Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Τα Ημερολόγια της Τσιανγκ Μάι update

Όλο λέω ν’ αρχίσω να γράφω «εκείνο» το βιβλίο, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνω. Αλλά, δεν ανησυχώ. Παίρνω σημειώσεις, διαβάζω και ξαναδιαβάζω κάτι γράμματα παλιά -ακόμη και ηλεκτρονικές συνομιλίες- και προετοιμάζομαι. Σιγά-σιγά η ιστορία παίρνει να πλάθεται μέσα μου, ν’ αλλάζει μορφές, να επεκτείνεται στο χώρο και στο χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, το ξέρω. Όπως πολύ καλά ξέρω ότι το μέσα μου ανικανοποίητο δε θα γαληνέψει μέχρι να γράψω την πρώτη γραμμή.
Στα της Τσιανγκ Μάι τώρα. Κάποιοι εξακολουθούν να με ρωτάνε γιατί επέλεξα αυτή την πόλη για να ζω τη μισή ζωή μου. Κι εγώ επιμένω: επειδή είναι η πόλη μου. Κάθε μέρα την περπατώ, κάθε μέρα την αφουγκράζομαι, νιώθω τους παλμούς της. Με μεταμορφώνει αυτή η πόλη, σαν γυναίκα αγαπημένη, με κάνει καλύτερο άνθρωπο, με γαληνεύει, μου ανοίγει τα μάτια στις πιο απλές αλήθειες που μάλλον ξεχνώ όταν είμαι στη Δύση. Έρχομαι εδώ για τους αργούς ρυθμούς ζωής, για τα πλατιά χαμόγελα, για τη φύση, για τους φιλόξενους ανθρώπους που -αν και με μισθό δύο ευρώ την ημέρα- προσφέρονται να μοιραστούν μαζί σου το φαΐ τους!
Όλα καλά και άγια, λοιπόν; Φυσικά όχι. Απλά εδώ είναι πολύ καλύτερα από αλλού. Τόσο καλύτερα που οι μοναδικές φορές που εκνευρίζομαι είναι όταν οι ξένοι κοιτούν αφ’ υψηλού τους ντόπιους, όταν τους ειρωνεύονται και με σπαθί το χρήμα προσπαθούν να τους εξευτελίσουν. Ευτυχώς η συντριπτική πλειοψηφία των «ντόπιων» ξένων δεν είναι έτσι, οπότε οι παρεκτροπές είναι ελάχιστες.
Φυσικά σε πόλεις όπως η Μπανγκόκ, το Πουκέτ κι η εκτρωματική Πατάγια, τα πράγματα δεν είναι έτσι αλλά, όπως ανέφερα και σε προηγούμενες αναρτήσεις, προσωπικά θεωρώ την Τσιανγκ Μάι σαν την πρωτεύουσα της πραγματικής Ταϊλάνδης...

update: Οι διαδηλώσεις και οι φασαρίες της Μπανγκόκ καθόλου δεν αγγίζουν την Τσιανγκ Μάι. Λες και είμαστε σε μια άλλη χώρα

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι το ήξερα. Το ήξερα ότι τον πρώτο έρωτα της ζωής μου θα τον γνώριζα μπροστά ή πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, μέσα από λόγια γραμμένα από πρόσωπα απροσδιόριστα. Τη φωνή του, ήμουνα σίγουρη, θ’ άκουγα για πρώτη φορά σε μια συσκευή τηλεφώνου. Την εικόνα του... Η εικόνα του μου διέφευγε. Δεν μπορούσα να σε ζωγραφίσω με τα μάτια της εφηβικής μου φαντασίας. Προσπαθούσα μα δε μπορούσα. Κι όταν σε γνώρισα, όταν σε είδα από κοντά και σε άγγιξα με δειλία και δέος, κάποιος άλλος είναι, σκεφτόμουνα. Ναι, ήσουνα κάποιος άλλος. Δεν ήσουνα τα λόγια σου, αλλά οι σιωπές σου. Αυτό το κατάλαβα αμέσως, αλλά το άφησα να ξεχαστεί, αφού βιαζόμουνα να ζήσω.
Σκέφτομαι ακόμη συχνά τον εαυτό μου του τότε κι απορώ. Απορώ για την απύθμενή μου άγνοια, απορώ για τις εμμονές μου, απορώ για την αθωότητα με την οποία αντίκριζα τον κόσμο. Κι απορώ για την ηλίθια πεποίθησή μου ότι όλα τα ήξερα, ότι τα καταλάβαινα όλα. Ένα παιδί ήμουνα. Ένα παιδί που μεγάλωνε κι αναζητούσε απ’ τους άλλους μάταια σημασία, τη δικαίωση της ύπαρξής του. Ένα παιδί μονάχο που έκανε τραμπάλα ανάμεσα σε όνειρα τρελά και σκέψεις σκοτεινές.
Με έσωσες τότε. Με έσωσες απ’ τον εαυτό μου, τον οποίο έκλεψες, βάζοντας απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή μπρος με το πείραμα, με το μεγάλο σου κόλπο: τη μεταμόρφωσή μου σ’ ένα θηλυκό σου κλώνο.

υ.γ. Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο μιας νουβέλας που μόλις άρχισα να γράφω. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ πια να ανεβάζω ολόκληρα τα κεφάλαια εδώ...