Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Βδομάδα 38



Πήγε εκεί μοναχή για να παρακολουθήσει μια παράσταση δρόμου, ή μάλλον πλατείας, αλλά κάτι άλλο της τράβηξε την προσοχή. Τι όμως; Τα μάτια της φανερώνουν μια περιέργεια, ίσως και μια αγωνία. Περιμένει κάποιον να φανεί ή κάτι να συμβεί; Τι θα έκανε αν ήξερε ότι κάποιος, έστω τυχαία, μοιραζόταν μαζί της αυτή τη μοναδική στιγμή; Πώς θα αντιδρούσε;

Λένε πολλές φορές ότι ένα βλέμμα μπορεί να πει τα πάντα, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι το πιο σαγηνευτικό σ’ αυτό είναι το μυστήριο που κρύβει. Πώς μπορεί να είναι τόσο φωτεινό και τόσο σκοτεινό την ίδια ώρα; Πώς μπορεί κι αναδεικνύει έτσι του άνθρωπου τη νιότη και της ψυχής τις έγνοιες;

Τα μάτια μας λένε ιστορίες, αλλά υπάρχει άραγε κανείς να τις ακούσει;

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Βδομάδα 20



Τον αναζωογονούν οι εξορμήσεις στη φύση, αφού του γεμίζουν τα μάτια με ομορφιά και τη φωτογραφική με την κάπως λειψή της απομίμηση.

Οδήγησε για ώρες και ώρες για να ’ρθει μέχρι εδώ και θα οδηγήσει άλλες τόσες για να επιστρέψει, αλλά αυτό δεν τον χαλά – ποτέ του δεν τον χάλασε. Η κάθε στιγμή που ξοδεύει εδώ, η κάθε στάλα ιδρώτα που έχυσε καθοδόν, η κραυγαλέα κούραση, το καθετί αξίζει τον κόπο.

«Η φωτογραφική μου είναι το μοναδικό πράγμα που αποκάλεσα ποτέ Μωρό μου», λέει πού και πού και οι άλλοι νομίζουν ότι αστειεύεται, αλλά δεν. Είναι το μωρό του επειδή τον ακολουθεί παντού, γιατί μοιράζεται μαζί της σχεδόν τα πάντα. Κι επειδή τρέφει με ομορφιά τις αναμνήσεις του.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Τα 9 θαύματα του κόσμου (όπως τον βλέπω)


Ένα κείμενο-παραγγελιά που έγραψα πριν δυόμιση χρόνια το οποίο, εκτός κι αν κάνω λάθος, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.

Θαύμαζα και θαυμάζω το μοναδικό εκείνον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δεν δεν προηγήθηκε μόνο της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών που ακολούθησαν. Διανοούμενος, καλλιτέχνης, εφευρέτης και… και… και… Αν υπήρχε τεστ νοημοσύνης τότε που έζησε και τον υπέβαλλαν σ’ αυτό θα τρέλαινε τα «μηχανάκια». Με τη ζωή και το έργο του επηρέασε τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικότερα και έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο οικοδόμημα της επιστήμης. Ακόμη θυμάμαι και ανατριχιάζω ένα από τα μεγάλα έργα του, το «κατασκοπικό» δωμάτιο με τους καθρέφτες, που είδα πριν μερικά χρόνια στη Λισαβόνα.

Θαυμάζω την Τσίντα και την κάθε Τσίντα αυτού του κόσμου. Είναι ένα κορίτσι που γνώρισα στο Πάι της Ταϊλάνδης. Εγκατέλειψε το σχολείο από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού για να δουλέψει στα χωράφια με τους γονείς της, μια και ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Στα δώδεκά της χρόνια, και μια και οι δικοί της δεν τα έβγαζαν πέρα, μετακόμισε από το μικρό παραδοσιακό χωριό της, στην κωμόπολη του Πάι, όπου έπιασε δουλειά σ’ ένα πανδοχείο σαν το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Ξόδεψε την επόμενη δεκαετία και βάλε, δουλεύοντας εφτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες το χρόνο και μαθαίνοντας όσα γράμματα δεν πρόλαβε να μάθει στο σχολείο. Έμαθε επίσης αγγλικά συνομιλώντας, αρχικά στη νοηματική γλώσσα, με τους επισκέπτες του πανδοχείου. Σήμερα έχει μια μικρή πανσιόν στην πόλη Τσιανγκ Μάι. Ποτέ δεν την άκουσα να παραπονιέται για τις δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή και το χαμόγελο δε λείπει ποτέ απ’ τα χείλη της. Την ιστορία της αφηγήθηκα σ’ ένα μάλλον λειψό διήγημα, που φέρει σαν τίτλο το όνομά της.

