πήραν όλες
Τις χαρές της.
Μέχρι που κάποια μέρα ξέμεινε σχεδόν μόνη
Σε μια ξένη χώρα.
Τρεις φορές πρόσφυγας
Δυο στη γη και μια στην αγάπη
Τρεις φορές χαμένη.
Τα σκυλιά της
Μονάχα αυτά μπορούσαν πια να της χαρίσουν ένα χαμόγελο
Να κάνουν την καρδιά να ξαλαφρώσει για λίγο.
Αλλά κι εκείνα της πέθαναν.
Και τώρα πια ένιωθε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.
Γι’ αυτό αφέθηκε
Στα χέρια της μοίρας και του χρόνου.
Άφησε το σώμα της να μαρανθεί
Της ψυχής της τη φλογα να τρεμοσβήσει.
Έφυγε μια μέρα του Σεπτέμβρη υγρή
Και λυπημένη πολύ
Ωστόσο, η εικόνα της απ’ τις μνήμες των ανθρώπων
Που άγγιξε δε θα χαθεί ποτέ.

Καλό ταξίδι στην απέναντι όχθη…

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Σαν Αποχαιρετισμός

Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.
Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Μαργαρίτα Καραπάνου

Χθες, μόλις ξύπνησα το πρωί, η πρώτη είδηση που διάβασα ήταν ότι πέθανε η Μαργαρίτα Καραπάνου και λίγο σοκαρίστηκα. «Πάει η Μαργαρίτα,» σκεφτόμουνα. «Έφυγε η Μαργαρίτα Μας!»
Από την πρώτη φορά που τη διάβασα έγινε μια απ’ τις αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, αλλά μάλλον θα ήταν τον καιρό που έγραφα τη Στήλη Βιβλίου στην κυπριακή εφημερίδα «Αλήθεια» και τις βιβλιοπαρουσιάσεις στον Έλλογο. Ήμουνα, λοιπόν, κάποια μέρα στα παλιά γραφεία της Ωκεανίδας όταν ο Βασίλης Κιμούλης μου έδωσε το «Ναι», λέγοντας: «Νομίζω ότι θα σου αρέσει...» Δε μου άρεσε μοναχά εκείνο το βιβλίο, το λάτρεψα. Κι έτσι άρχισα αμέσως να ψάχνω τα προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως με τα υπέροχα φιλοτεχνημένα από τον Αλέκο Φασιανό εξώφυλλα, τα οποία τότε κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις Ερμής. Βρήκα, λοιπόν, με κάποια δυσκολία, τον «Υπνοβάτη», το «Η Κασσάνδρα κι ο λύκος» και το «Rien ne va plus», τα διάβασα μονορούφι και ερωτεύτηκα οριστικά και αμετάκλητα τους κόσμους και τις γραφές της Καραπάνου.
«Καμιά και κανένας στην Ελλάδα δεν της μοιάζει,» αποφάσισα, καθώς πήρα να απολαμβάνω όσο τίποτ’ άλλο τους συγγραφικούς της ακροβατισμούς, την σκληρή της γλώσσα, κι ύστερα να νιώθω τρυφερά για την τρυφερότητά της για τα σκυλιά στο μοναδικό «Lee και Lou».
Πάντα όταν γράφω δικά μου εκτενή κείμενα, αποφεύγω να διαβάζω βιβλία στα ελληνικά, ή ακόμη και στα αγγλικά, με συγγενές θέμα, για να μην επηρεαστώ. Ωστόσο, γράφοντας τις «Γυναίκες της συγνώμης» έκανα την εξαίρεση διαβάζοντας το «Ναι» (που στέλνει αδιάβαστο το «Η Βερόνικα θέλει να πεθάνει» του κυρίου Κοέλιο) και ξεσηκώνοντας τον τρόπο γραφής του, για ένα πυρετικό κεφάλαιο στη μέση του βιβλίου, το οποίο αν ήμουν εκδότης ή επιμελητής μάλλον θα έκοβα. Αν ήξερα τότε ότι η Καραπάνου πέθαινε θα της αφιέρωνα το βιβλίο σαν ένα ύστατο φόρο τιμής σ’ ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας.
Τώρα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να της ευχηθώ «καλό ταξίδι». Ε, και να τη μαλώσω λίγο: «Γιατί μας το έκανες αυτό, κυρά; Γιατί έφυγες και μας άφησες να παλεύουμε με τα φαντάσματά σου; Φαντάζομαι τώρα θα καπνίζεις τα άφιλτρα τσιγάρα σου, θα τα πίνεις και θα γελάς δυνατά μ’ εκείνη την άλλη τη μεγάλη μπερμπάντισσα, τη Λιλή Ζωγράφου. Καλά να μας κάνετε...»

