Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Ο Παλιάτσος του Καθενός ΙΙ

Θα τον δείτε να κάθεται στην άκρη του μπαρ, να πίνει μπύρα ή κρασί, και να παρακολουθεί ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ή απλά να κοιτά με απόλυτη συγκέντρωση τον απέναντι τοίχο. Μακριά ατημέλητα μαλλιά, άγρια μούσια που παίρνουν να γκριζάρουν, αεικίνητες αργές κινήσεις, στην καρακοσμάρα του. Στην αρχή θα σας προκαλέσει την αίσθηση ότι δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον, ότι στ’ αλήθεια δεν αντιλαμβάνεται τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά σύντομα θα καταλάβετε ότι πέσατε έξω. Απόλυτα, ασυγχώρητα, έξω! Όχι μόνο τα βλέπει όλα, χωρίς να κοιτά, αλλά τα καταλαβαίνει κιόλας, δίχως ν’ ακούει. Αν τον ρωτήσει κάποιος τι κάνει, Μελετώ τους ανθρώπους, θ’ απαντήσει, ακόμη κι αν δεν ξεκολλά ούτε στιγμή τη ματιά του απ’ το χαζοκούτι.
Όλοι οι τακτικοί θαμώνες τον ξέρουν από παλιά, άλλοι οπτικά, άλλοι προσωπικά. Μπορεί να κάθεται εκεί μονάχος για ώρες και ώρες, αλλά δε νιώθει μόνος. Ποτέ! Κάθε τόσο τον πλησιάζει σιγά-σιγά, σχεδόν με συστολή, κάποιος για ν’ ανταλλάξουν λίγα λόγια, ενώ κάποιες φορές ξοδεύει χρόνο πολλή συζητώντας χαμηλόφωνα με διάφορα άτομα, που όταν τον πλησιάζουν μοιάζουν βουτηγμένα βαθιά μέσα στα βρώμικα νερά της απελπισίας, τα οποία, ωστόσο, όταν τελικά απομακρύνονται από κοντά του, έχουν χαραγμένο στα χείλη ένα πλατύ χαμόγελο – λες και κάποιος τους χάρισε ένα δώρο ακριβό και βαρυσήμαντο.
Κανείς δεν ξέρει την προσωπική του ιστορία. Μόνο κάποιοι γνωρίζουν διάφορα μικρά διάσπαρτα αποκόμματά της. Ξέρουν ότι πάντοτε κάνει του κεφαλιού του, ότι δε νευριάζει ποτέ, ότι πίνει και τρώει πολύ, πώς κοιμάται λίγο και γελάει δυνατά. Α, κι ότι αν κάποτε τον χρειαστείς θα είναι εκεί για να σ’ ακούσει.
Θα ’πρεπε να γίνω δάσκαλος, μονολογεί πού και πού, για να μαθαίνω στα παιδιά να ζούνε τη δική τους ζωή, κι όχι εκείνη των γονιών τους.
Η καθημερινή του ζωή μοιάζει να κυλά συνεχώς στα ίδια μονοπάτια, ν’ ακολουθεί τα ίδια προδιαγεγραμμένα δρομολόγια – όλοι οι άλλοι, οι ξερόλες, τη θεωρούν πληκτική και μονότονη. Οι αχρείοι! Λες και ξέρουν στ’ αλήθεια τη ζωή του, λες και ξέρουν τι σκέφτεται και πώς ενεργά. Τίποτα δεν ξέρουν για κείνον. Τίποτα!
Κλέφτη στιγμών, θεωρεί τον εαυτό του, και αυτό ακριβώς είναι αφού, κλέβει στιγμές από τις ζωές των άλλων και τις κάνει ιστορίες. Ιστορίες για τη χαρά και τον πόνο, τα πάθη και τα λάθη, για τους αγνούς ανθρώπους και τα φαντεζί προσωπεία, για τις μεγάλες αλήθειες και τα τεράστια ψέματα του καθημερινού βίου.
Κάποιες απ’ αυτές της παραδίδει κιόλας γραπτώς και με μια ειρωνική επισημότητα σ’ αυτούς που τον ενέπνευσαν, και τους τρομάζει. Τους τρομάζει το πόσο καλά τους διάβασε, το πώς μάντεψε ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις τους, τους τρομάζει επειδή διαβάζοντάς τις βλέπουν τους δαίμονες και τις ενοχές τους αποτυπωμένα στο χαρτί. Τους τρομάζει, αλλά τους ανακουφίζει κιόλας αφού, τώρα πια, ξέρουν στα σίγουρα ποιοι είναι, τι έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, τι αγώνες να δώσουν, ποιο Γολγοθά ν’ ανέβουν.