Θαυμάζω το νερό, τη δύναμη του, την οργή και τη γαλήνη του. Κάποια μάλιστα κάποτε μου είχε πει ότι είμαι νερό, πάντα ρευστός, ποτέ ακίνητος, πάντα έτοιμος να φύγω. Πώς να μη θαυμάσει κανείς αυτό το στοιχείο, που περισσότερο απ’ το καθένα ορίζει τις ζωές μας; Πώς να μείνει κανείς αδιάφορος μπροστά στην ομορφιά της θάλασσας και των κυμάτων την οργή; Πώς να μη χαρεί τη γαλήνια ροή του ποταμού και τη βροντή των νερών του καταρράκτη; Πώς να αγνοήσει τη χαρμόσυνη ηχώ του ψιλόβροχου που πέφτει; Πώς να μην το αγαπήσει; Πώς να μην το φοβηθεί;

Θαυμάζω τη ροή του χρόνου και το ρυθμό της ζωής στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Τα αργά βήματα, την υπομονή στις ουρές, τις κόρνες των αμαξιών που δεν ακούγονται, τη γαλήνη των ψυχών που ακόμη δεν παρέσυραν στο πέρασμά τους οι ρυθμοί της αδηφάγας δύσης, τα χαμόγελα που δε σβήνουν ποτέ από τα χείλη των ανθρώπων, η ευγένειά τους που δεν είναι υποκριτική, το πόσο πολύ δε μας μοιάζουν.

Θαυμάζω τον Ντοστογιέφσκι. Όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν συγγραφέα. Πάνε δεκαοκτώ χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα κάτι δικό του, ωστόσο οι ιστορίες και οι ήρωές του εξακολουθούν ακόμη να με στοιχειώνουν. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ άλλοτε ή αν υπάρχει σήμερα κάποιος άλλος συγγραφέας που να καταβυθίστηκε τόσο πολύ, τόσο επίμονα και τόσο επίπονα στις ψυχές των ανθρώπων, καταγράφοντας όλα τα σκοτεινά και φωτεινά τους σημεία, μιλώντας για τα στίγματα και τους ανθισμένους κήπους τους. Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα μέσω του Χέμινγουεϊ. Από τότε δεν διάβασα ποτέ ξανά τον τελευταίο.

Θαυμάζω τους ζωγράφους. Τους πραγματικούς ζωγράφους και όχι αυτούς που φτιάχνουν «καραγκιοζιλίκια» πουλώντας πρωτοπορία. Θαυμάζω εκείνους που αιχμαλωτίζουν με τα πινέλα τους τη γαλήνια ή την άγρια ομορφιά της φύσης, που κλέβουν τα χρώματα απ’ τις ματιές των γυναικών, που μέσα απ’ τις ζωγραφιές τους λένε ιστορίες, όσο απλές κι αν είναι αυτές.

Θαυμάζω τις (περισσότερες) ταινίες των Γούντι Άλεν και Τιμ Μπέρτον. Με αιχμαλωτίζει το ακαταμάχητο χιούμορ και τα ευτράπελα στο έργο του πρώτου, η ευχέρεια να φτιάχνει κινηματογραφικά παραμύθια του δεύτερου. Χάνομαι στις ατάκες του Γούντι, περιπλανιέμαι στις εικόνες του Τιμ.