υ.γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε χθες το απόγευμα σε μια καφετέρια, με κλασικό τρόπο, μ’ ένα απλό στυλό, και σκέψεις φωτεινές και λυπημένες...

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ο Αγαπειρήνης

«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της ξανά και ξανά η Ζήνα, μα οι απαντήσεις δεν της δίνονται. Ποιος να της απαντήσει, άλλωστε; Και να της πει τι; Αφού όλα από εκείνη εξαρτιόνταν, έστω και για λίγο, και τα θαλάσσωσε. Και τώρα, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, τη χώρα της, είναι μέρα και νύχτα μοναχή κι αναμετριέται με τα φαντάσματά της, με τα αν, τα τι και τα γιατί της.
Τον γνώρισε στη Σόφια. Ήταν περαστική από κει -καθοδόν για ένα συνέδριο σε κάποια άλλη πόλη της Βουλγαρίας, τη Βάρνα-. και σαν τέτοια δεν ήξερε πως να ξοδέψει το χρόνο της. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά από δω κι από κει, να κοιτά τους ανθρώπους και τις βιτρίνες, να παρατηρεί τις παραστάσεις ενός άλλου κόσμου, τόσο παρόμοιου, αλλά διαφορετικού από το δικό της.
Η βόλτα μεγάλη, οι ώρες πολλές, στο τέλος-τέλος ένιωσε να κουράζεται και κάθισε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη ενός λίγο παραμελημένου, αλλά ντυμένου όσο έπαιρνε στο πράσινο πάρκου, για να ξαποστάσει και να σκοτώσει λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν άκουσε κάποιον να της μιλά στα βουλγάρικα και να της δείχνει το παγκάκι.
«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε με τη χαρακτηριστική σλαβική προφορά. «Ρωτούσα αν μπορώ να καθίσω εδώ.»
«Ελεύθερα,» του απάντησε κι εκείνος κάθισε μεμιάς, πλατιά χαμογελώντας.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Ω, έπρεπε να το καταλάβω. Όμορφη σαν ελληνίδα είσαι.»
Εκείνη απλά χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να του πει άλλωστε, αφού δεν ήτανε μαθημένη στα κομπλιμέντα. Τον ρώτησε μονάχα τι κάνει στη ζωή του.
«Φοιτητής είμαι,» αποκρίθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας στο πουθενά. Μια αίσθηση οικείας αμηχανίας έμοιαζε να διατρέχει τον αέρα. Τελικά, αφού αντιλήφθηκε ότι αν δε μιλούσε ο ίδιος εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα τους, πλάκωσε τις ερωτήσεις.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι; Α, ναι, όχι. Όχι, δεν είμαι φοιτήτρια. Τέλειωσα...»
«Είσαι εδώ για διακοπές;»
«Για δουλειά. Ή μάλλον όχι ακριβώς για δουλειά, αλλά για ένα σεμινάριο.»
«Τι σεμινάριο;»
«Παιδαγωγικής. Εσύ; Τι σπουδάζεις;»
«Δεν ξέρω!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια ερωτηματικά και μετά πήρε να γελάει. Δεν ξέρει, σκεφτόταν, δεν ξέρει λέει, και δώσ’ του γέλιο. Το χρειαζόταν αυτό, πολύ, αφού μετά από μια απόλυτα μηχανική και μοναχική μέρα, το γέλιο ήτανε το καλύτερο γιατρικό, ο τέλειος, ο ιδανικός αποφορτιστής.