Θα τον δείτε να κάθεται στην άκρη κάποιου μπαρ και να παρακολουθεί ανέμελος ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Θα σας κινήσει λίγο την περιέργεια η ατημέλητη εμφάνιση και η απόκοσμη γαλήνη του προσώπου του. Ίσως να νιώσετε κάποια συμπάθεια, ή ίσως και κάποιου είδους οίκτο γι’ αυτόν, και όχι άδικα, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής δε μοιάζει με κάποιον άνθρωπο παρά με ένα παλιάτσο, τον παλιάτσο του καθενός.
Όλες οι ιστορίες που ανεβάζω τις τελευταίες ημέρες είναι παλιές και ξαναδουλεμένες. Κάτι καινούριο δεν υπάρχει προς το παρόν, αλλά όλο και κάτι "ψήνεται"

Κυριακή 20 Απριλίου 2008

Ο Παλιάτσος του Καθενός

Από μικρό παιδί θυμόταν τον εαυτό του να είναι παντού και πάντοτε λυπημένο. Η θλίψη ήταν το Α και το Ω στη ζωή του, κι ήταν μια θλίψη παράξενη, αφού έμοιαζε να μην έχει λόγο ύπαρξης, καμία αιτία. Αν δεν ήταν συνεχώς κι αδιαλείπτως τόσο λυπημένος θα μπορούσε να είναι απόλυτα ευτυχισμένος αφού δε στερήθηκε τίποτα, ούτε στα παιδικά χρόνια ούτε και στην εφηβεία του. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πολύ, κι έτσι ό,τι ποθούσε, ό,τι ζητούσε, μπορούσε έτσι απλά να τ’ αποκτήσει. Το χρήμα, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό, αφού αυτό δεν μπορούσε να του αγοράσει ούτε μια στάλα προσωπικής εσώτερης ευτυχίας, που είχε τόσο ανάγκη.
Τον πήγαν, λοιπόν, σε γιατρούς και τσαρλατάνους προσπαθώντας να βρουν μια γιατρειά για τη μέσα του αρρώστια, αλλά κανείς απ’ όλους αυτούς τους ειδήμονες και αδαείς δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει ποιο ήταν το σαράκι που του μάτωνε την ψυχή, που του έκλεβε τα χαμόγελα. Ούτε κι ο ίδιος εξάλλου μπορούσε να εξηγήσει αυτό που του συνέβαινε. Όταν συχνά πυκνά τον σφυροκοπούσαν με τις ερωτήσεις τους, Απλά είμαι λυπημένος, τους έλεγε, και σηκωνόταν και πήγαινε στο δωμάτιό του.
Τα χρόνια, αργόσυρτα, λειψά και λυπημένα, πέρασαν, κι οι γονείς του, που άλλοτε έκαναν όνειρα μεγάλα και φαντασμαγορικά για πάρτη του, σιγά-σιγά τον παράτησαν στη μοίρα του και έπεσαν με τα μούτρα στην ανατροφή του δεύτερού τους παιδιού, εκείνου που τους βγήκε φυσιολογικό.