Θαυμάζω τις αλλαγές των εποχών, στην ανατολή και πάλι. Κάθε έξι πανσέληνους αλλάζουν οι εποχές εκεί. Και τότε η βροχή κόβεται μαχαίρι ή ο ουρανός συννεφιάζει – ανάλογα. Και τότε οι άνθρωποι γιορτάζουν. Και τότε τα χρώματα κι οι μουσικές γεμίζουν τους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Και τότε (στη Γιορτή των Φώτων, τέλος της εποχής των βροχών, 28 Νοεμβρίου φέτος) φανάρια αφιερωμένα στις ψυχές των νεκρών υψώνονται στους ουρανούς τις νύχτες, και λίμνες και ποτάμια πλημμυρίζουν με αφιερώματα-ευχές για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε (τέλος της ξηρής περιόδου, την Άνοιξη) αρχίζει η Γιορτή των Νερών, ένας πόλεμος υγρός απ’ τον οποίο κανείς δε βγαίνει… στεγνός.

Θαυμάζω τη Λίσα και την κάθε Λίσα αυτού του κόσμου
. Μια αμερικανίδα που γνώρισα στην Τσιανγκ Μάι, όπου έφτιαξε από το τίποτα ένα σχολείο, όπου μαθαίνουν ταϊλανδέζικα και αγγλικά παιδιά προσφύγων από τη Βιρμανία, αλλά και άτομα από τις φυλές της Ταϊλάνδης, που δίχως τα προτερήματα της γλώσσας και της μόρφωσης δύσκολα θα τα έβγαζαν πέρα στην πόλη. Η Λίσα (που πέρασε εθελοντικά κι από την ταλαίπωρη Σουαζιλάνδη, αλλά έφτιαξε παρόμοιο με το πιο πάνω σχολείο και στο Θιβέτ) είναι ένα από εκείνα τα άτομα που σε κάνουν να χαμογελάς και να σκέφτεσαι ότι: Ναι, υπάρχει ακόμη ελπίδα! Η ιστορία της με ενέπνευσε να γράψω το μυθιστόρημα «Όλα αυτά που χάσαμε», αποσπάσματα από το οποίο μπορείτε να βρείτε πιο κάτω:


Κεφάλαιο 1
Κεφάλαιο 2
Κεφάλαιο 6
Κεφάλαιο 10
Κεφάλαιο 14
Κεφάλαιο 25

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Ουφ (της ανακούφισης)

Επιτέλους, οι «εφιαλτικές» μέρες της πόλης τελείωσαν. Ναι, ξέρω, κάπου το παρατραβώ περιγράφοντας με τόσο μελανά χρώματα την παραμονή μου εκεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι έφτασα πια να απεχθάνομαι στ’ αλήθεια τον τόπο που άλλοτε μου χάριζε ζωή. Είναι πολύ πιθανόν κάποτε να επιστρέψω στη Λευκωσία, αλλά προς το παρόν λέω να χαρώ όσο μπορώ περισσότερο αυτά τα λίγα, τα πολλά, που μου χαρίζει το χωριό. Να καλημερίζω καθημερινά το φιλαράκι πιο πάνω, να περιμένω τα μανταρίνια και τα λεμόνια να ωριμάσουν, να μελετώ τα σύννεφα και να μετρώ τα άστρα.
Υπολόγιζα ότι από χθες θα άρχιζα να γράφω το νέο βιβλίο αλλά οι καταστάσεις (βλέπε «επιθεώρηση αυτοκινήτου») δε μου το επέτρεψαν. Σπίτι επέστρεψα πολύ αργά το βράδυ, κοιμήθηκα λίγο, ξύπνησα με αστραπές και βροντές πολύ νωρίς το πρωί, οπότε για σήμερα συγγραφή δεν προβλέπεται.
Αλλά, εντάξει, αυτό δε με χαλάει και τόσο. Η ιστορία πήρε σιγά σιγά να γράφεται μέσα μου, οπότε είναι απλά θέμα χρόνου πότε θ’ αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά στην οθόνη. Τώρα, αν θα μου βγει ή όχι, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Προς το παρόν σας στέλνω βρόχινους χαιρετισμούς από τη φθινοπωρινή Κύπρο.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Να...