«Έλα τώρα, πες μου την αλήθεια,» απαίτησε, όταν κατάφερε λίγο να συνέλθει.
«Βασικά κάτι σαν ψυχολόγος προσπαθώ να γίνω, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνω. Η πολλή θεωρία με κάνει και νυστάζω.»
«Εγώ πάντα νυστάζω,» επισήμαν’ εκείνη μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αλήθεια ήταν!
«Έχεις χρόνο για μια βόλτα;»
«Ναι. Φυσικά. Έτσι κι αλλιώς βαρέθηκα να κάθομ’ εδώ.»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να περιπλανιόνται στους δειλινούς δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό. Περπατούσαν αργά, μιλούσαν σιγά, ανακάλυπταν και αποκάλυπταν τα κοινά και τις διαφορές τους. Έμοιαζαν να μοιάζουν πολύ. Όσο πολύ μοιάζουν δηλαδή δυο άγνωστοι άνθρωποι που δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, εκτός κι αν η μοίρα αποφασίσει αλλιώς.
Καθώς ο ήλιος έπεφτε και το φεγγάρι πήρε να ξεμυτίζει ανάμεσα από δέντρα ψηλά και πολυκατοικίες παλιές, του είπε ότι ήταν πια καιρός να επιστρέψει στο πανδοχείο που έμενε, αφού την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ξεκινήσει για τη Βάρνα.
Προσφέρθηκε αμέσως να τη συνοδέψει εκεί, όπως κι έγινε. Και σαν της ζήτησε να περάσει μέσα μαζί της δεν του αρνήθηκε, αφού τον ήθελε εκεί. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε πολύ, αλλά δεν ήταν πρόθυμη ν’ αποζητήσει τίποτα περισσότερο απ’ δαύτηνε.
Έτσι, πήγαν στο δωμάτιό της, κάθισαν κατάχαμα, κι ακουμπισμένοι στο κρεβάτι πήραν να μοιράζονται δυο-τρεις μπύρες, λόγια και σιωπές. Καλά περνούσαν, μα εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ εξαντλημένη και στο τέλος-τέλος του είπε ότι λυπόταν, αλλά έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα την παρακάλεσε να του δανείσει το κινητό της για να κάνει μια κλήση. Τελειώνοντας, σηκώθηκε από χάμω και βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί, την αγκάλιασε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μάγουλο, λέγοντας:
«Όταν γυρίσεις από τη Βάρνα, αν έχεις καιρό, ψάξε με.»
«Θα το κάνω,» απάντησε αβέβαια εκείνη, τον συνόδευσε έξω και την τελευταία στιγμή βιάστηκε να τον ρωτήσει:
«Έι, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Λιουμπομίρ! Σημαίνει αγάπη και ειρήνη,» απάντησε πλατιά χαμογελώντας.
«Ο Αγαπειρήνης, λοιπόν!» ψιθύρισε με θαυμασμό εκείνη.
«Κι εσύ είσαι η...»
«Ζήνα.»
«Δεν της μοιάζεις. Εσύ είσαι πιο όμορφη.»
«Πιο όμορφη;»
Έμεινε να τον κοιτά για λίγο απορημένη, αλλά ύστερα θυμήθηκε, κατάλαβε, πήρε να γελάει. Τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί στον αέρα.
Πέντε μέρες ξόδεψε στη Βάρνα, κι έτσι ακριβώς τις ένιωσε, σαν ξοδεμένο χρόνο δηλαδή. Τίποτα δεν είχε να της πει εκείνο το συνέδριο, τίποτα να της χαρίσει. Από τη μια πλήξη στην άλλη ταξίδευε όσο ήταν εκεί.