Αυτό δα το γεγονός, δεν τον ενόχλησε καθόλου. Έδειχνε, μάλιστα, να τον ανακουφίζει. Σα να έφυγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω του. Επιτέλους, θα τον άφηναν ύστερα από τόσα χρόνια στην ησυχία του. Ίσως έτσι, να έβρισκε κι εκείνος το δικό του δρόμο στη ζωή. Και τον βρήκε! Μια ανοιξιάτικη κι ηλιοφώτιστη μέρα, καθώς καθόταν μοναχός σ’ ένα παγκάκι στο μεγάλο πάρκο, είδε ένα παιδάκι να κάθεται χάμω και να κλαίει με λυγμούς, και καλόψυχος καθώς ήταν πήγε κοντά του για να το παρηγορήσει. Το αγόρι, ωστόσο, που προφανώς πονούσε πολύ, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι, αφού είδε κι απόειδε και λύση δε βρήκε, άρχισε να του κάνει ξεκαρδιστικές γκριμάτσες με το πρόσωπο και να βγάζει άναρθρες κι ακαταλαβίστικες κραυγές απ’ τα χείλη, μέχρι που το είδε να χαμογελά και σε λίγο να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Θα έπρεπε να γίνεις παλιάτσος , του είπε λίγη ώρα μετά ο μικρός, καθώς απομακρυνόταν. Παλιάτσος; Του άρεσε η ιδέα.
Απ’ το επόμενο κιόλας πρωί πήγε κι αγόρασε και φόρεσε την γνώριμη πολύχρωμη φορεσιά και το θλιμμένο χαμόγελο του παλιάτσου και άρχισε να περιφέρεται, με κάθε μέσο, σ’ ολόκληρη την πόλη, προσπαθώντας να προσφέρει στα στίφη των βιαστικών και κατσούφηδων ανθρώπων, λίγη χαρά. Και με μερικούς τα κατάφερε. Και την επόμενη μ’ ακόμη περισσότερους. Και την επόμενη... Και πάει λέγοντας.
Στο πέρασμα του γητευτή χρόνου έγινε μια από τις πλέον αγαπημένες φιγούρες, ένα σημείο αναφοράς για την πόλη. Τα παιδιά, όλα σχεδόν τα παιδιά, πήγαιναν και έπαιζαν με το θλιμμένο παλιάτσο -που γεννοβολούσε αγάπη- στο πάρκο, εκεί όπου ξαπόσταινε στο τέλος μιας κουραστικής μέρας, ενώ και κάποιοι μεγάλοι κάθονταν πού και πού και συζητούσαν μαζί του. Ως δια μαγείας κατάφερνε να χαρίσει σε όλους ένα χαμόγελο. Ο ίδιος, όμως, εξακολουθούσε να μη χαμογελάει ποτέ.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, σαν ένα μικρό τίποτα μέσα στον κυκεώνα της αιωνιότητας, κι η πόλη άλλαξε. Τα παιδιά έγιναν μεσήλικες κι οι μεσήλικες γεροντάκια. Γέρασε κι ο θλιμμένος παλιάτσος. Ήταν ένα κρύο πρωινό του χειμώνα όταν τον βρήκανε νεκρό πάνω σ’ ένα παγκάκι στη μικρή πλατεία. Κάποιος ειδοποίησε τον μικρότερό του αδελφό για να αναλάβει τα της ταφής, αφού αν και είχε φίλους αμέτρητους -που δε γνώριζαν, ωστόσο, ούτε το πρόσωπο, ούτε το όνομά του- δεν είχε άλλον κανένα τόσο κοντινό του στον κόσμο.
Εκατοντάδες άνθρωποι, παιδιά και μαμάδες και παππούδες και γιαγιάδες έσπευσαν μαζικά στην κηδεία για να του πούνε το στερνό αντίο. Και όλοι είπαν μετά ότι, όταν τον είδαν μέσα στο φέρετρό του, έμοιαζε να τους χαμογελά. Έδειχνε ικανοποιημένος, ευτυχισμένος. Λες και πέτυχε το μεγάλο του στόχο στη ζωή, σα να απόκτησε εκείνο που πάντοτε επιθυμούσε.
Γεννήθηκε και έζησε λυπημένος, στο θάνατο βρήκε τη χαρά. Τη χαρά του να είσαι ο παλιάτσος του καθενός!