Σήμερα το πρωί

Να ξυπνάς πρωί-πρωί
Ακούγοντας τα κελαδήματα των πουλιών στα δέντρα
Και τα βήματα των γάτων στα κεραμίδια.
Ν’ ανοίγεις τα μάτια στο φως
Και να σε καλημερίζει όλη φύση.
Να κάθεσαι στης ξώπορτας τα σκαλοπάτια
Και ν’ ακούς τον άνεμο του φθινοπώρου
Να παρασύρει τις αλλοτινές σου έγνοιες μακριά.
Να νιώθεις ξαφνικά τόσο γαλήνιος
Που να πλημμυρίζει το μέσα σου χρώματα.
Και να ξέρεις, βαθιά μέσα σου να νιώθεις,
Ότι όλ’ αυτά είναι μονάχα η αρχή...


Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Στη Σαλονίκη μια φορά

Σε συνάντησα τυχαία στο δρόμο μετά
Από πέντε τόσα χρόνια.
Χάρηκα που σε είδα αφού μαζί σου
Μοιράστηκα μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές.
«Θυμάσαι;» με ρωτούσες, «Θυμάσαι;»
Όλα τα θυμόμουνα,
Πώς να τα ξεχάσω άλλωστε;
Θυμάμαι την έκπληξη στο πρόσωπό σου όταν κάποια φορά
Ήρθα και σου κτύπησα την πόρτα από το πουθενά.
Θυμάμαι το πρώτο μας μεθύσι,
Το πρώτο μεθυσμένο φιλί.
Θυμάμαι μια συναυλία στο λόφο και
Βόλτες μακρινές στην ακροθαλασσιά.
Θυμάμαι στιγμές μαγικές στην κάμαρά σου και
Κλεμμένα φιλιά στην Πλατεία Αριστοτέλους.
Θυμάμαι, νιώθω ακόμη, εκείνο το αόρατο νήμα
Που μαγικά μας έδενε,
Που ανεξήγητα μας έσπρωχνε πάντα τον ένα
Στην αγκαλιά του άλλου.
Θυμάμαι, πιο πολύ, εκείνη τη φορά, που με βλέμμα απορημένο,
«Είσαι άνθρωπος παράξενος» μου δήλωσες,
Για να προσθέσεις αμέσως:
«Μαζί σου νιώθω πλήρης,
Μα φοβισμένη όσο ποτέ!»
Όλα τα θυμάμαι, όλα τα θυμηθήκαμε,
Κι ύστερα οι δρόμοι μας χώρισαν και πάλι,
Για ν’ ακολουθήσουν τα μονοπάτια που
Δε θα έβρισκαν ποτέ όσο ήμασταν μαζί.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Η Πόρνη της Τσιανγκ Μάι

Με ρώτησε κάποια φορά, καθώς καθόμασταν στη βεράντα της -μια νύχτα ολοφέγγαρη και φωτεινή- και πίναμε καλό κόκκινο κρασί, αν υπήρξε ποτέ στη ζωή μου άλλη γυναίκα που να με κατάλαβε, που να με διάβασε τόσο καλά όσο η ίδια. Ναι, της αποκρίθηκα και πήρα να της διηγούμαι την ακόλουθη ιστορία:

«...Την Πιν, στις αρχές, απλά την παρακολουθούσα, προσεκτικά αλλά από απόσταση. Μοναχά εκείνη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ξεχώρισα ανάμεσα στις δεκάδες πόρνες που κυκλοφορούν στα μπαράκια και τα καραόκε, στους δρόμους και τα κλαμπς στην Τσιανγκ Μάι. Μου άρεσε ο τρόπος της, των ματιών της το παιχνίδισμα, το προκλητικά ιδιόρρυθμο στιλ της. Δεν το έπαιζε παρθένα κι ερωτευμένη. Όταν έβαζε κάποιον άντρα στόχο έμπαινε κατ’ ευθείαν στο ψητό, χωρίς ψευτοντροπαλοσύνες και υπεκφυγές, δεν προσπαθούσε να πουλήσει στους ξένους αγάπη και φροντίδα και τα λοιπά τραγικά. Ήταν πόρνη, και έμοιαζε περήφανα να το φωνάζει, να το διαλαλεί. Όπως και νάχει, μια από εκείνες τις πολύ σπάνιες βραδιές που παραδόξως δε βρήκε γκόμενο, ήρθε κουνιστή και λυγιστή εκεί που καθόμουνα στο μπαρ, άραξε δίπλα μου και μου παράγγειλε μια μπύρα Τσιανγκ. Αρνήθηκα! Ήθελα Λίο! Αλλά, δεν αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που είδα κάποια ντόπια, πόρνη ή μη, να κερνά ποτό σε κάποιον άγνωστο, που δεν ήταν γκόμενος, άντρας ή πιθανός στόχος της. Με κέρασε Λίο.
Ευχαριστώ για τη μπύρα, αλλά δεν είμαι διαθέσιμος, της είπα.
Το ξέρω, απάντησε και μου χαμογέλασε σχεδόν ειρωνικά. Και καλά να μου κάνει, δηλαδή, αφού της είπα κάτι που ήδη γνώριζε.
Μιλήσαμε για αρκετή ώρα, ήπιαμε τα ποτά μας, γελάσαμε με τους ξένους που την πατάνε άγρια με κάποια γυναίκα που τους προκύπτει άντρας, παίξαμε και τα μπιλιάρδα μας. Απίστευτα φιλικά και ήσυχα όλ’ αυτά, σε μια μπυραρία που σύντομα θα κατέβαζε τα ρολά της . Στις τέσσερις το πρωί χώρισαν οι δρόμοι μας.
Το επόμενο βράδυ τη βλέπω να καταφθάνει και πάλι εκεί κατά τα μεσάνυχτα, να θρονιάζεται δίπλα μου και να με φιλά στο μάγουλο.
Δε βρήκες ούτ’ απόψε γκόμενο; τη ρώτησα πειραχτικά.
Θα βρω! απάντησε μ’ αυτοπεποίθηση.
Επέτρεψέ μου να σε βοηθήσω.
Έτσι αρχίσαμε, οι δυο μας παρέα, να εξετάζουμε προσεκτικά με τη σειρά όλους τους υποψηφίους στόχους και να ξεσκαρτάρουμε. Ο ένας σε δύο ώρες είχε πιει μόνο μια μπύρα και κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, άρα δεν έκανε. Ο άλλος ήταν πενηντάρης, που ήθελε να δείχνει πιο νέος, αλλά τελείως ανασφαλής. Ήτανε κι ένας γλυκούλης γάλλος, αλλά μου είπε ότι δεν της άρεσε να παριστάνει τη μαμά. Μ’ αυτά κι αυτά, και ύστερα από αρκετή ώρα, καταλήξαμε σ’ έναν αγγλοθρεμμένο ιταλό, που τηρούσε όλες τις εργοστασιακές προδιαγραφές: είχε άφθονο χρήμα, θα έμενε στην πόλη για πολλή καιρό -όπως μου είπε καθώς παίζαμε μπιλιάρδο- ενώ ένιωθε κι έντονη την ανάγκη για μια γυναικεία συντροφιά.
Αυτός είναι ό,τι πρέπει, της ψιθύρισα, καθώς καθόμουν δίπλα της. Τον παρατήρησε για λίγη ώρα, όπως καθόταν στην απέναντι γωνία, (του άρεσε το Σάνγκσομ -ντόπιο ρούμι- και το μπιλιάρδο, και μισούσε να χάνει – ο παιχταράς), τον μέτρησε με το βλέμμα, αποφάσισε τι στρατηγική θ’ ακολουθούσε, και πολύ σύντομα θα του την έπεφτε προτού ο ίδιος καλά-καλά προλάβει να καταλάβει από που του ήρθε.
Μισή ώρα αργότερα, κι αφού η Πιν, που ήταν και πρώτη στέκα, καθάρισε εν ριπή οφθαλμού το μισό πίνακα με τα ονόματα εκείνων που περίμεναν να παίξουν, βρέθηκε να τον αντιμετωπίζει.
Άφησέ τον να κερδίσει, της ψιθύρισα στ’ αυτί περνώντας από δίπλα της, κατευθυνόμενος προς της αγίας μπύρας το αποθετήριο.
Και το έκανε. Για να ακριβολογώ, έπαιξε με τόσο επαγγελματικό τρόπο, που έκανε τον άλλο, το χάνο, να νιώθει μάγκας. Για κάθε μπάλα που έβαζε η ίδια, του έστηνε μία για να βάλει εκείνος, ενώ κάποιες φορές έριχνε και τη λευκή, με τρόπο που φάνταζε καθαρά ατυχής, σε κάποια τσέπη.
Τον άφησε, λοιπόν, να κερδίσει και να το καταχαρεί, και δίνοντάς του το χέρι για να τον συγχαρεί, του είπε όταν τελειώσει με το μπιλιάρδο να έρθει να καθίσει εκεί, μαζί μας. Ερχόμενη προς το μέρος μου μού έκλεισε το μάτι. Όσο για κείνον, με τα μυαλά του πια να πετάνε στα σύννεφα, έχασε το αμέσως επόμενο παιχνίδι και κόπιασε στη γωνιά μας. Η Πιν, το πονηρό θηλυκό, η κατεργάρα γυναίκα (ποιητική αδεία), τον κέρασε αμέσως ένα Σάνγκσομ και το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.
Εγώ, στην αρχή συμμετείχα στη συζήτησή τους, αλλά ύστερα από λίγη ώρα άρχισα να απομακρύνομαι διακριτικά. Πήγα και κάθισα δίπλα σ’ ένα παλιό γνώριμο, τον Τζον τον τρελοϊρλανδό, που ήταν παντρεμένος με ντόπια και ζούσε εκεί εδώ και δέκα χρόνια, κι αρχίσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έχανα ούτε σκηνή απ’ την παράσταση που παιζόταν απέναντί μου. Μετά από καμπόσες μπύρες και δυο-τρία σφηνάκια Λάο Κάο, είδα την Πιν να με πλησιάζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και μια φλόγα στο βλέμμα..
You and me, same same, μου είπε.
Τη ρώτησα: Γιατί το λες αυτό;
I fuck with people’s bodies, you fuck with their brains! απάντησε, αφήνοντάς με σύξυλο.
Σε λίγο τη είδα να φεύγει κουνώντας το κορμί της επιδεικτικά, έχοντας τον γκόμενο αγκαλιά. Μέχρι την τελευταία ημέρα που ήμουν εκεί, ήταν ακόμη μαζί.
Είχε δίκιο η κοπέλα, απόλυτο δίκιο. Με διάβασε σαν ανοικτό κακογραμμένο βιβλίο. Αυτό στ’ αλήθεια κάνω: παίζω με τα μυαλά των ανθρώπων. Επαγγελματική διαστροφή; Δεν ξέρω!»