Έτσι, με το που επέστρεψε στη Σόφια, όπου δε θα μπορούσε να μείνει περισσότερο από μισή όλη κι όλη μέρα -από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ- ήταν αποφασισμένη όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να συναντήσει τον Αγαπηρείνη, εκείνον που την έκανε και χαμογελούσε.
Να τον συναντήσει, αλλά πώς; Αφού εκείνος δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Αφού δεν είχε τα στοιχεία του. Αφού... Αλλά, θυμήθηκε! Θυμήθηκε ότι είχε κάνει κλήση από το κινητό της σε κάποιο φίλο του. Ο αριθμός υπήρχε ακόμη στη μνήμη. Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του. Έγραφε ότι θα τον περίμενε σε μια ώρα εκεί που είχαν πρωτογνωριστεί.
Πήγε, λοιπόν, στο πάρκο, κάθισε και τον περίμενε. Για μια ώρα και άλλη μία και μισή. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ο Αγαπηρείνης της, κι εκείνη, με βαριά καρδιά σηκώθηκε κι έφυγε, αφού σύντομα έπρεπε να κινήσει για το αεροδρόμιο.
«Δεν ήτανε της μοίρας μας γραφτό,» σκεφτότανε με μια δόση απογοήτευσης και λίγο λυπημένη καθώς έφτανε στο πανδοχείο.
Εκεί, έκανε ένα ντους, ντύθηκε όπως-όπως, όπως πάντα, και κατέβηκε στην είσοδο για να πάρει το λεωφορείο που θα την οδηγούσε όσο πιο πολύ γινόταν μακριά του, και μετά το αεροπλάνο που θα την πετούσε ακόμη μακρύτερα.
Αλλά, με το που βγήκε έξω τον είδε. Στεκόταν εκεί αναψοκοκκινισμένος, με κομμένη την ανάσα, φανερά εξαντλημένος αφού έτρεχε, έτρεχε για να την προλάβει. Και την πρόλαβε. Την πρόλαβε για να τη δει και να της πει αντίο.
Αγκαλιάστηκαν. Αντάλλαξαν ένα φιλί ανάλαφρο σαν υπόσχεση αόριστη και τις διευθύνσεις των ηλεκτρονικών τους ταχυδρομείων και αποχαιρετίστηκαν.
Δάκρυα μικρά, λειψά, σαν τις δυνάμεις της, άρχισαν να χαράζουν πορείες στα μάγουλα και να σκιαγραφούν απορίες στα μάτια της, καθώς το λεωφορείο έβαζε μπρος κι έπαιρνε να κινείται με ταχύτητα γοργή κι αβίαστη, ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και τις φτωχικές μα φωτεινές αναμνήσεις της πόλης. Τώρα πια ταξίδευε αμετάκλητα μακριά του.
«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της η Ζήνα, μα απάντηση δεν περιμένει καμιά.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

Του Αποχαιρετισμού

Σε είδα να δακρύζεις και μάντεψα,

μάντεψα εκείνο που δεν ήθελα

να πιστέψω.

Τα σημάδια ήταν φανερά

τα διέκρινα την τελευταία φορά

που σε κράτησα στην αγκαλιά μου.

Τότε σε ρώτησα αν κάτι σου

ταλάνιζε ψυχή και μυαλό

κι εσύ μου είπες “όχι”.

Αλλά το “όχι” ως συνήθως ήταν “ναι”

κι όταν ήρθε η ώρα να μου

το ομολογήσεις δεν το πήρα

και πολύ άσχημα.

Βλέπεις πάντοτε είχα τούτο το

κουσούρι να βλέπω τον κόσμο

όμορφο και φωτεινό.

Κι αν η μοίρα το θελήσει να

μην είμαστε πια μαζί

απ’ τα λίγα που ζήσαμε θα κρατήσω

ένα μικρό δάκρυ που κάποτε μοιραστήκαμε

τα φιλιά και τα χαμόγελά μας
και το λιμάνι της αγκαλιάς σου.