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Το κορίτσι της βροχής

Της αρέσει η βροχή,

Τη λατρεύει όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο.

Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει

Κι αρχίζει να χύνει άπλετα τα δάκρυά του

Τότε νιώθει να ζει,

Να ζει αληθινά,

Νιώθει το κορμί και την ψυχή της να πλημμυρίζουν

Από μια γλύκα ανείπωτη.

Την εξαγνίζει, την ξανανιώνει η βροχή,

Την ξεπλένει από τις αρνήσεις και

Τις ενοχές της.

Κι η νυχτερινή βροχή είναι η καλύτερή της.

Τις ώρες τις σκοτεινές βγαίνει έξω στην αυλή

Και χορεύει γυμνή μαζί με τις σταγόνες,

Γίνεται ένα μαζί τους,

Και ταξιδεύουν παρέα προς τα έγκατα της γης,

Αφουγκράζονται τους παλμούς της,

Της χαρίζουν τους δικούς τους,

Τη δροσίζουν και την ευχαριστούν.

Και τότε...

Μόνο τότε, γυμνή μες στη βροχή κι ένα με τη γη, νιώθει ελεύθερη,

Ελεύθερη από τα δεσμά ετούτου του κόσμου,

Από τα πρέπει που την τυραννούν,

Που της κλέβουν τις φλογισμένες ανάσες,

Που της στερούν το δικαίωμα στη γύμνια,

Της ψυχής της τη γύμνια.

Είναι το κορίτσι της βροχής.